Κυριακή 30 Μαρτίου 2025

Δοξαστικό Δ Νηστειών

Κυριακή Δ΄Νηστειών-Η ΑΛΗΘΙΝΗ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ

 Στην καρδιά της εκκλησιαστικής ασκητικής παράδοσης χτυπάει η περίφημη «Κλίμακα». Κορυφαίο βιβλίο αναφοράς για την ορθόδοξη πνευματικότητα, αξεπέραστο εδώ και χίλια πεντακόσια χρόνια, γραμμένο από έναν ασκητή-ορόσημο, τον άγιο Ιωάννη ηγούμενο του Σινά. Είναι τόσο σπουδαία η μορφή του και η πνευματική του σοφία που με χαρισματικό τρόπο αποτυπώνεται στο εν λόγω σύγγραμμά του, που η Εκκλησία τον προβάλλει εν μέσω της Μεγάλης Σαρακοστής σαν διαχρονικό πρότυπο πνευματικής ζωής (Κυριακή Δ΄ Νηστειών).


Από τον έκτο αιώνα και μετά λοιπόν ο άγιος Ιωάννης με τα ζωοποιά του νάματα, «ως πηγή ανεξάντλητος, αντλουμένη» συνεχώς και «χεομένη», αλλά παραμένουσα εσαεί «αδαπάνητος», ποτίζει και αυξάνει πνευματικά τα τέκνα της Εκκλησίας. Από την αρχή της Σαρακοστής στις ιερές μονές αρχίζει η καθημερινή ανάγνωση της «Κλίμακος». Διαβάζουμε στο βιβλίο του Τριωδίου ήδη από την Καθαρά Δευτέρα, την πρώτη μέρα της νηστείας: «Και ευθύς αναγιγνώσκομεν εις την Κλίμακα». Και λίγο παρακάτω: «Είτα γίνεται ανάγνωσις εις την Κλίμακα». Το βιβλίο σήμερα είναι ήδη μεταφρασμένο σε γλώσσα απλή και μπορεί και πρέπει ο κάθε Χριστιανός να το κάνει καθημερινό πνευματικό του εντρύφημα.


Ας παραθέσουμε όμως και κάποιο πολύτιμο μαργαριτάρι από τον ακένωτο αυτόν θησαυρό. Αναφερόμενος στη μετάνοια και την εξομολόγηση ο άγιος Ιωάννης, στέκεται στο λεπτό σημείο της ντροπής που μας κυριεύει, όταν πρόκειται να φανερώσουμε τα αμαρτήματά μας στον πνευματικό. Αυτό προέρχεται, λέει, από την υπερηφάνεια και την αλαζονεία μας. Και τί κάνουμε; Παρουσιάζουμε τα αμαρτήματά μας με πλάγιο τρόπο, σαν να τα έπραξε τρίτο πρόσωπο. 

Λέμε δηλαδή: Πάτερ, τί πρέπει να κάνει κάποιος, αν πέσει στο τάδε αμάρτημα; Όμως είναι αδύνατο να ξεφύγουμε από την απέραντη εκείνη αισχύνη (της τελικής κρίσης και της αιώνιας κόλασης), αν δεν καταφρονήσουμε τώρα εδώ την (προσωρινή) αισχύνη της εξομολόγησης.


Γύμνωνε, λοιπόν, γύμνωνε φανερά στον ιατρό τα ψυχικά σου σφάλματα. «Ειπέ και μη αισχυνθής, εμόν το τραύμα, πάτερ, εμή η πληγή». Από τη δική μου ραθυμία προκλήθηκε, όχι από άλλη αιτία. Κανένας άλλος δεν φταίει γι’ αυτήν, ούτε άνθρωπος, ούτε σατανάς, ούτε η ίδια η σάρκα, ούτε κάτι άλλο, «αλλ’ η εμή αμέλεια». «Και εξομολογούμενος, ως κατάδικος γίνου» με κάθε τρόπο, «τω ήθει, τω είδει και τω λογισμώ». Με τη συμπεριφορά, με την εμφάνιση, με τον λογισμό σου. Στάσου μπρος στον πνευματικό «εις γην νενευκώς», σκυφτός, βρέχοντας τα πόδια του, ει δυνατόν, με δάκρυα, σαν να είναι ο ίδιος ο Χριστός.


Ο διάβολος μας υποβάλλει σε τρεις πειρασμούς σε σχέση με την εξομολόγηση:

(α). Ή μας αποτρέπει τελείως από αυτήν, να μην εξομολογούμαστε καθόλου.

(β). Ή να εξομολογούμαστε αναφερόμενοι σε τρίτο πρόσωπο, σαν να αμάρτησε κάποιος άλλος και όχι εμείς.

(γ). Ή να εξομολογούμαστε μεν, να ρίχνουμε όμως σε άλλους το φταίξιμο για τις δικές μας αμαρτίες.


(Ιωάννου του Σιναΐτου, Κλίμαξ, Λόγος Δ΄, νε΄-νς΄. Βλ. και Νικηφόρου Καλλίστου Ξανθοπούλου, Εξήγησις σύντομος εις την Κλίμακα του Ιωάννου, εκδ. Ι. Μητροπόλεως Νικοπόλεως, Πρέβεζα 2002, σ. 132).

π. Δημητρίου Μπόκου

Από την απιστία στην παρρησία

 π. Πινακούλας, Αντώνιος


Κυριακή Δ΄ Νηστειών


Μάρκ. 9, 17-81


Ακούσαμε στο σημερινό ευαγγέλιο για το θαύμα που έκανε ο Χριστός όταν κατέβηκε από το όρος Θαβώρ, μετά τη Μεταμόρφωσή του. Τότε βρήκε τους μαθητές του και πάρα πολύ κόσμο, και κάποιος μέσα από τον κόσμο φώναξε και είπε στο Χριστό: «Έφερα το παιδί μου, που είναι άρρωστο, αλλά οι μαθητές σου δεν μπόρεσαν να το κάνουν καλά». Ο Χριστός είπε τότε τα σκληρά λόγια: «Ω γενιά άπιστη, μέχρι πότε θα είμαι μαζί σας; Πόσο καιρό θα σας ανέχομαι ακόμα;». Στη συνέχεια, διέταξε να φέρουν το άρρωστο παιδί και άρχισε μία συζήτηση με τον πατέρα. Ο πατέρας τον παρακάλεσε και του είπε: «Αν μπορείς να κάνεις κάτι, σπλαχνίσου μας και βοήθησέ μας». Ο Χριστός του απάντησε: «Αν μπορείς να πιστέψεις, όλα είναι δυνατά σε όποιον πιστεύει». Και στη συνέχεια θεράπευσε το παιδί.


απιστία


Έχει σημασία να καταλάβουμε τι σημαίνουν αυτά τα λόγια του Χριστού. Αυτά που είπε προς όλους, προς τους Μαθητές, προς τον πατέρα του παιδιού και προς τους άλλους ανθρώπους: «Ω γενιά άπιστη, μέχρι πότε θα είμαι μαζί σας; Πόσο καιρό θα σας ανέχομαι ακόμα». Και, ακολούθως, να δούμε γιατί ο Χριστός αντέστρεψε αυτό που ρώτησε ο πατέρας. Ο πατέρος είχε πει: «Αν μπορείς, βοήθησέ μας». Αυτό το «αν μπορείς» σήμαινε πως δεν πίστευε στο Χριστό όσο θα ’πρεπε, δεν πίστευε στο Θεό όσο ήταν αναγκαίο. Ο Χριστός όμως το αντιστρέφει λέγοντας: «Αν μπορείς να πιστέψεις, όλα είναι δυνατά σ’ αυτόν που πιστεύει». Τι σημασία έχουν αυτά τα δυο, τι σχέση έχουν μεταξύ τους αυτά που είπε, αυτά που είπε πρώτα και αυτά που είπε μετά, και τι σημαίνουν αυτά για μας;


