Τετάρτη 27 Ιουνίου 2012

Λειτουργική και Ευχαριστιακή διάσταση της Εκκλησίας.

Η διαφοροποίηση κι η αμοιβαιότητα αυτή του Λόγου του Θεού και του Αγίου Πνεύματος θεμελιώνει την Εκκλησία στην ενότητά της και στην πολλαπλότητά της. Η λύτρωση είναι το θεμέλιο της ιεραρχικής ενότητας των μελών της Εκκλησίας σε σώμα μοναδικό του Χριστού. Η Πεντηκοστή είναι η βεβαίωση της πολλαπλότητας και της απόλυτης αξίας των προσώπων, που είναι ενωμένα με το Θεό «εν Αγίω Πνεύματι».
1. Η Εκκλησία του Υπερώου και της πρώτης περιόδου της Ιερουσαλήμ προσφέρει το πιο τέλειο παράδειγμα της ενότητας των πρώτων Χριστιανών. Το κέντρο αυτής της ενότητας είναι ο Χριστός, απών σωματικά απ’ την ώρα της Ανάληψης, αλλά παρών διά του αγίου Πνεύματος, το οποίο δίνει μαρτυρία γι’ Αυτόν και αρμόζει τα μέλη της Εκκλησίας στο ένα και μοναδικό σώμα. Αυτή η ενότητα των Χριστιανών είναι ευχαριστιακής φύσης. Γύρω απ’ την Ευχαριστία, στην οποία, κατά πάσα πιθανότητα, προΐστατο ο απόστολος Πέτρος, μαζεύονταν οι πρώτοι Χριστιανοί των Ιεροσολύμων, πάντοτε ενωμένοι, με μια καρδιά και με μια ψυχή (Πράξ. β΄ 42-46, δ΄ 32-35). Το Άγιο Πνεύμα είναι, λοιπόν, αυτό, που ενοποιεί την Εκκλησία-Σώμα του Χριστού. Κι η Ενότητα αυτή πραγματοποιείται στην Ευχαριστία. Να μερικές αρχαίες «επικλήσεις», που δικαιώνουν καλά αυτή τήν αντίληψη.
«Σε ικετεύουμε, Κύριε, κάνε να κατεβεί το Άγιο Πνεύμα Σου στη θυσία της κοινότητας. Συγκέντρωσέ την, ένωσέ την και σύναψέ την με τους αγίους, που χαίρονται, γεμάτοι με το Πνεύμα το Άγιο»
«Ημάς δε πάντας, τους εκ του ενός άρτου και του ποτηρίου μετέχοντας, ενώσαις αλλήλοις εις ενός Πνεύματος Αγίου κοινωνίαν» (Μ. Βασίλειος).
«Το Άγιο Πνεύμα έρχεται με την επίκληση των πιστών, όταν ευαρεστείται να δώσει ή να αυξήσει το δώρο της αγάπης και της ομοψυχίας. Σε αυτό του τον ρόλο, προ πάντων, είναι γνωστό το Άγιο Πνεύμα… Η αγία Εκκλησία, λοιπόν, όταν, κατά τη διάρκεια της θυσίας του Σώματος και του Αίματος του Χριστού, παρακαλεί να της σταλεί το Άγιο Πνεύμα, ζητάει το δώρο της αγάπης, που θα της επιτρέψει να διατηρήσει την πνευματική ενότητα «εν τω συνδέσμω της ειρήνης».
2. Η ενότητα των μελών της Εκκλησίας δε σημαίνει καθόλου ομοιομορφία. Αυτό το μοναδικό Σώμα της Εκκλησίας (Α’ Κορινθ. κεφ. 12. 13) με την κοινωνία, που έχουν τα μέλη του με το Πνεύμα του Χριστού, διατηρεί και θεμελιώνει την πολλαπλότητα και τον πλούτο των ανθρώπινων προσώπων, που το απαρτίζουν. Έτσι, το Άγιο Πνεύμα, μένοντας πάντα άγνωστο κι αναποκάλυπτο ως προς το πρόσωπό Του, πληθαίνει τα δώρα Του, ανάλογα με την ικανότητα του καθενός, προκαλεί τις πιο διαφορετικές κλήσεις, καθορίζει τα λειτουργήματα, που σχετίζονται με την κοινότητα. Το Άγιο Πνεύμα δεν είναι μόνο υλικό ενότητας, αλλά, ταυτόχρονα, και δωρεά πληρότητας προς κάθε ανθρώπινο πρόσωπο. Έτσι η κάθε προσωπικότητα σφραγίζεται με «τη σφραγίδα της προσωπικής και μοναδικής σχέσης με την Τριάδα».
Αυτό, που λέχτηκε παραπάνω, για την Ευχαριστία, μας δίνει να κατανοήσουμε το ότι η Ευχαριστία αποτελεί την υπόσταση της Εκκλησίας. Όπου υπάρχει η Ευχαριστία, εκεί υπάρχει κι η Εκκλησία. Η Εκκλησία είναι τόσο βαθειά ριζωμένη στην Ευχαριστία, ώστε μόνο με την Ευχαριστιακή πράξη της κοινότητας αναδεικνύεται πραγματικά «Εκκλησία». Η Εκκλησία είναι παρούσα «εν πληρότητι», σ’ ολόκληρη την καθολικότητά της, εκεί, που πραγματοποιείται η Ευχαριστιακή θυσία. Μπορούμε, λοιπόν, να πούμε, ότι η Έκκλησιολογία της αρχαίας Εκκλησίας ήταν ειδικά Ευχαριστιακή».
