Τρίτη 26 Νοεμβρίου 2013

Το Απολυτίκιο ψάλλει ο αρχ. π. Νικόδημος Καβαρνός


Όσιος Νίκων ο «Μετανοεῖτε»

Ο Όσιος Νίκων γεννήθηκε μεταξύ των ετών 920 - 925 μ.Χ. Καταγόταν από τον Πολεμωνιακό Πόντο (Αρμενία) και ήταν γιος μεγιστάνα.

Νέος ακόμα άφησε το πατρικό του σπίτι και μόνασε. Επειδή δε τον διέκρινε Ιερός ζήλος και μεγάλο χάρισμα διδακτικότητας, γύρισε όλη την Ανατολή σαν απεσταλμένος της Μονής του κηρύττοντας το Ευαγγέλιο και επαναλάμβανε τη φωνή, που αντήχησε πρώτα στην έρημο της Ιουδαίας και κοντά στις όχθες του Ιορδάνη: «Μετανοεῖτε».

Κατόπιν ο όσιος Νικών πήγε στην Κρήτη, όπου παρέμεινε διδάσκοντας για 20 χρόνια. Από κει πήγε στην Πελοπόννησο, όπου κατέληξε στην πόλη των Λακώνων. Εκεί κήρυξε, έκανε διάφορα θαύματα και έκτισε ναό στο όνομα του Σωτήρος Ιησού Χριστού. Η ηθική επιρροή του στους κατοίκους, υπήρξε μεγάλη. Και στη χώρα αυτή, που αγάπησε περισσότερο και από την πατρίδα του, άφησε την τελευταία του πνοή το έτος 998 μ.Χ.

Αξίζει τέλος να σημειώσουμε ότι ο Όσιος Νίκων επισκέφτηκε και την Εύβοια. Εκεί ασχολήθηκε, όπως έπραττε παντού, με το κήρυγμα. Έλαβε αφορμή από το φαινόμενο της παλίρροιας και μίλησε «Περί της ρευστότητας και μεταβλητότητας του εγκοσμίου βίου και περί των ασταθών τρόπων των ακαταστάτων ανθρώπων». Τόπος από όπου εκήρυττε ήταν το υψηλό φρούριο του Ευρίπου (Χαλκίδος). Θαυματούργησε σώζοντας ένα παιδί που έπεσε από ψηλά από το φρούριο. Όλοι νόμιζαν ότι σκοτώθηκε. Όταν συνήλθε το παιδί είπε: Δεν σκοτώθηκα γιατί με κράτησε αυτός ο μοναχός που λέει «Μετανοείτε». Επίσης θεράπευσε μία δαιμονόπληκτη γυναίκα για τη θεραπεία της οποίας προσευχήθηκε δημόσια με τη συμμετοχή του λαού.


Ἀπολυτίκιον
Ἦχος α’. Θείας πίστεως.
Χαίρει ἔχουσα ἡ Λακεδαίμων, θείαν λάρνακα, τῶν σῶν λειψάνων, ἀναβρύουσαν πηγὰς τῶν ἰάσεων, καὶ διασώζουσαν πάντας ἐκ θλίψεων, τοὺς σοὶ προστρέχοντας Πάτερ ἐκ πίστεως. Νίκων Ὅσιε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.

Κοντάκιον
Ἦχος πλ. β’. Τὴν ὑπὲρ ἡμῶν πληρώσας.
Τὴν Ἀγγελικὴν μιμούμενος πολιτείαν, κόσμου τὰ τερπνὰ ὡς σκύβαλα ἐλογίσω, μετανοίας τὴν τρίβον δεικνύων ἡμῖν, θεοφόρε Νίκων Ὅσιε· διὰ τοῦτό σε γεραίρομεν, ἐκτελοῦντες νῦν τὴν μνήμην σου· ὑπάρχεις γὰρ ἀληθῶς, ἰαμάτων πηγή.

Το Απολυτίκιο ψάλλει ο αρχ. π. Νικόδημος Καβαρνός


Όσιος Στυλιανός ο Παφλαγόνας

Ο Όσιος Στυλιανός ήταν γιος πλουσίων γονέων (που μάλλον γεννήθηκε στην Παφλαγονία, χωρίς αυτό να είναι σίγουρο, διότι εκεί φυλασσόταν και ιερό λείψανο του), διδάχτηκε νωρίς απ' αυτούς να είναι εγκρατής και να θεωρεί το χρήμα μέσο για την ανακούφιση και περίθαλψη των φτωχών και των αρρώστων.

Αφού έτσι ανατράφηκε, και οι γονείς του πέθαναν, διαμοίρασε όλη την κληρονομιά του και πήγε σαν ασκητής στην έρημο. Εκεί γνωρίστηκε με άλλους ασκητές, που ζούσε μαζί τους με αδελφική αγάπη, χριστιανική συγκατάβαση και επιείκεια. Δεν λύπησε ποτέ κανένα, μεγάλη του χαρά μάλιστα, ήταν να επαναφέρει τη γαλήνη στις ταραγμένες ψυχές. Η φήμη της θαυμαστής ασκητικής του ζωής έφθασε μέχρι τις πόλεις, και πολλοί έτρεχαν να τον βρουν για να ζητήσουν απ' αυτόν τις πνευματικές του οδηγίες.

