Τετάρτη 31 Δεκεμβρίου 2025
Οσία Μελάνη η Ρωμαία
Η Οσία Μελάνη η Ρωμαία έζησε στα χρόνια πού βασιλιάς ήταν ο Ονώριος, δεύτερος γιος του Μεγάλου Θεοδοσίου. Οι γονείς της, ευγενείς και πλούσιοι, την πάντρεψαν σε μικρή ηλικία και απέκτησε δύο παιδιά.
Όμως μεγάλες δοκιμασίες την περίμεναν. Την μητρική της καρδιά σπάραξε ο θάνατος των δύο παιδιών της. Μετά από λίγο και εντελώς ξαφνικά, πέθανε ο σύζυγος της. Και για να γεμίσει το πικρό ποτήρι της λύπης, χάνει και τους γονείς της. Οι στιγμές δύσκολες. Ποιος θα την παρηγορήσει; Μα ποιος άλλος; Ο λόγος του Θεού, που λέει: «τη έλπίδι χαίροντες, τη θλίψει υπομένοντες, τη προσευχή προσκαρτεροϋντες» (Προς Ρωμαίους, ιθ' 12). Δηλαδή, η ακλόνητη ελπίδα σας στα μέλλοντα αγαθά, να σας γεμίζει χαρά και να σας ενισχύει για να δείχνετε υπομονή στη θλίψη. Και να επιμένετε στην προσευχή, συνεχίζει ο λόγος του Θεού, από την οποία θα λαμβάνετε σπουδαία βοήθεια στις δύσκολες περιστάσεις της ζωής σας. Έτσι και η Μελάνη, αδιάφορη για τις κοσμικές απολαύσεις, αποσύρθηκε σε ένα εξοχικό της κτήμα, όπου αφοσιώθηκε στη μελέτη και την προσευχή.
Εκεί επίσης καλλιγραφούσε Ιερά βιβλία και τα έδινε να τα διαβάζουν οι πιστοί. Διέθεσε όλη της την περιουσία για την ανακούφιση των φτωχών και ασθενών. Και αφού επισκέφθηκε πολλούς τόπους βοηθώντας τους πάσχοντες, κατέληξε στην Ιερουσαλήμ, όπου και πέθανε από πλευρίτιδα. O δε Σ. Ευστρατιάδης γράφει τα εξής για την Άγια αυτή: «...Αυτή ην επί της βασιλείας Ονωρίου (395 - 423) Ρωμαία πλούσια και εκ γένους περιφανούς και ενδόξου. Συζευχθείσα παρά την θέλησιν αυτής, απεσύρθη μετά τον θάνατον του ανδρός και των δύο αυτής τέκνων εις εν προάστειον της Ρώμης, επιμελουμένη των πτωχών, υποδεχόμενη τους ξένους, επισκεπτόμενη τους εξόριστους και εν φυλακαίς και θεραπεύουσα τους νοσούντας. Μετά την εκποίησιν των κτημάτων αυτής και διανομήν των προσόντων εις μονάς και εκκλησίας, δια της Αφρικής και Αλεξανδρείας κατέλαβε τα Ιεροσόλυμα και ενεκλείσθη εις πενιχρόν κελλίον εκεί έκτισε και μονήν εις ην συνήγαγεν ενενήκοντα παρθένους, εξ ιδίων δια την διατροφήν αυτών δαπανώσα· μικρόν ασθενήσασα εκ πλευρίτιδας, μετέλαβε των αχράντων μυστηρίων εκ των χειρών του επισκόπου Ελευθερουπόλεως και ανεπαύθη εν Κυρίω».
Ἀπολυτίκιον
Ήχος δ'. Ταχύ προκατάλαβε.
Οσίως ανύσασα, των αρετών την οδόν, τω Λόγω νενύμφευσαι, ω Ανυσία σεμνή, και χαίρουσα ήθλησας, αίγλη δε απαθείας, λαμπρυνθείσα Μελάνη, ήστραψας εν τω κόσμω, αρετών λαμπηδόνας, και νυν ημίν ιλεούσθε, Χριστόν τον Κύριον.
Κοντάκιον
Ήχος δ’. Ο υψωθείς εν τω Σταυρώ.
Καταυγασθείσα την ψυχήν φρυκτωρίαις, του αναλάμψαντος ημίν εκ Παρθένου, εν αρεταίς διέλαμψας Πανεύφημε, πλούτον γάρ σκορπίσασα, επί γην εφθαρμένον, εναπεθησαύρισας, τον ουράνιον πλούτον, και εν ασκήσει έλαμψας φαιδρώς, Όθεν Μελάνη, σε πόθω.
