Κυριακή 29 Οκτωβρίου 2023

Κυριακή Ζ’ Λουκά-H δύναμη που πηγάζει από Εκείνον είναι αλήθεια και αγάπη και ελευθερώνει από το κακό και τον θάνατο.

 Οι άνθρωποι έχουμε ως ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά μας τη δύναμη. Αυτή μπορεί να είναι σωματική. Έχει να κάνει με την ικανότητά μας να αντέχουμε στον πόνο. Με την ενέργεια που βγάζουμε στις επιθέσεις των άλλων. Με τη δημιουργικότητα που πηγάζει από τη σκέψη, τη φαντασία, την όρεξη, τον έρωτα.


 Κάποτε και με την εχθρότητα, την ικανότητα να νικήσουμε τον άλλο, υποτάσσοντάς τον στη σωματική μας ισχύ, κάνοντάς τον υποχείριό μας, κακοποιώντας τον, συντρίβοντάς τον, στερώντας του την ελευθερία. Η δύναμη όμως είναι και εκ της θέσεώς μας, της εξουσίας που έχουμε. Μπορούμε να υποτάξουμε τον άλλον βάζοντάς τον στο περιθώριο, πιέζοντάς τον να κάνει αυτό που εμείς επιθυμούμε ή αναγκάζοντάς τον, ακόμη κι αν δεν το θέλει, να ακολουθήσει το πρόγραμμά μας. Μπορούμε όμως και να τον οδηγήσουμε στο αγαθό, χρησιμοποιώντας τη δύναμή μας για να τον κινητοποιήσουμε, να του δείξουμε την αλήθεια, με αγάπη, καλοσύνη και επιμονή. 


Η δύναμη όμως μπορεί να είναι και πνευματική. Με τις σκέψεις, τις ιδέες, τη φιλοσοφία μας, να νικήσουμε στους αγώνες λόγων ή αποδοχής από την κοινωνία των προσώπων. Άλλοτε, νικάμε με την αρετή μας, βάζοντας δύναμη στον εαυτό μας να υποτάξει το θέλημά του στο θέλημα του Θεού. Βάζοντας δύναμη για να μεταμορφώσουμε τα πάθη σε δημιουργικότητα, σε προσφορά, σε ανιδιοτέλεια, σε αγάπη.


  Βλέποντας το πρόσωπο του Χριστού και τον τρόπο που δρα στον κόσμο, ιδίως κατά τα θαύματά Του, διαπιστώνουμε ότι χρησιμοποιεί κάθε μορφή δύναμης. Τόσο στο θαύμα της θεραπείας της αιμορροούσης, όσο και στην ανάσταση της κόρης του Ιαείρου, για παράδειγμα, από το σώμα Του πηγάζει ενέργεια. Η γυναίκα Τον αγγίζει και γιατρεύεται. Ο Κύριος αγγίζει την κόρη του Ιάειρου και εκείνη ανασταίνεται. Η σκέψη και το πνεύμα του Χριστού αποπνέουν δύναμη. Αντιλαμβάνεται άμεσα ότι η γυναίκα Τον έχει πλησιάσει κρυφά και Τον έχει αγγίξει και δεν μένει στην εμφανή απάντηση του Πέτρου, ότι ο όχλος έχει στριμωχτεί κοντά Του. Νιώθει τον πόνο του Ιάειρου και δεν αποδέχεται την εμφανή αντίληψη των ανθρώπων του σπιτιού ότι το κορίτσι πέθανε και δεν πτοείται από την ειρωνεία τους να αποδεχτούν ότι αυτή κοιμάται. Ο λόγος του Χριστού είναι δύναμη. Προτρέπει τη γυναίκα να φανερώσει την αλήθεια και τον Ιάειρο να πιστέψει. Η θεανθρώπινη φύση Του μας δείχνει ότι η δύναμη που πηγάζει από Εκείνον είναι αλήθεια και αγάπη και ελευθερώνει από το κακό και τον θάνατο.


 Πλαστήκαμε ελεύθεροι από τον Θεό. Πλαστήκαμε δυνατοί. Απομένει σε μας να χρησιμοποιήσουμε τη δύναμή μας για να νικήσουμε τον θάνατο, το ψέμα, τον χωρισμό, τη διάσπαση. Να χρησιμοποιήσουμε τη δύναμή μας για να γνωρίσουμε γιατί ζούμε και να μοιραστούμε αυτή τη γνώση και την εμπειρία με τους συνανθρώπους μας. Να χρησιμοποιήσουμε τη δύναμή μας όχι για να υποτάξουμε τον πλησίον, αλλά για να τον φωτίσουμε. Αρκεί να δεχτούμε στις καρδιές μας τη δύναμη που μας προσθέτει ο Χριστός. Τη δύναμη της πίστης, της αγάπης, της αλήθειας και να καταστήσουμε τη δική Του παρουσία δρόμο και τρόπο ζωής μας, μέσα στην Εκκλησία και σε κάθε στιγμή της ύπαρξής μας.

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Z' ΛΟΥΚΑ-Η ΠΙΣΤΗ ΔΙΝΕΙ ΖΩΗ

 Δύο μεγάλα μηνύματα δίνει ὁ Χριστός στούς ἀνθρώπους μέ τά θαύματα πού ἐπιτελεῖ, μετά τήν ἐπιστροφή του ἀπό τή χώρα τῶν Γαδαρηνῶν στήν Καπερναούμ. Τό πρῶτο εἶναι ὁ ἴδιος εἶναι ἡ Ζωή καί δίνει τή ζωή, τόσο τή βιολογική ὅσο καί τήν κοινωνική, ἐνῶ τό δεύτερο εἶναι πώς ἡ πίστη εἶναι προϋπόθεση γιά τό θαῦμα καί ὄχι τό θαῦμα γιά τήν πίστη.


Δώδεκα χρόνια

Δώδεκα χρόνια μιά αἱμορροοῦσα γυναίκα ὑποφέρει. Πέρα ἀπό τόν σωματικό ρῦπο καί τήν ἐξάντληση ἀπό τήν αἱμορραγία, ἡ ἀσθένεια δέν τῆς ἐπιτρέπει νά κάνει παιδιά, δέν τῆς ἐπιτρέπει νά παντρευτεῖ, διότι τότε ἡ ὁ γάμος ἦταν ὁ μοναδικός σκοπός γιά νά ἔχει μιά γυναῖκα νόημα στή ζωή της. Ἡ γυναῖκα πλησιάζει τόν Χριστό μέ τήν συστολή ὅτι εἶναι γιά τόν νόμο καί τούς ἀνθρώπους ἀκάθαρτη. Καί τήν στιγμή πού ἀγγίζει τόν Χριστό, τό κράσπεδο τοῦ ἰματίου του, καί, μάλιστα, κρυφά, ἡ ζωή της ἀλλάζει. Μία στιγμή ἔπρακτης πίστης σβήνει δώδεκα χρόνια δοκιμασίας. Πλέον μπορεῖ νά συμμετέχει στήν κοινωνική ζωή κι αὐτός εἶναι ὁ λόγος, γιά τόν ὁποῖο ὁ Χριστός τήν καλεῖ δημόσια νά φανερωθεῖ. Ἡ πίστη δέν μᾶς ἀφήνει κρυμμένους, ἀλλά μᾶς δίνει τό θᾶρρος νά φανερώνουμε τό πρόσωπό μας καί τίς εὐεργεσίες τοῦ Θεοῦ σέ ὅλους καί νά ξεκινοῦμε ἀπό τήν ἀρχή.


Δώδεκα χρονῶν ἦταν καί τό κορίτσι τοῦ ἀρχισυνάγωγου Ἰαείρου. Πάνω πού θά ξεκινοῦσε ἡ δυνατότητά της, καθώς ἔμπαινε στήν ἐφηβεία, νά ζήσει στήν κοινωνία τῆς ἐποχῆς της, νά μπορέσει νά κάνει οἰκογένεια, μία ἀσθένεια τήν ὁδηγεῖ στόν βιολογικό τώρα θάνατο. Καί ὁ Χριστός θά μετρήσει τήν πίστη τῶν γονέων της καί θά τῆς δώσει τήν εὐκαιρία νά ζήσει καί μαζί της κι ἐκεῖνοι νά χαροῦν. Θά δείξει ἔτσι στούς ἀνθρώπους ὅτι ἡ πίστη σ’ Αὐτόν δέν νικιέται ἀπό τόν θάνατο. Καί ἡ πίστη στηρίζει καί ὅσους ἀγαπᾶ αὐτός πού πιστεύει.. Μέ τήν πίστη κάνουμε ἕνα μεγάλο δῶρο στούς συνανθρώπους μας: τόν Χριστό. Ἐναπόκεται σέ ἐκεῖνους ἄν θά τόν ἀποδεχθοῦν καί θά κάνουν μιά καινούργια ἀρχή στή ζωή τους.


Ἡ πίστη πραγματοποιεῖ τό ἀδύνατο

Ἀξίζει νά σταθοῦμε στήν φράση πού λέει ὁ Χριστός στούς γονεῖς καί στούς ἀνθρώπους πού περιτριγύριζαν τή νεκρή κοπέλα: «Μή κλαίετε . οὐκ ἀπέθανεν, ἀλλά καθεύδει» (Λουκ. 8, 52). Συχνά οἱ ἄνθρωποι κάνουμε τίς κρίσεις καί τίς ἐκτιμήσεις μας τόσο γιά τή ζωή μας ὅσο καί γιά τή σχέση μας μέ τόν Θεό μέ βάση τί βλέπουν οἱ αἰσθήσεις μας, μέ βάση τή λογική μας. Καί θεωρεῖται μεγάλο προτέρημα γιά κάποιον νά πατᾶ στά πόδια του καί νά εἶναι προσγειωμένος. Μάλιστα, σέ τομεῖς τῆς ζωῆς ὅπως ἡ πολιτική, ὅπως ἡ οἰκονομία, ὅπως ἡ παγκόσμια πορεία, τό νά βλέπει κανείς πρός τά ποῦ πηγαίνουν τά πράγματα, εἶναι ἀπαραίτητο προτέρημα.


Τά δύο θαύματα πού ἐπιτελεῖ ὁ Χριστός μᾶς δείχνουν ὅτι τά πράγματα δέν εἶναι πάντοτε ἔτσι. Ὅτι δέν ἀρκοῦν ὁ ρεαλισμός καί τό αὐτονόητο, ὁ συμβιβασμός μέ τήν πραγματικότητα. Ὅτι ἄν ὑπάρχει ἡ πίστη στό Χριστό καί ἡ βεβαιότητα τῆς δικῆς του παρουσίας, τότε μπορεῖ ἀκόμη καί αὐτό πού φαντάζει ἀνέφικτο νά πραγματοποιηθεῖ. Γελοῦσαν καί κορόιδευαν οἱ λάτρεις τοῦ αὐτονόητου τήν παρότρυνση τοῦ Χριστοῦ. Κατάπληκτοι θά διαπιστώσουν ὅτι στό Χριστό ὅλα εἶναι δυνατά. Τήν ἴδια εἰρωνεία ἀντιμετώπισε ὁ Χριστός ὅταν ζήτησε νά μάθει ποιός τόν ἄγγιξε καί ἐξῆλθε δύναμη ἀπό αὐτόν στή θεραπεία τῆς αἱμορροούσας. Ἀκόμη καί ὁ Πέτρος καί οἱ μαθητές του, ἐπειδή ἔμεναν στό προφανές, στό λογικό, ἔσπευσαν νά τοῦ ποῦνε ὅτι τό ἐρώτημά του ἦταν ἀφελές. Ὁ Χριστός ὅμως γνώριζε καί γνωρίζει.