Ο όσιος Στυλιανός, παρά την ερημική ζωή του, έτρεφε στοργή και συμπάθεια προς τα παιδιά, που τόσο αγαπούσε και ο Κύριος. Αν, έλεγε, η ταπεινοφροσύνη αποτελεί θεμέλιο των αρετών, η παιδική ηλικία από τη φύση της είναι περισσότερο ενάρετη, απ' ότι οι μεγαλύτεροι των φιλοσόφων. Πολλές φορές οι γονείς έφεραν προς αυτόν τα παιδιά τους, και τότε η αγαλλίαση του οσίου ήταν πολύ μεγάλη. Ο Θεός βραβεύοντας το Ιερό αυτό αίσθημα του, προίκισε τον όσιο με το χάρισμα να θεραπεύει τα άρρωστα παιδιά και να καθίστα εύτεκνους άτεκνες γυναίκες.

Ο Όσιος Στυλιανός κοιμήθηκε πλήρης ήμερων αλλά και αρετών.


Ἀπολυτίκιον
Στήλη ἐμψυχος τῆς ἐγκρατείας, στῦλος ἄσειστος τῆς ἐκκλησίαςε, Στυλιανέ, ἀνεδείχθης, μακάριε. Τὸν γὰρ σὸν πλοῦτον σκορπίσας τοῖς πένησιν, ἐν οὐρανοῖς ἐκομίσω τὸν ἄφθαρτον, καὶ ἐγκρατείᾳ καὶ πόνοις, πανόλβιε, χάριν εἴληφας νηπίων προστάτης γενόμενος καὶ φύλαξ νεογνῶν ἀπροσμάχητος.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον
Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Στήλη ἔμψυχος τῆς ἐγκρατείας, στῦλος ἄσειστος τῆς Ἐκκλησίας Στυλιανὲ ἀνεδείχθης μακάριε· ἀνατεθεὶς γὰρ Θεῷ ἐκ νεότητος κατοικητήριον ὤφθης τοῦ Πνεύματος. Πάτερ ὅσιε Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε δωρίσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.

Δευτέρα 25 Νοεμβρίου 2013

Antony Bloom: «Είσαι έτοιμος να αγαπήσεις μέσα από τον πόνο σου;»

Η πρώτη και η πλέον συνεχής επαφή μας με το θάνατο πραγματοποιείται μέσα από το αίσθημα της απώλειας.

Μαθαίνοντας να κατανοούμε το θάνατο των άλλων και να τον βιώνουμε μέσα στους άλλους και στον εαυτό μας, μπορούμε να μάθουμε να τον αντικρίζουμε, και τελικά να αντιμετωπίζουμε το δικό μας θάνατο, κατ’ αρχάς ως δυνατότητα -και όντως ως μια βεβαιότητα, μια βεβαιότητα όμως που τόσο συχνά και τόσο εμφανώς έχει απομακρυνθεί από μας, ώστε να μην τη χαρακτηρίζουμε πλέον βεβαιότητα- και κατόπιν ως την ίδια την πραγματικότητα που μας πλησιάζει.

Ένα από τα άμεσα προβλήματα που πρέπει να αντιμετωπίσει το πρόσωπο εκείνο που πενθεί, είναι η εμπειρία της μοναξιάς, το γεγονός ότι το μόνο πρόσωπο που κατά καιρούς τον ενδιέφερε, το πρόσωπο εκείνο που γέμιζε όλο το χώρο και το χρόνο και όλη την καρδιά του τον άφησε. Κι αν ακόμη το πρόσωπο που μας άφησε δεν μας είχε δώσει όλη του την καρδιά, αφήνει ωστόσο πίσω του ένα τεράστιο κενό. Όσο το πρόσωπο είναι άρρωστο προσφέρουμε πολύ περισσότερο χρόνο στη σκέψη. Οι δραστηριότητές μας συγκεντρώνονται και κατευθύνονται προς αυτό. Όταν το πρόσωπο πεθάνει, πολύ συχνά αυτοί που μένουν πίσω αισθάνονται ότι η δραστηριότητά τους είναι πλέον άσκοπη, δεν έχουν τουλάχιστον κάποιον άμεσο σκοπό, κέντρο και κατεύθυνση. Μια ζωή, όσο οδυνηρή και αγωνιώδης κι αν ήταν, έτρεχε σαν το ποτάμι. Τώρα όμως καταντάει ένας βάλτος.

Μοναξιά επίσης σημαίνει ότι δεν υπάρχει ούτε ένα πρόσωπο με το οποίο να μπορεί κάποιος να μιλήσει ή να το ακούσει, ή να το προσέξει, που να ανταποκρίνεται και να αντιδρά, και στο οποίο αυτός να αντιδρά και να ανταποκρίνεται. Το πρόσωπο που μας αφήνει είναι πολύ συχνά το πρόσωπο εκείνο που, στα δικά μας μάτια, μας έδινε την έσχατη αξία: το πρόσωπο εκείνο για το οποίο αξίζαμε, το πρόσωπο εκείνο που διεκδικούσε την ύπαρξη και τη σημασία μας.

