Πέμπτη 1 Ιανουαρίου 2026

Για μια καλή χρονιά

 Αγ. Ιωάννης Χρυσόστομος








Θα σου πάει καλά όλη η χρονιά, όχι αν μεθάς την πρώτη του μηνός, αλλά αν και την πρώτη του μηνός και κάθε μέρα κάνεις αυτά που αρέσουν στον Θεό. Διότι η ημέρα γίνεται κακή ή καλή όχι από τη δική της φύση, αφού δεν διαφέρει η μια μέρα από την άλλη, αλλά από τη δική μας επιμέλεια ή ραθυμία.








Αν κάνεις την αρετή, σου έγινε καλή η μέρα. Αν κάνεις την αμαρτία, έγινε κακή και γεμάτη κόλαση. Αν εμβαθύνεις σ’ αυτά κι έχεις αυτές τις διαθέσεις, θα ‘χεις καλή όλη τη χρονιά κάνοντας κάθε μέρα προσευχές, ελεημοσύνες. Αν όμως αμελείς την προσωπική σου αρετή κι εμπιστεύεσαι την ευφροσύνη της ψυχής σου στις αρχές των μηνών και στους αριθμούς των ημερών, θα ερημωθείς απ’ όλα τα αγαθά σου.








Αυτό, λοιπόν, επειδή το αντιλήφθηκε ο διάβολος κι επειδή φροντίζει να καταλύσει τους κόπους μας για την αρετή και να σβήσει την προθυμία της ψυχής, μας έμαθε να βάζουμε στις μέρες την ετικέτα της ευτυχίας ή της δυστυχίας. Ένας που έπεισε τον εαυτό του ότι η ημέρα είναι κακή ή καλή, ούτε στην κακή θα φροντίσει για καλά έργα, διότι τάχα άδικα τα κάνει όλα και χωρίς σε τίποτα να ωφελήσει, εξαιτίας της κακορρίζικης ημέρας· ούτε στην καλή πάλι θα το κάνει αυτό, διότι τάχα σε τίποτα δεν τον εμποδίζει η προσωπική του ραθυμία, εξαιτίας της καλορρίζικης ημέρας, κι έτσι και από τις δύο πλευρές θα προδώσει τη σωτηρία του. Κι άλλοτε μεν διότι δήθεν ανώφελα κοπιάζει, άλλοτε διότι δήθεν περιττά, θα ζήσει μέσα στην αργία και την πονηριά. Γνωρίζοντας, λοιπόν, αυτό πρέπει να αποφεύγουμε τις μεθοδείες του διαβόλου και να βγάλουμε από το νου μας αυτήν την ιδέα και να μη προσέχουμε τις μέρες ούτε να μισούμε τη μια και ν’ αγαπούμε την άλλη…








Ο χριστιανός δεν πρέπει να γιορτάζει μόνο μήνες ούτε πρωτομηνιές ούτε Κυριακές, αλλά σ’ όλη του τη ζωή να έχει τη γιορτή που του πρέπει. Και ποιά γιορτή του πρέπει; Ας ακούσουμε τον Παύλο που λέει· «Ώστε εορτάζωμεν μη εν ζύμη παλαιά, μηδέ εν ζύμη κακίας και πονηρίας, αλλ’ εν αζύμοις ειλικρινείας και αληθείας» (Α’  Κο. 5, 8).








Όταν λοιπόν έχεις καθαρή τη συνείδηση, έχεις πάντα γιορτή· τρέφεσαι με καλές ελπίδες και εντρυφάς στην προσδοκία των μελλόντων αγαθών· όπως, όταν δεν έχεις παρρησία κι έχεις πέσει σε πολλά αμαρτήματα, ακόμη κι αν είναι μύριες γιορτές και πανηγύρια δεν θα ‘σαι σε καθόλου καλύτερη θέση από εκείνους που πενθούν. Διότι, τί όφελος έχω εγώ από τη λαμπρή μέρα, όταν την ψυχή μου τη σκοτίζει η συνείδηση;








Αν λοιπόν θέλεις να ‘χεις και κάποιο κέρδος από την πρωτομηνιά, κάνε το εξής. Όταν βλέπεις ότι συμπληρώθηκε ο χρόνος, ευχαρίστησε τον Κύριο, διότι σε έβαλε σ’ αυτήν την περίοδο των ετών. Δημιούργησε κατάνυξη στην καρδιά σου, ξαναλογάριασε τον χρόνο της ζωής σου, πες στον εαυτό σου· Οι μέρες τρέχουν και περνούν, τα χρόνια συμπληρώνονται, πολύ μέρος του δρόμου προχωρήσαμε. Άραγε τι καλό κάναμε; Μήπως άραγε φύγουμε από δω άδειοι κι απογυμνωμένοι από κάθε αρετή; Το δικαστήριο είναι κοντά, η ζωή μας τρέχει προς το γήρας.








(Ιω. Χρυσοστόμου, Λόγος εν ταις Καλάνδαις, PG 48, 955-956)

Ο Mέγας Bασίλειος κι ο Παραμορφωμένος Xριστιανισμός

 Φώτης Κόντογλου








Θέλω να μιλήσω για τον άγιο Bασίλειο, αλλά να μην πω τα συνηθισμένα που λένε όσοι γράφουνε γι’ αυτόν τον αληθινά Mέγαν άγιο. Προπάντων κάποιοι θεολόγοι φραγκοδιαβασμένοι, που δεν τους ενδιαφέρει σχεδόν καθόλου η αγιότητά του κ’ η κατά Θεόν σοφία του, αλλά η “θύραθεν” σοφία του, η γνώση που είχε στα ελληνικά γράμματα, στη ρητορική και στάλλα εφήμερα και εξωτερικά στολίδια αυτής της βαθειάς ψυχής, λησμονώντας τι γράφει ο απόστολος Παύλος για την κοσμική σοφία, που τη λέγει “μωρίαν παρά τω Θεώ”. Για τους τέτοιους, η φιλοσοφία είναι σεβαστή, μάλιστα περισσότερο από τη θρησκεία κι’ ας θέλουνε να το κρύψουνε, η επιστήμη πιο πειστική από την πίστη, η αρχαιότης πιο σπουδαίο οικόσημο από τον Xριστιανισμό.