Τόσο στά μικρά ὅσο καί στά μεγάλα της ζωῆς μας, ἄς ἐπαναφέρουμε στήν προτεραιότητα τῆς πορείας μας ὄχι μόνο τό ρεαλιστικό, τό προφανές, τό αὐτονόητο, ἀλλά καί τήν πίστη στό Χριστό. Αὐτή θά μᾶς δώσει ἐλπίδα στήν ἀπελπισία μας. Θά μᾶς κάνει νά ἐπιμείνουμε καί νά παλεύουμε. Θά μᾶς βοηθήσει νά μήν ἐγκαταλείψουμε τήν προσπάθειά μας. Νά στηριχτοῦμε σ’ ἐκεῖνον, γιά νά ἔρθει στή ζωή μας αὐτό πού μοιάζει ἀδύνατο, ἀλλά ἄν εἶναι πρός ὄφελός μας, ὁ Χριστός θά μᾶς τό δώσει!


Γραπτό κήρυγμα Ιεράς Μητροπόλεως Κερκύρας(29-10-23)

Κυριακή Ζ’ Λουκά: Η ανάσταση της κόρης του Ιαείρου

 Μητροπολίτης Σουρόζ Αντώνιος Bloom (†)


(Λουκ. η’ 41-56)


Εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.


Τὸ σημερινὸ Εὐαγγέλιο δὲν ἀφορᾶ μόνο στὰ θαύματα καὶ στὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Νομίζω ὅτι ἀφορᾶ στὴν ἐλπίδα πέρα ἀπὸ τὴν ἐλπίδα. Στὴν περίπτωση τῆς κόρης τοῦ Ἰαείρου βλέπουμε ἕνα παιδὶ ἤδη νεκρό. Ὅλοι τὸ γνωρίζουν. Ὑπάρχει τέτοια βεβαιότητα ὥστε ὅταν ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ γίνεται Υἱὸς τοῦ Ἀνθρώπου, λέει: «Ὄχι! Αὐτὸ τὸ παιδὶ δὲν ἔχει πεθάνει, ἀλλὰ κοιμᾶται», ὅλοι τὸν ἀντικρούουν: «Ὄχι αὐτὸ τὸ παιδὶ ὄντως ἔχει πεθάνει». Καὶ τότε ὁ Χριστὸς μὲ ἕναν λόγο δύναμης, ἀλλὰ μὲ μιὰ πράξη ἀγάπης καλεῖ καὶ πάλι τὸ παιδὶ στὴν ἐπίγεια ζωή.


Δὲν εἶναι αὐτὸ -ἐκτὸς ἀπὸ ἕνα ἀληθινὸ γεγονὸς τῆς ἀνθρώπινης ἱστορίας μας – δὲν εἶναι ἐπίσης καὶ μία ἀλληγορία, καὶ μιὰ εἰκόνα ἀπὸ τόσες πολλὲς ἀνθρώπινες περιπτώσεις; Πόσο συχνὰ θὰ λέγαμε, «Δὲν ἔχει νόημα νὰ κάνουμε ὁτιδήποτε γι’ αὐτὸ τὸ πρόσωπο, αὐτὸ τὸ πρόσωπο ἔχει χαθεῖ ἔτσι κι ἀλλιῶς. Δὲν ὑπάρχει κάτι ποὺ νὰ μπορεῖ νὰ κάνει κάποιος γιὰ νὰ σώσει μιὰ δεδομένη κατάσταση, αὐτὴ ἡ περίπτωση εἶναι πέρα ἀπὸ τὴν σωτηρία. Καὶ πρέπει νὰ θυμόμαστε τὰ λόγια ποὺ εἶπε ὁ Χριστὸς στὸν Πέτρο ὅταν ὁ τελευταῖος εἶπε: «Ποιὸς λοιπὸν μπορεῖ νὰ σωθεῖ;» Καὶ ὁ Κύριος τοῦ εἶπε «Ὅ,τι εἶναι ἀδύνατο στὸν ἄνθρωπο, εἶναι δυνατὸ στὸν Θεό».


Ἡ ἐλπίδα πέρα ἀπὸ τὴν ἐλπίδα: Ὄχι ἐπειδὴ δὲν ἔχουμε καλοὺς λόγους νὰ ἐλπίζουμε, ἀλλὰ ἐπειδὴ μπορεῖ νὰ μᾶς διακατέχει μιὰ παθιασμένη βεβαιότητα ὅτι ὄχι μόνο ἡ θεϊκὴ ἀγάπη ἀλλὰ καὶ ἡ ἀνθρώπινη ἀγάπη μπορεῖ νὰ φέρει πίσω στὴ ζωὴ αὐτὸ ποὺ χάθηκε. Ἄνθρωποι ποὺ ἔπεσαν μέσα στὴ βαθύτερη ἐγκατάλειψη, ἄνθρωποι ποὺ μᾶς φαίνονται ἀπελπιστικὰ κακοὶ, ἂν συναντήσουν τὴν θυσιαστικὴ ἀγάπη- καὶ ἡ λέξη «θυσιαστικὴ» εἶναι ἀπαραίτητη- τὴ θυσιαστικὴ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν ἴδια θυσιαστικὴ ἀγάπη μέσα μας, μπορεῖ αὐτοὶ νὰ λυτρωθοῦν.


Στὴν περίπτωση αὐτοῦ τοῦ παιδιοῦ, αὐτὸ ἔγινε ἀμέσως. Στὶς σχέσεις μεταξύ μας καὶ μὲ τοὺς ἀνθρώπους μπορεῖ νὰ πάρει χρόνια, χρόνια ὑπομονετικῆς ἀγάπης, χρόνια κατὰ τὴ διάρκεια τῶν ὁποίων θὰ δώσουμε τοὺς ἑαυτούς μας, ἀλλὰ ἐπίσης θ’ ἀντέχουμε, θ’ ἀντέχουμε ἀτελείωτα, τὰ πιὸ ἀνυπόφορα πράγματα. Καὶ στὸ τέλος μπορεῖ νὰ ὑπάρξει λύτρωση. Μπορεῖ νὰ ὑπάρξει λύτρωση σ’ αὐτὴ τὴ γῆ, μὲ τὴ μορφὴ ἑνὸς προσώπου ποὺ θεωρεῖτο ἀπελπισμένο, πέρα ἀπὸ κάθε βοήθεια, καὶ ποὺ ἀρχίζει ν’ ἀλλάζει, καὶ τότε βλέπουμε ἕνα θαῦμα, καὶ εἴμαστε περιχαρεῖς καὶ ἡ ἐλπίδα γίνεται τέλεια καὶ πραγματική, καὶ ἡ χαρὰ γεμίζει τὴν καρδιά μας.


Ὡστόσο ὑπάρχει ἀκόμη ἕνας ἄλλος τρόπος μὲ τὸν ὁποῖο αὐτὴ ἡ θυσιαστικὴ ἀγάπη μπορεῖ νὰ εἶναι ἀπολύτρωση. Ἕνας δυτικὸς θεολόγος κατὰ τὴν περίοδο τοῦ τελευταίου πολέμου, ὅταν τὰ συναισθήματα ἦταν βαθιὰ καὶ ὁ πόνος ἔντονος, εἶπε ὅτι τὰ βάσανα εἶναι τὸ σημεῖο συνάντησης μεταξὺ κακοῦ καὶ ἀνθρωπότητας. Τὰ βάσανα προκαλοῦνται πάντοτε ἀπ’ τὸν ἀνθρώπινο παράγοντα ἀκόμα κι ἂν ὁ ἀνθρώπινος παράγοντας φεύγει μακριὰ ἀπ’ αὐτὰ καὶ δὲν τὰ ξαλαφρώνει. Καὶ τὰ βάσανα πάντοτε τεμαχίζουν τὴν ψυχὴ ἢ τὸ σῶμα τῶν ἀνθρώπων. Ἀλλὰ ὅταν συμβαίνει, τὸ θύμα χρειάζεται τὴν θεϊκὴ ἀγάπη γιὰ νὰ συγχωρήσει, καὶ μέσα ἀπὸ τὴ συγχώρηση νὰ ξεκάνει τὸ κακό, καὶ νὰ λυτρώσει ἐκείνους ποὺ ἔχουν κάνει κακό.


Ἂς στρέψουμε τὴ σκέψη μας σ’ αὐτὸ τὸ σημεῖο. Αὐτὴ ἡ σκέψη δὲν μοῦ ἦρθε ἀπ’ τὸ νοῦ, ἀλλὰ στ’ ἀλήθεια οὔτε μέσα ἀπ’ τὴ ζωή μου ποὺ πάντοτε ὑπῆρξε πολὺ εὔκολη γιὰ μένα ὥστε νὰ μπορῶ νὰ μιλῶ κατ’ αὐτὸ τὸν τρόπο. Ὅμως μετὰ τὸν πόλεμο βρέθηκε ἕνα ἔγγραφο σ’ ἕνα ἀπ’ τὰ στρατόπεδα συγκέντρωσης. Γράφτηκε πάνω σ’ ἕνα σκισμένο κομμάτι τυλιγμένου χαρτιοῦ ἀπὸ ἕναν ἄντρα ποὺ πέθανε σ’ αὐτὸ τὸ στρατόπεδο. Καὶ ἡ οὐσία αὐτοῦ τοῦ μηνύματος ἦταν μιὰ προσευχὴ στὴν ὁποία ἔλεγε, “Κύριε, ὅταν θὰ ἔλθεις ὡς Κριτὴς ἐπὶ τῆς γῆς, μὴν καταδικάσεις τοὺς ἀνθρώπους ποὺ μᾶς ἔχουν κάνει τόσο ἀπάνθρωπα πράγματα. Μὴν τοὺς τιμωρήσεις γιὰ τὴ σκληρότητά τους καὶ γιὰ τὰ βάσανα ποὺ μᾶς προκάλεσαν, γιὰ τὴ βία τους καὶ τὴν ἀπόγνωσή μας, ἀλλὰ παρατήρησε τὸν καρπὸ ποὺ γεννήθηκε μέσα στὴν ὑπομονή, στὴν ταπείνωση, στὴν καρτερία, στὴ συγχώρηση, στὴν πίστη, στὴν ἀλληλεγγύη. Καὶ ἂς μετρήσουν αὐτοὶ οἱ καρποὶ γιὰ τὴν σωτηρία τους. Μὴν ἐπιτρέψεις ἡ μνήμη μας νὰ εἶναι τρόμος γι’ αὐτοὺς στὴν αἰωνιότητα, ἀλλὰ ἂς εἶναι σωτηρία γι’ αὐτούς“.