Όταν είπε λοιπόν ο Χριστός «Γενιά άπιστη μέχρι πότε θα είμαι μαζί σας;» και «Πόσο καιρό ακόμα θα σας ανέχομαι;», εννοούσε ότι η κατάσταση αυτή που επικρατεί στη σχέση ανθρώπων και Θεού, ούτως ώστε οι άνθρωποι να είναι άπιστοι, δεν είναι η σωστή κατάσταση. Η κατάσταση αυτή είναι μία κατάσταση άρρωστη, προβληματική. Δεν είναι αυτό που θέλει ο Θεός να έχουν οι άνθρωποι μαζί του. Δεν είναι αυτό που θέλει εκείνος να τους συνδέει μαζί του. Αυτό που θέλει να τους συνδέει είναι η πίστη κι η εμπιστοσύνη. Αυτή την κατάσταση δεν μπορεί να την ανέχεται ο Θεός για πολύ καιρό ακόμα. Και με το «Πόσο καιρό ακόμα θα είμαι μαζί σας;» και «Πόσο καιρό ακόμα θα σας ανέχομαι;» εννοεί ότι η παρουσία του, το να ζει δηλαδή ανάμεσα στους ανθρώπους και να γίνεται θεατός από όλους, να βλέπει τους αρρώστους και να τους κάνει καλά, δεν μπορεί να συνεχιστεί επ’ άπειρον και η ανοχή του απέναντι σ’ αυτή την κατάσταση έχει ένα όριο. Ποιο είναι αυτό το όριο; Αυτό το όριο είναι ο Σταυρός του, ο θάνατός του.


Ο Χριστός θέλει να βαδίσει στο Σταυρό και στο θάνατο. Θέλει να τελειώσει αυτή η κακή σχέση των ανθρώπων με το Θεό, να γίνει όπως τη θέλει ο Θεός, γι’ αυτούς βέβαια που την αποδέχονται, γι’ αυτούς που θέλουν να είναι μαθητές του, που θέλουν να τον ακολουθούν, όχι για όλους. Γι’ αυτούς που θα αποδεχτούν και θα κάνουν θέμα δικό τους το Σταυρό του και το θάνατό του. Δηλαδή, με τα δυο αυτά ερωτήματα που έθεσε ο Χριστός ήθελε να δείξει ότι υπάρχει μία απειλή του Θεού, μια κρίση του Θεού πάνω στους ανθρώπους, πάνω στην απιστία των ανθρώπων, πάνω σ’ αυτή την κακή κατάσταση. Με την κατάσταση της απιστίας ο Χριστός δε συμβιβάζεται, απλά την ανέχεται για λίγο καιρό ακόμα. Και το χρονικό όριο αυτής της ανοχής είναι ο ίδιος ο Σταυρός του. Γιατί ο ίδιος σήκωσε πάνω του την προβληματική κατάσταση των ανθρώπων, αυτή την κατάσταση που γεννούσε απιστία, σήκωσε πάνω του την κρίση του Θεού. Ας θυμηθούμε τι λέει το Ευαγγέλιο αλλού, ενώ ο Χριστός πορεύεται στο Σταυρό: «νῦν κρίσις ἐστὶ τοῦ κόσμου». «Τώρα κρίνεται ο κόσμος, τώρα που εγώ ανεβαίνω στο Σταυρό και παίρνω πάνω μου τα προβλήματά σας και την απειλή του Θεού εναντίον σας, στην ίδια τη σάρκα μου, και σταυρώνομαι για σας». Αυτό θέλει να πει ο Χριστός. Αυτό ήταν το νόημα των λόγων του.


Στη συνέχεια, ας έρθουμε στη συζήτηση του Χριστού με τον πατέρα, έναν πατέρα κουρασμένο και αδύναμο, ο οποίος δεν έδειξε ούτε καν τα εξωτερικά στοιχεία της πίστης και της εμπιστοσύνης στο Χριστό. Αυτός ζητιάνεψε τη βοήθεια του Χριστού και είπε: «Αν μπορείς να κάνεις κάτι, βοήθησέ μας». Τι ήθελε να πει εδώ ο Χριστός λέγοντάς του: «Αν μπορείς να πιστέψεις, όλα είναι δυνατά σ’ αυτόν που πιστεύει»; Ο πατέρας βέβαια, όταν του μίλησε έτσι ο Χριστός, αμέσως άλλαξε και είπε: «Πιστεύω, βοήθησέ με, γιατί δεν έχω δυνατή πίστη. Πιστεύω, αλλά δεν μπορώ να πιστέψω περισσότερο, τόσο μπορώ να πιστέψω». Μήπως ο Χριστός ήθελε να τον αναγκάσει μπροστά στο μεγάλο του πρόβλημα να πιστέψει πιο πολύ; Όχι, τέτοια πίστη δεν τη θέλει ο Χριστός. Και η πίστη δεν μπορεί να γεννηθεί έτσι, μ’ αυτό τον τρόπο. Αλλά ο Χριστός ήθελε να πει: «Πριν εγώ σταυρωθώ, πριν πάρω πάνω μου την κρίση του Θεού εναντίον σας, δεν μπορείτε να πιστέψετε, είναι αδύνατον. Μπορείς να πιστέψεις; Αν μπορείς να πιστέψεις, όλα είναι δυνατά σ’ αυτόν που πιστεύει». Δε ρώτησε καν ο Χριστός· ένα συμπέρασμα έβγαλε. Έχει μεγάλη σημασία αυτό για μας, αγαπητοί αδελφοί. Το να πιστεύουμε στο Χριστό, να έχουμε εμπιστοσύνη στο Θεό και να δεσμευόμαστε απέναντι στις εντολές του έγινε δυνατό και μπορεί να γίνει πραγματικότητα από τότε που ο Χριστός ανέβηκε στο Σταυρό.


Ο Χριστός σταυρώθηκε μία συγκεκριμένη χρονική στιγμή, επί Ποντίου Πιλάτου. Δε διορθώθηκε αυτόματα η κακή σχέση του ανθρώπου με το Θεό. Διορθώθηκε όμως και διορθώνεται για όσους αποδέχονται το μυστήριο του Σταυρού πραγματικά. Πολλές φορές έχουμε την άποψη ότι ο Σταυρός του Χριστού είναι ένα γεγονός που συνέβη κάποτε και εμείς συμμετέχουμε σ’ αυτό μόνο και μόνο επειδή το μαθαίνουμε σαν ιστορία. Ο ευαγγελιστής όμως που ακούσαμε σήμερα φρόντισε να μας μεταφέρει με ζωντανό και παραστατικό τρόπο την ανάγκη συμμετοχής μας στο Σταυρό του Χριστού με διαφορετικό τρόπο. Γράφοντας τόσα χρόνια μετά τη σταύρωση, μας παρουσιάζει το Χριστό να απευθύνεται σε μας με το έντονο και προσωπικό ερώτημα: «Γενιά άπιστη, μέχρι πότε θα σας ανέχομαι;» Στο ερώτημα πρέπει να απαντήσουμε εμείς, εάν και μέχρι πότε θα αναβάλλουμε να κάνουμε το Σταυρό υπόθεση δική μας. Μέχρι τότε δε θα αντιλαμβανόμαστε ότι η απειλή και η κρίση του Θεού αφορά εμάς τους ίδιους.


Πώς μας αφορούν η απειλή του Θεού και η κρίση του; Η απειλή του Θεού έχει στόχο το κακό που μπήκε στον κόσμο με την παρέμβαση του διαβόλου και τη συγκατάθεση των ανθρώπων. Αυτό το κακό κατέστρεψε την καλή σχέση Θεού και ανθρώπων και αυτό το κακό έχει στόχο η απειλή του Θεού. Δεν απειλεί ο Θεός εμάς ως δημιουργήματά του. Από το κακό θέλει να μας απαλλάξει και να μας κάνει παιδιά του. Η κακή σχέση δεν είναι μόνο κάτι που αφορά τα συναισθήματά μας ή την καλή και κακή διάθεσή μας. Τι σημαίνει κακή σχέση το είδαμε στο σημερινό ευαγγέλιο. Φαίνεται στην αδυναμία των Μαθητών να απαλλάξουν το άρρωστο παιδί από την ψυχοσωματική αιχμαλωσία του διαβόλου. Και η αδυναμία αυτή, η απιστία όπως είπε ο Χριστός, προερχόταν από την επίδραση του διαβόλου στους μαθητές του Χριστού. Αυτή ήταν η αιτία της αδυναμίας τους, αυτό εμπόδιζε την προσευχή τους να φτάσει στο Θεό.