Περισσότερο από μια φορά έχω αναφέρει, με την ευκαιρία κάποιου γάμου, τη φράση του Λέων Μπλόυ: «Το να πεις σε κάποιον “σ’ αγαπώ” ισοδυναμεί με το να του λες “δεν θα πεθάνεις ποτέ”». Αυτό ισχύει και σ’ αυτό το πλαίσιο. Το πρόσωπο που μας αφήνει δεν βρίσκεται πλέον εδώ για να διακηρύσσει την έσχατη αξία μας, την έσχατη σημασία μας. Αυτό το πρόσωπο δεν βρίσκεται πλέον εδώ για να μπορεί να πει «σε αγαπώ», και γι’ αυτό χάνεται η αιώνια επιβεβαίωση και αναγνώρισή μας. Αυτό είναι κάτι που πρέπει να το αντιμετωπίσουμε. Δεν είναι κάτι που πρέπει να το παραμερίσουμε, να το ξεχάσουμε ή να το παρακάμψουμε.

Δημιουργείται ένα κενό και αυτό το κενό δεν πρέπει ποτέ να γεμίσει με τεχνητά πράγματα, που δεν αξίζουν μπροστά σ’ αυτά που αντικαθιστούν.

Πρέπει να είμαστε έτοιμοι να αναγνωρίσουμε ότι ο πόνος είναι μία από τις εκφράσεις της αγάπης. Αν ισχυριζόμαστε ότι αγαπούμε αληθινά το πρόσωπο που μόλις αναχώρησε από αυτήν τη ζωή, πρέπει να είμαστε και έτοιμοι να το αγαπούμε μέσα από τον πόνο, με τον ίδιο τρόπο που κάποτε το αγαπήσαμε μέσα από τη χαρά – τη χαρά της επιβεβαίωσης, τη χαρά της κοινής ζωής. Aυτό απαιτεί θάρρος, και νομίζω ότι πρέπει πολλά να εξηγηθούν από την άποψη αυτή σήμερα, όταν τόσοι άνθρωποι, για να ξεφύγουν από τον πόνο, στρέφονται στα ηρεμιστικά, στο αλκοόλ ή σε οποιαδήποτε διασκέδαση, για να ξεχάσουν. Πιθανώς να επισκιάζεται ό,τι συμβαίνει σε μιαν ανθρώπινη ψυχή, συνεχίζει όμως να προχωρά, και αν δεν λυθεί, αφήνει το πρόσωπο φτωχότερο.

Ένα άλλο πράγμα που πρέπει το πρόσωπο που πενθεί να μάθει να μην κάνει ποτέ είναι να μιλά για τη σχέση αγάπης που υπήρχε σε αόριστο χρόνο. Ποτέ δεν πρέπει κάποιος να πει: «Αγαπούσαμε ο ένας τον άλλο». Πρέπει πάντοτε να λέει: «Αγαπούμε ο ένας τον άλλο».

Αν επιτρέψουμε στην αγάπη μας να μεταβληθεί σε αντικείμενο του παρελθόντος, πρέπει να ομολογήσουμε ότι δεν πιστεύουμε στη συνέχιση της ζωής του προσώπου που πέθανε. Αν το κάνουμε, πρέπει να ομολογήσουμε ότι είμαστε άπιστοι και άθεοι, με τη χειρότερη έννοια, και ότι αντιμετωπίζουμε τη ζωή από διαφορετική γωνία. Αν δεν υπάρχει Θεός, αν δεν υπάρχει αιώνια ζωή, τότε ο θάνατος πού επήλθε δεν έχει καμιά μεταφυσική σημασία. Αποτελεί ένα γεγονός της φυσικής ιστορίας. Είναι μια νίκη των νόμων της φυσικής και της χημείας, και ο άνθρωπος συνεχίζει να υπάρχει όχι ως πρόσωπο αλλά ως μέρος της φύσης. Σε κάθε περίπτωση, πρέπει να αντιμετωπίσουμε κατάματα είτε την πίστη μας, είτε την έλλειψη πίστης και να ενεργήσουμε ανάλογα.

Πολύ συχνά, αυτοί που μένουν πίσω αισθάνονται ότι το πρόσωπο που έφυγε δεv είναι μόνο μια δική τους απώλεια, αλλά μια απώλεια που στερεί όλους γύρω από κάτι το πολύτιμο – από μια λογική, μια καρδιά και μια θέληση, από κάποιον που ενεργούσε όμορφα και σωστά. Και αυτός που έχασε το πρόσωπο μένει επίσης με την απώλεια. Σ’ αυτό το σημείο πρέπει να θυμηθούμε -πράγμα ουσιαστικό- ότι όποιος ζει θέτει ένα παράδειγμα: ένα παράδειγμα για το πώς ζει κανείς καλά ή ένα παράδειγμα για το πώς ζει κανείς άσχημα. Πρέπει να μαθαίνουμε από όλους, ζώντες ή κεκοιμημένους, αυτό που είναι λάθος για να το αποφεύγουμε και αυτό που είναι σωστό για να το μιμούμαστε. Όποιος έχει γνωρίσει κάποιον που τώρα έχει πεθάνει, θα πρέπει να στοχαστεί βαθιά το σημάδι που η ζωή αυτού του ανθρώπου άφησε στη ζωή του. Πρέπει να στοχαστεί το είδος του σπόρου που σπάρθηκε στη ζωή αυτού του ανθρώπου και τον καρπό που αυτός έφερε.