Αὐτὴ εἶναι ἐπίσης ἡ ἐλπίδα πέρα ἀπὸ τὴν ἐλπίδα. Καὶ συνδέεται γιὰ μένα μὲ αὐτὴ τὴν ἀντίθεση ἀνάμεσα στὴν ἁμαρτωλή, λανθασμένη, τυφλὴ ἀντίληψη ποὺ ἐκφράζεται ἀπ’ τοὺς ἀνθρώπους στὸ σπίτι (τῆς κόρης τοῦ Ἰάειρου). Αὐτοὶ κοροϊδεύουν τὸ Χριστό, ἐπειδὴ ξέρουν ὅτι τὸ παιδὶ εἶναι νεκρό, ἡ ἐλπίδα εἶναι περιττή, πνιγμένη στὴν ἀπόγνωση – καὶ ἡ νίκη τῆς ἀγάπης καὶ τοῦ ἐλέους ποὺ φαίνεται σ’ αὐτὸ τὸ γεγονὸς ἀλλὰ ποὺ μπορεῖ νὰ ἐξαπλωθεῖ μὲ τόσους διαφορετικοὺς τρόπους στὶς προσωπικές μας ζωὲς σὲ ἁπλούστατο ἐπίπεδο, καὶ στὶς πιὸ ἡρωικὲς ζωὲς ἀκόμη.


Ἂς τὸ ἀναλογιστοῦμε λοιπόν, καὶ ἂς ἐπιλέξουμε τὴν ἐλπίδα πέρα ἀπὸ τὴν ἐλπίδα, τὴν ἀγάπη καὶ τὴν πίστη ποὺ κατακτᾶ. Ἀμήν.

«ΘΕΟΣ ΕΓΓΙΖΩΝ ΕΓΩ ΕΙΜΙ»

 π. Αθανάσιος Μυτιληναίος


[Λουκά 8, 41-56]


Απομαγνητοφωνημένη ομιλία που εκφωνήθηκε στην Ιερά Μονή Κομνηνείου Λαρίσης στις 9-11-1986


Η σημερινή ευαγγελική περικοπή, αγαπητοί μου, μας διηγείται πώς ο Κύριος ανέστησε την θυγατέρα του Ιαείρου. Ενώ όμως ο Κύριος πήγαινε προς το σπίτι του Ιαείρου, συνέβη ένα άλλο θαυμαστό περιστατικό, που ήταν η θεραπεία μιας αιμορροούσης γυναικός.


Η γυναίκα αυτή ήταν άρρωστη από δώδεκα χρόνια· και ξόδεψε όλη της την περιουσία στους γιατρούς, χωρίς όμως θεραπεία. Και τώρα έρχεται και εγγίζει το κράσπεδο του ιματίου του Κυρίου μας, σε μια στιγμή που ο όχλος που Τον συνόδευε, κυριολεκτικά Τον συνέθλιβε. Και τότε ο Κύριος σταμάτησε και είπε: «Τίς ὁ ἁψάμενός μου;». «Ποιος είναι εκείνος ο οποίος με άγγιξε;» Και στη διαμαρτυρία των μαθητών ότι : «Κύριε, ο όχλος εδώ σε συνθλίβει, σε συμπνίγει, σε συνέχει· ερωτάς ποιος είναι εκείνος που σε άγγιξε;». Και ο Κύριος επέμενε: «ἥψατό μού τις (: Κάποιος με άγγιξε)· ἐγὼ γὰρ ἔγνων δύναμιν ἐξελθοῦσαν ἀπ᾿ ἐμοῦ». «Γιατί εγώ», λέγει, «κατάλαβα γνωρίζω από μένα έφυγε κάποια δύναμις».


Αυτά τα λόγια του Κυρίου μας, αγαπητοί μου, δίδουν μία ωραιότατη εικόνα του πώς ο άνθρωπος εγγίζει τον Θεό και πώς ο Θεός εγγίζει τον άνθρωπο, για να του δώσει τα αγαθά Του. Είναι δηλαδή ένα αμοιβαίο άγγιγμα. Πράγματι, είναι δυνατόν ο Θεός να εγγίζει τα δημιουργήματά Του και τον άνθρωπο; Είναι αυτό δυνατόν; Δηλαδή ο άπειρος Θεός, το τέλειο Πνεύμα, είναι δυνατό να εγγίζει τα δημιουργήματά Του; Και τον βρωμερό άνθρωπο; Είναι αλήθεια ότι τόσο πολύ έχασε ο άνθρωπος από τον οπτικό του ορίζοντα τον Θεό, ώστε φθάνει να τοποθετεί τον Θεό στον ουρανό, ψυχρό και αδιάφορο έναντι ολόκληρης της Δημιουργίας. Δεν έχουμε παρά να θυμηθούμε εκείνη τη φιλοσοφική θέση του Ντεϊσμού –Deismus– η οποία θέλει τον Θεό, Δημιουργό μεν, αλλά αδιάφορο έναντι της δημιουργίας την οποία δημιούργησε. «Ο Θεός έβαλε τους νόμους», έτσι λέγει αυτή η φιλοσοφική θεωρία, «και αυτοί ρυθμίζουν τα πάντα μέσα στον κόσμο». Δηλαδή μοιάζει, λέγει, η δημιουργία, με ένα μεγάλο ρολόι που το χόρδισε ο Θεός και τώρα πλέον δουλεύει μόνο του το ρολόι αυτό, η δημιουργία αυτή, ενώ ο Θεός μένει αδιάφορος και ψυχρός έναντι των όσων δημιούργησε. Και τούτο για να διασώσει αυτή η φιλοσοφική θέση τη μεγαλοπρέπεια, τη μεγαλειότητα του Θεού.


Αλλά να όμως που ο ίδιος ο Θεός έρχεται να διαψεύσει αυτές τις ανθρώπινες θέσεις και να βεβαιώσει ο ίδιος δια του προφήτου Ιερεμίου 23, 23: «Θεὸς ἐγγίζων ἐγώ εἰμι, λέγει Κύριος, καὶ οὐχὶ Θεὸς πόῤῥωθεν». «Εγώ», λέγει, «είμαι Θεός που πλησιάζω, που εγγίζω. Δεν είμαι Θεός που στέκομαι από μακριά, Θεός πόρρωθεν». Είναι μία απάντηση σε αυτή τη θέση του Ντεϊσμού, αλλά και γενικότερα στον καθένα που θα πίστευε ότι ο Θεός στέκεται μακριά και δεν είναι δυνατόν να ξεπέφτει από τη μεγαλοπρέπειά Του, να προσεγγίζει την υλική δημιουργία και εμάς προπαντός τους ανθρώπους που είμαστε… σκουλήκια.


Πώς όμως ο Θεός εγγίζει τη Δημιουργία Του; Με τις άκτιστες ενέργειές Του. Όπως είναι η άκτιστη ενέργεια της αγάπης Του, όπως είναι η άκτιστη ενέργεια της προνοίας Του, όπως είναι η άκτιστη ενέργεια της διακυβέρνησεώς Του, όπως είναι τόσες άκτιστες ενέργειές Του, οι οποίες -άκτιστες, σας το ξαναλέγω- οι οποίες κυβερνούν τον κόσμο, συντηρούν τον κόσμο, συνέχουν τον κόσμο και έτσι ο Θεός προσεγγίζει τη Δημιουργία Του δια των ακτίστων Του ενεργειών.


Ο Θεός βέβαια δεν έκανε τους φυσικούς νόμους, ώστε να ρυθμίζουν αυτοί την κίνηση και τη συντήρηση του παντός. Πίσω από τους φυσικούς νόμους στέκεται ο Θεός. Για να το καταλάβουμε αυτό, ασφαλώς ορίζει για τη γέννηση ενός ανθρώπου καινούριου, ορίζει τους γονείς του. Θέλει ο Θεός να συντελέσουν οι άνθρωποι για τη γέννηση ενός ανθρώπου. Και ο Θεός στέκεται τρόπον τινά πιο πέρα, όταν οι άνθρωποι ρυθμίζουν τα της δημιουργίας ενός καινούριου ανθρώπου. Ποιος σας είπε ότι ο Θεός είναι πιο πέρα; Ο Θεός είναι ακριβώς πίσω από τους γονείς. Ακριβώς πίσω από τους γονείς. Και ρυθμίζει τα πάντα για τη δημιουργία ενός ανθρώπου.


Θέλετε να δείτε κάτι πιο καταπληκτικό; Λέγει η Σοφία Σειράχ ότι «Εγώ η Σοφία (δηλαδή ο Ενυπόστατος Λόγος), Εγώ που δημιούργησα τα πάντα, Εγώ βρίσκομαι μέσα στη μήτρα της κάθε μάνας, μαζί με εκείνον που θα δημιουργηθεί». Φτάνει εκεί; Και μιλάμε για φυσικούς νόμους; Ναι. Έκανε ο Θεός τους φυσικούς και τους βιολογικούς νόμους, αλλά ο Θεός είναι μέσα στους φυσικούς και τους βιολογικούς νόμους. Ο Θεός είναι πανταχού παρών και τα πάντα πληρών. Ο Θεός γνωρίζει τα πάντα. Δεν ξεφεύγει τίποτα από τη γνώση Του. Και τίποτα δεν διαφεύγει από την αγάπη Του. Ένα σπουργίτι δεν χάνει τη ζωή του, χωρίς να το γνωρίζει αυτό ο Θεός. 


 Γι’ αυτό, πάρα πολύ ωραία ψάλλει ο ψαλμωδός και λέει στον 138 Ψαλμό: «Ποῦ πορευθῶ ἀπὸ τοῦ πνεύματός σου καὶ ἀπὸ τοῦ προσώπου σου ποῦ φύγω; (: Πού μπορώ να πάω; Πού μπορώ να ξεφύγω από το βλέμμα σου, από το μάτι Σου, από την παρουσία Σου;). ἐὰν ἀναβῶ εἰς τὸν οὐρανόν, σὺ ἐκεῖ εἶ (:«εάν ανέβω», λέγει, «στον ουρανό, εκεί είσαι Εσύ»), ἐὰν καταβῶ εἰς τὸν ᾅδην, πάρει (: εάν υποτεθεί ότι κατεβαίνω στον άδη, και εκεί ακόμη είσαι παρών). ἐὰν ἀναλάβοιμι τὰς πτέρυγάς μου κατ᾿ ὄρθρον (: εάν υποτεθεί ότι είμαι ένα πουλί και πάρω τα φτερά μου και πετάξω ανατολικά) καὶ κατασκηνώσω εἰς τὰ ἔσχατα τῆς θαλάσσης(:και φθάσω δυτικά, εκεί που τελειώνει η έσχατη θάλασσα- που είναι η Μεσόγειος Θάλασσα) καὶ γὰρ ἐκεῖ ἡ χείρ σου ὁδηγήσει με, καὶ καθέξει με ἡ δεξιά σου(:ακόμα και εκεί θα με οδηγήσει το χέρι Σου, και το δεξί Σου χέρι θα με κρατάει σφικτά)». Παντού ο Θεός, παντού η αγάπη του Θεού, παντού η πρόνοια του Θεού. Θεός ἐγγίζων. Πραγματικά Θεός ἐγγίζων.