Τρίτη 30 Δεκεμβρίου 2025
Χριστούγεννα η Αποκάλυψη της μοναδικής Αλήθειας
Πρωτ. Άγγελος Αγγελακόπουλος
Πρό της ελεύσεως του Χριστού ήμασταν αμαρτωλοί. Καί ως αμαρτωλοί ήμασταν καταδικασμένοι. Η θέση μας μετά τόν θάνατο ήταν στήν κόλαση, τήν κατάσταση της αιωνίου αμεθεξίας του Θεού. Καί συνεπώς είχαμε ανάγκη σωτηρίας. Καί ποιός θά μπορούσε νά μας σώσει; Μόνο ο Θεός, στόν Οποίο έχουν αναφορά οι αμαρτίες μας. Ο Υιός καί Λόγος του Θεού Πατρός, τό δεύτερο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος, ο Θεάνθρωπος Ιησούς Χριστός, όταν ήλθε τό «πλήρωμα του χρόνου»[1], δηλ. όταν η ανθρώπινη φύση, αφού εκπλήρωσε κάθε είδος κακίας, χρειαζόταν ιατρεία[2], «έκλινεν ουρανούς καί κατέβη», ενηνθρώπησε, έγινε καί τέλειος άνθρωπος, προσέλαβε ολόκληρη τήν ανθρώπινη φύση, εκτός της αμαρτίας, τήν ένωσε στό Θεανδρικό πρόσωπό Του καί ήλθε στόν κόσμο όχι μόνο γιά νά μας σώσει, αλλά καί γιά νά μας θεώσει. Σύμφωνα μέ τόν Μ. Αθανάσιο «Αυτός γάρ ενηνθρώπησεν, ίνα ημείς θεοποιηθώμεν»[3]. Ο Θεός γίνεται άνθρωπος, γιά γίνει ο άνθρωπος Θεός κατά Χάριν. Αυτό τό γεγονός εορτάζουμε κατά τήν εορτή των Χριστουγέννων.
Πώς ήλθε ο Χριστός, αγαπητοί μου; Τόν καλέσαμε; Αλλά, εμείς οι εθνικοί πώς θά μπορούσαμε νά Τόν καλέσουμε, τήν στιγμή πού Τόν αγνοούσαμε; Ο εγωισμός καί η αμαρτία μάς είχαν σκοτίσει˙ είχαμε καταντήσει μωροί, ανόητοι˙ θεοποιήσαμε καί λατρεύσαμε τά κτίσματα καί τά πάθη μας, αντί γιά τόν Κτίστη. Πώς θά μπορούσαμε νά Τόν καλέσουμε, αφού θεωρούσαμε τήν αμαρτία απλώς σάν μιά αστοχία, σάν ένα μαθηματικό λάθος, καί όχι ως τήν οντολογική ρήξη μέ τόν Ίδιο τόν Θεό, καί συνεπώς δέν αισθανόμασταν τήν ανάγκη μετανοίας; Καί πάλι πώς θά μπορούσαμε νά Τόν καλέσουμε, αφού πολλοί δέν πιστεύαμε στήν ύπαρξη της ψυχής, σέ αιώνια ζωή καί σέ ανταπόδοση κατά τά έργα μας;
Ο Χριστός ήλθε στόν κόσμο χωρίς κλήση από τούς ανθρώπους, αλλά από δική Του πρωτοβουλία, αυτεπαγγέλτως. Δέν καλέσαμε εμείς τόν Θεό νά έλθει σ’εμάς, αλλά ο Θεός ήλθε καί μας κάλεσε νά πάμε πρός Αυτόν, όπως ωραιότατα λέει ο 18ος οίκος του Ακαθίστου Ύμνου˙ «Σώσαι θέλων τόν κόσμον ο των όλων κοσμήτωρ πρός τούτον αυτεπάγγελτος ήλθε˙ καί Ποιμήν υπάρχων ως Θεός, δι’ημάς εφάνη καθ’ημάς άνθρωπος˙ ομοίω γάρ τό όμοιον καλέσας, ως Θεός ακούει˙ Αλληλούια».
Ο Χριστός ήλθε όχι μόνο αυτεπαγγέλτως, αλλά καί αυτοπροσώπως. Αυτοπροσώπως μας δημιούργησε καί αυτοπροσώπως ήλθε καί μας αναδημιούργησε. Ο Θεός Πατήρ δέν έστειλε αγγέλους, γιά νά τούς καταστήσει σωτήρες του κόσμου, αλλά έστειλε ένα απόγονο του Αβραάμ, τόν Χριστό. Ο Χριστός, όμως, δέν είναι απλώς άνθρωπος, αλλά ο Σωτήρ, ο Μεσσίας, ο Κύριος, στόν οποίο κατοικεί όλη η θεότητα, ο όλος Θεός. Ο Υιός της Παρθένου δέν είναι απλώς άνθρωπος, αλλά Θεάνθρωπος.