Αυτή η Ευχαριστιακή φύση της Εκκλησίας καθορίζει την αποστολή της Ιεραρχίας. Η Ευχαριστία δεν είναι μόνο ένα απ’ τα πολλά λειτουργήματα της Ιεραρχίας. Ο κλήρος δε μοιράζει την Ευχαριστία, ασκώντας μια, ανάμεσα στις πολλές του υποχρεώσεις, τις ποιμαντορικές, τις λειτουργικές και τις διοικητικές. Αντίθετα, η Ευχαριστία είναι εκείνη, που καθορίζει, σαν πρωταρχική κι ουσιαστική πράξη της Εκκλησίας, την ιερατική διακονία.
Η Ευχαριστία, λέει ο π. Βου είναι μια «λειτουργία», μια κοινή πράξη, μια κοινή υπηρεσία. Σύμφωνα με το τυπικό της Ορθόδοξης λειτουργίας, στο οποίο ενώνονται, συμπλέκονται κι εναλλάσσονται οι προσευχές του λειτουργού και των πιστών, το μυστήριο «τελειούται» απ’ την κοινότητα, από ολόκληρο τον λαό, μαζί με τον λειτουργό κι η δύναμη, που πραγματοποιεί τη μεταβολή, δεν ενεργεί με μια πράξη μαγική, χωρίς να το ξέρουν οι πιστοί και χωρίς τη συμμετοχή τους, γενικά, χωρίς σχέση με την Εκκλησία, αλλά σα μια «λειτουργία», σαν ένα κοινό έργο. Η Εκκλησία είναι εκείνη, που, από την πληρότητα της αδιάκοπης Πεντηκοστής της, γέννησε την Ιεραρχία, σε απόλυτη συμμόρφωση προς το Άγιο Πνεύμα του Θεού, που κατοικεί σ’ Αυτήν. Όλα τα δώρα, μαζί και τα ιερατικά, έχουν δοθεί σ’ ολόκληρη την Εκκλησία, με την καθολικότητά της κι ακριβώς γι’ αυτό τον λόγο η Εκκλησία έγινε αρμόδια ν’ αναδεικνύει τα διάφορα όργανα, για τα ποικίλα λειτουργήματα και να οργανώνει την Ιεραρχία.Το Άγιο Πνεύμα δεν έχει εκχυθεί μονάχα, αλλά κι ενεργεί. Είναι παρόν προσωπικά και δίνεται ελεύθερα και προσωπικά. Η διάκριση μέσα στις αποστολικές κοινότητες, ανάμεσα σε λειτουργούς της ιεραρχίας και χαρισματούχους, ανταποκρίνεται σε μια βαθειά και σταθερή πραγματικότητα της Εκκλησίας, που είναι Σώμα Χριστού και Ναός του Αγίου Πνεύματος. Το Άγιο Πνεύμα είναι Πνεύμα τάξεως, αλλά δεν είναι υποταγμένο στην Ιεραρχία. Αυτό, σε ενότητα με τους πιστούς, μορφοποιεί ένα μοναδικό λαό, εκλεκτό, αγιασμένο απ’ το Πνεύμα και συναγμένο απ’ Αυτό σε Σώμα Χριστού… Ο προφητισμός είναι ένα δώρο της Πεντηκοστής, μια χρίση του Πνεύματος του Θεού σ’ ολόκληρη την Εκκλησία. Όταν η Ιεραρχία απομακρύνεται απ’ την προφητική κλήση της,  της εξαγγελίας του λόγου, το Πνεύμα ενεργεί και δίνει χαρίσματα έξω απ’ την Ιε­ραρχία, πάντοτε για την οικοδομή του λαού του Θεού.
Το Άγιο Πνεύμα στο Μυστήριο της Ευχαριστίας.
Όμως, αν και το Άγιο Πνεύμα αναπαύεται μ’ ένα τρόπο σταθερό στην Ευχαριστιακή κοινότητα, αν και τα ζωοπάροχα δώρα Του χύνονται σαν ένα αδιάκοπο κύμα σ’ αύτη, η κίνηση του ρεύματος δεν έχει τίποτα το αυτόματο. Πάντα, είναι ο καρπός της ικεσίας της Εκκλησίας, της φλογερής «επικλήσεώς» της, που υπάρχει σ’ όλα τα μυστήρια. Μ’ αυτή την έννοια, το Πνεύμα είναι κυρίαρχο των δώρων Του, κι ή Εκκλησία βρίσκεται πάντα σε προσμονή, όπως ακριβώς βρίσκονταν οι απόστολοι στη μοναδική περίοδο, που ε­κτεινόταν απ’ την Ανάληψη ίσαμε την Πεντηκοστή. Η προσευχή της Εκκλησίας είναι «επικλητική», ικετευτική. Δεν υπάρχει, λοιπόν, αντίθεση ανάμεσα στην ενέργεια της Χάρης (Ευχαριστία) και στην Ικεσία (επίκληση). Ο χωρισμός των δύο αυτών δεν είναι παρά τυπικός. Η κατάφαση κι ή ευχή αλληλοσυμπλη­ρώνονται. Η αφήγηση κι η επίκληση ενώνονται στη Λειτουργία της Εκκλησίας, η οποία προχωρεί πάντοτε απ’ την πληρότητα, που δόθηκε μια για πάντα κατά το ιστορικό Πάσχα και κατά την ιστορική Πεντηκοστή, προς τη νοσταλγημένη κι αναμενόμενη πληρότητα της τελικής Παρουσίας.
Έτσι, ολόκληρη η Ευχαριστία είναι μια πράξη Χάρης, μια προκήρυξη των ευεργεσιών, που παρέχονται απ’ τον Θεό. Κι είναι, ακόμα, όχι λιγότερο, στο σύνολό της, μια επίκληση, μια φλογερή προσευχή» της Ευχαριστιακής κοινότητας.
(Boris Bobrinskoi, άρθρο στο περιοδικό Studia Liturgica, Νο 1)