Αλλά το καταπληκτικότερο από όλα, αγαπητοί μου, είναι ότι αυτή η προσέγγιση δεν περιορίζεται μόνο δια των ακτίστων ενεργειών αλλά και με την Ενανθρώπηση Αυτού του ίδιου του Δημιουργού. Όταν έλεγε «Ἐγώ Θεός ἐγγίζων», το έλεγε κατά κυριολεξία. Ότι «δεν εγγίζω Εγώ, το άπειρο Πνεύμα την ύλη και τα πνεύματα εκείνα που βεβαίως είναι τόσο μακριά από Εμένα, που είναι το τέλειο και άπειρο Πνεύμα, δεν τα εγγίζω μόνο δια των ακτίστων μου ενεργειών, όπως σας είπα, αλλά τώρα έρχομαι να γίνω Εγώ ο Ίδιος, άνθρωπος, να μπω μέσα στη Δημιουργία μου κατ’ αισθητόν τρόπο, να φορέσω τη Δημιουργία μου, να αποτελέσει αυτή το ένδυμά μου. Και διαλέγω τον άνθρωπο να ντυθώ. Κι έτσι να ζήσω μέσα στην ίδια μου τη Δημιουργία!».


Και αφού το κάνει αυτό με την Ενανθρώπηση ο Υιός του Θεού, Αυτός που μας δημιούργησε, έρχεται τώρα, αγαπητοί μου, και αφήνει τους ανθρώπους, όχι να Τον εγγίζουν, αλλά να Τον συνθλίβουν και να Τον συνέχουν. Αυτό είναι το καταπληκτικό. Εγγίζει και εγγίζεται. Περιβάλλεται την ανθρώπινη φύση ο όλος Θεός. Για να μπορούμε να εγγίζουμε τον όλο Θεό. Και θέλει να εγγίζουμε την ανθρώπινή Του φύση ο όλος Θεός. Για να μπορούμε να εγγίζουμε τον όλο Θεό. Και θέλει να εγγίζουμε την ανθρώπινή Του φύση, για να αντλούμε από Αυτόν χάριτες. Ο ίδιος είπε: «Ἐγὼ γὰρ ἔγνων δύναμιν ἐξελθοῦσαν ἀπ᾿ ἐμοῦ». «Εγώ γνωρίζω· δύναμη έφυγε από μένα». Και βεβαίως ομιλεί με έναν τρόπο λίγο αυστηρό.  «Ποιος με ήγγισε;» Όχι για τίποτε άλλο, αλλά γιατί ήθελε να αναδείξει και να επαινέσει εκείνη την αιμορροούσα γυναίκα που Τον ήγγισε. Και της λέγει: «Θάρσει, θύγατερ (: Πάρε θάρρος, παιδί μου, πάρε θάρρος, η πίστις σου σε έχει σώσει». Το ότι πίστεψες ότι εγγίζεις Αυτόν τον Δημιουργό, ακριβώς αυτό σε έχει σώσει.  Έχεις αποσπάσει ακριβώς αυτό το σημείο επαφής, δια του οποίου δέχτηκες τη χάρη να γίνεις καλά, δέχτηκες την ευεργεσία.


Και το ακόμη πιο καταπληκτικό είναι ότι αυτή η γυναίκα δεν ήγγισε τον Κύριο, αλλά ήγγισε αυτό το κράσπεδο του ιματίου του Κυρίου· που σημαίνει ότι ο Θεός εγγίζει όχι μόνο τους ανθρώπους, αλλά ολόκληρη τη Δημιουργία Του. Και συνεπώς μπορούμε να έχουμε με τον τρόπο αυτόν και τα λεγόμενα «αγιασμένα αντικείμενα» από τα οποία αντλούμε τη δύναμη και τη χάρη του Χριστού. Έτσι έχουμε τα λείψανα των αγίων, που ενώθηκαν με τον Θεό. Και τώρα αυτά δεν είναι παρά τα κράσπεδα του ιματίου του Ιησού. Οι εικόνες δεν είναι παρά τα κράσπεδα του ιματίου του Ιησού. Και με άλλους χίλιους τρόπους κατά μυστηριακό τρόπο δεχόμαστε τη χάρη. Διαμέσου του ελαίου, του μυστηρίου του Ευχελαίου. Διαμέσου του Βαπτίσματος, δηλαδή διαμέσου του νερού. Διαμέσου του επιτραχηλίου, δηλαδή την άφεση των αμαρτιών, στο μυστήριο της Ιεράς Εξομολογήσεως. Διαμέσου του Τιμίου Σταυρού που μπορούμε να φορούμε κ.ο.κ. Αντλούμε τη δύναμη και τη χάρη του Θεού.


Εντούτοις, ενώ ο όχλος συνθλίβει, ο Κύριος σταματά στο απλό άγγιγμα της αιμορροούσης γυναικός. Περίεργο! Αντιφατικό για μια στιγμή, στην ενέργεια: «Κύριε, σε συνθλίβει ο κόσμος και εσύ λες: Ποιος με ήγγισε;». Ναι. Αυτό σήμαινε ότι αυτό το άγγιγμα της αιμορροούσης είχε προϋποθέσεις. Ποιες λοιπόν είναι αυτές οι προϋποθέσεις; Μια βασική προϋπόθεση είναι η πίστις. Τι είπε ο Κύριος στην αιμορροούσα γυναίκα; «Θάρσει, θύγατερ, ἡ πίστις σου σέσωκέ σε· πορεύου εἰς εἰρήνην». Α, η πίστις σου. Α, αυτό λοιπόν αποτελεί την προϋπόθεση προσεγγίσεως και εγγίσεως. Ναι. Είναι η πίστις στον θεανθρώπινο πρόσωπο του Ιησού Χριστού.


Το ίδιο συμβαίνει και με τον Τίμιο Σταυρό. Όλοι βέβαια τον Τίμιο Σταυρό τον χρησιμοποιούν. Θέλετε; Ακόμη και οι μάγοι. Θέλετε; Ακόμη και οι μάγοι! Αλλά δεν ενεργεί παρά μόνο σε όσους πιστεύουν. Μόνο σε αυτούς ενεργεί η χάρις του Τιμίου Σταυρού. Έτσι έχουμε ένα άγγιγμα και υλικό και πνευματικό. Δεν είναι αρκετό να πω «θα εγγίσω την εικόνα, τον Σταυρό, το κράσπεδο του Κυρίου». Πρέπει να πιστεύω αυτό που θα εγγίσω. Είναι η πίστις. Έτσι έχω το άγγιγμα στο υλικό στοιχείο και έχω την πίστη που είναι στον πνευματικό χώρο.


Για ένα λαό όμως που πιστεύει, ο Θεός είναι ἐγγίζων ακόμη. Για έναν λαό που πιστεύει. Ναι. Γράφει ο Μωυσής εκείνα τα πολύ- πολύ μεγάλα λόγια στο Δευτερονόμιο, 4,7 ότι: «ποῖον ἔθνος μέγα, ᾧ ἐστιν αὐτῷ Θεὸς ἐγγίζων αὐτοῖς, ὡς Κύριος ὁ Θεὸς ἡμῶν ἐν πᾶσιν, οἷς ἐὰν αὐτὸν ἐπικαλεσώμεθα;». «Ποιος είναι εκείνος ο μεγάλος, ο παμμέγιστος λαός που είναι ο Θεός Του που τον εγγίζει; Ο δικός μας ο Θεός είναι ο Θεός Εκείνος που εγγίζει εμάς, είναι πολύ κοντά μας».  Γι’ αυτό, ό,τι Του ζητήσουμε, σε ό,τι Τον επικαλεστούμε, μας το δίδει.


Ώστε λοιπόν ο Κύριος είναι πολύ κοντά σε έναν λαό. Στον λαό του Ισραήλ, τότε. Αλλά και στον δικό μας τον λαό είναι πολύ κοντά ο Κύριος. Αλλά εμείς όμως, εμείς οι Έλληνες, ο λαός μας αυτήν την ιστορική στιγμή, όπως υπήρξαν κι άλλες ιστορικές στιγμές, εμείς είμεθα σε μία κατάσταση αποστασίας. Και αυτή η κατάσταση της αποστασίας υπερβάλλει κάθε προηγούμενη ιστορική στιγμή. Αυτό είναι η τραγικότητά μας. Έχουμε Θεό εγγίζοντα και απέχουμε από τον Θεό. Εκείνος μας φτάνει κι εμείς φεύγομε… Όπως και ο Ισραήλ είχε τον Θεό, τον ίδιο Θεό, ο ίδιος Θεός είναι, εγγίζει, κι εκείνος ο λαός φεύγει… Αγαπητοί μου, γεωγραφικά είμαστε ένας μικρός λαός, όπως και οι Εβραίοι ήταν μικρός λαός. Ποτέ ο Θεός τους Εβραίους δεν τους έκανε αυτοκρατορία. Όπως έκανε και επέτρεψε να γίνουν άλλοι λαοί. Ποτέ. Γεωγραφικά πάντοτε ήταν ένας μικρός λαός. Κι όμως βλέπετε πώς εδώ αποκαλείται ο λαός αυτός; «Μέγας. Έθνος μέγα». Πού είναι αυτή η μεγαλοσύνη; Η μεγαλοσύνη του λαού εκείνου, όπως και η δική μας μεγαλοσύνη, είναι στον εγγίζοντα Θεό. Εκεί  είναι η μεγαλοσύνη μας, όπως και η μεγαλοσύνη τους.


Οι άλλοι λαοί μεγαλουργούν δια του πολιτισμού, που είναι στηριγμένος επάνω στον ανθρώπινο λόγο, και που όπως είδαμε, μέσα στην ιστορική πορεία, ο πολιτισμός τελικά οδηγεί τον άνθρωπο σε ένα αδιέξοδο. Ενώ ο λαός μας, για να μεγαλουργήσει να φανεί μεγάλος, έστω κι αν γεωγραφικά είναι μικρός, θα πρέπει να μένει στην πίστη του Χριστού. Στηριγμένος όχι στον ανθρώπινο λόγο, αλλά στον θείο λόγο. Τότε εκείνο που θα ζητούσαμε στον Θεό, θα μας το έδινε. Ό,τι Του ζητούσαμε, θα μας το έδινε. Ουσιαστικά, θα είμαστε μεγάλος λαός, γιατί; Γιατί έχουμε Θεόν εγγίζοντα.


Έχομε όμως και τις δοκιμασίες σαν λαός. Και τότε ο Κύριος είναι εγγίζων; Όταν έχουμε τις ποικίλες δοκιμασίες που περνούμε; Ναι. Διότι, όπως λέγει το βιβλίο της Ιουδήθ, 8,27 που δεν είναι παρά ένα βιβλίο μιας εθνικής περιπέτειας, συναρπαστικότατο δε βιβλίο, λέει: «εἰς νουθέτησιν μαστιγοῖ Κύριος τοὺς ἐγγίζοντας αὐτῷ». Όταν εγγίζουν οι άνθρωποι τον Κύριο, επειδή είναι ατελείς και ακάθαρτοι, είναι λίγο παρήκουα παιδιά –να το πω έτσι- ο Θεός, με δοκιμασία, με μαστίγιο, μαστιγώνει τον λαό εκείνον τον οποίο θέλει να τον νουθετήσει και να τον βοηθήσει. Αλλά και σαν άτομα ακόμη, ο Θεός είναι Εκείνος ο Οποίος προσεγγίζει δια της παιδαγωγίας. Προσεγγίζει δια της παιδαγωγίας.