Ο Θεός ανέλαβε αυτό τό έργο της αναδημιουργίας του φθαρτού κόσμου, διότι έχει πολλή, ανιδιοτελή, υπερβάλλουσα, τελεία αγάπη. «Ούτω γάρ ηγάπησεν ο Θεός τόν κόσμον, ώστε τόν Υιόν αυτού τόν μονογενή έδωκεν, ίνα πας ο πιστεύων εις αυτόν μή απόληται, αλλ’έχη ζωήν αιώνιον»[4], λέει ο Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος. Ο Θεός μάς δημιούργησε από αγάπη καί πάλι από αγάπη αυτεπαγγέλτως καί αυτοπροσώπως ήλθε νά μάς σώσει, διότι είχαμε διαφθαρεί καί βαδίζαμε στήν απώλεια, εξαιτίας του εγωισμού, της ανυπακοής καί της εχθρότητας πρός τόν Θεό. Ο Θεός αγάπησε ανθρώπους, πού δέν Τόν αγαπούσαν, αλλά Τόν εχθρεύονταν. Ο Θεός αγάπησε εχθρούς, πού ήξερε, ότι θά Τόν ανέβαζαν στόν Σταυρό καί θά Τόν πότιζαν όξος καί χολή. Ο Θεός αγάπησε καθάρματα! Κατά τόν ιερό Χρυσόστομο «ο Θεός επεθύμησε πόρνη. Πόρνη επεθύμησε ο Θεός; Ναί, πόρνη», εννοώντας τήν δική μας λερωμένη καί αμαυρωμένη ανθρώπινη φύση[5]. Όντως ακατάληπτη σέ μας τούς μικρόψυχους καί ιδιοτελείς η αγάπη του Θεού[6].
Γιά ποιόν άλλο λόγο ήλθε ο Χριστός στόν κόσμο; Γιά νά γνωρίσουμε τήν αλήθεια καί νά ελευθερωθούμε από τήν πλάνη. «Γνώσεσθε τήν αλήθεια καί η αλήθεια ελευθερώσει υμάς»[7], μας λέει ο Ίδιος. Βέβαια, η αλήθεια δέν είναι μιά αφηρημένη καί απρόσωπη έννοια, αλλά βρίσκει τό τέλειο περιεχόμενό της στό θείο πρόσωπο του Χριστού. Η αλήθεια είναι ο Χριστός, όπως μάς απεκάλυψε ο Ίδιος˙ «Εγώ ειμί η οδός καί η αλήθεια καί η ζωή»[8]. Η μοναδική αλήθεια, προσωπική μάλιστα, όχι αλήθεια ως έννοια, αλλά αλήθεια προσωποποιημένη, σέ πρόσωπο, είναι η χριστιανική αλήθεια, είναι ο Θεός των Χριστιανών, είναι η Αγία Τριάς, ο Πατήρ, ο Υιός καί τό Άγιον Πνεύμα. Ένα από τά πρόσωπα τό γνωρίσαμε στό πρόσωπο του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. Στό πρόσωπο του Χριστού μας φανερώθηκε ποιά είναι η πραγματική αλήθεια.
Αυτές τίς ημέρες ακούμε πολύ συχνά να πολύ όμορφο χριστουγεννιάτικο ύμνο˙ «Βηθλεέμ ετοιμάζου, ευτρεπιζέσθω η φάτνη, τό σπήλαιον δεχέσθω, η αλήθεια ήλθεν, η σκιά παρέδραμε»[9]. Ετοιμάζου Βηθλεέμ˙ κι εσύ φάτνη˙ η αλήθεια ήλθε. Γεννιέται ο Χριστός, κατεβαίνει στή γη τό δεύτερο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος, γιά νά μάς παρουσιάσει προσωπικά τήν αλήθεια˙ «εγώ ειμί η αλήθεια». Ελάτε νά βιώσετε κοντά σ’ Εμένα τήν αλήθεια καί ν’αναπαυθείτε. «Η αλήθεια ήλθεν, η σκιά παρέδραμε».
Ο άγιος και ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος αρχίζει τό Ευαγγέλιό του ως εξής : «Εν αρχή ην ο Λόγος καί ο Λόγος ην πρός τόν Θεόν καί Θεός ην ο Λόγος», «καί ο Λόγος σάρξ εγένετο»[10]. Νά, λοιπόν! Ο Λόγος του Θεού έγινε σάρκα στό πρόσωπο του Χριστού. Προσωπική πραγματικότητα.
Ο Χριστός, όταν ήλθε καί κήρυξε τό Ευαγγέλιο, δέν κήρυξε μία αλήθεια μερική, δέν είπε ότι «εγώ είμαι ένας από αυτούς, πού λένε τήν αλήθεια». Είπε˙ «Εγώ είμαι η οδός καί η αλήθεια καί η ζωή»[11], αποκλειστικά. Ο Χριστός είναι τό πλήρωμα της αληθείας καί η Εκκλησία είναι τό πλήρωμα, ο στύλος της αληθείας, συνεχίζοντας τόν Χριστό.