Υπάρχει μια φράση στο Ευαγγέλιο που λέει πως «εάv μη ο κόκκος του σίτου πεσών εις την γην αποθάνη, αυτός μόνος μένει.Εάν δε αποθάνη πολύν καρπόν φέρει». Αυτό ακριβώς μπορεί να συμβεί, αν στοχαζόμαστε με όλη μας την καρδιά, με το πνεύμα και με τη μνήμη, με όλη την ευαισθησία μας και την αίσθηση δικαιοσύνης, τη ζωή εκείνων που έχουν αναχωρήσει από αυτήν τη ζωή. Αν είχαμε το κουράγιο να χρησιμοποιήσουμε αυτό το ξίφος -που είναι ο λόγος του Θεoύ για να χωρίσουμε το φως από το σκοτάδι, να χρησιμοποιήσουμε όλη μας τη διάκριση για να ξεχωρίσουμε την ήρα από το σιτάρι, τότε, έχοντας συγκεντρώσει όσο σιτάρι θα είχαμε τη δυνατότητα να ξεχωρίσουμε, θα μπορούσε ο καθένας μας, ο καθένας που είχε γνωρίσει τον κεκοιμημένο, να φέρει πολύ καρπό στη ζωή του. Μπορούμε να ζήσουμε σύμφωνα μ’ ένα παράδειγμα που προσφέρεται και λαμβάνεται, να χωνέψουμε όσα αξίζουν να χωνευθούν από τη ζωή αυτού του προσώπου.

Στη Νεκρώσιμη Ακολουθία κρατούμε αναμμένα κεριά. Πιστεύω ότι αυτό υποδηλώνει δύο πράγματα. Το πρώτο, που είναι πολύ εμφανές, είναι ότι αναγγέλλουμε την ανάσταση. Στεκόμαστε κρατώντας αναμμένα κεριά με τον ίδιο τρόπο που στεκόμαστε στην εκκλησία το βράδυ της Ανάστασης. Στεκόμαστε επίσης δίνοντας τη μαρτυρία μας μπροστά στον Θεό ότι το πρόσωπο αυτό έφερε τουλάχιστον μια σπίθα φωτός στο λυκόφως του κόσμον, ότι αυτό το πρόσωπο δεν έζησε μάταια. Θα φυλάξουμε, θα προστατεύσουμε και θα μοιραστούμε αυτό το φως, έτσι ώστε να φωτίζει όλο και περισσότερους ανθρώπους, και αν είναι δυνατό να γίνει εκατονταπλάσιο.

Αν ξεκινήσουμε να ζήσουμε μ’ αυτό τον τρόπο, να γίνουμε η συνέχεια της επίγειας ζωής του κεκοιμημένου, αν ξεκινήσουμε να γίνουμε η συνέχεια όλων όσα ήταν ευγενικά, καλά, αληθινά και άγια σ’ αυτό το πρόσωπο, τότε αυτό το πρόσωπο πράγματι δεν έχει ζήσει μάταια και θα αισθανθούμε κι εμείς ότι πράγματι δέν ζούμε μάταια. Δεν θα υπάρξει μέσα μας χώρος για ελπίδες ενός άμεσου θανάτου, επειδή πρέπει νά επιτελέσουμε κάποια λειτουργία.

Μένουμε πίσω για να κάνουμε δυνατά όλα όσα είδαμε, όλα όσα ακούσαμε, όλα όσα νιώσαμε, να τα πολλαπλασιάσουμε και να τα σκορπίσουμε και να γίνουμε μια νέα αλυσίδα φωτός πάνω στη γη. Αν μπορέσουμε όμως να ομολογήσουμε πως το πρόσωπο που αναχώρησε από αυτήν τη ζωή ήταν για μας ένας θησαυρός, τότε «όπου γαρ εστιν ο θησαυρός υμών, εκεί έσται και η καρδία υμών». Πρέπει, μαζί μ’ αυτόν που εισήλθε στην αιωνιότητα, να ζήσουμε κι εμείς όσο το δυνατόν τελειότερα και βαθύτερα, στην αιωνιότητα.Επειδή είναι ο μόνος τόπος όπου μπορούμε να είμαστε μαζί με τον κεκοιμημένο. Αυτό σημαίνει ότι, καθώς όλο και περισσότερα αγαπημένα πρόσωπα αφήνουν αυτό το επίγειο προσκύνημα και εισέρχονται στη σταθερότητα και στη γαλήνη της αιώνιας ζωής, θα πρέπει να αισθανόμαστε όλο και περισσότερο ότι ανήκουμε όλο και τελειότερα και πληρέστερα σ’ εκείνο τον κόσμο, και ότι σταδιακά οι αξίες του γίνονται δικές μας.