Γι’ αυτό, όλα τα μετράνε μ’ αυτά τα μέτρα. H αξία των αγίων Πατέρων δεν έγκειται στην αγιότητά τους, αλλά στο κατά πόσον είναι δεινοί ρήτορες, δεινοί συζητηταί, δυνατοί στο μυαλό, μ’ ένα σύντομον λόγο, κατά πόσον έχουνε όσα εκτιμούσε και εκτιμά η αμαρτωλή ανθρωπότητα κι’ όσα είναι ή περιττά για το χριστιανό, ή βλαβερά, κατά το Eυαγγέλιο. Mα δεν πάει να λέγη το Eυαγγέλιο! Aυτοί οι διδάσκαλοι του λαού δεν ρωτάνε τίποτα, αυτοί τραβάνε το χαβά τους. Tον Παύλο, που είχε πη χίλιες φορές και κατά χίλιους τρόπους πως η γλωσσική επιτηδειότητα δηλ. η ρητορεία, είναι ψεύτικη και δεν τη θέλει ο Xριστός, αυτοί, σώνει και καλά, με το ζόρι, τον ανακηρύξανε “μέγαν ρήτορα”, αυτόν που είπε λ.χ. “ου γαρ απέστειλέ με ο Xριστός βαπτίζειν, αλλ’ ευαγγελίζεσθαι, ουκ εν σοφία λόγου, ίνα μη κενωθή ο σταυρός του Xριστού”, και που γράφει στους Kολοσσαείς: “Bλέπετε (προσέξετε) μη τις υμάς έσται ο συλαγωγών δια της φιλοσοφίας και κενής απάτης, κατά την παράδοσιν των ανθρώπων, κατά τα στοιχεία του κόσμου, και ου κατά Xριστόν”. Aυτοί όμως που εξηγούνε στο λαό την Aγία Γραφή, είναι κουφοί και τυφλοί, ή κάνουνε πως δεν ακούνε και δεν βλέπουνε, κι’ αυτόν που είπε πως η φιλοσοφία είναι “κενή απάτη”, τον ανακηρύξανε μέγαν φιλόσοφον, στοχαστήν, τετραπέρατον εγκέφαλον “κατά την παράδοσιν των ανθρώπων, κατά τα στοιχεία του κόσμου, και ου κατά Xριστόν”. Θέλουνε να τον κάνουνε “εφάμιλλον των αρχαίων φιλοσόφων οίτινες εδόξασαν την ανθρωπότητα”, ώστε να έχη κι’ ο Xριστιανισμός κάποιους μεγάλους νόας κι’ όχι μοναχά τους πτωχούς τω πνεύματι, τα φτωχαδάκια, τους αγράμματους Aποστόλους, τους απλοϊκούς ασκητάδες, τους ευκολόπιστους μάρτυρες και αγίους. Tους τέτοιους ψευτοχριστιανούς τούς τρώγει η περηφάνια, η κοσμική ματαιοδοξία, επειδή είναι αυτοί που λέγει ο ίδιος ο Παύλος “εική φυσιούμενοι υπό του νοός της σαρκός αυτών”, και “εν σαρκί όντες” και τα σαρκικά τιμώντες, θέλουν “Θεώ αρέσει”. Tον Παύλο που είπε τον φοβερό τούτον λόγο “παν ό ουκ εκ πίστεως, αμαρτία εστίν” δηλ. “ό,τι δεν προέρχεται από την πίστη, είναι αμαρτία”, με τη μικρόλογη διάνοιά τους, τον κατεβάσανε στα μέτρα τους, κάνοντάς τον λογοκόπο ρήτορα, φιλόσοφο, κοινωνιολόγο, πολιτικό, διοργανωτή, ψυχολόγο, παιδαγωγό, καιροσκόπο, επειδή αυτά καταλαβαίνουνε, κι’ αυτά είναι οι πιο μεγάλοι τίτλοι που μπορούνε να φαντασθούνε. Mε πιο γερά λόγια και πιο καθαρά, ζωηρά και τρανταχτά, δεν μπορούσε να τους πη αυτά τα πράγματα κανένα στόμα, παρεκτός από τον Παύλο, και όμως δεν πήρανε χαμπάρι οι καινούριοι γραμματείς. Aς είναι τα λόγια του σαν σφυριά που κοπανάνε τα ξερά καύκαλά τους, εκείνοι: το γουδί το γουδοχέρι. Άκουσε πώς μιλά ο Παύλος για την αρχαία σοφία: “Eπειδή (γαρ) εν τη σοφία του Θεού ουκ έγνω ο κόσμος δια της σοφίας (φιλοσοφίας) τον Θεόν, ευδόκησεν ο Θεός δια της μωρίας του κηρύγματος σώσαι τους πιστεύοντας. Eπειδή και Iουδαίοι σημείον αιτούσι, και Έλληνες σοφίαν ζητούσιν, ημείς δε κηρύσσομεν Xριστόν εσταυρωμένον, Iουδαίοις μεν σκάνδαλον, Έλλησι δε μωρίαν…”. Λοιπόν, ιδού τι λέγει ο Παύλος και τι διδάσκουνε οι εξηγητές του Eυαγγελίου και του ίδιου του Παύλου, δηλαδή τη μεμωραμένη σοφία, που θεωρεί τη διδασκαλία του Xριστού μωρία.




Δείχνω μεγάλη επιμονή σ’ αυτό το ζήτημα, γιατί αυτοί που θέλουνε να νοθέψουνε το κατακάθαρο νερό του Eυαγγελίου, “το ύδωρ το ζων το αλλόμενον εις ζωήν αιώνιον”, με τα βαλτόνερα της γνώσης και της αρχαίας φιλοσοφίας που πίνανε κείνον τον καιρό οι ταλαίπωροι άνθρωποι, “οι μη έχοντες ελπίδα”, χωρίς να ξεδιψάσουνε, αυτοί λοιπόν οι τυφλοί οδηγοί στραβώνουνε τον κόσμο, και γίνουνται αιτία με τις θεωρίες τους να πέφτουνε οι νέοι στην απιστία, γιατί ψυχές που θρέφονται με την “κενή απάτη”, πού θα καταντήσουνε παρά στην απιστία, ομολογημένη ή ανομολόγητη; Όλα αυτά προέρχονται από τον παραμορφωμένο Xριστιανισμό που μαθαίνουν όσοι δασκαλεύονται στα πανεπιστήμια της Δύσης, που είναι η πατρίδα του ορθολογισμού και του ουμανισμού, κ’ ύστερα τον φέρνουνε αυτό τον ορθολογιστικό Xριστιανισμό σ’ εμάς. Γιατί έχουμε την κατάρα να μαθαίνουνε όλα τα δικά μας από τους ξένους, ακόμα και την αρχαία γλώσσα.








Γυρίζω πάλι στον Παύλο, για να πάρω απ’ αυτόν κι’ άλλα θεόπνευστα λόγια που βγάζουνε ψεύτες αυτούς τους φραγκοσπουδασμένους ουμανίστες ψευτοχριστιανούς. Kαι παίρνω όλο λόγια του Παύλου, γιατί σ’ αυτόν τον άγιο φανερώνουνε την περισσότερη εκτίμησή τους, επειδή, με τα μέτρα που τον κρίνουνε, βρίσκουνε σ’ αυτόν περισσότερη εγκόσμια γνώση, κοινωνική δραστηριότητα, ρητορική δεινότητα, μεθοδικότητα, ψυχολογική cξύτητα, κι’ ένα σωρό άλλα τέτοια που τα εκτιμούνε πολύ, χωρίς να μπορούνε να δούνε οι θεότυφλοι πως ο Παύλος είναι ο μεγαλύτερος και σφοδρότερος εχθρός και κατακριτής της στραβής αντίληψης που έχουνε για τη χριστιανική θρησκεία.








Γράφει λοιπόν ο θεόγλωσσος Παύλος και ρωτά: “Πού σοφός; Πού γραμματεύς; Πού συζητητής του αιώνος τούτου; (δηλ. της κοσμικής σοφίας). Oυχί εμώρανεν ο Θεός την σοφίαν του κόσμου τούτου;” Σαν να λέγη: “Ποιος από τους σοφούς του κόσμου τούτου, από τους φιλοσόφους και τους δεινούς συζητητάς, με τη διαλεκτική τους, θα μπορέση να συζητήση, ή καν να καταλάβη αυτά που λέμε εμείς οι μωροί, εμείς που δεν γνωρίζουμε τα μαστορικά γυρίσματα της διαλεκτικής, εμείς οι απαίδευτοι ανατολίτες, κι’ όχι κατά βάθος εμείς, αλλά αυτά που λέγει το Πνεύμα το Άγιον με το στόμα μας;”








Kαι παρακάτω γράφει: “Σοφίαν δε λαλούμεν εν τοις τελείοις, σοφίαν δε ου του αιώνος τούτου, ουδέ των αρχόντων του αιώνος τούτου, των καταργουμένων”. Ποιοι είναι οι άρχοντες του αιώνος τούτου, οι καταργούμενοι, παρά οι φιλόσοφοι κ’ οι ρήτορες κ’ οι άλλοι λογής-λογής μαστόροι της κοσμικής λογοτεχνίας, που τα σκοτεινά φώτα τους, λένε οι τυφλοί διδάσκαλοι του λαού πως χρειάζονται στο χριστιανό, σαν να μην τους φθάνη το φως του Eυαγγελίου, που λέγει “αν το φως που έχουνε μέσα τους (οι τέτοιοι) είναι σκοτάδι, το σκοτάδι τους πόσο πρέπει να είναι;”








Λοιπόν, κατά το πνεύμα “του αιώνος τούτου του καταργουμένου” εορτάζουνε και δοξάζουνε και τον άγιον Bασίλειον, όχι σαν άγιον και αγωνιστή της αληθινής θρησκείας, αλλά σαν συγγραφέα “καλλιεπών συγγραμμάτων”, “σοφόν ηθικολόγον και παιδαγωγόν, λάτρην της ελληνικής σοφίας”.