Τήν περίοδο αυτή του ιερού Δωδεκαημέρου αναγινώσκουμε αυτή τή φοβερή περικοπή από τό Ευαγγέλιο, πού, όταν ο Χριστός άρχισε νά διδάσκει εκεί στήν Ιουδαία, λέει˙ «γη Ζαβουλών καί γη Νεφθαλείμ, ο λαός ο καθήμενος εν σκότει είδε φως μέγα καί τοις καθημένοις εν χώρα καί σκιά θανάτου φως ανέτειλεν αυτοίς»[12]. «Εγώ είμαι τό φως του κόσμου»[13], είπε. Δέν υπάρχουν άλλα φώτα. Καί δέν τά λέει αυτά ένας δάσκαλος, άνθρωπος. Δέν τά λέει ο Μωάμεθ, ο Αλλάχ, ο Βούδδας, ο Κομφούκιος, ο Πάπας. Τά λέει ο ίδιος ο Θεός στό πρόσωπο του Χριστού. Αν πιστεύουμε ότι ο Χριστός είναι ο Θεός, τό δεύτερο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος, τολμούμε νά αμφισβητήσουμε ότι αυτό πού λέει ο Χριστός «Εγώ είμαι η αλήθεια καί η οδός καί η ζωή»; Αποκλειστικά εγώ καί κανένας άλλος. Αυτό τό λέμε καί στό απολυτίκιο της Γεννήσεως˙ «Η γέννησίς σου, Χριστέ ο Θεός ημών, ανέτειλε τω κόσμω τό φως τό της γνώσεως. Εν αυτή γάρ οι τοις άστροις λατρεύοντες υπό αστέρος εδιδάσκοντο σέ προσκυνείν τόν ήλιον της δικαιοσύνης». Η Γέννησή σου, Χριστέ, ανέτειλε στόν κόσμο τό φως. Δέν υπήρχε φως. «Η αλήθεια ήλθεν, η σκιά παρέδραμεν». Πάει τό σκοτάδι. Ήλθε η αλήθεια. Γι’αυτό σέ κάθε Θεία Λειτουργία ψάλουμε : «Είδομεν τό φως τό αληθινόν, ελάβομεν Πνεύμα επουράνιον˙ εύρομεν πίστιν αληθή». Αλήθεια. «Αδιαίρετον Τριάδα προσκυνούντες».
Οι ιεροί υμνογράφοι της εορτής των Χριστουγέννων, όσιος Κοσμάς ο ποιητής επίσκοπος Μαϊουμά καί όσιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, αρκετά τροπάρια τά έγραψαν σέ χρόνο ενεστώτα καί χρησιμοποιούν συχνά τό χρονικό επίρρημα «σήμερον», όπως «Χριστός γεννάται, δοξάσατε...», «Η Παρθένος σήμερον τόν υπερούσιον τίκτει...», «Σήμερον γεννάται εκ Παρθένου ο δρακί τήν πάσαν έχων κτίσιν», «Σήμερον τίκτει η Παρθένος τόν Ποιητήν του παντός...», «Σήμερον δέχεται η Βηθλεέμ τόν καθήμενον διά παντός σύν Πατρί. Σήμερον Άγγελοι τό Βρέφος τό τεχθέν θεοπρεπώς δοξολογούσι...» κ.ά. Δικαιολογημένα θά ρωτούσε κάποιος γιά ποιόν λόγο τό έκαναν αυτό, αφού τό ιστορικό γεγονός της Γεννήσεως του Χριστού πραγματοποιήθηκε μία φορά πρίν από 2012 χρόνια καί κανονικά θά έπρεπε νά χρησιμοποιήσουν παρελθοντικό χρόνο. Τήν απάντηση μάς τή δίδει ο Όσιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, τονίζοντας ότι οι ρήτορες συνηθίζουν νά προφέρουν τά περασμένα πράγματα σέ χρόνο ενεστώτα, γιά νά τά δείξουν ως παρόντα στά μάτια των ακροατών καί ακολούθως νά τούς κάνουν περισσότερο θεατές παρά ακροατές[14]. Ο χρόνος μέσα στήν Εκκλησία σχετικοποιείται, καταργείται καί όλα τά παρελθόντα γίνονται παρόντα, γιά νά μπορούν οι πιστοί νά τά βιώνουν, σά νά πραγματοποιούνται ακριβώς αυτή τή στιγμή. Τό χρονικό γίνεται άχρονο, αιώνιο καί αΐδιο. Καί όχι μόνο τά παρελθόντα γίνονται παρόντα, αλλά καί τά