Αν μάλιστα ένα από τα πολυαγαπημένα μας πρόσωπα, αν ένας από τους πολυτιμότερους θησαυρούς μας λέγεται Ιησούς Χριστός, τότε μπορούμε αληθινά, όσο είμαστε ακόμη πάνω στη γη, να λαχταρούμε, όπως ο απόστολος Παύλος, με όλη μας την ψυχή και όλο μας το μυαλό, με όλο μας το σώμα και όλη μας την καρδιά, την ημέρα που θα ενωθούμε αδιαίρετα μαζί Του.

Η αντιμετώπιση του δικού μας θανάτου είναι κάτι που το κάνουμε με τρόπους πολύ διαφορετικούς, σύμφωνα με την ηλικία μας και τις περιστάσεις. Αντιλαμβανόμαστε το θάνατο με διαφορετικό τρόπο σε διαφορετικές καταστάσεις και ηλικίες. Σκεφτείτε τα παιδιά που ακούν τη λέξη «θάνατος». Ίσως να διαθέτουν μια πολύ ασαφή ιδέα γι’ αυτόν ή ίσως να έχουν ήδη χάσει κάποιο γονιό και να στενοχωριούνται στη μοναξιά τους. Τον αντιλαμβάνονται ως απώλεια, αλλά όχι ώς θάνατο καθαυτό.

Ένα παιδί μπορεί να πληροφορηθεί για το θάνατο με κάποιον τερατώδη τρόπο, που θα τον καταστήσει έτσι αποκρουστικό στα μάτια του, ή αντίθετα με κάποιον λογικό και υγιή τρόπο, όπως μας δείχνει η ακόλουθη ιστορία. Μια πολυαγαπημένη γιαγιά πέθανε μετά από μακρά και οδυνηρή ασθένεια. Με κάλεσαν στο σπίτι της και, όταν έφθασα, ανακάλυψα ότι τα παιδιά είχαν απομακρυνθεί. Ρώτησα γιατί και οι γονείς μου είπαν: «Δεν έπρεπε να αφήσουμε τα παιδιά να μείνουν στο σπίτι όπου υπήρχε ένας πεθαμένος».

«Γιατί;»

«Επειδή ξέρουν τι είναι θάνατος».

«Και τι είναι θάνατος;» ρώτησα.

«Είδαν κάποια μέρα ένα κουνελάκι κατακομματιασμένο από μία γάτα στον κήπο, και έτσι γνωρίζουν τι είναι θάνατος».

Σκέφτηκα πως αν αυτή είναι η εικόνα του θανάτου που είχαν αυτά τα παιδιά, τότε θα ήταν υποχρεωμένα όλη τους τη ζωή να ζουν με μια αίσθηση τρόμου, οποτεδήποτε άκουγαν αυτήν τη λέξη, οπουδήποτε παρακολουθούσαν ένα μνημόσυνο, οπουδήποτε έβλεπαν ένα φέρετρο – ανείπωτος τρόμος κρυμμένος μέσα σ’ αυτό το ξύλινο κουτί.

Μετά από μακρά συζήτηση, κατά τη διάρκεια της οποίας οι γονείς μου είπαν ότι τα παιδιά θα κατέρρεαν ψυχολογικά αν τους επιτρεπόταν να δουν τη γιαγιά τους και πως η διανοητική τους κατάσταση θα ήταν δική μου ευθύνη, έφερα πίσω τα παιδιά.

Η πρώτη τους ερώτηση ήταν: «Τι είχε πράγματι συμβεί στη γιαγιά;» Τους είπα: «Την ακούσατε πολλές φορές να λέει ότι λαχταρούσε να συναντήσει τον άνδρα της στη Βασιλεία του Θεού, όπου αυτός είχε προηγηθεί. Τώρα πήγε και αυτή».

«Έτσι, είναι ευτυχισμένη» είπε ένα από τα παιδιά.

«Ναι» είπα.

Κατόπιν πήγαμε στο δωμάτιο όπου βρισκόταν η γιαγιά.Η ησυχία ήταν όμορφη.Η ηλικιωμένη γυναίκα, που το πρόσωπό της είχε ρητιδωθεί τα τελευταία χρόνια από τον πόνο, κειτόταν απόλυτα ακίνητη και ήρεμη.

Ένα από τα παιδιά είπε: «Αυτός λοιπόν είναι ο θάνατος».

Και το άλλο συμπλήρωσε: «Τι ωραία».

Εδώ έχουμε δύο μορφές της ίδιας εμπειρίας. Πρόκειται να επιτρέψουμε στα παιδιά να δουν το θάνατο σύμφωνα με το κατακομματιασμένο από κάποια γάτα κουνελάκι, ή θα τα αφήσουμε να δουν την ηρεμία και την ομορφιά του θανάτου;

Στην Ορθόδοξη Εκκλησία φέρνουμε τον νεκρό στο ναό όσο γρηγορότερα μπορούμε. Προσευχόμαστε μπροστά στο ανοιχτό φέρετρο.