Aλλά πόσο σύμφωνος είναι ο άγιος με κείνους που τον δοξάζουνε για την ελληνομάθειά του και για την εκτίμηση που είχε στην αρχαία σοφία, το φανερώνουνε τα παρακάτω λόγια από μια επιστολή που έγραψε στον Eυστάθιο επίσκοπο Σεβαστείας:








“Eγώ, γράφει, αφού ξόδεψα πολύν καιρόν στα μάταια πράγματα, κι’ αφού όλη σχεδόν τη νεότητά μου τη χάλασα με το να κοπιάζω για πράγματα ανώφελα (αδιαφόρετα), καταγινόμενος να μελετώ τα μαθήματα της “παρά του Θεού μωρανθείσης σοφίας”, επειδή κάποτε ξύπνησα σαν να κοιμόμουνα σε βαθύν ύπνο, και άνοιξα τα μάτια μου στο θαυμαστό φως της αληθείας του Eυαγγελίου κ’ είδα καλά πως ήτανε άχρηστη “η σοφία των αρχόντων του αιώνος τούτου των καταργουμένων”, αφού έκλαψα πολύ για την ελεεινή ζωή μου, παρακαλούσα το Θεό να με χειροκρατήση για να φωτισθώ στα δόγματα της ευσέβειας. Kαι πριν απ’ όλα προσπάθησα να αποκτήσω κάποια ηθική διόρθωση, επειδή είχε πάθει μεγάλη διαστροφή η ψυχή μου από τη συναναστροφή μου με τους κακούς ανθρώπους. Διάβασα λοιπόν το Eυαγγέλιο, και σαν είδα πως εκεί μέσα είναι γραμμένο πως συντείνει πολύ στη σωτηρία του ανθρώπου το να πουλήση τα υπάρχοντά του και να τα μοιράση στους φτωχούς αδελφούς του και να ζη χωρίς να φροντίζη καθόλου για τούτη τη ζωή, και να μην προσηλώνεται η ψυχή στα επίγεια από καμμιά συμπάθεια, παρακαλούσα να εύρω κάποιον από τους αδελφούς που να διάλεξε αυτόν το δρόμο στη ζωή του, ώστε, μαζί μ’ αυτόν, να ταξιδέψω και να περάσω τούτη την περαστική φουρτούνα της ζωής”.








Aλλά ποιος δίνει σημασία σ’ αυτά που λέγει ο Mέγας Bασίλειος; Hμείς κάναμε ένα δικό μας Xριστιανισμό, ένα βολικό, έναν ανθρωπινό και λογικό Xριστιανισμό, όπως λέγει ο μεγάλος Iεροεξεταστής του Nτοστογιέφσκη, γιατί ο Xριστιανισμός που δίδαξε ο Xριστός είναι ανεφάρμοστος, απάνθρωπος. Eμείς, αντί ν’ ανέβουμε προς τον Xριστό, που λέγει “εγώ σαν υψωθώ, θα σας τραβήξω όλους προς εμένα”, τον κατεβάσαμε εκεί που βρισκόμαστε εμείς, και κάναμε ένα Xριστιανισμό σύμφωνο με τις αδυναμίες μας, με τα πάθη μας, με τις κοσμικές φιλοδοξίες μας, και δώσαμε και στους αγίους τα προσόντα που εκτιμούμε και που θαυμάζει η υλοφροσύνη μας, τους κάναμε φιλοσόφους, ρήτορας, πολιτικούς, ψυχολόγους, κοινωνιολόγους, παιδαγωγούς, επιστήμονες κ.λπ. O μεγάλος Iεροεξεταστής, σαν πήγανε μπροστά του τον Xριστό (που πρόσταξε να τον πιάσουνε, επειδή ξανακατέβηκε στη γη και τον ακολουθούσε ο κόσμος), του είπε: “Tον καιρό που ήρθες στον κόσμο έφερες στους ανθρώπους μια θρησκεία σκληρή, ανεφάρμοστη, απάνθρωπη. Eμείς την κάναμε βολική, ανθρωπινή. Tι ξαναήρθες να κάνης πάλι στον κόσμο; Nα μας τη χαλάσης, μόλις τη βάλαμε στο δρόμο; Γι’ αυτό, θα διατάξω να σε κάψουνε εν ονόματί σου, σαν αιρετικόν”.








O βολικός, ο ανθρωπινός Xριστιανισμός, αυτό το ανθρώπινο κατασκεύασμα, είναι η συχαμερή παραμόρφωση που έπαθε το Eυαγγέλιο από την πονηρή υλοφροσύνη της σαρκός.








(από το Γίγαντες ταπεινοί, Aκρίτας 2000)








(Πηγή: “Σπουδαστήριο Νέου Ελληνισμού”)

Ευχή για την πρώτη του έτους

  † Αρχ. Γεώργιος Καψάνης, Προηγούμενος Ι. Μ. Γρηγορίου Αγίου Όρους








Ο χρόνος για τους ανθρώπους της Παλαιάς Διαθήκης ήταν χρόνος νοσταλγίας, διότι ο Λυτρωτής δεν είχε φανεί ακόμη. Όμως μετά από την Ένσαρκο Οικονομία του Κυρίου ο χρόνος για τους ανθρώπους είναι χρόνος σωτηρίας, διότι ο Σωτήρας ήλθε και η σωτηρία είναι προσιτή σε όλους.








Αλλά αυτή η σωτηρία δεν είναι δυνατόν να κατορθωθεί παρά μόνον δια της συνεχούς μετανοίας. Η μετάνοια είναι εκείνη η οποία μας βοηθεί να αναγνωρίσουμε, ότι ο Θεός είναι ο Σωτήρας μας και ότι μόνο σ’ Αυτόν ελπίζοντες μπορούμε να ελεηθούμε και να σωθούμε. Η μετάνοια είναι εκείνη η οποία μας ταπεινώνει ενώπιον του Θεού, και άρα ελκύει τον Θεό σ’ εμάς. Η μετάνοια είναι εκείνη η οποία μας κάνει να βλέπουμε τα αμαρτήματά μας, και άρα να ζητούμε συγχώρηση γι’ αυτά και να τα επανορθώνουμε με τον αγώνα τον πνευματικό.








Άρα λοιπόν για μας τους Χριστιανούς ο μετά Χριστόν καιρός και χρόνος είναι καιρός και χρόνος μετανοίας και σωτηρίας. Και αν αυτό ισχύει για όλους τούς Χριστιανούς, πολλώ μάλλον ισχύει για μας τους Μοναχούς, οι οποίοι εξήλθαμε στην έρημο μόνο και μόνο για να μπορέσουμε να κάνουμε κύριο μέλημα της ζωής μας την μετάνοια και να βιώσουμε πράγματι τον μετά Χριστόν χρόνο, τον χρόνο από την πρώτη παρουσία του Κυρίου μέχρι τον χρόνο της δευτέρας παρουσίας Του, ως χρόνο σωτηρίας και ως χρόνο μετανοίας.








Με αυτές τις σκέψεις υποδεχόμαστε τον νέο χρόνο, ο οποίος βέβαια είναι κάτι το συμβατικό. Ο χρόνος είναι αέναος. Είναι δώρο του Θεού, μέχρις ότου φθάσουμε την αιωνιότητα. Αλλά συμβατικώς οι άνθρωποι χωρίζουμε τον χρόνο της ζωής μας. Αλλά έστω και αυτό, αυτός ο συμβατικός χωρισμός του χρόνου σε διαστήματα χρονικά, μας διευκολύνει, αν εμείς θέλουμε να το εκμεταλλευθούμε και να βιώνουμε πράγματι τον χρόνο αυτό, το δώρο του Θεού, ως χρόνο μετανοίας και ως χρόνο σωτηρίας.








Και επειδή κάθε χρόνο αυτήν την ημέρα συνηθίζω να σας λέω κάτι σαν προμετωπίδα για τον πνευματικό αγώνα όλου του έτους, και άλλοι μεν το ενθυμούνται και αγωνίζονται, άλλοι δε το λησμονούν –ελπίζω οι περισσότεροι να το ενθυμούνται– θα ήθελα εφέτος αντί άλλης συμβουλής να υπομνήσω στην αγάπη σας εκείνη την ευχή, με την οποία τελειώνει η ευχή του τρισαγίου ύμνου, και που νομίζω ότι είναι καλό εφέτος να την έχουμε πάντοτε προ οφθαλμών.








Καταλήγει λοιπόν ως εξής η αγία εκείνη ευχή: «αγίασον ημών τας ψυχάς και τα σώματα, και δος ημίν εν οσιότητι λατρεύειν σοι πάσας τας ημέρας της ζωής ημών, πρεσβείαις της αγίας Θεοτόκου και πάντων των αγίων των απ’ αιώνος σοι ευαρεστησάντων. Ότι άγιος ει ο Θεός ημών και σοι την δόξαν αναπέμπομεν, τω Πατρί και τω Υιώ και τω Αγίω Πνεύματι, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων».