μέλλοντα. Παράξενο αυτό! Πώς γίνεται ένα μελλοντικό γεγονός, πού δέν τό γνωρίζουμε καί δέν έχει πραγματοποιηθεί ακόμη, νά είναι παρόν; Είναι αυτή η κατάργηση καί σχετικοποίηση του χρόνου, πού αναφέραμε πιό πάνω. Στήν ευχή της Αναφοράς της Θείας Λειτουργίας ο λειτουργών ιερεύς λέγει : «Μεμνημένοι τοίνυν της σωτηρίου ταύτης εντολής καί πάντων των υπέρ ημών γεγενημένων, του σταυρού, του τάφου, της τριημέρου αναστάσεως, της εις ουρανούς αναβάσεως, της εκ δεξιών καθέδρας, της δευτέρας καί ενδόξου πάλιν παρουσίας». Θυμόμαστε, λέει, περασμένα γεγονότα, πού έχουν γίνει. Τήν Σταύρωση, τήν Ταφή, τήν Ανάσταση, τήν Ανάληψη. Μέχρι εδώ εντάξει. Αλλά, ας προσέξουμε τί λέει παρακάτω! Θυμόμαστε καί τήν Δευτέρα καί ένδοξη Παρουσία. Μά, είναι δυνατόν αυτό; Νά θυμόμαστε ένα μελλοντικό γεγονός, πού δέν έχει λάβει χώρα; Ένας φιλόλογος θά εξίστατο καί θά έλεγε ότι εδώ υπάρχει λάθος. Όμως, δέν είναι λάθος. Είναι ορθόν. Διότι, στήν Εκκλησία καί τήν Ορθόδοξη θεολογία τά γεγονότα όλα είναι παρόντα καί ο πιστός τά βιώνει εδώ καί τώρα. Καί γιατί ο πιστός δέν πρέπει νά κατανοεί τά πράγματα καί τά γεγονότα μόνο μέ τό μυαλό, μέ τή λογική, νοησιαρχικά, αλλά κυρίως ωφείλει νά μετέχει σ’αυτά καί νά τά βιώνει καρδιακώς.
Όντως, αγαπητοί μου, «μέγα τό της ευσεβείας μυστήριον», αναφωνεί ο Απόστολος των εθνών Παύλος, διότι «ο Θεός εφανερώθη εν σαρκί»[15]. Αυτό τό μέγα μυστήριο ας είναι η κύρια μελέτη καί τό εντρύφημά μας αυτές τίς άγιες ημέρες του ιερού Δωδεκαημέρου, ικετεύοντας παραλλήλως τό θείον Βρέφος της Βηθλεέμ νά μας ανοίξει τά πνευματικά μάτια της ψυχής μας, ώστε νά τό βιώσουμε καρδιακώς όσο τό δυνατόν βαθύτερα. Ας κάνουμε τίς καρδιές μας φάτνες ταπεινές, γιά νά υποδεχθούμε τόν ενανθρωπήσαντα Κύριο καί Σωτήρα μας, καί, όπως ο Χριστός καταδέχθηκε νά γεννηθεί ως νήπιον, έτσι κι εμείς ας γίνουμε νήπια όχι στήν ηλικία καί τήν φρόνηση, αλλά ας νηπιάσουμε ως πρός τίς αμαρτίες μας.
Αναρτήθηκε από nick στις 10:41 π.μ. Δεν υπάρχουν σχόλια:
Αποστολή με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
BlogThis!
Κοινοποίηση στο X
Μοιραστείτε το στο Facebook
Κοινοποίηση στο Pinterest
Η πρόκληση της γιορτής
Μέρες γιορτινές, και πόσο η γιορτή ανθρωπεύει τους ανθρώπους. Μια ελάχιστη ρωγμή στο προσωπείο της άμυνας που επιβάλλει η καθημερινότητα, κάποια γιορτινή αδεξιότητα στη σχέση, και ξαναβρίσκουμε στα πρόσωπα την ευαισθησία του παιδιού δίχως ντροπή και δίχως έλεγχο. Αυτή η τρυφερότητα της γιορτής σε μιαν ασήμαντη χειρονομία, στην έγνοια για ένα δώρο που θα αρέσει η στη συνειδητή ουτοπία των ευχών, δεν είναι μόνο ο,τι μπορεί να κρυφτεί κάτω από την ετικέτα του συναισθηματισμού. Είναι μια πρόκληση εξόδου σε ένα είδος αποκαλυπτικής γνησιότητας, που μπορεί να ελευθερώνει τόσο όσο και η αληθινά ερωτική αυτοπροσφορά.