Γράφει ο Απόστολος Παύλος στην προς Εβραίους επιστολήν ότι: «Θεός ὑμῖν ὡς υἱοῖς διαλέγεται (: σαν παιδιά Του μιλάει σε σας)· υἱέ μου, μὴ ὀλιγώρει παιδείας Κυρίου, μηδὲ ἐκλύου ὑπ’ αὐτοῦ ἐλεγχόμενος (: Παιδί μου, μην αποκάμεις όταν ελέγχεσαι από τον Θεό, ούτε να ολιγωρείς, να αμελείς την παιδεία την οποία σου δίδει ο Κύριος). Ὃν γὰρ ἀγαπᾷ Κύριος παιδεύει (: όποιον αγαπά ο Κύριος, τον παιδαγωγεί), μαστιγοῖ δὲ πάντα υἱὸν ὃν παραδέχεται (: και μαστιγώνει κάθε παιδί Του, που το δέχεται δικό Του παιδί). Εἰ παιδείαν ὑπομένετε, ὡς υἱοῖς ὑμῖν προσφέρεται ὁ Θεός(:εάν υπομένετε, λέει, παιδείαν, παιδαγωγίαν, σαν παιδιά Του σας προσφέρεται ο Θεός)· τίς γάρ ἐστιν υἱὸς ὃν οὐ παιδεύει πατήρ; Εἰ δὲ χωρίς ἐστε παιδείας, ἧς μέτοχοι γεγόνασι πάντες, ἄρα νόθοι ἐστὲ καὶ οὐχ υἱοί(: εάν όμως μένετε χωρίς παιδαγωγία, στην οποία μέτοχοι βρέθηκαν όλοι οι δίκαιοι και όλοι οι άγιοι, τότε είσαστε νόθοι και δεν είσαστε παιδιά του Θεού) (Γιατί μας παιδαγωγεί;). Ο Θεός μας παιδαγωγεί, λέγει, «ἐπὶ τὸ συμφέρον, εἰς τὸ μεταλαβεῖν τῆς ἁγιότητος αὐτοῦ». Για να γίνομε μέτοχοι της αγιότητος του Θεού.


Αλλά ακόμη, αγαπητοί μου, έχουμε και ένα άγγιγμα του Θεού, εγγίζει τις ανθρώπινες καρδιές. Κι αυτές, εγγιζόμενες από τον Θεό, πυρπολούνται. Και «αὕτη ἡ ἀλλοίωσις τῆς δεξιᾶς τοῦ Ὑψίστου.», λέγει ο Ψαλμωδός στον 76ο Ψαλμό. Ναι. Ο Κύριος άγγιξε τις καρδιές των δύο προς Εμμαούς, μετά την Ανάστασή Του, όταν τους συνοδεύει και ως το χωριό τους. Και όταν ο Κύριος εξαφανίζεται, λέγουν ανάμεσά τους: «Όσην ώρα μας μιλούσε, πώς οι καρδιές μας εκαίοντο και επυρπολούντο;».


Ναι. Έτσι βλέπομε τόσες επιστροφές και τόσες μεταστροφές των ανθρώπων. Γιατί άραγε; Αφήνουν τον δρόμο της αμαρτίας και γυρίζουν πίσω. Τι έγινε; Και είμαστε όλοι μάρτυρες, όταν έχουμε μάτια να βλέπουμε αυτών των επιστροφών και των μεταστροφών. Τι έγινε; Το άγγιγμα της δεξιάς του Υψίστου στην καρδιά του ανθρώπου που την αλλοιώνει. Τι έκανε τον ένα ληστή, ενώ και οι δυο εβλασφήμουν τον Κύριον επί του Σταυρού, τι έκανε τον έναν ληστή να πυρποληθεί και να ομολογήσει την πίστη του στον Κύριο; Και όχι μόνο αυτό, αλλά και να θεολογήσει. «Μνήσθητί μου, Κύριε, ὅταν ἔλθῃς ἐν τῇ βασιλείᾳ σου». Γεμάτα από θεολογία λόγια. Ποια βασιλεία; Τον σταυρώνουν οι άρχοντες ως έσχατον ληστήν τον Κύριον, κακούργον, ως αντιποιήσαντα αρχήν. Έκανε τον εαυτό Του Θεό. Και όμως λέγει ο ληστής: «Όταν θα έλθεις στη βασιλεία Σου, θυμήσου με». Λόγια γεμάτα θεολογία. Τι έκανε τον ληστήν, αγαπητοί μου, να νιώσει αλλαγή μέσα του και να την ομολογήσει; Αυτό το άγγιγμα, αυτό το άγγιγμα στην καρδιά…


Τι έκανε τον Παύλο προ της Δαμασκού να αλλάξει πορεία, όταν με μένος πηγαίνει να συλλάβει τους Χριστιανούς της πόλεως αυτής; Τι άλλο, παρά ο Χριστός. Εμφανίζεται και εγγίζει τον Παύλο. Τι έκανε τον Μέγα Αντώνιο, όταν άκουσε εκείνη την ευαγγελική περικοπή περί του πλουσίου νεανίσκου, που εκείνος μεν έφυγε «σκυθρωπάζων», γιατί δεν είχε όρεξη να δώσει την περιουσία του και να ακολουθήσει τον Κύριο· αλλά ο Μέγας Αντώνιος, όταν άκουσε την περικοπή αυτή… δεκαοκτώ χρονών παιδί ήταν, τόσο συγκλονίστηκε, ώστε τα πάντα έφυγε και πήγε και έγινε ασκητής. Τι έκανε τον ιερό Αυγουστίνο να επιστρέψει; Και τόσους και τόσους και τόσους, παρά αυτό το άγγιγμα στην καρδιά που κάνει Αυτός ο Θεός Λόγος και τότε τα πάντα αλλάζουν, τα πάντα πυρπολούνται…


Αγαπητοί μου, γράφει ο άγιος Ιάκωβος ο Αδελφόθεος: «Ἐγγίσατε τῷ Θεῷ, καὶ ἐγγίσει ὑμῖν». «Εγγίσατε», λέει, «εις τον Θεόν και θα σας εγγίσει κι Εκείνος». Είναι αυτό το αμοιβαίο άγγιγμα. Ένα μόνο να προσέχουμε. Να μην εγγίζομε μόνο με τα λόγια αλλά με την καρδιά. Είναι εκείνο που παραπονείται ο Κύριος στον Ησαΐα 29, 13 όταν λέγει: «ἐγγίζει μοι ὁ λαὸς οὗτος ἐν τῷ στόματι αὐτοῦ (: Με εγγίζει αυτός ο λαός μόνο με το στόμα του. Όχι με την καρδιά του. Μόνο με το στόμα του)». Και όταν με την καρδιά μας εγγίζομε τον Κύριο, τότε γρήγορα θα νιώσουμε ότι ο Κύριος είναι παρών, είναι παντού, είναι γύρω μας, είναι μέσα μας. Τότε θα έχουμε και ένα αίσθημα ασφαλείας· γιατί αυτό το αίσθημα το στερείται ο σύγχρονος κόσμος. Έχει αυτό το αίσθημα της ανασφάλειας, γιατί ο κόσμος δεν εγγίζει τον Θεό. Η αιμορροούσα γυναίκα, αγαπητοί, άγγιξε τον Κύριο με πίστη και σώθηκε. Αν Τον εγγίσουμε κι εμείς με πίστη και υπακοή, θα σωθούμε.

Ομιλία του Αγίου Ιωάννου Αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως του Χρυσοστόμου, περί της αναστάσεως της θυγατρός του Ιαείρου, και περί της αιμορροούσης.

 Το έργον επρόφθασε τους λόγους, και οι Φαρισαίοι απεστομώθησαν ακόμη περισσότερο. Διότι ήταν αρχισυνάγωγος αυτός που ήλθε, και το πένθος βαρύ. Το παιδί μονογενές και στο άνθος της ηλικίας του, μόλις δώδεκα ετών. Και το ανέστησε δια μιάς. Εάν δε ο Λουκάς λέγει ότι ήλθαν και είπαν «μη σκύλλε, μη ταλαιπωρείς τον διδάσκαλον’ τέθνηκε γαρ», θα απαντήσωμε τούτο, ότι το «άρτι ετελεύτησε» το είπεν εκείνος στοχαζόμενος τον χρόνο της οδοιπορίας ή για να επαυξήσει την συμφορά. Συνηθίζουν, όσοι παρακαλούν, να μεγαλοποιούν με τα λόγια την συμφορά τους, και να προσθέτουν κάτι επιπλέον ώστε να προσελκύσουν περισσότερο τους ικετευομένους. Κοίτα όμως την απλοϊκότητά του. Δύο πράγματα απαιτεί από τον Χριστόν, και να έλθει ο ίδιος, και να βάλει το χέρι του επάνω. Πράγμα που σημαίνει ότι η μικρή ανέπνεε ακόμη όταν την άφησε. Το ίδιο απαιτούσε και εκείνος ο Σύρος Νεεμάν από τον Προφήτην.



Ζητούσε, λέγει, και να εξέλθει, και το χέρι να βάλει επάνω. Πράγματι, όσοι είναι πιο παχείς στον νου, χρειάζονται και την όραση και τα αισθητά πράγματα. Ενώ λοιπόν ο Μάρκος λέγει ότι έλαβε τους τρεις μαθητάς, καθώς και ο Λουκάς, ο Ματθαίος λέγει απλώς τους μαθητάς. 


Για ποίον λόγον όμως δεν παρέλαβε τον Ματθαίον, αν και είχε μόλις προσέλθει; Για να του δημιουργήσει μεγαλυτέραν επιθυμία, και επειδή ήταν ακόμη ατελέστερος. Γι’ αυτό τιμά τους τρεις μαθητάς, ώστε να γίνουν και οι άλλοι όπως εκείνοι. Ήταν γι’ αυτόν αρκετό το ότι είδε την αιμορροούσα, και ότι ετιμήθη με το να γίνει ομοτράπεζος του Δεσπότου και να φάγει μαζί του. Και όταν εσηκώθη να φύγει, τον ηκολούθησαν πολλοί, σαν να περίμεναν κάποιο μεγάλο θαύμα, αλλά και εξ αιτίας του προσώπου που είχε έλθει. Επίσης, επειδή οι περισσότεροι ήσαν παχύτεροι στον νου, εζητούσαν όχι τόσο την επιμέλεια της ψυχής όσο την θεραπεία του σώματος, και συνέρρεαν ωθούμενοι άλλοι από τα παθήματά τους και άλλοι σπεύδοντας να γίνουν θεαταί της διορθώσεως ξένων παθημάτων. Αυτοί όμως που τον επλησίαζαν κυρίως για τους λόγους και την διδασκαλία του ως τότε, ήσαν λίγοι. Πράγματι, γι’ αυτό δεν άφησε να εισέλθουν στην οικία παρά μόνον οι μαθηταί, και πάλιν όχι όλοι, σε κάθε περίπτωση διδάσκοντάς μας να αποφεύγωμε την δόξα των πολλών.