Και η κρίση του κόσμου πάνω στο Σταυρό πώς έγινε; Έγινε με το να φανερωθεί το αληθινό και το ψεύτικο. Αληθινό είναι η υπακοή στις εντολές του Θεού. Ψεύτικο είναι αυτό που φαίνεται ισχυρό, αυτό που φοβίζει μέχρι θανάτου, αλλά αποδεικνύεται τελικά κατάσταση εντελώς προσωρινή και έργο του διαβόλου. Αν ακολουθήσουμε το Χριστό στο Σταυρό του, αν τηρήσουμε τις εντολές του, ο Θεός μας χαρίζει την πίστη και ντυνόμαστε την παρρησία ενώπιόν του. Φοράμε την παρρησία, όπως φοράμε τα ρούχα μας, και δείχνουμε με το φυσικότερο τρόπο ότι είμαστε παιδιά του Θεού. Απευθυνόμαστε σ’ εκείνον όπως απευθύνεται ένα παιδί στον πατέρα του.


Αγαπητοί αδελφοί, όπως γράφουν τα βιβλία της Εκκλησίας μας, έξω από τον Παράδεισο ο άνθρωπος ήταν «γυμνός παρρησίας» μπροστά στο Θεό, δεν μπορούσε να εμφανιστεί μπροστά στο Θεό, δεν είχε την πίστη, δεν μπορούσε να του ζητήσει αυτά που έπρεπε και ήθελε να του ζητήσει. Δεν ήξερε καν τι έπρεπε να του ζητήσει. Παρρησία μπροστά στο θρόνο του Θεού, θάρρος και εμπιστοσύνη γεννήθηκαν και γεννιούνται μέσα μας από τότε που ο Χριστός ανέβηκε στο Σταυρό και από τη στιγμή που ο καθένας μας αξιώνεται και σηκώνει το δικό του σταυρό.


Αυτή η παρρησία, που μας την έδωσε ο Θεός, είναι ανάκτηση μιας δικής μας περιουσίας. Αποκτήσαμε αυτοσεβασμό και αξιοπρέπεια. Όχι με την έννοια αυτή που λέμε εμείς σήμερα για την αξιοπρέπεια, σαν μία κατάσταση καλής συμπεριφοράς και καλών τρόπων, αλλά σαν μία κατάσταση που ανήκει στη φύση μας. Αυτό που μας είχε δώσει ο Θεός. Να έχουμε αυτοσεβασμό, να σεβόμαστε την εικόνα μας, που είναι εικόνα του Θεού, που είμαστε εμείς οι ίδιοι, για να έχουμε την αξιοπρέπεια που μας έδωσε ο Θεός. Να στεκόμαστε δηλαδή μπροστά στο Θεό με εμπιστοσύνη και με παρρησία. Αυτά ήθελε ο Θεός για μας. Αυτά έδειξε ο Χριστός θεραπεύοντας αυτό το παιδί και μιλώντας στους ανθρώπους που το συνόδευαν, στον πατέρα και στους μαθητές του. Είθε, αγαπητοί αδελφοί, στο υπόλοιπο της Σαρακοστής που μας μένει ακόμα, μελετώντας το Πάθος του Χριστού, να αξιωθούμε κι εμείς να κατανοήσουμε κάτι από το μυστήριο του Σταυρού του Χριστού.


π. Πινακούλας, Αντώνιος, Το πηγάδι και η πηγή: Κηρύγματα στις Κυριακές της Μ. Σαρακοστής και του Πάσχα, 1η έκδ., Αθήνα, Εν πλω, 2008.

Ο όσιος Ιωάννης της Κλίμακος

 Γεώργιος Δορμπαράκης


(Κυριακή Δ΄ Νηστειών)


Η Κυριακή Δ΄ Νηστειών είναι αφιερωμένη από την Εκκλησία μας στον μεγάλο ασκητικό διδάσκαλο άγιο Ιωάννη τον Σιναΐτη, τον επονομαζόμενο της Κλίμακος, λόγω του γνωστού βιβλίου που έχει γράψει με τον τίτλο αυτόν: «Κλίμαξ». Θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως ο άγιος της Σαρακοστής, αφού το βιβλίο του αποτελεί το βασικό ανάγνωσμα της περιόδου αυτής στα μοναστήρια μας, αλλά και σε πολλούς Χριστιανούς μέσα στον κόσμο. Κι αυτό σημαίνει ότι ένα ασκητικό κείμενο μπορεί να είναι γραμμένο πρωτίστως για τους καλογέρους, δεν παύει όμως να αποτελεί εντρύφημα, όπου μπορεί να εφαρμοστεί, για κάθε πιστό που διψάει γνήσια ευαγγελική τροφή. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ο μοναχισμός για την Εκκλησία μας συνιστά, πρέπει να συνιστά, την ακραιφνέστερη έκφραση της συνεπούς χριστιανικής ζωής. Κι αυτό από την άποψη αυτή αποτελεί οδοδείκτη για κάθε χριστιανό.


Ο άγιος Ιωάννης καταρχάς, για τον οποίο δεν έχουμε πολλά βιογραφικά στοιχεία, νεαρός, 16 ετών περίπου, έγινε μοναχός στο όρος Σινά, στη Μονή της αγίας Αικατερίνης, αφού ήδη είχε μάθει αρκετά γράμματα. Επί 19 έτη παρέμεινε υποτακτικός ενός σπουδαίου Γέροντος, του αββά Μαρτυρίου, στον οποίο έκανε αδιάκριτη υπακοή, οπότε μετά τον θάνατό του απεσύρθη σε ερημική τοποθεσία, οκτώ χιλιόμετρα μακριά από τη Μονή, στην οποία και έζησε επί σαράντα χρόνια. Εκεί έζησε οσιακή ζωή, υπερβαίνοντας με τη χάρη του Θεού τα ψεκτά πάθη του και αποκτώντας όλα τα χαρίσματα του Θεού, και κυρίως την ταπείνωση και την αγάπη. Μετά τα σαράντα χρόνια παρακλήθηκε να γίνει ηγούμενος της Μονής, γεγονός που αποδέχθηκε, και παρέμεινε στο αξίωμα αυτό για κάποια χρόνια, οπότε θέλησε και πάλι να αποσυρθεί στην αγαπημένη του ησυχία και μετ’ ολίγο κοιμήθηκε.


Ο όσιος Ιωάννης της Κλίμακος


Έχουν διασωθεί διάφορα θαυμαστά γεγονότα από τη ζωή του που φανερώνουν την ιδιαίτερη χάρη που είχε από τον Θεό, αλλά τα μεγαλύτερα θαύματά του σχετίζονται με τις μεταστροφές των καρδιών που προξενούν τα θεόπνευστα κείμενά του, κάτι που μπορεί ο οιοσδήποτε χριστιανός να διαπιστώσει, όταν αρχίσει με γνήσια διάθεση να τα μελετά. Είναι γνωστό άλλωστε ότι οι άγιοι που με τα κείμενά τους βοηθούν τους συνανθρώπους τους έχουν πρωτίστως ως χάρισμα «θαυματουργίας» ακριβώς τη δύναμη των λόγων τους και όχι τα γνωστά θαύματα σωματικών ιάσεων άλλων αγίων. Και εξηγήσαμε παραπάνω ότι κείμενα του αγίου Ιωάννου δεν είναι μόνο για τους μοναχούς γιατί μπορεί να γράφτηκαν κυρίως γι’ αυτούς, όμως η ωφέλεια που εισπράττει και ο κοσμικός λεγόμενος χριστιανός δεν είναι μικρή. Γι’ αυτό και αγαπήθηκε η «Κλίμακα» του σ’ Ανατολή και Δύση και θεωρείται το σπουδαιότερο σε κυκλοφορία βιβλίο μετά την Αγία Γραφή.