Το Απολυτίκιο ψάλλει ο αρχ. π. Νικόδημος Καβαρνός


Ὁ Ὅσιος Σαμψὼν ὁ Ξενοδόχος

Ὁ Ὅσιος Σαμψὼν ἐγεννήθηκε στὴ Ρώμη, ἀπὸ εὔπορους καὶ εὐσεβεῖς γονεῖς καὶ ἦταν συγγενὴς τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου. Ἐσπούδασε φιλολογία, φιλοσοφία καὶ ἰατρική. Μεταχειρίσθηκε ὅμως τὴν ἰατρικὴ ὄχι σὰν ἐπικερδὲς ἐπάγγελμα, ἀλλὰ γιὰ εὐεργετικοὺς καὶ φιλανθρωπικοὺς σκοπούς. Ὁδηγὸς στὸ βίο του ἦταν ὁ λόγος τοῦ Κυρίου: «Γίνεσθε οὖν οἰκτίρμονες καθὼς καὶ ὁ πατὴρ ἡμῶν οἰκτίρμων ἐστί». Ἔτσι ὁ Ὅσιος Σαμψὼν ἦταν προστάτης ἰατρὸς τῶν φτωχῶν. Τὴν οἰκία του τὴν εἶχε μετατρέψει σὲ νοσοκομεῖο καὶ περιέθαλπε πάσχοντες ἀστέγους.
Ὅταν ἀπέθαναν οἱ γονεῖς του, μὲ τὸν ἴδιο τρόπο ὁ Σαμψὼν συνέχισε τὴν ζωή του στὴν Κωνσταντινούπολη προσευχόμενος στοὺς ναοὺς τῶν Ἁγίων Προφητῶν. Ὁ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Μηνᾶς (536 – 552 μ.Χ.), βλέποντας τὸ ἔργο καὶ τὴν ἀρετὴ τοῦ Σαμψών, τὸν ἐχειροτόνησε ἱερέα.
Μὲ ὅση περιουσία τοῦ ἀπέμεινε, ὁ Ὅσιος ἔκτισε νοσοκομεῖο, ποὺ ἀναδείχθηκε σὲ φημισμένο φιλανθρωπικὸ ἵδρυμα. Ἡ φήμη του προσείλκυσε τὴν εὔνοια καὶ αὐτοῦ τοῦ αὐτοκράτορος Ἰουστινιανοῦ (541 μ.Χ.), τὸν ὁποῖο ἐθεράπευσε ἀπὸ βαριὰ ἀσθένεια. Ὁ αὐτοκράτορας ἀπὸ εὐγνωμοσύνη ἀνακαίνισε τὸν ξενώνα, ποὺ εἶχε καταστραφεῖ ἀπὸ πυρκαγιὰ τὸ 532 μ.Χ., δίνοντάς του τὸ ὄνομα τοῦ ἰατροῦ ποὺ τὸν ἐθεράπευσε.
Ὁ ξενώνας τοῦ Ὁσίου Σαμψὼν κατεῖχε ξεχωριστὴ θέση ἀνάμεσα σὲ ὅλα τὰ νοσηλευτικὰ ἱδρύματα τῆς ἐποχῆς του. Εὑρισκόταν μεταξὺ τῶν ναῶν τῆς Ἁγίας Σοφίας καὶ τῆς Ἁγίας Εἰρήνης, σύγχρονοι δὲ μελετητὲς τὸν τοποθετοῦν στὰ βόρεια τῆς Ἁγίας Σοφίας. Τὸ Δεκέμβριο τοῦ 536 μ.Χ. καταστράφηκε πάλι ἀπὸ πυρκαγιὰ καὶ ξανακτίσθηκε. Ἡ «Σύνοψις τῶν Βασιλικῶν» στὸ τέλος τοῦ 9ου αἰῶνος μ.Χ. ὅριζε πὼς ὅλα τὰ προνόμια ποὺ εἶχαν δοθεῖ στὴν Ἐκκλησία τῆς Ἁγίας Σοφίας στὸν ξενώνα τοῦ ἀειμνήστου Σαμψὼν πρέπει νὰ διατηρηθοῦν. Ὁ Κωνσταντίνος ὁ Πορφυρογέννητος γράφει στὸ ἔργο του «Περὶ Βασιλείου Τάξεως», ὅτι ὁ διευθυντὴς τοῦ ξενῶνος τοῦ Σαμψὼν ἐκρατοῦσε στὴ λιτανεία τῆς Κυριακῆς τῶν Βαΐων τὸ ἕκτο λάβαρο. Ὁ ξενώνας ἐλειτούργησε ἄριστα μέχρι τὸν 13ο αἰώνα καὶ αὐτὸ φαίνεται ἀπὸ τὸ κείμενο τοῦ Μανουὴλ Φιλῆ (1275 – 1345), ὁ ὁποῖος ἐξέφρασε τὴν εὐχὴ ὁ ἀνιψιὸς τοῦ Μιχαὴλ Η’ Παλαιολόγου νὰ γίνει δεύτερος Σαμψών.Ὁ Ὅσιος Σαμψὼν ἐκοιμήθηκε μὲ εἰρήνη, σὲ βαθὺ γήρας, στὸν ξενώνα του. Τὸ τίμιο λείψανό του ἐτοποθετήθηκε στὸ ναὸ τοῦ Ἁγίου Μάρτυρος Μωκίου.