Εφόσον ο Θεός μας είναι Άγιος –με απόλυτη έννοια Άγιος– και εμείς είμαστε δικά Του πλάσματα, έχουμε και εμείς ως σκοπό της ζωής μας την αγιότητα. Την οποία αγιότητα όμως δεν μπορούμε να επιτύχουμε, παρά μόνον εάν την ζητήσουμε απ’ Αυτόν που είναι η πηγή της αγιότητος. Γι’ αυτό και ζητάμε απ’ Αυτόν που είναι η πηγή της αγιότητος να αγιάσει και εμάς: «αγίασον ημών τας ψυχάς και τα σώματα», και τις ψυχές και τα σώματα. Όλοι να είμαστε αγιασμένοι, όλοι καθαροί, όλοι σκεύη τίμια του Παναγίου Πνεύματος. «Και δος ημίν εν οσιότητι λατρεύειν σοι», με οσιότητα, με φόβο Θεού, με ευλάβεια, «πάσας τας ημέρας της ζωής ημών, πρεσβείαις της αγίας Θεοτόκου και πάντων των αγίων».








Ζητάμε λοιπόν από τον Θεό αγιότητα ψυχής και σώματος, αγιότητα καθ’ όλον τον χρόνο της ζωής μας, να μη επιτρέψει ο Κύριος να πέσουμε σε κανένα από τα μισητά στον Θεό πάθη, τα οποία μολύνουν και την ψυχή και το σώμα, αλλά να είμαστε καθαροί και ευάρεστοι ενώπιόν Του, και αυτό να γίνεται και με τις πρεσβείες της Κυρίας μας Θεοτόκου και πάντων των Αγίων.








Ας αγωνισθούμε λοιπόν, αδελφοί, για την αγιότητα της ψυχής και του σώματος, δια της μετανοίας καθαίροντες αμέσως τα τυχόν ολισθήματά μας και τα τυχόν παραπτώματά μας, ώστε ει δυνατόν ανά πάσαν στιγμήν να είμαστε σκεύη τίμια, κατηρτισμένα ενώπιον του Αγίου Θεού, διότι αυτό περιμένει από εμάς ο Άγιος Θεός, ο Πλάστης και Δημιουργός και Σωτήρας μας.








Εύχομαι ο νέος χρόνος να είναι χρόνος σωτηρίας, μετανοίας, αγιασμού και τελείας ευαρεστήσεως του Κυρίου και Θεού μας. Έτη πολλά σε όλους.








(1989)








(Από το βιβλίο: Αρχιμανδρίτου Γεωργίου, “Ομιλίες σε ακίνητες Δεσποτικές και Θεομητορικές Εορτές”. Έκδ. Ι.Μ. Οσίου Γρηγορίου, Άγιον Όρος 2015, σελ. 71)

Ἡ μεταμόρφωση τοῦ χρόνου

 π. Βασίλειος Ι. Καλλιακμάνης








α) Σὲ κάθε ἐποχὴ ὁ ἄνθρωπος ἐπιθυμεῖ νὰ μετρήσει, νὰ ἐλέγξει καὶ νὰ προσδιορίσει τὴν ἀξία τοῦ χρόνου ἀλλὰ καὶ νὰ ὑπερβεῖ, ἐὰν εἶναι δυνατόν, τὰ ὅριά του.








Αὐτὸ φαίνεται ἀπὸ τὰ μνημεῖα τοῦ παγκόσμιου πολιτισμοῦ, καθὼς καὶ ἀπὸ διάφορες ἀντιλήψεις ποὺ διατυπώθηκαν γι’ αὐτόν. Στοὺς ἐξωβιβλικοὺς λαοὺς καὶ τὶς κοσμικὲς θρησκεῖες ἀναπτύχθηκαν μυθολογικὲς ἀπόψεις γιὰ τὴν ἱερότητα καὶ τὴν ἀνακύκληση τοῦ χρόνου. Ἔτσι προέκυψε ἡ ἀντίληψη, ὅτι ὁ χρόνος ἀνακυκλώνεται. Ἡ θέση αὐτὴ εἶχε ἐπικρατήσει καὶ στὴν ἀρχαιοελληνικὴ σκέψη.








β) Κατὰ τὴν προχριστιανικὴ περίοδο δημιουργήθηκαν διάφοροι ἑορταστικοὶ κύκλοι. Ἡ πρώτη ἑκάστου μηνός, ἡ πρώτη του ἔτους, οἱ ἰσημερίες, τὰ ἡλιοστάσια ἢ διάφορα σημαντικὰ γεγονότα γίνονταν ἀφορμὴ ἑορτασμῶν. Στὴν Παλαιὰ Διαθήκη λ.χ. τὸ Σάββατο συνδέθηκε μὲ τὴν ἕβδομη ἡμέρα τῆς δημιουργίας καὶ ὡς ἡμέρα καταπαύσεως τοῦ Θεοῦ «ἀπὸ πάντων τῶν ἔργων αὐτοῦ» προσέλαβε βαθὺ ἑορταστικὸ συμβολισμό. Ὁ ἀριθμὸς ἑπτὰ θεωρούμενος ἐντός του ἑβδομαδιαίου κύκλου, συμβολίζει τὴν πληρότητα τῆς δημιουργίας καὶ συγχρόνως τὸν κοσμικὸ χρόνο τῆς ἑβδομάδος.








γ) Ὅμως, ἡ θρησκευτικὴ τυποποίηση τῆς ἀργίας τοῦ Σαββάτου καθὼς καὶ τῶν ἄλλων ἑορτῶν τὶς ἀπομάκρυνε ἀπὸ τὸ ἀνθρωπιστικό τους περιεχόμενο. Ἔτσι ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ διὰ τοῦ προφήτου γίνεται ἐπιτιμητικός: «Τὰ νουμηνίας καὶ τὰ Σάββατα ὑμῶν μισεῖ ἡ ψυχή μου… Μάθετε τὸ καλὸ νὰ κάνετε, τὴ δικαιοσύνη ἐπιδιῶξτε, τὸν καταπιεσμένο βοηθῆστε» (Ἤσ. 1, 13 κ.ε.). Ἡ Ἐκκλησία, μεταθέτοντας τὸ κέντρο βάρους ἀπὸ τὸ Σάββατο στὴν Κυριακή, ἡ ὁποία εἶναι ταυτόχρονα ἡ πρώτη καὶ ὄγδοη ἡμέρα τῆς ἑβδομάδος, διανοίγει τὸ χῶρο τῆς χάριτος καὶ τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ. Ἡ Κυριακὴ ὡς κατεξοχὴν ἀναστάσιμη ἡμέρα γίνεται τὸ ἑβδομαδιαῖο Πάσχα.








δ) Γιὰ τοὺς χριστιανοὺς οἱ μῆνες, οἱ χρόνοι, οἱ αἰῶνες καὶ οἱ χιλιετίες βρίσκονται στὰ χέρια τοῦ Κυρίου Παντοκράτορος. Ἐκεῖνος ἐξουσιάζει τὸ χρόνο καὶ ἀνάγει στὴν αἰωνιότητα, ἀφοῦ εἶναι ἄναρχος καὶ αἰώνιος. «Κατ’ ἀρχὰς σύ, Κύριε τὴν γῆν ἐθεμελίωσας καὶ ἔργα τῶν χειρῶν σου εἰσὶν οἱ οὐρανοί», διδάσκει ἡ Γραφὴ καὶ συνεχίζει: «Αὐτοὶ θὰ ἐξαφανιστοῦν, ἐνῶ ἐσὺ θὰ παραμένεις. Τὰ πάντα θὰ παλιώσουν σὰν ροῦχο… Ἐσὺ ὅμως παραμένεις ὁ ἴδιος, τὰ χρόνια σου ποτὲ δὲν θὰ τελειώσουν» (Ἑβρ. 1, 10-12).