Το πλησιάζουν ενήλικες και παιδιά Ο θάνατος δεν είναι κάτι που πρέπει να το κρύψουμε: είναι κάτι απλό και μέρος της ζωής. Και τα παιδιά μπορούν να παρατηρούν τον κεκοιμημένο και να βλέπουν τη γαλήνη στο πρόσωπό του.

Ασπαζόμαστε τον κεκοιμημένο. Αυτή δε τη στιγμή δεν θα πρέπει να ξεχάσουμε να προειδοποιήσουμε τα παιδιά όταν θα ασπασθούν το μέτωπο του νεκρού που ήταν πάντοτε ζεστό, ότι τώρα θα το βρουν κρύο, και να τους πούμε, «αυτό είναι το σημάδι του θανάτου». Η ζωή είναι ζεστή. Ο θάνατος είναι ψυχρός. Τότε το παιδί δεν θα τρομοκρατηθεί, επειδή διαθέτει την εμπειρία από ζεστά και κρύα πράγματα, που το καθένα έχει το χαρακτήρα και το νόημά του.

http://www.pentapostagma.gr/2013/09/i-apoleia-enos-oikeiou-prosopou-antony-bloom.html

Αγία Αικατερίνη και Υπατία.

Τα αρχαία μαρτυρολόγια σιωπούν για το βίο της, ο οποίος για το λόγο αυτό έγινε αντικείμενο βαθιάς έρευνας, χωρίς όμως η κριτική που ασκήθηκε στις πηγές να διαφωτίσει το θέμα. Τα 4 υπάρχοντα μαρτυρολόγια στην ελληνική με αρκετές παραλλαγές είναι: Συμεών του Μεταφραστή (PG 116, 276-301), Αθανασίου ταχυγράφου και δυο αγνώστων συγγραφέων. Επίσης υπάρχουν στη λατινική, αραβική και ιβηρική. Επίσης, ασχολήθηκαν οι: Ευσέβιος (Εκκλ. Ιστορία η΄ 14), Ρουφίνος (Hist. Eccl. VIII, 17), Βαρόνιος και άλλοι, όπως ο ορθόδοξος αγιολόγος Σέργιος (πλήρες Μηνολόγιο της Ανατολής, Η Αγία Αικατερίνη, Βλαδίμηρο 1901, σελ. 482, στη ρωσική).



Η αγία Αικατερίνη γεννήθηκε και έζησε στην Αλεξάνδρεια επί Μαξιμιανού. Ήταν κόρη του επάρχου της Αλεξάνδρειας Κώνστα. Διακρίθηκε για σπάνια σοφία και ωραιότητα. Με διαταγή του Μαξιμιανού συμμετείχε σε συζήτηση για τη χριστιανική πίστη με 50 φιλοσόφους. Στη συζήτησε θριάμβευσε με συνέπεια να γίνουν χριστιανοί και οι 50, μαζί με τη σύζυγο του Μαξιμιανού Φαυστίνα, τον αξιωματικό συνοδείας Πορφύριο και 200 στρατιώτες. Όλοι αποκεφαλίστηκαν με διαταγή του Μαξιμιανού.



Αντιστάθηκε στις κολακείες και απειλές του Μαξιμιανού, έτσι εξορίστηκε, δημεύθηκε η περιουσία της, βασανίστηκε σε τροχό και τελικά αποκεφαλίστηκε το 305. Τα λείψανά της ανακαλύφτηκαν τον 8ο αιώνα στις παρυφές του όρους Χαρήβ από χριστιανούς της Αιγύπτου και μεταφέρθηκαν στην Ι. Μονή του Σινά, όπου σώζονται μέχρι σήμερα. Η μνήμη της αγίας τιμάται στις 25 Νοεμβρίου. Θεωρείται προστάτιδα της νεολαίας και ιδιαίτερα της φιλοσοφίας, στη δε Δύση είναι κάτι ανάλογο των Τριών Ιεραρχών. Θεωρείται προστάτης των Μηχανικών.