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.Ὁ φέρων τὴν μίμησιν, τῶν τοῦ Θεοῦ οἰκτίρμων, ἐνθέου χρηστότητος, ἀναβλυσταίνεις κρουνούς, Σαμψὼν ἱερώτατε· σὺ γὰρ θεομιμήτῳ, ἐλλαμφθεὶς συμπαθείᾳ, ὤφθης τῶν τεθλιμένων, καὶ πασχόντων ἀκέστωρ, παρέχων ἑνὶ ἑκάστῳ, ῥῶσιν καὶ ἔλεος.

Κοντάκιον. Ἦχος πλ. δ’. Ὡς ἀπαρχὰς τῆς φύσεως.Ὡς ἰατρὸν πανάριστον, καὶ λειτουργὸν εὐπρόσδεκτον, οἱ τῇ σορῷ του τῇ θείᾳ προστρέχοντες, Σαμψὼν θεόφρον Ὅσιε, συνελθόντες σε ὕμνοις καὶ ψαλμοῖς ἀνυμνοῦμεν, Χριστὸν δοξάζοντες, τὸν τοιαύτην σοι χάριν, παρέχοντα τῶν ἰάσεων.

Μεγαλυνάριον.Χαίροις ἀσθενούντων ὁ ἰατρός· χαίροις θλιβομένων, ὁ θερμότατος ἀρωγός· χαίροις τῶν πενήτων, καὶ ξένων ἀντιλήπτωρ, Σαμψὼν Χριστοῦ θεράπον, ἀξιοθαύμαστε.

Τετάρτη 13 Ιουνίου 2012

Η σκέψη μου είναι πολύ απλή (+Γερ. Σωφρονίου)


Αν ο Χριστός δεν είναι Θεός, τότε εμείς μένουμε στο σκοτάδι και είναι αδύνατο να δικαιώσουμε τον Θεό βλέποντας τα ατελείωτα παθήματα του κόσμου. Αν όμως πραγματικά ο Χριστός είναι Θεός, όπως εμείς αδίστακτα πιστεύουμε, τότε κανένας δεν μπορεί να μεμφθεί τον Θεό για τα κακά που διαδραματίζονται στον κόσμο. Χάρη στην εμφάνιση του Χριστού γνωρίζουμε τώρα ποιός είναι ο Θεός. Τον αγαπούμε και δεν επιρρίπτουμε σε Αυτόν καμία μομφή. Ο Χριστός μας φανέρωσε τον Θεό, ο οποίος είναι Φως «και σκοτία εν Αυτώ ουκ έστιν ουδεμία».
    Ομολογούμε ταυτόχρονα τον Χριστό ως αυθεντικό άνθρωπο. Ο Πατέρας, βλέποντας έναν τέτοιο άνθρωπο, του έδωσε θέση στην αιωνιότητα, στα δεξιά Του. Τον απέδειξε τελείως ίσο με τον Εαυτό Του. Αν αυτός είναι ο άνθρωπος, τότε πια δεν χρειάζεται να μεταμεληθεί ο Θεός Πατέρας διότι δημιούργησε τον άνθρωπο, όπως έχει λε­χθεί στη Γραφή: «Μετεμελήθην ότι εποίησα αυτούς (δηλαδή τους ανθρώπους)». Ίσως ιδιαίτερα στις ημέρες μας η κακία των ανθρώπων είναι σαφώς αισθητή, διότι το κακό εμφανίζεται οργανωμένο περισσότερο από κάθε άλλη φορά.
    Είμαι πλέον γέρος αλλά ήδη από τα πρώτα παιδικά μου χρόνια δέχθηκα τις εντυπώσεις της ειρήνης και του φωτός. Από την αρχή του ρωσοϊαπωνικού πολέμου(1904­1905) ως τις ημέρες μας βλέπω όλη την ανθρωπότητα βυθισμένη σε αδελφοκτόνους πολέμους, και ακόμη δεν υπάρχει φως στον ορίζοντα. Αντιθέτως μάλιστα, κάλυψαν τον ουρανό πρωτοφανή μαύρα σύννεφα, έτοιμα να προκαλέσουν αποκαλυπτική καταιγίδα… Και εγώ, βλέποντας τήν θηριώδη αυτή κατάσταση από τα νεανικά μου χρόνια, ήμουν έτοιμος να βγω στους δρόμους και τις πλατείες με αναμμένο φανάρι, όπως ο Διογένης, για να αναζητήσω άνθρωπο… Βλέποντας όμως τον Χριστό, χάρηκα για το θαυμάσιο αυτό εύρημα και ποτέ πια δεν μπορώ να ξεχάσω το γεγονός αυτό της ιστορίας του κόσμου μας. Στην πραγματικότητα μόνο Αυτός, ο Χριστός, είναι και τέλειος Άνθρωπος. Εμείς όμως όλοι διερχόμαστε την περίοδο της επίγειας περιπλανήσεώς μας με την έφεση να ομοιωθούμε προς Αυτόν. Ο άνθρωπος αρχίζει πραγματικά να υπάρχει από τη στιγμή που συνειδητοποιεί τον εαυτό του ως υιό του αιωνίου Πατρός και προφέρει την προσευχή «Πάτερ ημών» με τη συνείδηση αυτή. Εμείς όμως δεν έχουμε αισθανθεί ακόμη πλήρως την αξία αυτή του ανθρώπου, και γι’ αυτό παρακάμπτουμε τον δρόμο της διαμορφώσεως μας, της αυξήσεως μας εν Πνεύματι Αγίω. Χωρίς τον Χριστό είναι αδύνατο να δικαιώσουμε την ανθρωπότητα… Και με τον τρόπο αυτό ο Χριστός, ταυτόχρονα Θεός και Άνθρωπος, δικαιώνει τον Θεό μπροστά στον κόσμο, φανερώνοντας στον κόσμο την άπειρη αγάπη του Πατέρα, ενώ δικαιώνει και τον άνθρωπο μπροστά στον Θεό, δείχνοντας στον Θεό Πατέρα τη γνήσια μορφή του ανθρώπου.  Η  δικαίωση όμως αυτή δεν είναι “νομική”, όπως πολλοί χριστιανοί τείνουν να νομίζουν, αλλά εντελώς άλλης τάξεως.
     Μετά από τόσα πολλά χρόνια αδιάκοπης σχεδόν αλληλοεξοντώσεως των ανθρώπων επάνω στη γη, για την οποία δικαιολογούνται όλοι αδιάκοπα μπροστά στον ίδιο τον εαυτό τους, είναι αδύνατο να περιμένουμε ότι αυτοί θα τολμήσουν να ατενίσουν το ύψος του Ουρανού και να ονομάσουν τον Θεό Πατέρα τους. Στις ημέρες μας η “αποκτήνωση” του κόσμου έλαβε φοβερές διαστάσεις.