Από τα θαυμαστά περιστατικά που καταγράφηκαν εν όσω ζούσε μνημονεύουμε δύο:


Το πρώτο, όταν ήταν στην έρημο κι είχε δεχθεί έναν υποτακτικό, ονόματι Μωϋσή. Κάποια φορά, σε διακόνημα ευρισκόμενος ο νεαρός υποτακτικός, κουράστηκε κάτω από τον καυτό ήλιο του Αυγούστου και κάθισε να ξεκουραστεί στον ίσκιο μεγάλης πέτρας, οπότε και τον πήρε ο ύπνος. Την ίδια ώρα ο άγιος Ιωάννης είδε σε όραμα κάποιον που του έλεγε ότι κινδυνεύει ο μαθητής του. Αμέσως άρχισε έντονη προσευχή γι᾽ αυτόν και μετά από λίγο κατέφθασε και ο υποτακτικός, αναγγέλλοντάς του τη φοβερή αγωνία που πέρασε, καθώς ξύπνησε ξαφνικά από τη φωνή του αγίου Ιωάννη, που τον καλούσε να εγκαταλείψει αμέσως τον τόπο που βρισκόταν. Πράγματι, το έκανε και στη στιγμή έπεσε στον τόπο αυτό η μεγάλη πέτρα, χωρίς βεβαίως ο ίδιος να πάθει κάτι. Ο άγιος Ιωάννης ανελύθη σε δοξολογίες προς τον Θεό, χωρίς όμως να αναφέρει και το τι προηγήθηκε στο μαθητή του.


Το δεύτερο: την ημέρα της ενθρονίσεώς του ως ηγουμένου ήλθαν στη Μονή περί τα 600 άτομα. Όλοι έβλεπαν να υπηρετεί σε όλα τα διακονήματα κάποιος σαν ιουδαίος, με κοντό μαλλί, που έτρεχε πάνω κάτω και για τα πάντα. Στο τέλος της ημέρας τον ανεζήτησαν, αλλά δεν τον βρήκαν πουθενά. Και στην απορία τους, όταν απευθύνθηκαν στον ηγούμενο, τον άγιο Ιωάννη, εισέπραξαν την απάντηση: Τι πιο φυσικό να υπηρετεί το δικό του τόπο ο προφήτης Μωϋσής;


Το βιβλίο του «Κλίμαξ», είπαμε, προξενεί το πραγματικό και μεγαλύτερο θαύμα: τη μεταστροφή των καρδιών, τη δημιουργία μετανοίας στον άνθρωπο. Και δίνει την απάντηση στο πως αποκτάται η πραγματική και γνήσια πίστη που ζητά ο Χριστός: «Τὸ εἰ δύνασαι πιστεῦσαι, πάντα δύνατά τῷ πιστεύοντι»! Δεν θέλουμε να πούμε πολλά. Θα σημειώσουμε όμως επιγραμματικά αυτά που θίγει, από τους 30 λόγους του – σκαλοπάτια στην πνευματική ζωή, στον πρώτο και στον τελευταίο λόγο του.


Ο πρώτος, η αποταγή: δεν μπορεί κανείς να προσεγγίσει τον Θεό, χωρίς να πει όχι στην αμαρτία και μάλιστα στα εγωϊστικά θελήματά του. Γιατί αυτά τα θελήματα μας κρατούν δέσμιους στον αμαρτωλό κόσμο. Όπως το λέει και όσιος Ποιμήν: «Το θέλημά μου είναι χάλκινο τείχος που με χωρίζει από τον Θεό»!


Κι ο τελευταίος: η αγάπη. Η αγάπη που αποτελεί το επιστέγασμα των πάντων στη χριστιανική πίστη, αφού ό,τι λέμε και κάνουμε σ’ αυτήν, είτε προσευχή είτε νηστεία είτε μελέτη είτε οτιδήποτε άλλο, αν δεν καταλήγει στην αγάπη, δεν έχει νόημα. Και τούτο, γιατί αγάπη είναι ο ίδιος ο Θεός. Κι αυτό σημαίνει: η πίστη που ζητά ο Χριστός και κινητοποιεί τον Θεό και βγάζει και δαιμόνια, προϋποθέτει την άρνηση του εγωισμού του ανθρώπου και τη στροφή του στη ζωή του Θεού, την αγάπη. Στο βαθμό που ο άνθρωπος αγαπά, και μάλιστα τον όποιο συνάνθρωπό του, τόσο και αυξάνει η πίστη του, όπως το διακηρύσσει και ο απ. Παύλος: «πίστις δι᾽ ἀγάπης ἐνεργουμένη»!




Γεώργιος Δορμπαράκης, Του Πάθους και της Ανάστασης, 1η έκδ., Αθήνα, Αρχονταρίκι, 2014.

Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος της ερήμου το γόνιμον

 Π.Β. Πάσχος


Την Δ΄ Κυριακή των Νηστειών η Ορθόδοξη Εκκλησία μας γιορτάζει τη μνήμη του οσίου Ιωάννου του συγγραφέως της Κλίμακος. Όπως είναι γνωστό, η μνήμη του τελείται στις 30 Μαρτίου, αλλά οι άγιοι Πατέρες καθόρισαν η ακολουθία του να ψάλλεται την Δ΄ Κυριακή των Νηστειών· ίσως επειδή όλον αυτό τον καιρό της νηστείας, στα περισσότερα ορθόδοξα Μοναστήρια, κατά μία παλαιά παράδοση, αναγιγνώσκεται συνέχεια το κατανυκτικότατο και πνευματικότατο έργο του, που λέγεται «Κλίμαξ» ή «Κλίμακας».


Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος


Ο άγιος Ιωάννης «της Κλίμακος», όπως τον ονομάζουν τα εκκλησιαστικά μας βιβλία, είναι από τις μεγαλύτερες φυσιογνωμίες του ασκητισμού της Ανατολικής Εκκλησίας και έλαμψε σαν ένα λαμπερό αστέρι στο πνευματικό στερέωμα τον ΣΤ΄ με Ζ΄ αιώνα. Σε ηλικία δεκάξι χρονών, αφού σπούδασε καλά την «εγκύκλιον και εξωτερικήν σοφίαν», φεύγει για το αγιασμένο βουνό του Σινά, όπου έζησε με άσκηση μεγάλη και υποταγή, κοντά σε εμπειρότατο γέροντα. Μετ’ από τρία χρόνια, δεκαεννιά χρονών, ο νέος ασκητής της «υποταγής» φεύγει στην έρημο για το στάδιο της «ησυχίας». Ο θείος έρωτας που φλογίζει τη καρδιά του, δεν αφήνει τίποτε να μπει ανάμεσα σ’ αυτόν και «ὅν ἠγάπησεν ἡ ψυχή του» Θεό. Θέλει να είναι μόνος του, σε μια σχισμή ενός «απορρώγος βράχου», ανάμεσα ουρανού και γης, και να σκέπτεται, να συλλογίζεται, να προσεύχεται, να συνομιλεί, να δίνεται μοναδικά και ολοκληρωτικά στο Νυμφίο της ψυχής του, το Χριστό: «ἐκστατικός ὁ θείος ἔρως, οὐκ ἐῶν ἑαυτῶν εἶναι τοὺς ἐραστάς, ἀλλὰ τῶν ἐρωμένων», κατά την μυστικότατη φράση του αγίου Διονυσίου του Αρεοπαγίτου. Εκεί στην έρημο του Σινά, μέσα στην ασκητική μοναξιά και τον ευλογημένο έρωτα του «ἀκροτάτου ἐφετοῦ», πέρασε ο άγιος Ιωάννης, σαράντα ολάκερα χρόνια.