«Και ιδού», λέγει, «γυνή εν ρύσει αίματος δώδεκα έτη έχουσα, προσήλθεν όπισθεν, και ήψατο του κρασπέδου του ιματίου αυτού. Έλεγε γάρ εν εαυτή. Εάν μόνον άψωμαι του ιματίου αυτού, σωθήσομαι». Για ποίον λόγο δεν τον επλησίασε με παρρησίαν; Εντρέπετο για την αρρώστια, επειδή ενόμιζε ότι είναι ακάθαρτος. Διότι αν η γυναίκα που είναι στα έμμηνά της δεν εθεωρείτο καθαρά, πολύ περισσότερο θα θεωρούσε τον εαυτόν της ακάθαρτον εκείνη που πάσχει από τοιούτου είδους ασθένεια. Πράγματι, σύμφωνα με τον νόμο, αυτή η ασθένεια εθεωρείτο πολύ ακάθαρτος. Γι’ αυτό προσπαθεί να μη γίνει αντιληπτή και κρύπτεται. Δεν είχε ούτε αυτή ακόμη σωστήν και διαμορφωμένην γνώμη περί του Κυρίου. Αλλιώς δεν θα επίστευε πως θα περνούσε απαρατήρητη. Και είναι αυτή η πρώτη γυναίκα που προσέρχεται δημοσίως. Είχε ακούσει ότι θεραπεύει και γυναίκες, και ότι τώρα πορεύεται προς την μικρή κόρη που μόλις απέθανε. Δεν τον εκάλεσε όμως στον οίκο της, μολονότι ήταν πλουσία, ούτε προσήλθε φανερά, αλλά μόνον ήγγισε με πίστη κρυφά τα ενδύματά του. Ούτε αμφέβαλλεν ούτε είπε μέσα της: θα απαλλαγώ άραγε από την ασθένειά μου; Ή μήπως δεν απαλλαγώ; Αλλά επλησίασε γεμάτη ελπίδες για την αποκατάσταση της υγείας της. «Έλεγε γάρ», διηγείται ο Ευαγγελιστής, «εν εαυτή. Εάν μόνον άψωμαι του ιματίου του, σωθήσομαι». Είδε από ποίαν οικία είχεν εξέλθει, των τελωνών, και ποίοι τον ακολουθούσαν, αμαρτωλοί και τελώνες. Όλα αυτά την έκαμαν αισιόδοξη.


Και ο Χριστός δεν την άφησε να διαφύγει απαρατήρητη, αλλά την παρουσιάζει στο μέσον. (Ο άγιος φαίνεται συμπεραίνει ότι η γυναίκα αυτή, η μετέπειτα αγία Βερονίκη, ήταν πλουσία, από τον χάλκινο ανδριάντα που, όπως διέσωσε η παράδοση, έστησε αργότερα στην αυλή του σπιτιού της.) Και την φανερώνει, για πολλούς λόγους. Αν και μερικοί αναίσθητοι λέγουν ότι αυτό το έκαμε από φιλοδοξία. Γιατί, λέγει, δεν την άφησε να περάσει απαρατήρητη; Τι λέγεις, μιαρέ και παμμίαρε; Αυτός που προστάσσει να σιωπούμε, που αφήνει μύρια θαύματα να περάσουν απαρατήρητα, αυτός αγαπά την δόξαν; Γιατί λοιπόν την παρουσιάζει στο μέσον; Πρώτον διαλύει τον φόβο της γυναικός, για να μη την ελέγχει η συνείδησις, και ζει με αγωνία σαν να την έχει κλέψει την δωρεά. Δεύτερον, την διορθώνει, επειδή είχε φαντασθεί ότι δεν θα υποπέσει στην αντίληψή Του. Τρίτον, επιδεικνύει σε όλους την πίστη της, ώστε να ποθήσουν και οι άλλοι να την μιμηθούν. Άλλωστε το ότι έδειξε πως τα γνωρίζει όλα πολύ καλά, αποτελεί σημείον όχι μικρότερον από την παύση της ροής του αίματος. Έπειτα, με την στάση της γυναικός κερδίζει τον αρχισυνάγωγον, ο οποίος ήταν έτοιμος να κλονισθεί στην πίστη, και με αυτόν τον τρόπο να χάσει το παν.


Επειδή εκείνοι που ήλθαν έλεγαν «μη σκύλλε τον διδάσκαλον, ότι τέθνηκε το κοράσιον», και οι οικιακοί τον περιγελούσαν όταν είπε ότι κοιμάται, ήταν φυσικό κάτι παρόμοιο να πάθει και ο πατέρας. Γι’ αυτό, προλαβαίνοντας αυτήν την αδυναμία, φέρνει στο μέσον την γυναίκα. Το ότι εκείνος ήταν πολύ παχύς στον νουν, άκου το από τα λόγια που του απευθύνει: «μη φοβού, συ μόνον πίστευε, και σωθήσεται». .Και πράγματι, επίτηδες περίμενε να επέλθει ο θάνατος, και τότε να παρουσιασθεί, ώστε να γίνει σαφής η απόδειξις της αναστάσεως. Γι’ αυτό και βαδίζει κάπως αργά, και παρατείνει την συνομιλία του με την γυναίκα, για να αποθάνει εν τω μεταξύ η μικρή, και να έλθουν οι απεσταλμένοι να το αναγγείλουν και να ειπούν: «Μη σκύλλε τον διδάσκαλον». Αυτό υπονοεί και ο Ευαγγελιστής και το επισημαίνει λέγοντας ότι «έτι λαλούντος αυτού, ήλθαν οι από της οικίας λέγοντες, τέθνηκεν η θυγάτηρ σου, μη σκύλλε τον διδάσκαλον». Ήθελε να διαπιστωθεί ο θάνατος, για να μη δημιουργηθούν υποψίες για την ανάσταση. Αυτό κάνει παντού. Έτσι έκαμε και στην περίπτωση του Λαζάρου, περίμενε και μία και δύο και τρεις ημέρες. Για όλους αυτούς τους λόγους την παρουσιάζει στο μέσον και της λέγει: «Θάρσει, θύγατερ». Όπως ακριβώς είχεν ειπεί και στον παράλυτο: «Θάρσει τέκνον». Επειδή η γυναίκα ήταν φοβισμένη. Γι’ αυτό λέγει «Θάρσει», και την αποκαλεί θυγατέρα. Η πίστις την έκαμε θυγατέρα. Και ακολουθεί το εγκώμιον «η πίστις σου σέσωκέ σε».


Ο Λουκάς μάλιστα μας αναφέρει περισσότερα για την γυναίκα. Αφού προσήλθε, λέγει, και έλαβε την υγεία, δεν την εκάλεσεν ο Χριστός αμέσως, αλλά πρώτα ερώτησε: «τις ο αψάμενός μου;». Έπειτα, όταν ο Πέτρος και οι άλλοι του είπαν: «Επιστάτα, οι όχλοι συνέχουσί σε και αποθλίβουσι, και λέγεις τις ο αψάμενός μου;» (αυτό μάλιστα είναι πολύ μεγάλη απόδειξις του ότι είχε ενδυθεί σάρκα αληθινήν, και ότι είχε καταπατήσει εντελώς την υπερηφάνεια. Διότι δεν τον ακολουθούσαν από μακρυά, αλλά τον είχαν περικυκλώσει από παντού)’ αυτός, λέγει, επέμενε: «ήψατό μου τις. Εγώ γαρ έγνων δύναμιν εξ εμού εξελθούσαν», αποκρινόμενος με απλοϊκότερο τρόπο, σύμφωνα με το πνευματικόν επίπεδο των παρευρισκομένων. Αυτά τα έλεγε για να πείσει και εκείνην να το ομολογήσει μόνη της. Γι’ αυτό και δεν την ήλεγξεν αμέσως, ώστε αφού αποδείξει ότι τα γνωρίζει όλα σαφώς, να την πείσει να τα ομολογήσει όλα αυθορμήτως. Αυτό θα τον βοηθούσε να διακηρύξει την πίστη της γυναικός, χωρίς να προξενήσει αμφιβολίες. Είδες ότι η γυναίκα ήταν καλλίτέρα από τον αρχισυνάγωγον; Δεν τον εσταμάτησε, δεν τον εκράτησε. Μόνον με τα άκρα των δακτύλων της τον ήγγισε, και μολονότι ήλθε αργότερα, έφυγε πριν από αυτόν θεραπευμένη. Και εκείνος μεν οδήγησε τον ιατρόν στην οικία του, ενώ σ’ αυτήν ήρκεσε μόνον η αφή. Αν και ήταν δεμένη με τα δεσμά του πάθους της, της είχε όμως αναπτερώσει το ηθικόν η πίστις. Και πρόσεξε πώς την παρηγορεί με τα λόγια: «η πίστις σου σέσωκέ σε». Εάν την είχε φέρει στο μέσον για να επιδειχθεί, βεβαίως δεν θα το προσέθετε αυτό. Αλλά το είπε για να ενισχύσει την πίστη του αρχισυναγώγου, και συγχρόνως να διακηρύξει την αρετήν της γυναικός, ώστε να της προξενήσει με αυτά τα λόγια ευχαρίστηση και οφέλειαν όχι μικροτέραν από την σωματικήν υγείαν. Από τούτο γίνεται φανερόν ότι με αυτό που έκαμε ήθελε να δοξάσει εκείνην, και συγχρόνως να διορθώσει τους άλλους, αλλά όχι να προβάλει τον εαυτόν του. Διότι ο ίδιος έμελλε να είναι εξ ίσου θαυμαστός και χωρίς να γίνει αυτό (αφθονότερα από χιονονιφάδες εξεχύνοντο γύρω του τα θαύματα, και πολύ μεγαλύτερα από αυτό και έκαμε και επρόκειτο να κάμει). Ενώ η γυναίκα αυτή, εάν δεν συνέβαινε αυτό, θα είχεν απέλθει απαρατήρητη, απεστερημένη των μεγάλων αυτών επαίνων. Γι’ αυτό την έφερε στο μέσον και την παρουσίασε ενώπιον όλων, και την απήλλαξε από τον φόβο (διότι, λέγει, εττλησίασε τρέμοντας) και την έκαμε να λάβει θάρρος. Και μαζί με την υγεία του σώματος της έδωσε και άλλα εφόδια λέγοντας: «πορεύου εν ειρήνη».