ε) Στὸ ἑορτολόγιο τῆς Ἐκκλησίας μὲ τὴν καλλιέργεια τῆς μνήμης προβάλλονται ὡς παρόντα ὅλα ἐκεῖνα τὰ σωστικὰ γεγονότα, ποὺ ὁ Θεὸς μετέρχεται ἐντός της ἱστορίας γιὰ τὴ λύτρωση τοῦ ἀνθρώπου. Γέννηση τοῦ Χριστοῦ, Περιτομή, Ὑπαπαντή, Βάπτιση, Μεταμόρφωση, Σταύρωση, Ἀνάσταση καὶ Ἀνάληψη βιώνονται ὡς γεγονότα τοῦ παρόντος. Ἑορτάζεται ἀκόμη ἡ μνήμη τῶν φίλων του Θεοῦ, τῶν ἁγίων, τῶν δικαίων, τῶν προφητῶν, τῶν ἀποστόλων, τῶν μαρτύρων, τῶν ἱεραρχῶν, τῶν ὁμολογητῶν, τῶν ὁσίων, ἀλλὰ καὶ τῶν νεομαρτύρων ποῦ εὐαρέστησαν τὸ Θεὸ καὶ ἀγάπησαν τὸν συνάνθρωπο σὲ καιροὺς χαλεπούς.








στ) Στὴν Ἐκκλησία φανερώνεται, τί ἔκαμε ὁ Θεὸς γιὰ τὸ πλάσμα του, ἀλλὰ καὶ τί μπορεῖ νὰ ἐπιτύχει ὁ ἄνθρωπος, ὅταν φωτίζεται ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα καὶ ἐμπνέεται ἀπὸ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Οἱ χριστιανοὶ ἂν καὶ εὔχονται τὰ ἔτη νὰ εἶναι πολλά, καλὰ καὶ εἰρηνικά, δὲν θεωροῦν τὸ χρόνο ὡς ὑπέρτατο ἀγαθό. Τὸν θεωροῦν ὡς καιρὸ ἀγῶνος καὶ ἀσκήσεως πνευματικῆς, ἀφοῦ προσεύχονται «τὸν ὑπόλοιπον χρόνον τῆς ζωῆς τους νὰ διέρχονται ἐν εἰρήνη καὶ μετανοία».








ζ) Στὸν παρόντα χρόνο προετοιμάζεται μὲ τὴ συνεργία τοῦ Παρακλήτου ἡ συμμετοχὴ στὸν Παράδεισο τῆς θείας ἀγάπης. Ὅποιος καταθέτει τὴ ζωή του στὰ χέρια τοῦ Θεοῦ καὶ τηρεῖ τὶς ἐντολές του, δὲν φοβᾶται τὸ μέλλον. Ἐμπνέεται ἀπὸ τὴν πίστη τῶν προφητῶν, τῶν ἀποστόλων καὶ τῶν ἁγίων του παρελθόντος, ἀγωνίζεται γιὰ τὴ βίωση τῆς ἀγάπης στὸ παρὸν καὶ διατηρεῖ ζωντανὴ τὴν ἐλπίδα μετοχῆς στὴ μέλλουσα βασιλεία καὶ δόξα. Τότε μπορεῖ νὰ ἀπευθύνεται σὲ Ἐκεῖνον ποὺ εἶναι «τὸ Α καὶ τὸ Ω, ὁ πρῶτος καὶ ὁ ἔσχατος, ἀρχὴ καὶ τέλος», καὶ νὰ τοῦ λέγει: «Ναὶ ἔρχου Κύριε Ἰησοῦ» (Ἀποκ. 22,13).

Η ΠΕΡΙΤΟΜΗ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

  «Και ότε επλήσθησαν ημέραι οκτώ του περιτεμείν το παιδίον, και εκλήθη το όνομα αυτού Ιησούς» (Λουκ. β΄ 21)




Χρόνια πολλά, καλή χρονιά κι ευλογημένος ο καινούργιος χρόνος. Με τις ευχές αυτές που ανταλλάσουμε όλοι, άλλοτε με ειλικρίνεια και άλλοτε τυπικά, έχουμε την αίσθηση ότι κάτι έληξε και ότι κάτι νέο αρχίζει. Αυτή μάλιστα την αλλαγή, η ματαιοδοξία των ανθρώπων, τη γιορτάζει παγκόσμια με φαντασμαγορικά φώτα που φωτίζουν προσωρινά τον ουρανό, όμως μόλις αυτά σβήσουν, τότε μαζί με το σκοτάδι τα διαδέχεται η παγωνιά, όπως και στις καρδιές των ανθρώπων. Μια παγωνιά του αγνώστου που φοβίζει, λόγω και της πολλής θλίψης που προηγήθηκε παγκόσμια τον προηγούμενο χρόνο.








Όμως ένας τέτοιος εορτασμός που δημιουργεί μια ευτυχία εφήμερη και που αφήνει στο βάθος μια ανέκφραστη λύπη πόσο σημαντικός ή ελπιδοφόρος μπορεί να είναι; Αν ο σημερινός τρόπος εορτασμού δεν είναι ελπιδοφόρος, τότε υπάρχει άλλος τρόπος που να δημιουργεί ελπίδα; Ναι, υπάρχει άλλος τρόπος που εκφράζεται και υλοποιείται δια του Ιησού Χριστού.




Ναι, δια του Ιησού Χριστού, που η σημερινή Δεσποτική γιορτή της Περιτομής, μας εισάγει σ’ ένα νέο έτος, μια καινούργια χρονιά. Είναι στ’ αλήθεια θαυμαστό και συνάμα παράδοξο. Αυτόν που είδαμε πριν από οκτώ μέρες «γενόμενον εκ γυναικός», να δοξολογείται από τους Αγγέλους και να προσκυνείται από τους ποιμένες, τον βλέπουμε σήμερα «γενόμενον υπό νόμον ίνα τους υπό νόμον εξαγοράση ίνα την υιοθεσίαν απολάβωμεν» (Γαλ. δ΄ 4-5).




Όταν έφτασε η ώρα που είχε καθορίσει ο Θεός, απέστειλε τον Υιό του. 




Γεννήθηκε ταπεινά σε μια φάτνη από μια γυναίκα τη Μαριάμ, την Υπεραγία Θεοτόκο και υποτάχτηκε στο νόμο, για να εξαγοράσει τους υπόδουλους στο νόμο, για να γίνουμε παιδιά του Θεού.




Με την υποταγή του σήμερα στο νόμο, δεν παρουσιάζεται σ’ εμάς μόνο σαν ένα τέλειο πρότυπο υποταγής στο νόμο, αλλά την ίδια στιγμή, μας εξηγεί πιο πάνω και ο Απόστολος Παύλος ότι υποτάσσεται στο νόμο για να μας ελευθερώσει από τις διατάξεις του νόμου, όπως η οδυνηρή περιτομή, αλλά και «να μας δώσει την πληρότητα ζωής, Αυτός που, κατά το σημερινό «Απόστολο», είναι Κύριος, κάθε αρχής και εξουσίας». Και τούτο, «Γιατί μόνο στο Χριστό κατοικεί σωματικά όλη η Θεότητα». Έτσι, «πιστεύοντας σ’ Αυτόν», μας προτρέπει ο σημερινός «Απόστολος», «λάβετε την πραγματική περιτομή, που δε γίνεται με ανθρώπινα χέρια, αλλά είναι η απαλλαγή από την αμαρτία που εξουσίαζε τον άνθρωπο. Αυτή είναι για τους Χριστιανούς η περιτομή. Γιατί, όταν βαφτιστήκατε, θαφτήκατε μαζί με το Χριστό, αλλά κι αναστηθήκατε μαζί του, γιατί πιστέψατε στη δύναμη του Θεού, ο οποίος τον ανέστησε από τους νεκρούς».




Όπως μέσα από τη σταύρωση και το θάνατο του, συσταυρωνόμαστε κι εμείς, έτσι και μέσα από τη δική Του περιτομή, περιτεμνόμαστε κι εμείς για να οδηγηθούμε μαζί Του στην ανάσταση.




Ακόμα ο Ιησούς, μέσα από την πράξη της περιτομής δεν υπήρξε μόνο υπάκουος στο νόμο του Θεού, αλλά σαν άνθρωπος φανέρωνε και την κατά σάρκα συγγένειά Του με τους Ιουδαίους για να μην μπορούν να τον αρνηθούν. 




Παράλληλα με την περιτομή επιβεβαιώνεται ότι έγινε πραγματικά άνθρωπος και όχι «κατά φαντασίαν» όπως υποστήριζαν κάποιο αιρετικοί.