 

    Η έκπτωση από την αυθεντική χριστιανική πίστη έχει γίνει καθολικό φαινόμενο. Η λέξη που χαρακτηρίζει τον αιώνα μας είναι η «αποστασία». Φοβάμαι λοιπόν ότι μόνο η αύξηση των συμφορών μπορεί τώρα να οδηγήσει τους ανθρώπους στα παθήματα εκείνα που θα φανούν πραγματικά κρίσιμα, και τα οποία θα διεγείρουν σ’ αυτούς πάλι την ικανότητα να αντιληφθούν την πρωταρχική τους φύση κατ’ εικόνα Θεού. Τότε θα βασιλεύσει η ειρήνη στη γη. Όσο όμως οι άνθρωποι παραμένουν όμοιοι με τα άγρια θηρία, δεν πρέπει να αναμένουμε ειρήνη επάνω στη γη. Είναι μάταιες όλες οι προσπάθειες με τις οδούς της διπλωματίας και με άλλα παρόμοια μέσα για την αποτροπή της συμφοράς του πολέμου. Είναι πρωτίστως απαραίτητη η πνευματική αναγέννηση του ανθρώπου, απαραίτητη η “ανθρωποποίηση” του θηριώδους αυτού κόσμου.
    Καταλαβαίνεις ότι τα γραφόμενά μου είναι μόνο μικροί υπαινιγμοί, σύντομα αποσπάσματα από την εικόνα που παρουσιάζεται στον νου μου, ιδιαίτερα κατά τις ώρες της Λειτουργίας, της αιώνιας αυτής θυσίας για τις αμαρτίες όλου του κόσμου. Βέβαια θα ήθελα να συνομιλώ μαζί σου επί ώρες για τα ζωτικά αυτά θέματα, άλλα να που δεν μας δόθηκε αυτό στις ημέρες μας.

(Αρχιμ. Σωφρονίου, «Γράμματα στη Ρωσία», εκδ. Ι.Μ.Τιμίου Προδρόμου, Έσσεξ, σ.133-136)

Το Απολυτίκιο ψάλλει ο αρχ. π. Νικόδημος Καβαρνός


Ἡ Ἁγία Ἀκυλίνα ἡ Μάρτυς

Ἡ Ἁγία Μάρτυς Ἀκυλίνα καταγόταν ἀπὸ τὴ Βύβλο ἢ Βίβλο τῆς Παλαιστίνης, ἦταν θυγατέρα τοῦ ἐπιφανοῦς ἄρχοντος Εὐτολμίου καὶ ἄθλησε, τὸ 298 μ.Χ. κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορος Διοκλητιανοῦ (284 – 305 μ.Χ.). Σὲ ἡλικία πέντε ἐτῶν βαπτισθεῖσα ὑπὸ τοῦ Ἐπισκόπου Εὐθαλίου, τόσον ἀφοσιώθηκε στὸν Θεὸ καὶ τὴν μελέτη τῶν Γραφῶν, ὥστε δωδεκαετὴς ἐδίδασκε τοὺς ὁμηλίκους της νὰ ἀπέχουν ἀπὸ τὴ λατρεία τῶν εἰδώλων καὶ νὰ πιστεύουν στὸν Χριστό. Ἔνεκα τῆς θεοφιλοῦς αὐτῆς δράσεώς της, καταγγέλθηκε στὸν ἀνθύπατο Οὐολοσιανό, συλληφθεῖσα δὲ καὶ ὁδηγηθεῖσα ἐνώπιον αὐτοῦ, ὁμολόγησε τὴ Χριστιανικὴ πίστη της. Ὁ ἀνθύπατος διέταξε ἀμέσως τὴ διὰ σκληρῶν βασάνων θανάτωσή της. Ἔτσι, ἀφοῦ ἐμαστιγώθηκε ἀνηλεῶς καὶ τῆς ἐτρύπησαν τὰ αὐτιὰ μὲ πυρακτωμένη σούβλα, τὴν ἀποκεφάλισαν. Ἡ Σύναξη τῆς Ἁγίας Ἀκυλίνας ἐτελεῖτο στὸ ἁγιώτατο αὐτῆς Μαρτύριο, ποὺ ἦταν στὴν περιοχὴ τοῦ Φιλοξένου τῆς Κωνσταντινουπόλεως, κοντὰ στὸ Φόρο καὶ τὸ Περιτείχισμα.