Αυτό το πράγμα, δύσκολα μπορεί να το νιώσει ο σημερινός άνθρωπος, ακόμα κι αρκετοί χριστιανοί. Πώς μπορεί να περάσει μια ζωή ολόκληρη ένας άνθρωπος, έξω από τους ανθρώπους; Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα, απαιτεί πολύ χρόνο και θα μας πήγαινε πολύ μακριά, αυτή τη στιγμή. Εκείνο που πρέπει να λεχθεί τώρα είναι τούτο, ότι ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος, όταν κατάλαβε ότι τα πράγματα, τα αντικείμενα και τα πρόσωπα, ακόμα και τα πιο πνευματικά, -τα «ομότροπα», κατά την έκφραση του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά- τον απασχολούσαν έστω και για λίγο μακριά απ’ το Θεό, τα θεώρησε όλα «σκύβαλα» και εγκαταβίωσε σε ένα απομακρυσμένο κελί της ερήμου του Σινά. Πραγματικά, μεγάλη είναι η δύναμη, που μας κρατάει δεμένους με τον κόσμο ή με την δυσκολόφευγη αμαρτία του κόσμου. Αλλά, όταν η αγάπη του Χριστού κυριέψει τη καρδιά μας, περιτρέχουμε με ανήσυχη τη ψυχή, δρυμούς και λειμώνες, άνυδρες ερήμους και απρόσιτες βραχοκορφές, όπου οι δεσμοί μας με τη γη χαλαρώνονται και η θεία μέθεξη ,μας κάνει να ψιθυρίζουμε τα φοβερά εκείνα λόγια του Αποστόλου Παύλου: «Τίς ἡμᾶς χωρίσει ἀπὸ τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ; Θλῖψις ἤ στενοχωρία ἤ διωγμός ἤ λιμός ἤ γυμνότης ἤ κίνδυνος ἤ μάχαιρα; Πέπεισμαι γὰρ ὅτι οὔτε θάνατος, οὔτε ζωή, οὔτε ἄγγελοι, οὔτε ἀρχαί, οὔτε δυνάμεις, οὔτε ἐνεστῶτα, οὔτε μέλλοντα, οὔτε ὕψωμα, οὔτε βάθος, οὔτε τις κτίσις ἑτέρα δυνήσεται ἡμᾶς χωρίσαι ἀπὸ τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ, τῆς ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ τῷ Κυρίῳ ἡμῶν».


Τώρα πια ο πνευματικός δεσμός του αγίου Ιωάννου με το Θεό είναι τέτοιος, που θα μπορούσε να πει τα λόγια του ιερού Αυγουστίνου: θα ήταν προτιμότερο για μένα να μην υπάρχω καθόλου, παρά να είμαι δίχως το Χριστό -«ἄμεινον ἦν μοι μηδαμῶς εἶναι, τοῦ Ἰησού ἄνευ εἶναι»! Γι’ αυτό και όταν οι Μοναχοί της Ιεράς Μονής του Σινά τον κάλεσαν, εκτιμώντας τη σοφία του και την αγιότητά του, και τον έκαναν Ηγούμενό τους, εκείνος, που είχε ζήσει τόσο καιρό στη γλυκεία έρημο, μελετώντας και μιλώντας μοναχά με το Θεό, δεν μπόρεσε ν’ αντέξει, και έφυγε πάλι για να βρει την έρημό του. Εκεί συνέχισε, με την πηγή των δακρύων του την ακατάπαυστη, να γεωργεί της ερήμου το άγονο και, με τη χάρη του Θεού, να απολαμβάνει εκατονταπλασίονα καρποφορία από τους πνευματικούς πόνους του, όπως μας δείχνει η «ουρανοδρόμος Κλίμαξ», που μας άφησε, πνευματική κληρονομιά ανεκτίμητη και αξεπέραστη.


***


Όλη η αγία πείρα και οι μυστικές εμπειρίες του αγίου Ιωάννου, βρίσκονται στην «Κλίμακά» του, που με πολλή ταπείνωση έγραψε, όταν του ζητήθηκε, σχεδόν κατ’ επιταγή, από τον ηγούμενο της Μονής Σινά Ιωάννην. Εκεί στη «Κλίμακα» φαίνεται, ότι ανέβηκε στο όρος Σινά και εισήλθε, ωσάν νέος θεόπτης Μωϋσής, στο θείον και άδυτον γνόφον· διάβηκε με το νου του τα σκαλοπάτια της ουράνιας κλίμακος· έφτασε στο Θεό με τον καθαρό και άγιο λογισμό του, κι αφού δέχτηκε το θείο φωτισμό, μας έδωσε τις νέες θεοχάρακτες πλάκες, με τις οποίες μπορούμε κ’ εμείς να ανεβούμε την πνευματική σκάλα που φέρνει στο Θεό. Θα προτιμούσα όμως να λιγοστέψουν τα φτωχά δικά μου σχόλια, και να σας δώσω μερικά μόνο κομμάτια, σε κατανυκτική μετάφραση και γλώσσα, απ’ το αριστούργημα της ασκητικής φιλολογίας, που λέγεται «Κλίμαξ» – το γνωστό έργο του Ιωάννου.


Ιδού, έν’απόσπασμα από το λόγο του για την καλοσύνη. «Εις τες ήμερες καρδίες αναπαύεται ο Θεός, μα εις τες άγριες κάθεται ο διάβολος. Οι ήμεροι και εύσπλαγχνοι, θέλουσι κάθεσθαι άφοβα εις τον τόπον τους, και θέλουσι κληρονομήσει και την δόξαν την ουράνιον. Μα οι ανήμεροι και άσπλαγχνοι θέλουσι κουρσευθή από την γην τους και από τα γονικά τους, και να αποκτήσουν ατιμίαν αιώνιον. Η ήμερη ψυχή είναι καθέδρα καλοσύνης, μα η σκληρά και απάνθρωπος είναι εργαστήριον της πονηρίας. Η ήμερη ψυχή είναι βρύση της σοφίας, και ποτίζει του λόγου της και τους άλλους θεϊκήν γνώσιν, ωσάν πώς μας το λέγει ο ψαλμός: “ὁδηγήσει πραεῖς ἐν κρίσει”. Ο Κύριος οδηγά και διδάσκει πάντα τους ήμερους να κρίνουσι και να διαλέγουσι το καλόν και το κακόν, και να το φανερώνουν και εις τους άλλους. Μα τους άτυχους και σκληροκάρδιους, τους σκοτίζει ο δαίμονας να τρέχουν εις τα κακά και τα άδικα, και να σύρουν και αμπώθουν και τους ομοίους τους. Η ήμερη και ίσια ψυχή, έχει σύντροφον την ταπείνωσιν, μα η πονηρή είναι σκλάβα της υπερηφανείας. Η ήμερη ψυχή γεμώνει αγίαν γνώσιν, μα η αυστηρή και σκληρά, τυφλώνεται από σκότος και αγνωσίαν… Από την ημερότητα ακολουθεί η απλότης η οποία είναι μία άκακη και παστρική καρδία, και ζωή απονήρευτη, και συνήθεια ασκανδάλιστη και ορθή καλοσύνη, όπου γίνεται εις την ψυχήν από την θεϊκήν βοήθειαν και ανθρωπίνην σπουδήν και κόπον…»