Γύρω από το όνομά της δημιουργήθηκε σύγχυση, εξαιτίας παράδοσης στη Λαοδίκεια της Μ. Ασίας, σύμφωνα με την οποία η αγία Αικατερίνη υπήρξε ένα και το αυτό πρόσωπο με τη φιλόσοφο Υπατία. Οι γνώμες διχάζονται. Οι Ρουφίνος και Ευσέβιος αναφέρουν ως αρχικό το όνομα Δωροθέα. Αικατερίνη ονομάστηκε αργότερα, για την καθαρότητα και αγνότητα του βίου της (Αικατερίνα – Αεικαθερίνα). Ο Συνέσιος, επίσκοπος Πτολεμαϊδος (PG 66, 1321) και από τους συγχρόνους ο Β. Μυρσιλίδης (βιογραφία της φιλοσόφου Ελληνίδος Υπατίας, Αθήναι 1926) ταυτίζουν την αγία με τη φιλόσοφο Υπατία. Ο Μυρσιλίδης μάλιστα στηρίζει τη γνώμη του, στο ότι μέχρι τη Μικρασιατική καταστροφή οι κάτοικοι της περιοχής Λαοδίκειας διέσωζαν παλαιά παράδοση, σύμφωνα με την οποία στο χωριό Δενισλή (υπηρέτησε εκεί ως Διευθυντής της Σχολής της Ελληνικής Κοινότητας περί το 1897) είχαν εορτή στις 25 Νοεμβρίου «εις τιμήν και μνήμην Υπατίας της φιλοσόφου και μάρτυρος», στην οποίαν έλαβε μέρος και ο ίδιος. Συμπληρώνει μάλιστα ότι ο εκεί ναός, κατά τη σχετική επιγραφή, οικοδομήθηκε «εκ βάθρων εις τιμήν και μνήμην Υπατίας (φιλοσόφου και μάρτυρος)» και ότι «πανηγυρίζει την 25ην Νοεμβρίου, εορτήν της παρθενομάρτυρος του Χριστού Αικατερίνης, υπό το όνομα της οποίας τα πλήθη των πέριξ οικούντων πιστών εορτάζουν την σοφήν ρήτορα κόρην Υπατίαν» (Β. Μυρσιλίδη, Βιογραφία ………. και περιοδικό «Κιβωτός», Νοε-Δεκ. 1953).



Η Υπατία ήταν φιλόσοφος (370-415), διαπρεπής μαθηματικός και αστρονόμος, επεδίδετο δε και στη Μηχανική. Εφηύρε διάφορα επιστημονικά όργανα, όπως έναν αστρολάβο, μια συσκευή για την απόσταξη του νερού και μια άλλη για τη μέτρηση της στάθμης και του ειδικού του βάρους. Είχε διάσημους μαθητές, εθνικούς και χριστιανούς, όπως ο Ησύχιος, ο Ερκουλιανός, ο Αμμώνιος Σακκάς, ο Συνέσιος Κυρήνης, μετέπειτα Μητροπολίτης Πτολεμαϊδος κ.ά.



Επειδή οι μαθηματικοί, οι μη καλώς μεταχειρίζοντες τα τέσσερα είδη της Μαθηματικής, τα κυριότερα: Αριθμητική, Γεωμετρία, Μουσική και Αστρονομία και τους φυσικούς λόγους αυτών εξετάζοντες, δηλ. εκείνοι όπου «τερατεύονται» (τα Μαθηματικά) θεωρούντο μάγοι (ξα΄ κανόνας Πενθέκτης Οικουμενικής), η δε μαθηματική επιστήμη και η γεωμετρία (οι κακώς μεταχειριζόμενες) κατακρίνονται, διότι οδηγούν στην αστρολογία (λς΄ κανόνας της συνόδου της Λαοδίκειας του 364) και οι τοιούτοι οι ασκούντες την επιστήμη αυτήν αφορίζονται από την Εκκλησία, για τούτο και η Υπατία ως μαθηματικός θεωρήθηκε μάγος και έπρεπε να τιμωρηθεί.



Φανατικοί μοναχοί, οπαδοί του Αρχιεπισκόπου Αλεξανδρείας Κυρίλλου, με πρωτοστατούντα τον Αναγνώστη Πέτρο, λυντσάρισαν τη φιλόσοφο Υπατία, την γύμνωσαν και την κατακρεούργησαν με σπασμένα κεραμίδια μέσα στο Ναό του αγίου Μιχαήλ, βάφοντας με το αίμα της το δάπεδο και τους τοίχους του ναού και ακολούθως μετέφεραν το διαμελισμένο σώμα της και το έκαψαν στον Κυναρίωνα μαζί με τα πολύτιμα επιστημονικά και φιλοσοφικά της συγγράμματα: «Αποδύσαντές τε την εσθήτα οστράκοις ανείλον και μεληδόν διασπάσαντες επί τον Κυναρίωνα τα μέλη συνάραντες πυρί κατηνάλωσαν» (Σωκρ. Εκκλ. Ιστ. Βιβλ. 7. Κεφ. 15).



Από πολλούς κατηγορήθηκε ο Κύριλλος, για την άγρια δολοφονία της Υπατίας, από μαινόμενο όχλο, καθοδηγούμενο από τον Αναγνώστη Πέτρο. Λέγεται, ότι κατά την ημέρα της δολοφονίας της Υπατίας, ο Κύριλλος απουσίαζε από την Αλεξάνδρεια, πάντως δεν αναφέρεται εκκλησιαστική τιμωρία του Αναγνώστη, ούτε και κανενός από το πλήθος.



Ο Συνέσιος ο Κυρηναίος (+416), μαθητής και θαυμαστής της Υπατίας, μέσα από την αλληλογραφία του με την Υπατία, άφησε την πληροφορία ότι η νεοπλατωνική φιλόσοφος είχε εκφράσει την επιθυμία της να γίνει Χριστιανή: «ποθώ γαρ Χριστιανή αποθανείν». Γι’ αυτό, επειδή η Υπατία ήταν Χριστιανή προσύλητη, η Εκκλησία την τιμά ως Χριστιανή, και μάλιστα ως ΑΓΙΑ, επειδή είχε την πρόθεση να βαπτισθεί και δεν πρόλαβε, λόγω της δολοφονίας της. Μια άλλη παραλλαγή θέλει την Υπατία να τιμάται με το όνομα: Αγία Αικατερίνη, στις 12 Ιουλίου (Για την ταύτιση Αγίας Αικατερίνης και Υπατίας, δες το βιβλίο της Μ. Dzielska, σς. 209/210. Πρβλ. R. Richardson, The Starlovers, N.Y. 1967. Επίσης, το βιβλίο «Παγανιστικός Ελληνισμός ή Ελληνορθοδοξία;» π. Γ. Μεταλληνού, Εκδ. Αρμός 2003).