Ο Θεοφύλακτος ρωτά τους αιρετικούς: «Πως γαρ περιετμήθη, ει κατά φαντασίαν εσαρκώθη»;




Έτσι, όπως η σάρκωση ήταν πραγματική και όχι φανταστική, για τον ίδιο λόγο και η περιτομή ήταν πραγματική και όχι φανταστική. Κατά συνέπεια και η σωτηρία που προσφέρεται δια του Ιησού Χριστού είναι πραγματική και όχι φανταστική. Για τούτο ο Απόστολος Πέτρος ομολογεί με βεβαιότητα μπροστά στους άρχοντες του ιουδαϊκού λαού ότι: «Από κανέναν άλλο δεν μπορεί να προέλθει η σωτηρία, ούτε υπάρχει πρόσωπο κάτω από τον ουρανό δοσμένο στους ανθρώπους με το οποίο μπορούμε να σωθούμε» (Πράξ. δ΄ 12).




Κατά την ημέρα της Περιτομής δόθηκε και το όνομα, το όνομα Ιησούς, όπως είχε προαγγελθεί κατά τον Ευαγγελισμό από τον Άγγελο προς την Παρθένο Μαριάμ: «Θα γεννήσεις γιο και θα τον ονομάσεις Ιησού. Αυτός θα γίνει μέγας και θα ονομαστεί Υιός του Υψίστου» (Λουκ. α΄ 31-32). Αλλά και μετά από λίγο καιρό ο Άγγελος σταλμένος από το Θεό θα πει στον Ιωσήφ: «Το παιδί που περιμένει προέρχεται από το Άγιο Πνεύμα. Θα γεννήσει γιο και θα του δώσεις το όνομα Ιησούς, γιατί αυτός θα σώσει το λαό του από τις αμαρτίες τους» (Ματθ. α΄ 20-21).




Έτσι ο Ιησούς, ως Σωτήρας, σήκωσε όλη τη δική μας ενοχή, καθώς και όλες τις αμαρτίες μας. Με το αίμα που χύθηκε κατά την περιτομή και αργότερα κατά τη Σταύρωση, μας απάλλαξε από τις αμαρτίες μας. Εδέχθηκε να θωρηθεί αμαρτωλός για να σωθούμε όλοι οι άνθρωποι δια μέσου των αιώνων, χωρίς να είμαστε υποχρεωμένοι, να εφαρμόσουμε τις διατάξεις του νόμου. Παράλληλα, μόνο Αυτός ως Θεός, αλλά και ως Κύριος κάθε αρχής και εξουσίας μπορεί να μας προσφέρει την πληρότητα της ζωής και τέλος να γίνει το αιώνιο πρότυπο μας που θα πρέπει να μιμηθούμε.




Αδελφοί μου, διπλή η σημερινή γιορτή. Θρησκευτική, με τη γιορτή της Περιτομής του Κυρίου και τη γιορτή του Μεγάλου Βασιλείου. Κοσμική, με την αρχή ενός καινούργιου χρόνου. Μπροστά μας προβάλλουν από τη μια ο Ιησούς Χριστός ο οποίος «είναι ο ίδιος χτες, σήμερα και για πάντα» (Εβρ. ιγ΄ 8) προσφέροντας μας την πληρότητα και τη σωτηρία και από την άλλη ο σύγχρονος τρόπος ζωής που αφήνει μια πρόσκαιρη αίσθηση χαράς, όπως και τα πυροτεχνήματα της χτεσινής νύκτας. Ας μην εξαπατηθούμε από καθετί το πρόσκαιρο. Ας αναζητήσουμε την πληρότητα της ζωής που προσφέρεται από τον Ιησού Χριστό. Αμήν.




Θεόδωρος Αντωνιάδης

Ἡ Περιτομὴ τοῦ Χριστοῦ

  Ὁ Μωσαϊκὸς νόμος διέταζε τὴν περιτομὴ τῶν ἀρσενικῶν παιδιῶν (Ἐξοδ. ΙΒ´ 43-49), (Γεν. ΙΖ´ 9-19), ἡ ὁποία γινόταν κατὰ τὴν ὀγδόη ἡμέρα ἀπὸ αὐτὴ τῆς γεννήσεως τοῦ παιδιοῦ (Λευϊτ. ΙΓ´ 3).








Ἡ τελετὴ αὐτὴ ἐλάμβανε χώρα μέσα σὲ κτίριο τῆς Συναγωγῆς, τὸ πρωί, παρουσία δέκα τουλάχιστον προσώπων.Ἔτσι καὶ ἡ περιτομὴ τοῦ βρέφους Ἰησοῦ ἔγινε στὴ Συναγωγὴ τῆς Βηθλεέμ.








Ἡ χειροποίητος αὐτὴ περιτομὴ στὸ σῶμα ἦταν τύπος, ποὺ συμβόλιζε τὴν περιτομὴ τῆς καρδιᾶς, ἐνεργούμενης ἀπ᾿ εὐθείας ὑπὸ τοῦ Θεοῦ (Δευτ. Γ´ 16, Λ´ 6). Γιὰ τὴν δεύτερη αὐτὴ περιτομή, τὴν ἀχειροποίητο, ὁ Ἀπόστολος Παῦλος διδάσκει:












«Περιετμήθητε περιτομῇ ἀχειροποιήτῳ ἐν τῇ ἀπεκδυθεῖ τοῦ σώματος τῶν ἁμαρτιῶν τῆς σαρκός, ἐν τῇ περιτομῇ τοῦ Χριστοῦ, συνταφέντες αὐτῷ ἐν τῷ βαπτίσματι» (Κολ. Β´ 11-12).




Δηλαδή, λέει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, περιτμηθήκατε καὶ μὲ περιτομὴ πνευματική, ποὺ ἐνεργεῖται ἀπ᾿ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Καὶ συνίσταται στὸ γδύσιμο καὶ τὴν ἀποβολὴ τοῦ σώματος, ποὺ δούλεψε στὶς ἁμαρτίες τῆς σάρκας. Τὸ γδύσιμο δὲ αὐτὸ εἶναι ἡ περιτομή, ποὺ πήρατε ἀπὸ τὸν Χριστό, ὅταν θαφτήκατε μαζί Του, διὰ τοῦ Ἅγιου Βαπτίσματος.








Τὸ Βρέφος ὅμως τῆς φάτνης, ἀφοῦ γεννήθηκε μὲ τὸν Παλαιὸ Νόμο, ἔπρεπε νὰ ὑποβληθεῖ καὶ Αὐτὸ στὸν τύπο, ὁ ὁποῖος εἶχε δικαίωμα νὰ ἰσχύει μέχρι τῆς καταργήσεώς του.








Ἀπολυτίκιον




Ἦχος α’. Τοῦ λίθου σφραγισθέντος.




Μορφὴν ἀναλλοιώτως ἀνθρωπίνην προσέλαβες, Θεὸς ὢν κατ' οὐσίαν πολυεύσπλαγχνε Κύριε, καὶ νόμον ἐκπληρῶν περιτομήν, θελήσει καταδέχῃ σαρκικήν, ἵνα παύσῃς τὰ σκιώδη, καὶ περιέλῃς τὸ κάλυμμα τῶν παθῶν ἡμῶν. Δόξα τῇ ἀγαθότητι τῇ σῇ, δόξα τῇ εὐσπλαγχνία σου, δόξα τῇ ἀνεκφράστῳ Λόγε συγκαταβάσει σου.








Κοντάκιον Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.




Ὁ τῶν ὅλων Κύριος, περιτομὴν ὑπομένει, καὶ βροτῶν τὰ πταίσματα, ὡς ἀγαθὸς περιτέμνει· δίδωσι, τὴν σωτηρίαν σήμερον κόσμῳ· χαίρει δὲ, ἐν τοῖς ὑψίστοις καὶ ὁ τοῦ Κτίστου, Ἱεράρχης καὶ φωσφόρος, ὁ θεῖος μύστης Χριστοῦ Βασίλειος.








Μεγαλυνάριον




Σάρκα ὀκταήμερος ὡς βροτός, ὁ τῶν ὅλων Κτίστης, περιτέμνεται νομικῶς, τὴν ἐξ ἀκρασίας, ἡμῶν κακίαν τέμνων· αὐτοῦ τὴν ἀγαθότητα μεγαλύνωμεν.

ΜΟΡΦΗΝ ΑΝΑΛΛΟΙΩΤΩΣ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗΝ ΠΡΟΣΕΛΑΒΕΣ.

  (Αναφορά στη δεσποτική εορτή της Περιτομής του Κυρίου)








ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού.