Σε τέτοιες γιορτινές στιγμές ανθρώπινης απελευθέρωσης, θέλω να προλάβω να πω μιαν ευχή, σαν τις ευχές που λέμε στις στιγμές του φωτισμού που φέρνει ένα πεφταστέρι. Και θέλω η ευχή μου να μη σκοπεύει μονάχα το χρόνο, ένα χρόνο μακρό, μετρημένο σε χρόνια πολλά, αλλά να αγκαλιάζει και το χώρο, όπως τον αγκαλιάζει και το φως του αστεριού όταν σχίζει τη νύχτα. Δεν μπορώ να καταλάβω την αιωνιότητα δίχως το χώρο, το χώρο σαν τρόπο και όχι σαν τόπο ζωής, τρόπο σχέσης και ερωτικής αμεσότητας – όμοια με το χρόνο της αιωνιότητας, που υπερβαίνει το παρελθόν και το μέλλον στην αμεσότητα του παρόντος και διαρκεί ατελεύτητα σαν ερωτική πληρότητα.
πρόκληση γιορτής
Λοιπόν, η ευχή μου σε ένα διπλανό μου άνθρωπο και στην αποκαλυπτική στιγμή της γιορτινής τρυφερότητας, θα ήθελα να είναι μια πραγματική πρόκληση στην απωθημένη ευαισθησία, που μπορεί να αναστήσει το χώρο και το χρόνο σε αμεσότητα σχέσης. Δεν μιλώ για κοινωνική σχέση, ούτε καν για φιλία και κατανόηση. Μιλώ για την προοδευτική διεύρυνση της ευαισθησίας στα όρια της καθολικής κτίσης και της ανθρώπινης Ιστορίας, για την έξοδο από την ασφυκτική εγκύστωση στην πενιχρή ατομικότητα.
Και θέλω να βεβαιώσω τον αναγνώστη ότι δεν κάνω αισθητική με όλες αυτές τις φαινομενικά αφηρημένες εκφράσεις. Πιστεύω ότι είναι δώρο ανεκτίμητο (και σε αυτό το δώρο αναφέρεται η ευχή μου) να κατορθώσει ένας σημερινός άνθρωπος την εσωτερική ευρύτητα που χρειάζεται, για να δεχθεί την ευεργετική πρόκληση του κόσμου και της Ιστορίας, έτσι όπως την αξιώνεται η εποχή μας. Και αυτή η ευρύτητα μπορεί να κερδηθεί, έστω σαν πρώτη γεύση, σε κάποια στιγμή γιορτινής αμεσότητας, όταν ραγίζουν τα προσωπεία της εγωκεντρικής άμυνας. Σε αυτή την αμεσότητα αναδύεται η καθολικότητα του ανθρώπου, η αποκαλυπτική γνησιότητα της ύπαρξης πέρα από το χώρο και το χρόνο, η ανθρώπινη προσωπική μοναδικότητα σαν τρόπος υπάρξεως και όχι σαν αριθμητική μονάδα βιολογικής η κοινωνικής επιβίωσης.
Θα ευχόμουνα να θυμηθούμε στις φετινές γιορτές ότι ο Χριστός της Εκκλησίας (όχι ο Χριστός των ρομαντικών παραποιήσεων) είναι ο Νέος Αδάμ, ο άνθρωπος στις κοσμικές διαστάσεις του καθολικού τρόπου της υπάρξεως, που συγκεφαλαιώνει τη ζωή και την Ιστορία σε μιαν αμεσότητα σχέσης κτιστού και ακτίστου, χρόνου και αιωνιότητας. Και κάθε πιστός που βαφτίζεται μέσα στα στοιχεία της καινούργιας κτίσης του Θεού, στον τρόπο υπάρξεως του Χριστού, μπορεί να είναι ολάνοιχτος στη γιορτινή πρόκληση του κόσμου και της Ιστορίας, κάθε στιγμή ένας πρωτόπλαστος Αδάμ, με το παρθενικό βλέμμα της ερωτικής αμεσότητας. […]
Ακόμα και η τραγική πρόκληση της αμαρτίας του άνθρωπου, στα όρια του κόσμου και της Ιστορίας, μπορεί να μεταμορφώνεται σε γιορτή. Όχι σε οποιαδήποτε γιορτή, όχι σε απλή ευφραντική διέξοδο εγωκεντρικών συναισθημάτων, αλλά στην κατεξοχήν γιορτή του κόσμου και της Ιστορίας, που είναι η Σάρκωση του Θεού, η Γέννηση του Χριστού. Αυτό το αστέρι φωτίζει μόνιμα τη νύχτα του κόσμου, δείχνει την οδό στους σοφούς, που ξέρουν να προσκυνάνε μόνο τη σαρκωμένη Σοφία του Θεού, τη Σοφία που οικοδομεί, με το υλικό της ανθρώπινης αποτυχίας και αμαρτίας, την καινή πόλη της Βασιλείας, το σώμα του αναστημένου Αδάμ, την αμεσότητα της σχέσης κτιστού και ακτίστου, χρόνου και αιωνιότητας.