Όταν ήλθε στην οικία του άρχοντος και είδε τους αυλητάς και τον όχλον θορυβημένον, τους είπε: «Αποχωρείτε, ου γαρ απέθανε το κοράσιον, αλλά καθεύδει (κοιμάται δηλαδή). Και κατεγέλων αυτού». Ωραία τα τεκμήρια των αρχισυναγώγων. Αυλοί και κύμβαλα στον θάνατο, για να προκαλέσουν θρήνους. Και ο Χριστός; Εξέβαλε όλους τους άλλους, και έβαλε μέσα τους γονείς, ώστε να μην ημπορούν να ειπούν ότι εθεράπευσε με κάποιον άλλον τρόπο. Ανέστησε λοιπόν με τον λόγο του και πριν από την ανάσταση, λέγοντας: «ου τέθνηκε το κοράσιον, αλλά καθεύδει». Πολλές φορές το κάνει αυτό. Όπως ακριβώς και τότε στην θάλασσαν επετίμησε πρώτα τους μαθητάς, έτσι και εδώ αποβάλλει την ανησυχίαν από τις ψυχές των παρόντων, δεικνύοντας συγχρόνως ότι του είναι εύκολο να εγείρει τους νεκρούς. Το ίδιο έκαμε και στην περίπτωση του Λαζάρου, όταν είπε: «Λάζαρος ο φίλος ημών κεκοίμηται». Και συγχρόνως μας μαθαίνει να μη φοβούμεθα τον θάνατο, διότι δεν είναι πλέον θάνατος, αλλά ήδη έχει γίνει ύπνος. Επειδή και ο ίδιος επρόκειτο να αποθάνει, προπαρασκευάζει τους μαθητάς με τα σώματα των άλλων, ώστε να λάβουν θάρρος, και να υπομένουν τον θάνατο με ηρεμία. Πράγματι, από τότε που ήλθεν Αυτός, ο θάνατος είναι πλέον ύπνος. Ωστόσο τον περιγελούσαν. Αυτός όμως δεν ηγανάκτησε που δεν τον επίστευαν για το θαύμα που θα επιτελούσε έπειτα από λίγο, ούτε τους επετίμησε που γελούσαν, ώστε και ο γέλως και οι αυλοί και τα κύμβαλα και όλα τα άλλα να γίνουν απόδειξις του θανάτου. Επειδή πολλές φορές μετά από τα θαύματα οι άνθρωποι δυσπιστούν, τους προλαμβάνει με τις ίδιες τις αποκρίσεις των. Όπως έγινε και με τον Λάζαρο και με τον Μωυσή. Στον Μωυσήν είπε: «Τι τούτο το εν τη χειρί σου», ώστε όταν το ιδεί να μετατρέπεται σε όφη, να μη λησμονήσει ότι ήταν ράβδος προηγουμένως, αλλά ενθυμούμενος τα ίδια του τα λόγια, να εκπλαγεί για το γεγονός. Και στην περίπτωση του Λαζάρου ερωτά: «Πού τεθείκατε αυτόν»; Ώστε εκείνοι που απήντησαν «έρχου και ίδε» και ότι «όζει, τεταρταίος γάρ εστί», να μην ημπορούν πλέον να απιστήσουν για την ανάσταση του νεκρού..


Όταν λοιπόν είδε τα κύμβαλα και τον κόσμο, τους οδήγησε όλους έξω, και θαυματουργεί παρόντων των γονέων, εισάγοντας στο σώμα όχι άλλην ψυχήν, αλλά επαναφέροντας αυτήν την ιδία που εξήλθε, και έτσι εξύπνησε την μικρή σαν από ύπνο. Την πιάνει δε από το χέρι, για να πληροφορήσει αυτούς που παρακολουθούσαν, ώστε με όσα έβλεπαν να τους ανοίξει τον δρόμο για την πίστη της αναστάσεως. Διότι ενώ ο πατέρας έλεγε: «επίθες την χείρα», Αυτός κάνει κάτι περισσότερο. Όχι μόνον θέτει επάνω της το χέρι του, αλλά την πιάνει και την εγείρει, δεικνύοντας ότι τα έχει όλα έτοιμα. Και όχι μόνο την εγείρει, αλλά προστάσσει να της δώσουν και τροφή, για να μη φανεί το γεγονός φανταστικό. Και δεν της δίδει ο ίδιος, αλλά ανέθεσε σ’ εκείνους, όπως έκαμε και με τον Λάζαρο, όταν είπε: «Λύσατε αυτόν, και άφετε υπάγειν», και μετά τον έκαμε ομοτράπεζόν του. Πράγματι, φροντίζει πάντοτε και για τα δύο, για να αποδείξει πλήρως και τον θάνατο και την ανάσταση.


Συ όμως πρόσεξε παρακαλώ όχι μόνον την ανάσταση, αλλά και ότι παρήγγειλε να μη το ειπούν σε κανέναν. Και περισσότερο κοίτα να διδαχθείς από όλα αυτά την ταπεινοφροσύνη και την αποφυγή της ματαιοδοξίας. Μάθε επίσης και τούτο. Ότι εξέβαλε από την οικίαν εκείνους που θρηνούσαν, και τους έκρινε αναξίους γι’ αυτήν την θαυμαστήν θεωρία. Εσύ, μην εξέλθεις με τους αυλητάς, αλλά μένε μαζί με τον Πέτρον και τον Ιάκωβον και τον Ιωάννην. Εάν τους αυλητάς εξεδίωξε τότε, πολύ περισσότερο τώρα. Διότι τότε δεν ήταν ακόμη φανερόν ότι ο θάνατος έγινεν ύπνος. Τώρα όμως αυτό είναι και από τον ήλιον φανερώτερον. Αλλά δεν σου ανέστησε τώρα την μικρή σου θυγατέρα; Θα σου την αναστήσει όμως οπωσδήποτε, και με πιο μεγάλην δόξα. Επειδή εκείνη μετά την ανάστασή της απέθανε πάλι. Ενώ η δική σου όταν αναστηθεί, θα μείνει στο εξής αθάνατος.


Κανείς λοιπόν να μη χτυπιέται πλέον από την θλίψιν, ούτε να θρηνεί, ούτε να διαβάλλει το κατόρθωμα του Χριστού. Επειδή όντως ενίκησε τον θάνατο. Τι θρηνείς λοιπόν αδίκως; Αφού το πράγμα έγινε ύπνος, οδύρεσαι και κλαίεις; Αυτό και εθνικοί αν το έκαμαν, θα έπρεπε να τους περιγελούμε. Όταν όμως κάνει ο πιστός αυτές τις ασχημίες, ποία δικαιολογία, ποία συγγνώμη θα υπάρξει, εάν κάνει παρόμοιες ανοησίες, και μάλιστα μετά από τόσον χρόνον και σαφή απόδειξη της αναστάσεως; Συ όμως σαν να προσπαθείς να επαυξήσεις το παράπτωμα, μας φέρνεις και γυναίκες εθνικές για θρηνωδούς, με σκοπό να εξάψεις το πάθος και να ρίξεις λάδι στην φωτιά. Και δεν ακούς τον Παύλο που λέγει: «Τις συμφώνησις Χριστώ προς Βελίαρ; ή τις μερίς πιστώ μετά απίστου;». Και οι μεν ειδωλολάτρες, οι οποίοι δεν γνωρίζουν τίποτε για την ανάστασιν, ευρίσκουν όμως λόγους παρηγορίας και λέγουν: Υπόμεινε με γενναιότητα, δεν ημπορείς να ματαιώσεις αυτό που έγινε, ούτε να το διορθώσεις με τους θρήνους. Ενώ εσύ που ακούς πνευματικοτέρους και υψηλοτέρους λόγους από αυτούς, δεν εντρέπεσαι να κάμεις μεγαλύτερες ασχημίες από εκείνους; Διότι εμείς δεν έχουμε μόνον αυτό να ειπούμε: υπόμεινε γενναίως επειδή δεν ημπορείς να ματαιώσεις αυτό που έγινε, αλλά, υπόμεινε γενναίως, επειδή οπωσδήποτε θα αναστηθεί. Το παιδί κοιμάται, δεν απέθανε, ησυχάζει, δεν εχάθη, το περιμένει ανάστασις και ζωή αιώνιος, και αθανασία και κατάστασις αγγελική. Δεν ακούς τον ψαλμό που λέγει «Επίστρεψον ψυχή μου εις την ανάπαυσίν σου, ότι Κύριος ευηργέτησέ σε»; Ο Θεός ονομάζει το πράγμα ευεργεσίαν, και συ θρηνείς; Και τι περισσότερο θα έκαμες εάν ήσουν εχθρός του νεκρού; Εάν κάποιος πρέπει να θρηνεί, αυτός είναι ο διάβολος. Εκείνος ας κτυπά την κεφαλή του, εκείνος ας οδύρεται για το ότι οδεύουμε προς μεγαλύτερα αγαθά. Στην ιδικήν του πονηρίαν αρμόζουν αυτές οι γοερές κραυγές, όχι σ’ εσέ, που μέλλεις να στεφανωθείς και να εύρεις ανάπαυση. Ένα γαλήνιο λιμάνι είναι ο θάνατος. Παρατήρησε από πόσα κακά είναι γεμάτη η ζωή αυτή, σκέψου πόσες φορές την έχεις καταρασθεί. Και τα πράγματα προχωρούν προς το χειρότερο. Αλλά και απ’ αρχής δεν εκληρονόμησες μικρήν καταδίκη: «Εν λύπαις τέξη τέκνα», λέγει, και «εν ιδρώτι του προσώπου σου φαγεί τον άρτον σου», και «εν τω κόσμω θλίψιν έξετε». Για τα εκεί όμως τίποτε παρόμοιον δεν έχει λεχθεί, αλλά το εντελώς αντίθετον, ότι «απέδρα οδύνη, λύπη και στεναγμός», και ότι «από ανατολών και δυσμών ήξουσι και ανακλιθήσονται εις τους κόλπους του Αβραάμ», του Ισαάκ και του Ιακώβ. Και ότι τα εκεί είναι νυμφών πνευματικός και χαρμόσυνες λαμπάδες και ταξίδι στον ουρανό. Γιατί λοιπόν εντροπιάζεις αυτόν που απήλθε; Γιατί προδιαθέτεις τους άλλους να φοβούνται και να τρέμουν τον θάνατο; Γιατί κάνεις πολλούς να κατηγορούν τον Χριστόν ότι είναι αίτιος μεγάλων δεινών; Ή μάλλον γιατί μετά από αυτά προσκαλείς τους πτωχούς και παρακαλείς τους ιερείς να προσεύχονται; Για να εύρει ανάπαυσιν ο νεκρός, λέγεις, για να τον αντιμετωπίσει ο Δικαστής με ευσπλαχνία. Γι’ αυτά λοιπόν θρηνείς και μοιρολογείς; Άρα τον εαυτόν σου μάχεσαι και πολεμείς, προκαλώντας για σένα καταιγίδαν, ενώ εκείνος έχει προσαράξει σε λιμάνι.


Και πώς να αντιδράσω, λέγει, έτσι είναι η φύσις. Δεν ευθύνεται όμως η φύσις ούτε αυτό είναι αναπόφευκτον, αλλά εμείς είμεθα που κάνουμε τα άνω κάτω, εκφυλιζόμεθα και προδίδουμε την ευγένεια των χριστιανών, και τους απίστους τους κάνουμε χειροτέρους. Πώς θα ομιλήσωμε στον άλλον περί αθανασίας; Πώς θα πείσωμε τον εθνικόν, όταν φοβούμεθα και φρίττωμε τον θάνατο περισσότερο από εκείνον; Και μάλιστα πολλοί από τους ειδωλολάτρες, όταν απέθαναν τα παιδιά τους, εφόρεσαν στεφάνι και λευκά ενδύματα, αν και δεν εγνώριζαν τίποτε περί αθανασίας, για να κερδίσουν την παρούσαν δόξα. Και συ ούτε για την μέλλουσα δεν παύεις να κτυπάς το στήθος σου σαν τις γυναίκες. Αλλά τώρα δεν έχεις κληρονόμους της περιουσίας σου, δεν έχεις διάδοχο; Και τι θα προτιμούσες γι’ αυτόν, να κληρονομήσει την περιουσία σου ή τους ουρανούς; Τι θα επιθυμούσες, να κληρονομήσει πράγματα που αφανίζονται, τα οποία μετά από λίγο θα τα άφηνε, ή τα μόνιμα και ακίνητα; Δεν τον έκαμες κληρονόμο σου, αλλά τον έκαμε ο Θεός ιδικόν του. Δεν έγινε συγκληρονόμος των αδελφών του, αλλά του Χριστού. Και σε ποίον θα αφήσωμε τα ενδύματα, σε ποίον τα οικήματα, σε ποίον τους δούλους και τους αγρούς; Πάλι σ’ αυτόν, και μάλιστα με  περισσοτέραν ασφάλειαν από ό,τι αν ζούσε. Τίποτε δεν σε εμποδίζει. Εάν οι βάρβαροι μαζί με τους νεκρούς καίουν και τα υπάρχοντά τους, πολύ περισσότερον είναι δίκαιο να στείλεις και συ μαζί με τον νεκρόν αυτά που του ανήκουν. Όχι για να γίνουν στάκτη όπως εκείνα, αλλά για να τον περιβάλεις με μεγαλυτέραν δόξα. Και αν μεν απήλθε αμαρτωλός, για να του συγχωρηθούν οι αμαρτίες. Εάν δίκαιος, για να αυξηθεί ο μισθός και η ανταμοιβή του. Επιθυμείς όμως να τον ιδείς; Ζήσε την ιδίαν ζωή μ’ εκείνον, και γρήγορα θα απολαύσεις το ιερόν του πρόσωπο. Και μαζί με αυτά συλλογίσου και τούτο, ότι και αν δεν ακούσεις εμένα, θα σε πιάσει οπωσδήποτε ο χρόνος. Αλλά τότε δεν θα έχεις κανένα μισθόν, αφού η παρηγορία θα προέλθει από τον χρόνο που θα έχει παρέλθει.