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Τχὺ προκατάλαβε.Παρθένος ἀκήρατος, καὶ Ἀθληφόρος σεμνή, ἐδείχθης τοῖς πέρασι, τῇ ἀγαπήσει Χριστοῦ, Ἀκυλίνα θεόνυμφε· σὺ γὰρ καθάπερ ῥόδον, νοητὸν τεθηλυῖα, ἔπνευσας ἐν ἀθλήσει, τῆς ἁγνείας τὴν χάριν, πρεσβεύουσα τῷ Κυρίῳ, ὑπὲρ τῶν τιμώντων σε.

Κοντάκιον. Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.Ραντισμοῖς αἱμάτων σου, καθηγνισμένην παρθένε, καὶ Μαρτύρων στέμμασι, σὲ Ἀκυλίνα στεφθεῖσαν, δέδωκε, τοῖς ἐν ἀνάγκαις τῶν νοσημάτων, ἴασιν, καὶ σωτηρίαν ὁ σὸς Νυμφίος, τοῖς προστρέχουσιν ἐν πίστει, Χριστὸς ὁ βρύων, ζωὴν αἰώνιον.

Μεγαλυνάριον.Μύρων αἰσθομένη τῶν νοητῶν, Μάρτυς Ἀκυλίνα, ὡς νεᾶνις πανευπρεπής, κόσμου τὸ δυσῶδες, ἐμφρόνως ὑπερεῖδες, καὶ ἄθλοις μαρτυρίου, Χριστῷ νενύμφευσαι.

Τρίτη 12 Ιουνίου 2012

Ο Χερουβικός ύμνος

«Οι τα χερουβείμ μυστικώς εικονίζοντες, και τη ζωοποιώ Τριάδι τον τρισάγιον ύμνον προσάδοντες, πάσαν την βιοτικήν αποθώμεβα μέριμναν, ως τον Βασιλέα των όλων υποδεξόμενοι, ταις αγγελικαίς αοράτως δορυφόρουμενον τάξεσιν.» Αλληλούια.

(Εμείς, που εικονίζουμε μυστικά τα χερουβείμ και ψάλλουμε στη ζωοποιό Τριάδα τον τρισάγιο ύμνο, ας αφήσουμε κάθε βιοτική φροντίδα για να υποδεχθούμε τον Βασιλέα των όλων, που αόρατα συνοδεύεται από τις αγγελικές τάξεις. Αλληλούια.)