***


Από το λόγο του για τη πολυφαγία, που για την εποχή μας έχει καταπληκτικήν επικαιρότητα, μεταφέρουμ’ εδώ ένα μικρό κομμάτι: «Η κοιλία μοναχή της είναι όπου σηκώνει ταις ανεμοταραχαίς και όλα τα κύματα και μας καταποντίζουν. Και από τούτην έχουσιν όλα τα πάθη την αρχήν και την κίνησιν, να μας βυθίζουν εις ταύτην τη σιχαμερήν θάλασσαν και να μας πνίγουσιν. Εκείνος όπου νηστεύει, είναι καθαρός ο νους του και έξυπνος εις την προσευχή του προς τον Θεόν. Μα εκείνος όπου χορταίνει, γεμώνει ο νους του όλο σιχαμερούς λογισμούς και πρόσωπα. Η χόρτασις της κοιλιάς ξηραίνει τα δάκρυα, μα η πείνα της τα γεννά και αν θέλεις δάκρυα νήστευε. Όποιος θέλει να χορταίνει τη κοιλίαν του, και να νικά και το δαίμονα της πορνείας, είναι όμοιος εκείνου που θέλει να σβήσει ένα μεγάλο καμίνι και αφανόν με το λάδι· διατί, καθώς το λάδι ανάπτει την φλόγα, έτσι και η πολυφαγία τη σαρκικήν πύρωσιν. Όταν πεινά και θλίβεται η κοιλία, τότε ταπεινώνεται η καρδιά· μα όταν χορταίνει και χαίρεται, υπερηφανεύεται ο λογισμός και υπερυψώνεται… Η νηστεία είναι ένα σπαθί που κόπτει τους κακούς λογισμούς από την ψυχήν, και την ελευθερώνει από τα σιχασερά όνειρα και φαντάσματα· και την κάνει να στέκεται ήσυχη και ασύγχυστη εις την προσευχήν, και να φωτίζεται από το Θεόν, και να φυλάσσει τον νουν της· και να έχει ανοιχτά τα μάτια της, και να κατανύγεται και να αναστενάζει, να κλαίει με δάκρυα και ταπείνωση και να συντρίβει πασίχαρη τη καρδίαν, και να παύει τη πολυλογίαν, και να ησυχάζει με σιωπήν, και να κρατά ξέγνοιαστον και ύγειον το κορμί, διατί -καθώς το βεβαιώνουσιν οι ιατροί- η νηστεία είναι μητέρα της υγείας· και προξενά την καθαρότητα, και διώχνει τας αμαρτίας, και ανοίγει την πόρταν του Παραδείσου».


***


Ω, να μπορούσε κάθε άνθρωπος, που θέλει να λέγεται πνευματικός, να διαβάζει λίγες σελίδες από την «ουρανοδρόμο Κλίμακα» του αγίου Ιωάννη! Θα καταλάβαινε, πως, πάνω από τις ανθρώπινες αδολεσχίες και τα παιχνιδίσματα του λόγου και των λέξεων, που κάνουν δύσκολη τη θεολογία της Εκκλησίας μας κι απομακρύνουν τον πιστό από τον ίσιο και απλό δρόμο, επάνω απ’ όλα αυτά υπάρχει η απλή αλήθεια και η πνευματική ομορφιά, όπως την έπλασε ο Θεός και όπως την είδαν όσοι απόχτησαν, με αγώνα και άσκηση, καθαρή καρδία και θεωμένο λογισμό και νου. Όλες οι δυσκολίες και τα δυσνόητα και τα δύσληπτα γίνονται τότε απλά, καταληπτά, εύκολα, όπως στον άγιο Ιωάννη της Κλίμακος, για τον οποίο μπορούμε να πούμε το Πατερικό «δογμάτων βυθὸς μέγας· νοῦς δὲ ἀσκητοῦ, ἐν αὐτοῖς ἀκινδύνως ἅλλεται».




Π.Β. Πάσχος, Έρως Ορθοδοξίας, εκδ. Ε΄ Αποστολικής Διακονίας, Αθήνα 2006.

Η πορεία προς τη συνάντηση με το Χριστό είναι μια κλίμακα

 π. Φιλόθεος Φάρος


Η πορεία προς τη συνάντηση με τον αναστημένο Χριστό είναι μια ανοδική κλίμακα ανεξάντλητη. Όπως ο Θεός είναι απεριόριστος και η δυνατότητά μας να Τον συναντήσουμε και να ενωθούμε μ’ αυτόν είναι απεριόριστη. Η δυνατότητα που υπάρχει για να ενωθεί ο άνθρωπος με το Θεό δεν εξαντλήθηκε και δεν θα εξαντληθεί ποτέ από κανέναν ούτε στη γη ούτε στον ουρανό.


Μέτρο και σκοπός της πνευματικής ζωής είναι το ποσοστό αυτής της ενώσεως του ανθρώπου με το Θεό και αρετή είναι η έκφραση αυτής της ενώσεως. Όπως δεν μπορούμε να μιλάμε για το αν ενωθήκαμε ή όχι με το Θεό αλλά για το πόσο ενωθήκαμε, έτσι δεν μπορούμε να μιλάμε για το αν έχει ή δεν έχει ένας άνθρωπος μια αρετή, αλλά πόσο την έχει. Η αρετή δεν έχει όρια, λέει ο Γρηγόριος Νύσσης στο βίο του Μωυσέως, και το μόνο όριο της αρετής είναι ότι δεν έχει όρια. Η νομική θεώρηση της αρετής είναι αδύνατη μέσα στο πνεύμα του Χριστού και η αξίωση από τον άνθρωπο για μια νομική πραγμάτωση της αρετής είναι τα «βαρέα φορτία και δυσβάστακτα» που βάζουν στους ώμους των ανθρώπων οι υποκριτές που κλείνουν έτσι τη βασιλεία των ουρανών έμπροσθεν των ανθρώπων «και αυτοί οι ίδιοι δεν μπαίνουν σ’ αυτή αλλά εμποδίζουν και όσους θέλουν να μπουν» (Ματθ. 23, 4, 14).


κλίμακα


Κάθε άνθρωπος μπορεί να επιδιώξει την αρετή ανάλογα με το επίπεδο της πνευματικής του αναπτύξεως και ανάλογα με το πόσο έχει αναπτύξει τη σχέση του με το Θεό.


Δεν μπορούμε να ζητάμε από κανέναν κάτι που προϋποθέτει ένα υψηλότερο επίπεδο πνευματικής αναπτύξεως, και ο Θεός δεν κρίνει τον άνθρωπο από τα αποτελέσματα αλλά από το κατά πόσο η προσπάθειά του είναι εκείνη που είναι δυνατή για το επίπεδό του. Γι’ αυτό στα μάτια του Θεού μικρότερα αποτελέσματα, όπως ο οβολός της χήρας, έχουν μεγαλύτερη αξία από άλλα εντυπωσιακότερα, που όμως είναι κατώτερα εκείνων που μπορούσαν να επιτύχουν αυτοί που τα πραγματοποίησαν.


Με ανάλογο τρόπο και κριτήρια θα πρέπει να αντιμετωπίσει κάθε χριστιανός το συνάνθρωπό του και με την απαραίτητη ευαισθησία που θα του επιτρέψει να υπολογίσει σωστά τις δυνατότητές του σε μια ορισμένη στιγμή της ζωής του.


Ήλθαν κάποτε ορισμένοι μοναχοί στον αββά Αντώνιο που είχε αυτή την ευαισθησία και του λένε: Πες μας λόγο για να σωθούμε. Ο Γέροντας τους λέει: Ακούσατε τη Γραφή; αυτό είναι αρκετό. Εκείνοι όμως είπαν: Θέλουμε ν’ ακούσουμε κι από σένα, γέροντα. Εκείνος τότε τους είπε: το Ευαγγέλιο λέει· «ἐάν τίς σε ραπίσῃ εἰς τὴν δεξιάν σιαγόνα, στρέψον αὐτῷ καὶ τὴν ἄλλην». Εκείνοι του λένε: Δεν μπορούμε να το κάνουμε αυτό. Τους λέει ο Γέροντας: Αν δεν μπορείτε να στρέψετε και την άλλη σιαγόνα, υπομείνατε το ράπισμα στη μία. Του λένε εκείνοι: Ούτε αυτό μπορούμε να κάνουμε. Τους λέει ο Γέροντας: Αν ούτε αυτό δεν μπορείτε, μη δώσετε αυτό που πήρατε. Και αυτοί είπαν, ούτε αυτό μπορούμε. Λέει ο Γέροντας στο μαθητή του: Φτιάξε τους λίγη σούπα γιατί είναι άρρωστοι. Εάν αυτό δεν μπορείτε να το κάνετε και εκείνο δεν θέλετε να το κάνετε, τι να σας κάνω; Ανάγκη προσευχής.[1]