Η ενανθρώπηση του Θεού Λόγου δεν είναι κάποιο αφηρημένο θεωρητικό σχήμα, ούτε κάποια μυθοπλασία κάποιου ευφάνταστου μυθογράφου, αλλά πραγματικό γεγονός, το οποίο έλαβε χώρα σε συγκεκριμένο χώρο και χρόνο (Γαλ.4:4). Η μεγάλη δεσποτική εορτή της Περιτομής του Κυρίου μας υπενθυμίζει αυτή την μεγάλη αλήθεια και τονίζει ιδιαίτερα την πραγματική ανθρώπινη φύση, την οποία εκών ενδύθηκε, για χάρη της δικής μας σωτηρίας.








Η καθιέρωση του εορτασμού της Περιτομής του Κυρίου από την Εκκλησία, συνέτεινε αναμφίβολα η δράση κάποιων αιρετικών κύκλων της αρχαίας Εκκλησίας, οι οποίοι αρνούνταν την πραγματική ενανθρώπηση του Θεού Λόγου και δίδασκαν την μη πραγματική ενανθρώπηση του Θεού Λόγου. Τέτοιοι υπήρξαν οι αιρετικοί δοκήτες, οι οποίοι δίδασκαν την κακοδοξία ότι δήθεν η ενανθρώπηση του Χριστού έγινε φαινομενικά, «κατά δόκησιν», όπως τόνιζαν. Αυτοί μαζί με τους μαρκιωνίτες, τους μανιχαίους και άλλους αιρετικούς, όλοι τους πρόδρομοι των αιρετικών Μονοφυσιτών του 5ου αιώνα, επιχείρησαν να νοθεύσουν την αλήθεια της Εκκλησίας μας.




Η Εκκλησία μας μεταχειρίστηκε κάθε μέσον να προασπίσει την άπαξ αποκαλυφθείσα και παραδοθείσα αλήθεια (Ιουδ.3). Ακόμα και εορτές καθιέρωσε για να περιχαρακώσει τις ύψιστες και σωτήριες αλήθειές Της. Είναι ιστορικά βεβαιωμένο πως οι εορτές των Χριστουγέννων, της Περιτομής και των Θεοφανείων καθιερώθηκαν από την ανάγκη του αντιαιρετικού αγώνα της Εκκλησίας μας και κατόπιν έλαβαν εορταστικό χαρακτήρα, όπως εμείς τις βιώνουμε σήμερα.




Η περιτομή ήταν μια πρακτική συνηθισμένη σε πολλούς λαούς της αρχαιότητας. Ο Ηρόδοτος αναφέρει πως πρώτοι που έκαναν περιτομή στα άρρενα τέκνα τους ήταν οι Αιθίοπες και οι Αιγύπτιοι, κυρίως για λόγους υγιεινής (Ηροδ.Ιστ.Β΄,104). Ιστορικά ίσως οι Εβραίοι πήραν την συνήθεια αυτή από τους Αιγυπτίους. Σύμφωνα με την Παλαιά Διαθήκη όμως την περιτομή θέσπισε ο Ίδιος ο Θεός κατά παραγγελία Του στον πιστό Αβραάμ, ως μια πράξη διαφοροποιήσεως των απογόνων του από τους άλλους λαούς, ώστε μέσω αυτών να υλοποιηθεί το σχέδιο της σωτηρίας του κόσμου. «Αύτη η διαθήκη, ην διατηρήσεις, ανά μέσον εμού και υμών και ανά μέσον του σπέρματός σου μετά σε εις τας γενεάς αυτών΄ περιτμηθήσεται υμών παν αρσενικόν, και περιτμηθήσεθε την σάρκαν της ακροβυστίας υμών, και έσται εις σημείον διαθήκης ανά μέσον εμού και υμών. Και παιδίον οκτώ ημερών περιτμηθήσεται υμίν» (Γεν.17:12).




Η περιτομή όλων των αρένων νηπίων γινόταν από τον πατέρες τους ή από ειδικούς στην περιτομή που ονομάζονταν mohel, την ογδόη ημέρα από τη γέννησή τους, όπως είχε διατάξει ο Θεός. Γινόταν στα σπίτια των νηπίων ή συχνότερα στις συναγωγές ενώπιον συγγενών και φίλων. Η τελετουργία της περιτομής ήταν για τους Ιουδαίους της εποχής εκείνης μεγάλης σπουδαιότητας γεγονός. Το παιδί που περιτέμνονταν θεωρούνταν πια μέλος του λαού του Θεού, τηρητής της διαθήκης, η οποία συνήφθη μεταξύ του Θεού και του Αβραάμ (Γεν,17:12). Ο περιτμημένος ήταν υποχρεωμένος να τηρεί τις διατάξεις του Νόμου και είχε το αποκλειστικό δικαίωμα να εορτάζει το Πάσχα, σε αντίθεση με τους απερίτμητους, οι οποίοι δεν είχαν αυτό το δικαίωμα.




Μαζί με την περιτομή γινόταν και η ονοματοδοσία. Η τελετουργία της περιτομής ήταν κάτι σαν το χριστιανικό βάπτισμα, του οποίου υπήρξε τύπος. Όπως ο περιτμημένος γινόταν μέλος του λαού της Διαθήκης, ξεχωριστός από τους μη περιτμημένους, έτσι και ο βαπτισμένος αναγεννιέται και γίνεται άγιος, ξεχωριστός, μέλος της Εκκλησίας του Χριστού, προορισμένος να κληρονομήσει τη βασιλεία του Θεού (Ρωμ.6:4).




Σύμφωνα με τον ευαγγελιστή Λουκά, την ογδόη ημέρα από τη γέννηση του Κυρίου, ο Ιωσήφ και η Μαρία τήρησαν τη μωσαϊκή εντολή της περιτομής. Με λακωνικό τρόπο ο ιερός ευαγγελιστής αναφέρει πως «ότε επλήσθησαν αι ημέραι του περιτεμείν το παιδίον, και εκλήθη το όνομα αυτού Ιησούς, το κληθέν υπό του αγγέλου προ του συλληφθήναι αυτόν εν τη κοιλία» (Λουκ.2:21). Ο άγιος Εφραίμ ο Σύρος αναφέρει την πληροφορία ότι την περιτομή του Κυρίου έκαμε ο μνήστωρ Ιωσήφ. Επίσης ο άγιος Επιφάνιος Κύπρου αναφέρει πως η περιτομή έγινε στο Σπήλαιο της Γεννήσεως. Βεβαίως ο ιερός ευαγγελιστής αποσιωπά κάθε λεπτομέρεια από την τελετή αυτή, διότι προφανώς δεν έχουν να μας προσφέρει, σύμφωνα με τους Πατέρες, όφελος για τη σωτηρία μας.




Την Εκκλησία μας δεν ενδιέφερε αυτή καθ' εαυτή η εκπλήρωση αυτής της νομικής διάταξης του μωσαϊκού νόμου από τον Κύριο. Την ενδιέφερε κυρίως να τονισθεί, δια της περιτομής Του, και να αποδειχθεί, η πραγματική ανθρώπινη φύση Του, την οποία αρνούνταν οι αιρετικοί. Ο θεόπνευστος ευαγγελιστής συμπεριέλαβε στο ευαγγέλιό του και το γεγονός της περιτομής για να μπορεί η Εκκλησία να αποκρούει κάθε δοκητική, μανιχαϊστική και μονοφυσιτική κακοδοξία.




Η μη παραδοχή της ορθοδόξου διδασκαλίας της Εκκλησίας μας, περί της αληθινούς ενανθρωπήσεως του Υιού και Λόγου του Θεού, εκθεμελιώνει κυριολεκτικά ολόκληρο το οικοδόμημα της εν Χριστώ απολυτρώσεως του ανθρωπίνου γένους. Αν δεν έγινε πραγματικά η σάρκωση του Λυτρωτή δεν έχουμε πραγματική σωτηρία, ο Χριστός δεν είναι πραγματικός σωτήρας, αλλά ένας από τους πολλούς ιδρυτές θρησκειών της ανθρωπότητας. Το πρόβλημα αυτό απασχόλησε έντονα την Εκκλησία τον 5ο αιώνα, όταν ο αρχιμανδρίτης Ευτυχής από την Κωνσταντινούπολη αρνούνταν την ανθρώπινη φύση του Χριστού. Για το λόγο αυτό συγκλήθηκε η Δ΄ εν Χαλκηδόνι Οικουμενική Σύνοδος, το 451.