Παρενθετικά αναφέρονται κάποια στοιχεία για τον μαθητή της Υπατίας ΣΥΝΕΣΙΟ, Επίσκοπο Πτολεμαΐδας.



            Γεννήθηκε το 370 στην Κυρήνη από πλούσιους γονείς και σπούδασε φιλοσοφία στην Αλεξάνδρεια, όπου παρακολούθησε τις παραδόσεις της περίφημης μαθηματικού και φιλοσόφου Υπατίας. Παρέμεινε 3 χρόνια στην Κωνσταντινούπολη, για να προωθήσει τη λύση των προβλημάτων της πατρίδας του στον αυτοκράτορα Αρκάδιο. Το 403 νυμφεύθηκε μια χριστιανή στην Αλεξάνδρεια με την ευλογία του Αρχιεπισκόπου Αλεξανδρείας Θεόφιλου, αν και ο ίδιος δεν ήταν χριστιανός.



Μετά το θάνατο του επισκόπου Πτολεμαΐδας, ο λαός ζήτησε ως διάδοχό του τον Συνέσιο, ο οποίος είχε εξελιχθεί σε περίφημο νεοπλατωνικό φιλόσοφο με πλούσια συγγραφή έργων. Ο Αρχιεπίσκοπος Θεόφιλος αποδέχθηκε την επιθυμία του λαού, αλλά ο Συνέσιος αρνήθηκε, διότι: α/ ως φιλόσοφος είχε αντίθετες προς τον χριστιανισμό ιδέες (προΰπαρξη ψυχών, αιωνιότητα του κόσμου, απόρριψη ανάστασης των σωμάτων κ.ά.), β/ ήταν νυμφευμένος και γ/ δεν ήταν χριστιανός. Ο Αρχιεπίσκοπος του συνέστησε να δεχτεί, διατηρώντας τις φιλοσοφικές του ιδέες, αλλά να μην τις διδάσκει («τα μεν οίκοι φιλοσόφων, τα δ’ έξω φιλομυθών»), να διατηρήσει τη σύζυγό του, η δε βάπτισή του σε χριστιανό θα γινόταν προ της χειροτονίας του. Έτσι, μετά την εκλογή του σε Επίσκοπο, βαπτίσθηκε και κατόπιν χειροτονήθηκε σε όλους τους βαθμούς της ιερωσύνης από τον Αρχιεπίσκοπο Θεόφιλο. Είχε σύντομη αρχιερατεία (410-414) αντιμετώπισε δε σοβαρές δυσκολίες με ποικίλα ποιμαντικά και κοινωνικά προβλήματα (PG 66, 1432).



Ο Συνέσιος υπήρξε λαμπρό παράδειγμα φιλόσοφου ιεράρχη και έγραψε αξιόλογες πραγματείες: Περί Βασιλείας, Προς Παιόνιον, υπέρ του δώρου αστρολαβίου, Αιγύπτιος ή περί προνοίας, Φαλάκρας εγκώμιον, Κατάστασις, Ύμνοι, Επιστολές. Πάντως είναι άξιον απορίας, το πώς ένας Επίσκοπος, που είναι «εις τύπον και τόπον Χριστού» (Αντιοχείας Ιγνάτιος), μπορεί να διατηρεί τις νεοπλατωνικές του απόψεις, οι οποίες είναι τελείως αντίθετες με τη χριστιανική διδασκαλία. Δηλαδή μπορεί ένας Επίσκοπος να είναι αιρετικός, αρκεί να μη διδάσκει την αίρεση που πιστεύει; Παράξενη, αλήθεια, αντίληψη. Φαίνεται, ότι είναι και αυτό ένα από τα παράξενα και δυσεξήγητα της Εκκλησίας μας, αν και ο ιε΄ κανόνας της ΑΒ΄ Συνόδου αναφέρει, ότι «επιβάλλεται η μνημόνευση του ονόματος του Επισκόπου κλπ. κατά τη θ. μυσταγωγία από κάθε Ιερέα, όταν ο Επίσκοπος δέχεται μια αίρεση, «την φυλάττει όμως εις το κρυπτόν και δεν την κηρύττει», διότι ενδέχεται αφ’ εαυτού του να διορθωθεί (Πηδάλιο, σελ. 358, κατά την ερμηνεία Βαλσαμώνα, την οποίαν αποδέχεται ο άγιος Νικόδημος).

            Ι. ΚΑΡΔΑΣΗΣ   

Το Απολυτίκιο ψάλλει ο αρχ. π. Νικόδημος Καβαρνός