Αυτοί που βλέπουν τις εντολές του Χριστού νομικά και πιστεύουν ότι τις τηρούν, παίζουν ένα θανάσιμο παιχνίδι με τον εαυτό τους, γιατί αυτοεξαπατούνται ότι έχουν προχωρήσει πολύ στην πορεία για τη συνάντηση με τον αναστημένο Χριστό, ενώ στην πραγματικότητα λατρεύουν το καθρέφτισμα του ίδιου του εαυτού τους σαν το Νάρκισσο. Αλλά και στους άλλους κάνουν ένα τρομερό κακό. Τους δίνουν την εντύπωση ότι η πλήρης τήρηση των εντολών είναι δυνατή και ότι επομένως η δική τους ανικανότητα να την επιτύχουν είναι απόδειξη μιας φοβερής κατάντιας, μιας οντολογικής διαστροφής που δεν έχει θεραπεία και αυτό τους οδηγεί στην απόγνωση και στην εγκατάλειψη κάθε προσπάθειας να πλησιάσουν και να συναντήσουν τον αναστημένο Χριστό.


Ο Κοσμάς ο Αιτωλός που βλέπει την πορεία προς το Χριστό σαν μια ανεξάντλητη κλίμακα, όπως όλοι οι Πατέρες της Ανατολής, καταστρέφει τη θανάσιμη ψευδαίσθηση των πρώτων και ξαναζωντανεύει τις νεκρωμένες ελπίδες των τελευταίων, λέγοντας:


«Ακούσατε, αδελφοί μου, τι λέγει ο Κύριός μας; Λέγει έτσι: Καθώς εγώ εγεννήθηκα και εβάλθηκα εις το παχνί των άλογων ζώων, υβρίσθηκα, επεριγελάσθηκα, εδάρθηκα, επείνασα, εδίψησα, επεριπάτησα γυμνός, έλαβα σταυρικόν θάνατον, έχυσα και το αίμα μου δια την αγάπην σας, δια να σας ελευθερώσω από τας χείρας του Διαβόλου, από την Κόλασιν, έτσι πρέπει και η ευγένειά σας την αυτήν αγάπην να έχετε εις τον Θεόν και εις τους αδελφούς σας και, αν τύχη και ανάγκη, να χύνετε και το αίμα σας διά την αγάπην του αδελφού σας. Είναι κανένας εδώ όπου να έχει την αγάπην εις τον Θεόν και εις τους αδελφούς του καθώς ο Χριστός μας; -Εγώ, άγιε του Θεού. -Άκουσε, παιδί μου, να σε ειπώ. Η τελεία αγάπη είναι να πουλήσης όλα σου τα πράγματα, να τα δώσης ελεημοσύνην και να πηγαίνης και εσύ να εύρης κανέναν αυθέντη να πουληθής σκλάβος και όσα πάρης να τα δώσης όλα, να μη κρατήσης ένα άσπρο. Ημπορείς να το κάμης αυτό να γένης τέλειος; Βαρύ σε φαίνεται. Άκουσε: Εις την Ανατολήν ήτον ένας δεσπότης. Του επήραν από την επαρχίαν του εκατό ανθρώπους σκλάβους. Επούλησεν όλα του τα πράγματα και τους εξεσκλάβωσεν. Ένα παιδίον μιανής πτωχής χήρας απόμεινε σκλαβωμένο. Δεν είχε πώς να το ξεσκλαβώση και αυτός τι κάμνει; Πηγαίνει και ξουρίζεται και βγάνει τα γένεια. Επήγε και επαρακάλεσε τον αυθέντη όπου είχε το παιδίον να το ελευθερώση και να κρατήση εκείνον σκλάβον. Το ελευθέρωσεν από την σκλαβιάν και αυτός εκάθισεν εις τον αυθέντη και απερνούσεν μεγάλην σκληραγωγίαν, έως οπού διά την υπομονήν οπού έκαμε τον ηξίωσεν ο πανάγαθος Θεός και έκαμε θαύματα. Ύστερα τον ελευθέρωσεν ο αυθέντης του και πάλιν έγινεν αρχιερεύς καθώς ήτον και πρωτύτερα. Την αυτήν αγάπην θέλει ο Θεός να έχωμεν και ημείς. Ευρίσκεται κανένας να έχη αυτήν την αγάπην, να κάμη καθώς έκαμε και ο δεσπότης; Βαρύ σε φαίνεται. Δεν ημπορείς να το κάμης αυτό, κάμε άλλο: μη πουληθής εσύ σκλάβος, μόνον πούλησε τα πράγματά σου, δώσε τα όλα ελεημοσύνην, το κάμνεις; Ακόμη βαρύ σε φαίνεται και αυτό. Ας έλθωμεν παρακάτω. Δεν ημπορείς να δώσεις όλα σου τα πράγματα, δώσε από τα μισά, δώσε από τα τρίτα ένα, δώσε από τα πέντε ένα. Ακόμη βαρύ σε φαίνεται; Κάμε άλλο, δώσε από τα οκτώ, δώσε από τα δέκα ένα, το κάμνεις; Ακόμη βαρύ σε φαίνεται. Κάμε άλλο, μη κάμης ελεημοσύνην, μη πουληθής σκλάβος, ας έλθωμεν παρακάτω: μη πάρης το ψωμί του αδελφού σου, μη πάρης το εξωφόρι του, μην τον κατατρέχης, μην τον τρως με την γλώσσα σου. Μήτε και αυτό το κάμνεις; Ας έλθωμεν παρακάτω, κάμε άλλο: τον ευρήκες τον αδελφόν σου μέσα εις την λάσπην και δεν θέλεις να του κάμης καλό, μη του κάμης κακόν, άφησέ τονε. Πώς θέλομεν να σωθούμεν, αδελφοί μου; Το ένα μας φαίνεται βαρύ, το άλλο βαρύ. Που να πάμε παρακάτου, δεν έχουμε να κατεβούμεν. Ο Θεός είναι εύσπλαχνος, ναι, μα είναι και δίκαιος, έχει και ράβδον σιδηράν».[2]


Την τετάρτη Κυριακή των Νηστειών η Εκκλησία τιμά τη μνήμη του Αγίου Ιωάννου της Κλίμακος, γιατί σ’ αυτό το σημείο της πορείας προς τη συνάντηση με τον αναστημένο Χριστό πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι αυτή η πορεία είναι μια ανεξάντλητη κλίμακα και ότι η συνάντησή μας με το Χριστό δεν εξαρτάται από τη βαθμίδα της τελειότητας στην οποία βρισκόμαστε αλλά από τον πόθο της συναντήσεως. Στο επόμενο βήμα θα γίνει εμφανές ότι μια πόρνη, που όμως φλογίσθηκε απ’ αυτό τον πόθο, αξιώθηκε να ακούσει τη φωνή του Κυρίου να την καλεί, όπως εκείνη την άλλη Μαρία τη μία των Σαββάτων.


[1] Αποφθέγματα Πατέρων, Migne 65, σ. 81


[2] Ι. Μενούνου, Κοσμά Αιτωλού Διδαχές, εκδ. Τήνος, 1979, Αθήνα 6.




π. Φιλόθεος Φάρος, Πριν και μετά το Πάσχα, Εκδ. Ακρίτας, Αθήνα, 1998

Δ΄ Κυριακή Νηστειών (Ιωάννου Κλίμακος)

 Νευράκης Νικόλαος


«Φέρετέ μοι αὐτὸν πρὸς με»


(Μάρκ. 9, 19)


Υπάρχουν πολλά είδη συναντήσεων στον κόσμο μας. Υπάρχουν συναντήσεις αθλητικές, ποδοσφαιρικές, αστροναυτών, συναντήσεις εμπορικές, καλλιτεχνικές, επιστημονικές, συναντήσεις φίλων, συγγενών, οικείων, συναντήσεις με γιατρούς, παιδαγωγούς, πνευματικούς πατέρες και άλλες πολλές. Όλες αυτές είναι αξιόλογες, χρήσιμες, επωφελείς. Αλλά ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ αιωνιότητας είναι η γνωριμία και ο σύνδεσμος με τον Χριστό. Η Αγία Γραφή αναφέρει πολλές τέτοιες λαμπρές συναντήσεις (Ζακχαίου, ληστή, κ.α.)