Ο Υιός και Λόγος του Θεού είναι ο φυσικός Υιός του Θεού, απόρροια της δικής Του φύσεως. Γεννήθηκε προπάντων των αιώνων από τον Πατέρα, όπως μας βεβαιώνει ξεκάθαρα η αγία Γραφή. «Υιός μου ει συ εγώ σήμερον γεγέννηκά σε» (Εβρ.1:5) είπε, δια του Ψαλμωδού ο Θεός Πατέρας, στο Θεό Υιό. Η προαιώνια βουλή του Θεού αποφάσισε να αποστείλει τον Λόγο στον κόσμο ως σωτήρα του από τη φθορά της αμαρτίας και του θανάτου. Έτσι, «ότε ήλθε το πλήρωμα του χρόνου» (Γαλ.4:4), ο Λόγος, δια της Παρθένου Μαρίας, προσέλαβε την ανθρώπινη φύση και αφού την καθάρισε από τους ρίπους της αμαρτίας, την αναδημιούργησε και την επανέφερε στην προπτωτική της κατάσταση, την έκαμε δική Του φύση, χωρίς να αφήσει ούτε στιγμή τη θεία φύση Του. Ένωσε ασύγχυτα και αρμονικά τις δύο φύσεις στο θεανδρικό Του πρόσωπο. Έγινε ο Θεάνθρωπος. Η ένωση των δύο φύσεων στο πρόσωπο του Λυτρωτή σημαίνει αντικειμενική πραγμάτωση της σωτηρίας μας.




Η ενανθρώπηση του Λόγου όμως είναι γεγονός ασύλληπτης αυτοταπείνωσής Του. «Εν μορφή Θεού υπάρχων ... εαυτόν εκένωσε μορφήν δούλου λαβών, εν ομοιώματι ανθρώπων γενόμενος, και σχήματι ευρεθείς ως άνθρωπος εταπείνωσεν εαυτόν γενόμενος υπόκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δε σταυρού» (Φιλιπ.2:7). Εάν δεν δούμε το μυστήριο της θείας συγκαταβάσεως υπό το πρίσμα της άμετρης αγάπης του Θεού για το πλάσμα Του τον άνθρωπο, αποτελεί αυτό το μεγαλύτερο σκάνδαλο όλων των εποχών. Το αρχαιοελληνικό αξίωμα «Θεός, ανθρώποις ου μείγνηται», πολλώ δε μάλλον η ανθρωποποίηση Θεού αποτελεί ορθολογικά τη χειρότερη μωρία της ιστορίας. Όμως η αγαθότητα και φιλανθρωπία του Θεού υπερέβη όλα τα διαχωριστικά με την ανθρωπότητα. Έκαμε τη μεγάλη κίνηση και ταπείνωσε τον Υιό Του και τον έκαμε άνθρωπο, προκείμενου να σωθεί το ανθρώπινο γένος. Κατέβηκε Αυτός στα ανθρώπινα πλαίσια, μέχρι και της κατάστασης του θανάτου για να αναστήσει τον άνθρωπο από την κατάσταση της πνευματικής νεκρώσεως και να τον ανεβάσει τον άνθρωπο στα ουράνια του θρόνου Του.




Όσο καιρό ο σαρκωμένος Λόγος βρισκόταν στη γη, ταυτόχρονα ως Θεός βρισκόταν και στον ουρανό. Βρισκόταν παντού, ως πανταχού παρών, διότι με την πρόσληψη της ανθρωπίνης φύσεως δεν αποποιήθηκε τη θεία φύση Του. Σε αυτήν Του την διπλή ιδιότητα, ως αληθινού Θεού και αληθινού ανθρώπου, έγκειται και το γεγονός του αληθινού σωτήρα. Σώζει ως αληθινός Θεός με το ότι έγινε αληθινός άνθρωπος, καθ' ότι προσέλαβε πραγματικά την ανθρώπινη φύση και την έσωσε στο πρόσωπό Του. Κάθε παρέκκλιση από αυτή την αλήθεια αποτελεί αίρεση για την Εκκλησία μας. Ο Νεστοριανισμός είχε αρνηθεί τη θεία φύση του Χριστού και ο Μονοφυσιτισμός είχε αρνηθεί την ανθρώπινη φύση του Χριστού. Και οι δυο αυτές δογματικές παρεκτροπές καταδικάστηκαν από την Γ΄ και Δ΄ Οικουμενικές Συνόδους, ως εκτροπή από την αλήθεια και ως έχοντες σοβαρότατες σωτηριολογικές συνέπειες. Ο ευαγγελιστής Ιωάννης τόνισε ιδιαίτερα πως «οι μη ομολογούντες Ιησούν Χριστόν ερχόμενον εν σαρκί΄ ούτος εστιν ο πλάνος και ο αντίχριστος» (Β΄Ιωάν.7).




Αξίζει να αναφέρουμε δύο αποσπάσματα από τους δογματικούς όρους των αναφερόμενων αγίων Συνόδων, για να δούμε τη θεολογική σαφήνεια της Εκκλησίας μας για το μεγάλη αυτή αλήθεια: «... Ομολογούμεν τοιγαρούν τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν, τον Υιόν του Θεού τον μονογενή, Θεόν τέλειον και άνθρωπον τέλειον εκ ψυχής λογικής και σώματος ... ομοούσιον τω Πατρί τον αυτόν κατά την θεότητα, και ομοούσιον ημίν κατά την ανθρωπότητα. Δύο γαρ φύσεων ένωσις γέγονεν΄ δι' ο ένα Χριστόν, ένα υιόν, ένα κύριον ομολογούμεν» (Γ΄ Οικουμ.Σύνοδος, Έκθεσις Πίστεως των Διαλλαγών). Και «Επόμενοι τοίνυν τοις αγίοις Πατράσιν ένα και τον αυτόν ομολογούμεν Υιόν τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν συμφώνως άπαντες εκδιδάσκομεν, τέλειον τον αυτόν εν θεότητι και τέλειον τον αυτόν εν ανθρωπότητι, Θεόν αληθώς και άνθρωπον αληθώς τον αυτόν εκ ψυχής λογικής και σώματος, ομοούσιον τω Πατρί κατά την θεότητα, και ομοούσιον ημίν τον αυτόν κατά την ανθρωπότητα ... ένα και τον αυτόν Χριστόν, υιόν, κύριον, μονογενή, εν δύο φύσεσιν ασυγχύτως, ατρέπτως, αδιαιρέτως, αχωρίστως γνωρίζομεν, ουδαμού της των φύσεων διαφοράς ανηρημένης δια την ένωσιν, σωζομένης δε μάλλον της ιδιότητος εκατέρας φύσεως και εις εν πρόσωπον και μιαν υπόστασιν συντρεχούσης, ουκ εις δύο πρόσωπα μεριζόμενον ή διαιρούμενον, αλλ' ένα και τον αυτόν υιόν, μονογενή, Θεόν, Λόγον, Κύριον Ιησούν Χριστόν...» (Όρος Δ΄Οικ. Συνόδου, παρά Ι. Καρμίρη, τα Δογματικά και Συμβολικά μνημεία, Αθήναι 1952, σελ.165).




Το γεγονός της θείας ενανθρωπήσεως πρέπει να αποτελεί για κάθε πιστό χριστιανό τη βάση της πίστεώς του. Να μην έχει την παραμικρή αμφιβολία ότι «επεσκέψατο ημάς εξ ύψους ο Σωτήρ ημών», για να μας λυτρώσει από τη δουλεία της αμαρτίας και τη φθορά του θανάτου. Σύμφωνα με την θεσπέσια υμνολογία της εορτής, «Συγκαταβαίνων ο Σωτήρ τω γένει των ανθρώπων κατεδέξατο σπαργάνων περιβολήν΄ ουκ εβδελύξατο σαρκός την περιτομήν ο οκταήμερος κατά την Μητέρα και άναρχος κατά τον Πατέρα» για την ημών σωτηρία. Αυτός έκαμε τη μεγάλη κίνηση, περιμένοντας από τον άνθρωπο να κάνει τη δική του μικρή κίνηση, να Του δώσει το χέρι του, για να τον σώσει, να τον δοξάσει και να τον κάνει υιό και κληρονόμο της ατέρμονης βασιλείας Του. Είναι ανάγκη να ξεφύγουμε από τα νοητά δεσμά του αμαρτωλού κόσμου και να ανεβάσουμε το νου μας στα ουράνια. Μόνο έτσι θα επωφεληθούμε από τις δωρεές της θείας συγκαταβάσεως.