Η ατμόσφαιρα όσο πάει γίνεται πνευματικά πιο πυκνή και πιο βαρειά. Μα και για μας, που επιχειρούμε να εξηγήσουμε τη Θεία Λειτουργία, το έργο γίνεται πιο δύσκολο. Είμαστε υποχρεωμένοι τώρα εδώ να σταθούμε για πολύ, γιατί πρέπει σ’ αυτό το σημείο να εξηγήσουμε πολλά πράγματα. Και πρώτα-πρώτα να τα βάλουμε σε μια σειρά, γιατί όλα μαζί δεν είναι  τρόπος να τα αναπτύξουμε καθώς πρέπει και να τα καταλάβουμε σωστά και όσο πρέπει. Είναι μερικά πράγματα εδώ, που με το πέρασμα του χρόνου έχουν χάσει τη θέση τους κι έχουν αλλάξει σειρά μέσα στη θεία Λειτουργία. Αλλά ας πούμε πρώτα  για τον Χερουβικό Ύμνο.
Ο Χερουβικός Ύμνος είναι από τους επίσημους ύμνους της θείας Λειτουργίας. Ονομάζεται έτσι, καθώς γίνεται και με άλλους ύμνους της Εκκλησίας, από τις πρώτες λέξεις με τις οποίες αρχίζει «Οι τα Χερουβείμ…». Ένας βυζαντινός εξηγητής της θείας Λειτουργίας γράφει τα εξής για τον Χερουβικό Ύμνο· «Ο δε αδόμενος χερουβικός ύμνος προτρέπεται πάντας εντεύθεν και μέχρι τέλους της ιερουργίας προσεκτικώτερον έχειν τον νουν, πάσαν βιοτικήν μέριμναν κάτωθεν αφιεμένους, ως Βασιλέα μέγαν μέλλον­τας δέχεσθαι διά της κοινωνίας». Δηλαδή, ο Χερουβικός Ύμνος προτρέπει όλους τους πιστούς που είναι στη σύναξη από τώρα ως το τέλος της ιερουργίας να προσέξουν περισσότερο και να αφήσουν κάθε βιοτική μέριμνα, γιατί με τη θεία Κοινωνία μέλλουν να υποδεχθούν τον μεγάλο Βασιλέα.
Ένας άλλος εξηγητής προσθέτει· «εν δε τω λέ­γειν τους ψάλτας τον αυτόν ύμνον άμα τω λαώ, σημαίνεται ότι και οι άγγελοι συμψάλλουσιν εν τοις υψίστοις». Δηλαδή, ο Χερουβικός Ύμνος, καθώς ψάλλεται από τους ψάλτες και από το λαό, φανερώνει πως μαζί με τους ανθρώπους ψάλλουν και οι Άγγελοι στον ουρανό.
Όταν στα προηγούμενα ο λόγος, ήταν για τη Μικρά Είσοδο, είπαμε ότι στη θεία Λετουργία προσευχόμαστε και ψάλλουμε οι άνθρωποι μαζί με τις ουράνιες Δυνάμεις. Τότε ζητήσαμε «συν τη εισόδω ημών είσοδον αγίων αγγέλων γενέσθαι»· τώρα οι άνθρωποι μαζί με τους Αγγέλους τελούμε τη θεία Λειτουργία, εκείνη που γίνεται και στον ουρανό. Γιατί, καθώς γράφει ο άγιος Συμεών ο επίσκοπος Θεσσαλονίκης, «διά του Χριστού μία γέγονεν Εκκλησία αγγέλων και ανθρώπων»· ο Ιησούς Χριστός ένωσε την ουράνια και την επίγεια Εκκλησία. Αυτό το λέμε πάντα, κι ίσως πολλοί να το ακούνε σαν παράξενο λόγο, ότι δηλαδή ο Ιησούς Χριστός δεν ίδρυσε καμμιά θρησκεία ούτε καν την Εκκλησία. Η Εκκλησία υπάρχει πριν από τον κόσμο, κι ο Ιησούς Χριστός γεννήθηκε άνθρωπος μέσα στην Εκκλησία, και το έργο του είναι ότι εφανέρωσε στον κόσμο το μυστήριο της Εκκλησίας, κι όπως γράφει  ο άγιος Συμεών, ένωσε τον ουρανό και τη γη σε μια Εκκλησία· «διά γαρ του Χριστού μία γέγονεν Εκκλησία».

Ο Χερουβικός Ύμνος δεν είναι από τους ύμνους της αρχέγονης Εκκλησίας. Άρχισε να ψάλλεται πεντακόσια χρόνια υστερότερα αυτή την ώρα και σ’ αυτή τη θέση της θείας Λειτουργίας, σαν ένας εισαγωγικός ύμνος, τώρα που πλησιάζουμε και φτάνουμε όλο και πιο κοντά στις μεγάλες στιγμές του θείου Μυστηρίου. Όλα όσα προηγήθηκαν στην ιερή ακολουθία ήσαν η αρχή και σαν μια κλιμακωτή προετοιμασία, αλλά τώρα φτάσαμε πια στην τελευταία ώρα. Ο Χερουβικός Ύμνος μας φέρνει στο νου τί είμαστε τώρα, τί κάνουμε αυτή τη στιγμή και πώς και με ποιους λογισμούς πρέπει να στεκόμαστε μέσα στο ναό και στη λειτουργική σύναξη. Εικονίζουμε μυστικά τους Αγγέλους, και σαν εκείνοι κι εμείς ψάλλομε στην Αγία Τριάδα τον Τρισάγιο Ύμνο, γι’ αυτό και πρέπει να αφήσουμε κάθε σκέψη μας και έγνοια, για να υποδεχθούμε τον Βασιλέα Χριστό, που έρχεται με τιμητική συνοδεία τις αόρατες αγγελικές στρατιές.

Στη θέση του Χερουβικού Ύμνου είναι ακόμα άλλοι τρεις ύμνοι που ψάλλονται στη θεία
Λειτουργία σε ορισμένες ημέρες. Είναι πρώτα ο ύμνος, που ψάλλεται αντί για Χερουβικό στη Λειτουργία των Προηγιασμένων. «Νυν αι Δυνάμεις των ουρανών συν ημίν αοράτως λατρεύουσιν ιδού γαρ εισπορεύεται ο Βασιλεύς της δόξης· ιδού θυσία μυστική τετελειωμένη δορυφορείται. Πίστει και ττόθω ηροσέλθωμεν, ίνα μέτοχοι ζωής αιω­νίου γενώμεθα. Αλληλούια». Τώρα, μαζί μας, χωρίς να τις βλέπουμε, λειτουργούν οι ουράνιες Δυνάμεις· να, ανάμεσά μας περνάει ο Βασιλέας της δόξας· να, τελειωμένη μυστική Θυσία περιστοιχίζεται τιμητικά από Αγγέλους. Με πίστη και με πόθο ας πλησιάσουμε για να κοινωνήσουμε την αιώνια ζωή. Αλληλούια.
Αυτό που ψάλλουμε σ’ αυτό τον ύμνο είναι μια ιερή πραγματικότητα· μέσα στο άγιο Δισκοπότηρο είναι ήδη το σώμα και το αίμα του Κυρίου, πραγματικά «ο Βασιλεύς της δόξης». Αλλά δεν είναι βέβαια το ίδιο, όταν στο Χερουβικό ψάλλουμε· «Ως τον Βασιλέα των όλων υποδεξόμενοι». Τότε δεν αποδίδουμε τον τίτλο του Βασιλέα «εις τα μήπω τελειωθέντα και καθαγιασθέντα δώρα», στον άρτο δηλαδή και στον οίνο, που ακόμα δεν είναι σώμα και αίμα του Κυρίου, αλλά στον Βασιλέα που θα υποδεχθούμε ύστερα, «διά μεταλήψεως του αγίου σώματος αυτού».