Γιανναράς Χρήστος, Εορτολογικά παλινωδούμενα, 1η έκδ., Αθήνα, Ακρίτας, 1999
Ἀπὸ τὴν Ἐδὲμ εἰς τὴν Βηθλεέμ
Ἀπορία ἀληθῶς καὶ κατάπληξις θὰ κατέλαβε τὰς οὐρανίας δυνάμεις ἄνωθεν τοῦ κήπου τῆς Ἐδέμ, ὅταν κατὰ τὴν ὥραν τῆς παραβάσεως ἔβλεπον τὸ ὑπεροχώτερον τῶν ἐπὶ γῆς δημιουργημάτων τοῦ Θεοῦ νὰ ὑποχωρῇ εἰς τοῦ πονηροῦ ὄφεως τὰς εἰσηγήσεις καὶ νὰ διολισθαίνῃ ἀπὸ τοῦ θείου του ὕψους εἰς τὴν σκοτεινὴν τῆς καταστροφῆς ἄβυσσον. Τὸ ἀριστούργημα λοιπὸν αὐτὸ τῶν χειρῶν τοῦ Πλάστου, ἡ θαυμασία καὶ λογικὴ εἰκὼν Αὐτοῦ κατεστράφη λοιπὸν; Καὶ ἠδυνήθη ὁ πανοῦργος ὄφις νὰ ματαιώσῃ τὴν βουλὴν τοῦ Ὑψίστου Θεοῦ καὶ νὰ ἐκμηδενίσῃ τὸ μέγα σχέδιον, τὸ ὁποῖον ἐν μεγάλῃ ἀγαθότητι καὶ εὐδοκίᾳ πρὸς τὸν ἄνθρωπον προέθετο πρὸ τῶν αἰώνων ὁ Θεός; Καὶ ἐστάθη ἰσχυρότερος καὶ ἱκανώτερος ὁ ὄφις, ὥστε τὴν γῆν, τὴν ὁποίαν ὡς κατοικητήριον εἰρήνης προηυτρέπιζεν ὁ Ὕψιστος, νὰ μεταβάλῃ διὰ μιᾶς εἰς θέατρον αἱματηρῶν συγκρούσεων καὶ ἀκαταπαύστου ταραχῆς καὶ ἀδιαλλάκτων διχονοιῶν;
Ἀναμφιβόλως αἱ οὐράνιαι Δυνάμεις οὐδαμῶς ἐκλονίσθησαν οὐδ’ ἐταλαντεύθησαν ἔστω καὶ πρὸς στιγμὴν ἐν τῇ πρὸς τὸν Πανάγαθον καὶ Παντοδύναμον Θεὸν πεποιθήσει καὶ ἐλπίδι των. Καὶ δὲν ἐκλονίσθησαν, καθόσον ἐνόησαν ὅτι τὸ γεγονὸς τῆς Ἐδέμ θὰ διήνοιγεν ἐνώπιον αὐτῶν νέους ὁρίζοντας, εἰς τοὺς ὁποίους θὰ ἐσπούδαζον ἀκόμη περισσότερον τὰ ἀνεξερεύνητα τῆς θείας Σοφίας καὶ τῆς θείας Ἀγαθότητος βάθη. Τί λοιπὸν θὰ ἐκαμνε τώρα ὁ Θεός; Καὶ πῶς τῆς τρομερᾶς ἀβύσσου, ἥτις ἠνοίχθη εἰς τὴν γῆν ἐξ αἰτίας τῆς παραβάσεως τοῦ Ἀδάμ, θὰ ἐκαλύπτετο τὸ ζοφῶδες χάσμα; Οἱ ἄγγελοι σιγῶσιν εὐλαβῶς. Συνέχουσι τὴν ἀπορίαν αὑτῶν ἐν πίστει πρὸς τὴν πανσοφίαν καὶ ἀγαθότητα τοῦ Θεοῦ καὶ ἀναμένουν.