Σήμερα το Ευαγγέλιο μας μιλάει για μια ευτυχισμένη συνάντηση ενός πατέρα και ενός γιου με τον Ιησού. Ο Νέος ήταν δαιμονισμένος. Είχε τη χειρότερη δοκιμασία. Ο ι. Χρυσόστομος γράφει ότι ο διάβολος είναι ο πιο μεγάλος τύραννος (Ε.Π. 50, 677). Ο διάβολος είναι προσωπικότητα και μάλιστα η πιο σκοτεινή. Ο ι. ευαγγελιστής Ιωάννης γράφει ότι ο Χριστός ήλθε στη γη για να λύσει τα έργα του διαβόλου (Α΄ Ιω. 3, 8). Ο μακαριστός π. Ιωήλ Γιαννακόπουλος γράφει ότι όπως ο Χριστός έχει Επισκόπους, Πρεσβυτέρους και Διακόνους, έτσι και ο Διάβολος έχει οραματίστριες, μάγους και μέντιουμ.


Δ΄ Κυριακή Νηστειών


Το σημερινό Ευαγγέλιο μπορούμε να το επιγράψουμε «Ο Χριστός και οι νέοι». Το θέμα αυτό είναι πάντοτε επίκαιρο και διαρκώς σπουδαίο. Μερικοί κακώς νομίζουν ότι αν πλησιάσουν τον Χριστό και την Εκκλησία Του, το κήρυγμα και κατηχητικό υπάρχει κίνδυνος να γίνουν αντικοινωνικοί, απόκοσμοι και οπισθοδρομικοί. Ουδέν τούτου ψευδέστερον. Το αντίθετο είναι παρατηρημένο. Αναφέρουμε μερικά παραδείγματα: Ένα γαλλικό περιοδικό έγραφε πριν ακριβώς 100 χρόνια ότι κάποιος άπιστος άνθρωπος ύστερα από συστηματικό αγώνα χρόνων κατάφερε να ξεριζώσει από την καρδιά της γυναίκας του την πίστη στο Θεό. Αποτέλεσμα αυτής της παραφροσύνης ήταν μια μέρα να σκοτώσει τα 3 παιδιά της και στη συνέχεια να αυτοκτονήσει. Συνέβη αυτό το πολλαπλό έγκλημα γιατί χάθηκε η ευτυχία. Σε σημείωμα της τραγικής γυναίκας υπήρχαν τούτα τα λόγια: «Από τότε που βγήκε από μέσα μου η πίστη στο Θεό δεν μπορώ να υποφέρω τις δυσκολίες της ζωής και για να μην πάθουν τα παιδιά μου το ίδιο τα σκοτώνω και αυτοκτονώ» (Υακίνθου, Θησαυρός γνώσεων και ευσεβείας, Αθήναι α.χ. σ. 562). Πόσο δίκιο είχε ο άγ. Χρυσόστομος όταν έγραφε: «Ὁ ἐν Θεῷ ὤν ἀεὶ χαίρει». Ένα βιβλίο με τον τίτλο «Όχι ιερεύς μεταξύ μας» αναφέρει περίπτωση νέας που παντρεύτηκε άπιστο άνδρα και κατάντησε ψυχοπαθής, όταν ο σύζυγός της της απηγόρευσε να έχει επαφές με την εκκλησία. Ένα άλλο βιβλίο επιγραφόμενο «Πώς σκότωσα το παιδί μου» αναφέρει τις προσπάθειες μιας μητέρας να μην αφήνει το παιδί της να πηγαίνει στην εκκλησία και να γίνει μάλιστα και ιερέας. Ο νέος εκείνος ματά τον στρατό βλέποντας ότι η ζωή χωρίς ιδανικά και μάλιστα χωρίς πίστη δεν έχει νόημα φόνευσε τον εαυτό του (Λ. Διαμαντοπούλου, Προσωπογραφία, Αθήναι 1992 σ. 97). Εκτός από τα παραπάνω αρνητικά παραδείγματα έχουμε και πολλά θετικά. Πλείστοι νέοι όταν βρήκαν την πίστη τους στο Χριστό εκτόπισαν την θλίψη και έγιναν άλλοι άνθρωποι γεμάτοι ζωντάνια, δράση, ευτυχία. Κάποιος τέτοιος νέος στις αρχές του αιώνα μας ήταν αδιάφορος προς την πίστη και γι’ αυτό αγχώδης. Πήγε στην Ελβετία στον ξακουστό γιατρό Γιουγκ. Η πρώτη ερώτηση του γιατρού στο νεοέλληνα ήταν η εξής: «Ποια είναι, κύριε, η σχέση σας με τον Θεό;» Σε αρνητική απάντηση του νέου ο Γιουγκ είπε: Πηγαίνετε πρώτα να τακτοποιηθείτε με τον Θεό και αμέσως θα διαλυθεί το άγχος σας. Αυτός ο νέος ήταν ο μετέπειτα καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών αείμνηστος Σπυρ. Καλλιάφας διαπρεπής ψυχολόγος και φλογερός χριστιανός. Είναι ευτύχημα ότι όλοι οι μεγάλοι μύστες της Παιδαγωγικής παραδέχονται ότι ο Χριστιανισμός είναι το πιο μεγάλο γεγονός στην ιστορία της αγωγής. Το ευαγγέλιο του Θεανθρώπου λύνει όλα τα προβλήματα, κοινωνικά και μεταφυσικά. Και οι Πατέρες της Εκκλησίας είναι οι ασύγκριτοι Δάσκαλοι όλων των εποχών. Ευτυχείς όσοι έχουν την επικοινωνία με τον μοναδικό Σωτήρα και Λυτρωτή τον Χριστό.


Δυο μεγάλα όπλα στα χέρια του Χριστιανού είναι η προσευχή και νηστεία. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι ο πιο μεγάλος σύγχρονος ποιητής Θωμάς Έλιοτ έγινε από άπιστος πιστός όταν ένα δειλινό αντίκρυσε μπροστά σε εξωκκλήσι προσευχομένους χωρικούς που τα πρόσωπά τους έλαμπαν από θεϊκή χάρη και χαρά. (Περ. Ακτίνες, 1949, σ. 60). Μπορεί να είναι μικρή η προσευχή, όπως του Τελώνη, του Ασώτου, του Ληστή και δυναμική. Χρειάζεται «ώρα ψυχής» κατά ι. Χρυσόστομο. Αυτό μετράει. Η νηστεία τροφών και κακιών είναι μαχαίρι που ξεριζώνει τα πάθη από τις ανθρώπινες καρδιές. Φυσικά την νηστεία των τροφών εφαρμόζουν οι υγιείς και όχι οι ασθενείς. Η νηστεία γίνεται σύμφωνα με τις δυνατότητες του καθενός, γιατί την απόλυτη νηστεία (π.χ. τριήμερο κ.τ.τ.) δεν την μπορούν οι πολλοί. Στην πραγματικότητα νηστεία σημαίνει ξηροφαγία, μονοφαγία, λιγοφαγία. Αυτά όμως είναι για τους πολλούς δύσκολα αθλήματα. Τουλάχιστον να κρατούνται οι Τετάρτες και Παρασκευές και οι καθιερωμένες Σαρακοστές. Ο κάθε άνθρωπος νηστεύοντας έχει διπλή υγεία, σωματική και ψυχική.




Νευράκης Νικόλαος, Το κατανυκτικό Τριώδιο, Αθήνα, 1995