Ένας δεύτερος ύμνος ψάλλεται αντί για Χερουβικό στη Λειτουργία της Μεγάλης Πέμπτης. «Του δείπνου σου του μυστικού σήμερον, Υιέ Θεού, κοινωνόν με παράλαβε. Ου μη γαρ τοις εχθροίς σου το μυστήριο, είπω ου φίλημα σοι δώ­σω καθάπερ ο Ιούδας. Αλλ’ ως ο ληστής ομολογώ σοι· μνήσθητί μου, Κύριε, εν τη βασιλεία σου». Ο ύμνος, όπως βλέπομε, αναφέρεται στο μυστικό δείπνο του Κυρίου με τους Αποστόλους, στην προδοσία του Ιούδα και στην ομολογία του ληστή. Είναι ο αντιπροσωπευτικός ύμνος της Μεγάλης Πέμπτης, όπου ο Ιησούς Χριστός σύστησε το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας και η Εκκλησία, σαν από την αρχή ενός κύκλου για όλο το χρόνο, αρχίζει να τελεί την αναίμακτη ιερουργία Είναι ύμνος αρχαίος, της εποχής εκείνης των διωγμών, που η Εκκλησία φυλαγότανε από τους εχθρούς της και δεν τελούσε αδιάκριτα τη θεία Λειτουργία μπροστά σε όλα τα μάτια.
Ένας τρίτος ύμνος, αντί για Χερουβικό, είναι ο πολύ ποιητικός ύμνος που ψάλλεται στη Λειτουργία του Μεγάλου Σαββάτου. Είναι ο ύμνος που εκφράζει το βαθύ μυστήριο της σιωπής και της προσδοκίας της ανάστασης. «Σιγησάτω πάσα σαρξ βροτεία, και στήτω μετά φόβου και τρόμου, και μηδέν γήϊνον εν εαντή λογιζέσθω· ο γαρ Βασιλεύς των βασιλευόντων και Κύριος των κυριευόντων προσέρχεται σφαγιασθήναι και δοθήναι εις βρώσιν τοις πιστοίς· προηγούνται δε τούτου οι χοροί των Αγγέλων μετά πάσης αρχής και εξουσίας, τα πολυόμματα Χερουβείμ και τα εξαπτέρυγα Σεραφείμ, τας όψεις καλύπτοντα και βοώντα τον ύμνον Αλληλούια». Αυτός ο ύμνος είναι από τους πιο ιεροτελεστικούς ύμνους της Εκκλησίας, σε αληθινά ιερή ποιητική γλώσσα, που αν επιχειρούσαμε δεν θα μπορούσαμε, μα και θα ήταν κρίμα, να τον μεταφράσουμε. Με το πρόσχημα για να το καταλάβουμε, δεν είναι σωστό να καταστρέφουμε κάθε καλό που υπάρχει.
*
      Το Χερουβικό ψάλλεται μεγαλόπρεπα και σε πολύ αργό χρόνο, που ταιριάζει στην επισημότητα του ύμνου, αλλά και γιατί πρέπει να δοθεί καιρός να ετοιμασθεί ο λειτουργός, καθώς θα δούμε στα επόμενα. Θα μπορούσαμε εδώ να πούμε πολλά, σχετικά με τη μουσική του Χερουβικοί Ύμνου, και μάλιστα στις ελληνόφωνες ορθόδοξες Εκκλησίες, αλλά θα ήμαστε έξω από το θέμα. Γενικά δεν θα πρέπει να είμαστε πολύ ευχαριστημένοι από τον τρόπο, με τον οποίο ψάλλεται ο Χερου­βικός Ύμνος από τους ψάλτες ή από τις διάφορες χορωδίες. Συμβαίνει εδώ τις περισσότερες φορές η ψαλμωδία να χάνει τον ιερό της χαρακτήρα και να ξεπέφτει ή σε θεατρικό άσμα ή σε τούρκικο αμανέ.
Στα βιβλία βυζαντινής μουσικής υπάρχουν αμέτρητα Χερουβικά, όλα βέβαια πολύ νεώτερα, στα οποία μάταια προσπαθεί κανείς να ανακαλύψει κάποιο νόημα και κάποια μορφή τέχνης. Δεν μπορούμε να ξέρουμε τί ακριβώς έψαλλαν στην καλή βυζαντινή εποχή, ούτε κι έχομε κάποια ένδειξη πως αυτή η μουσική μέσα στις εκατοντάδες σελίδες των μουσικών συλλογών είναι μουσική παλαιότερης εποχής. Όλα τα Χερουβικά αυτά έχουν τα ονόματα ανθρώπων πριν από διακόσια το πολύ χρόνια, και ελάχιστα από αυτά είναι κατάλληλα για να ψάλλωνται στη θεία Λειτουργία, Όταν οι πιστοί ψάλλουν μαζί με τους Αγγέλους και προτρέπονται αλλήλους,«πάσαν την βιοτικήν αποθώμεθα μέριμναν». Αμήν,

(+Διονυσίου, Μητροπ. Σερβίων και Κοζάνης, «Η Θεία Λειτουργία», εκδ. Αποστ. Διακονίας)