Καὶ ἰδού, ἐφίσταται καιρός, καθ’ ὃν ὑπεράνω μιᾶς μικρᾶς τῆς Ἰουδαίας πόλεως οἱ ἄγγελοι θαμβοῦνται. Τί θὰ ᾐσθάνεσο σύ, ἀναγνῶστα μου, ἐὰν εἰσαγόμενος ἐν λαμπροτάτῃ τινὶ μοναδικοῦ μουσείου αἰθούσῃ, ὅπου τὰ σπανιώτερα τῆς ἀνθρωπίνης τέχνης ἀριστουργήματα ἐπιδείκνυνται, καθ’ ἣν στιγμὴν κατάπληκτος ἐνώπιον τοῦ ὑπεροχωτέρου ἐξ αὐτῶν θ’ ἀπεθαύμαζες τὴν τελειότητά του, ἔβλεπες αἰφνιδίως καὶ διὰ μιᾶς αὐτὸ ὑπὸ βασκάνου χειρὸς ὑπούλως προσωθούμενον καὶ ἀπὸ τοῦ ὕψους αὐτοῦ ἐπὶ τοῦ ἐδάφους εἰς μύρια συντρίμματα καταθρυμματιζόμενον; Ἀλλὰ καὶ τί θὰ ἐδοκίμαζες πάλιν, ἐὰν ὁ ὑπέροχος τοῦ καταφθαρέντος ἐκείνου ἀριστουργήματος καλλιτέχνης περισυλλέγων ἀπὸ γῆς τὰ συντρίμματα αὐτοῦ παρῆγεν ἐκ τοῦτων πρὸ τῶν ὀμμάτων σου διὰ τέχνης ἀγνώστου εἰς ἀνθρώπους, διὰ μεθόδων καταπλησσουσῶν, νέον τέχνης ἀριστούργημα πολὺ ὑπεροχώτερον τοῦ συντριβέντος; Ἰδοὺ τί ᾐσθάνθησαν οἱ ἄγγελοι ἄνωθεν τῆς Ἐδέμ ἰδόντες τὴν πτώσιν καὶ συντριβὴν τοῦ Ἀδὰμ καὶ ἰδοὺ τί δοκιμάζουσι τώρα οἱ αὐτοὶ ἄγγελοι ὑπεράνω τῆς Βηθλεέμ, βλέποντες τὸν νέον Ἀδάμ, τὸν Χριστόν, βρέφος γεννώμενον διὰ νὰ ἀνεγείρῃ καὶ ἀνυψώσῃ τὸν πεσόντα καὶ συντριβέντα Ἀδάμ.
Ἀπὸ τὴν Ἐδὲμ εἰς τὴν Βηθλεέμ
Ἐκεῖ, εἰς τῆν Ἐδέμ, ἀποροῦσιν. Ἐδῶ, εἰς τὴν Βηθλεέμ, θαυμάζουσιν. Ἐκεῖ καταπλήττονται. Ἐδῶ θαμβοῦνται. Ἐκεῖ θλίβονται, ἐδῶ ἀγάλλονται καὶ σκιρτῶσιν. Ἐκεῖ βλέπουν τὴν καταστροφὴν μιᾶς λαμπρᾶς δημιουργίας· ἐδῶ χαιρετίζουσιν ἐνθουσιωδῶς τὴν ἐμφάνισιν μιᾶς ἄλλης λαμπροτέρας καὶ ἐνδοξοτέρας κτίσεως. Πλῆρες ζόφου διηνοίγετο παρὰ τὴν πύλην τῆς Ἐδὲμ τὸ μέλλον τῆς ἀνθρωπότητος. Γεμάτη ἀπὸ παρηγόρους καὶ γλυκείας ἐλπίδας ἀνοίγει τώρα παρὰ τὸ σπήλαιον τῆς Βηθλεέμ ἡ νέα ἱστορία τοῦ κόσμου. Ἐὰν τότε ἡ ἄβυσσος τοῦ φθόνου καὶ τῆς κακουργίας τοῦ ὄφεως, τοῦ Πονηροῦ, ὑπερεκχειλίσασα κατεπλημμύρει τὴν γῆν, τώρα ὁ ζωογόνος ἥλιος τῆς θείας ἀγαθότητος καὶ σοφίας ἐκχύνει πλουσίως τὰς ἀκτίνας του καθ’ ὅλην τὴν οἰκουμένην.
Οἱ Ἄγγελοι τὸ βλέπουν, τὸ μελετοῦν, τὸ ἀντιλαμβάνονται. Καὶ θαμβούμενοι λοιπὸν καὶ καταπληττόμενοι καὶ θαυμάζοντες ἀνοίγουσι τὰ στόματα αὐτῶν καὶ τονίζουσιν ἐνθουσιωδῶς πρὸς τὸν Πανάγαθον Θεὸν ὕμνον δοξολογίας. Ἀπὸ ὁλόκληρον τὴν ἀναρίθμητον ἐκείνην στρατιάν, ἥτις κατὰ τὴν εἰρηνικὴν νύκτα τῆς γεννήσεως τοῦ ἀναμενομένου Παιδίου διασχίζει ἔκθαμβος τὸν οὐρανόν, τίποτε ἄλλο δὲν ἀκούεται παρὰ μόνον ἡ αντήχησις τοῦ χαρμοσύνου τούτου ὕμνου: «Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ καὶ ἐπὶ γῆς εἰρήνη, ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία».
Τρεμπέλας Π. Ν., (1991). Χριστός γεννάται, δοξάσατε, Αθήνα, εκδόσεις Ο ΣΩΤΗΡ.