Εάν όμως θέλεις τώρα να φιλοσοφήσεις, θα κερδίσεις δύο, τα μεγαλύτερα: και τον εαυτόν σου θα απαλλάξεις από αυτά τα δεινά, και με το πιο λαμπρό στεφάνι θα σε στεφανώσει ο Κύριος. Διότι και από την ελεημοσύνη και από τα άλλα, πολύ ανώτερον είναι το να υπομείνεις την συμφορά με πραότητα. Αναλογίσου ότι και ο Υιός του Θεού απέθανε. Εκείνος για σένα, και συ για τον εαυτόν σου. Και μολονότι είπε «ει δυνατόν παρελθέτω απ’ εμού το ποτήριον», και ελυπήθη, δεν απέφυγε όμως τον θάνατον, αλλά τον εβίωσε σε όλη του την τραγικότητα. Και δεν υπέμεινε έναν κοινόν θάνατον, αλλά τον χειρότερο. Και πριν τον θάνατο μαστιγώσεις, και πριν τις μαστιγώσεις ονειδισμούς και ειρωνείες και ύβρεις, για να σε μάθει να τα υπομένεις όλα γενναίως. Αφού όμως απέθανε και απέθεσε το σώμα, το έλαβε πάλι πιο ένδοξο, προσφέροντας έτσι σε σένα τις καλλίτερες ελπίδες. Εάν αυτά δεν είναι μύθος, τότε μη θρηνείς. Εάν τα θεωρείς αυτά αξιόπιστα, μη δακρύζεις. Εάν όμως δακρύζεις, πώς θα ημπορέσεις να πείσεις τον εθνικόν ότι πιστεύεις; Αλλά και έτσι ακόμη σου φαίνεται ανυπόφορο το συμβάν; Γι’ αυτό ακριβώς δεν αξίζει να τον θρηνείς, επειδή εκείνος απηλλάγη από πολλές παρόμοιες συμφορές. Μη τον φθονείς λοιπόν, μη θέλεις το κακό του. Διότι το να αποζητά κανείς τον θάνατον επειδή κάποιος απέθανε πρόωρα, και να τον πενθεί που δεν έζησε για να υποφέρει και άλλα πολλά παρόμοια, σημαίνει ότι τον φθονεί, και θέλει το κακό του. Και μη σκέπτεσαι ότι δεν θα επιστρέψει πλέον στην οικογενειακήν εστίαν, αλλά ότι και συ ο ίδιος σε λίγο θα πας κοντά του. Μη συλλογίζεσαι ότι πλέον δεν θα επανέλθει εδώ, αλλά ότι και όλα αυτά που βλέπουμε γύρω μας δεν θα παραμείνουν όπως είναι τώρα, αλλά θα μετασχηματισθούν. Διότι και ο ουρανός και η γη και η θάλασσα και τα πάντα θα αναμορφωθούν και τότε θα λάβεις το παιδί σου πίσω λαμπρότερο. Και αν μεν απήλθε αμαρτωλός, ο θάνατος εσήμανε την παύση των έργων της κακίας. Διότι εάν ο Θεός εγνώριζε ότι θα παρουσίαζε μεταβολή, δεν θα τον έπαιρνε πριν μετανοήσει. Εάν όμως έφυγε δίκαιος από την ζωή, κατέχει τώρα τα αγαθά με ασφάλεια. Άρα είναι φανερόν ότι τα δάκρυά σου δεν μαρτυρούν φιλοστοργίαν, αλλά πάθος αλόγιστον. Επειδή αν αγαπούσες αυτόν που έφυγε, έπρεπε να χαίρεις και να ευφραίνεσαι που απηλλάγη από αυτήν την τρικυμία.


Τι περισσότερον υπάρχει εδώ; Ειπέ μου, τι το νέο και ασύνηθες; Τα ίδια δεν βλέπουμε συνεχώς να επαναλαμβάνονται; Ημέρα και νύκτα, νύκτα και ημέρα. Χειμών και θέρος, θέρος και χειμών, και τίποτε περισσότερο. Και αυτά μεν είναι πάντοτε τα ίδια. Τα κακά όμως πάντοτε παράδοξα και ανανεωμένα. Με αυτά λοιπόν ήθελες να ταλαιπωρείται καθημερινώς μένοντας εδώ, να αρρωσταίνει, να πενθεί, να φοβείται, να τρέμει και, άλλα μεν από τα δεινά να τα υποφέρει, άλλα δε να φοβείται μήπως τα υποστεί; Ούτε βεβαίως ημπορείς να ισχυρισθείς ότι ταξιδεύοντας στο μέγα τούτο πέλαγος, ήταν δυνατόν να απαλλαγεί από την λύπη και τις μέριμνες και τα άλλα παρόμοια. Και εκτός αυτού συλλογίσου και το άλλο, ότι δεν τον εγέννησες αθάνατον. Και ότι αν δεν απέθαινε τώρα, θα το υφίστατο αυτό λίγο αργότερα. Αλλά δεν τον εχόρτασες; Θα τον απολαύσεις όμως εκεί οπωσδήποτε. Αλλά επιθυμείς να τον βλέπεις και εδώ; Και τι σε εμποδίζει; Έχεις και τώρα αυτήν την δυνατότητα, εάν νήφεις, διότι η ελπίς των μελλόντων είναι πιο φανερά από την όραση. Και αν ζούσε μέσα στα ανάκτορα, συ η ιδία η μητέρα του δεν θα ζητούσες να τον ιδείς, ακούγοντας ότι ευδοκιμεί. Τώρα όμως που τον βλέπεις να έχει αποδημήσει προς τα πολύ ανώτερα, μικροψυχείς για τον σύντομον αυτόν καιρό, και μάλιστα ενώ έχεις αντί εκείνου τον σύζυγό σου; Αλλά δεν έχεις άνδρα; Έχεις όμως παρηγορία τον «Πατέρα των ορφανών και κριτήν των χηρών». Άκου ότι και ο Παύλος αυτήν την χηρεία την μακαρίζει, λέγοντας: «Η δε όντως χήρα και μεμονωμένη ήλπισεν επί Κύριον». Πράγματι αυτή θα ευαρεστήσει περισσότερο τον Θεόν, δεδομένου ότι επέδειξε περισσοτέραν υπομονή.


Μη θρηνείς λοιπόν γι’ αυτό το γεγονός, το οποίο θα γίνει αφορμή να στεφανωθείς, για το οποίο θα απαιτήσεις μισθόν. Απλώς επέστρεψες την παρακαταθήκην, εάν παρέδωσες αυτό που ο Θεός σου είχε εμπιστευθεί. Μη μεριμνάς πλέον, αφού εφύλαξες τον θησαυρό σε ασύλητο θησαυροφυλάκιο. Και, αν συνειδητοποιήσεις τι είναι η παρούσα και τι η μέλλουσα ζωή, και ότι αυτή μεν είναι ιστός αράχνης και σκιά, τα δε εκεί όλα αμετάβλητα και αθάνατα, δεν θα χρειασθείς πλέον άλλους λόγους. Τώρα το παιδί έχει απαλλαγεί από κάθε είδους μεταβολήν. Εάν όμως ήταν εδώ, ίσως παρέμενεν ενάρετος, αλλά ίσως και όχι. Ή δεν βλέπεις πόσοι αποκηρύττουν τα παιδιά τους; Πόσοι αναγκάζονται να τα κρατούν κοντά τους αν και είναι χειρότερα από τα αποκηρυγμένα; Ας συλλογιζόμεθα όλα αυτά, και ας φιλοσοφούμε. Με τον τρόπον αυτόν, και τον νεκρό θα ευχαριστήσωμε, και από τους ανθρώπους θα απολαύσωμε πολλούς επαίνους, και από τον Θεόν θα λάβωμε τον μεγάλο μισθό της υπομονής, και θα γίνωμε μέτοχοι των αιωνίων αγαθών. Τα οποία είθε να επιτύχωμε με την χάρη και την φιλανθρωπία του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, «ω η δόξα και το κράτος εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν».

Ομιλία για τη θυγατέρα του Αρχισυναγώγου και για την αιμορροούσα

 Σήμερα το ιερό Ευαγγέλιο μας (Λουκ. η’ 41-56) περιέγραψε διπλή ιστορία θαυμάτων. Και μάλλον αυτό είναι το κατά πολύ πιο παραδοξότατο των μεγάλων θαυμάτων, από όσα προηγήθηκαν. Από το να θεραπευθεί ο κωφάλαλος, ή ο παράλυτος, ή ο τυφλός, ή ο μανιακός, είναι πιο θαυμαστό το να ξαναζήσει αυτός που πέθανε. Και τώρα θαυματουργεί ο Κύριος, κάνοντας αρχή από την ανάσταση της θυγατέρας του Ιαείρου και παίρνει αυτήν την παρθένο από τον θάνατο απαρχή (πρώτη λεία) και αρχίζοντας έτσι να αιχμαλωτίζει τον άδη, το κάνει αυτό περισσότερο στη συνέχεια, γιατί η είσοδος του θανάτου στον κόσμο έγινε από την παρθένο Εύα. Αλλά, ανοίγοντας το ιερό βιβλίο του Ευαγγελίου, ας ακούσουμε τα ίδια τα λόγια του: «Εκείνο τον καιρό, πλησίασε τον Ιησού κάποιος άνθρωπος που τον έλεγαν Ιάειρο και ήταν άρχοντας της Συναγωγής. Αυτός έπεσε στα πόδια του Ιησού και Τον παρακαλούσε να πάει στο σπίτι του, γιατί είχε μια μοναχοκόρη δώδεκα χρόνων, που ήταν ετοιμοθάνατη» (Λουκ. η’ 41-42).

Αρχίζοντας την εξήγηση ας μου επιτραπεί να θαυμάσω, το πόσο πιο πριν οι εξ εθνών πιστεύοντας στον Χριστό ξεπέρασαν τους Ιουδαίους. Διότι εκείνος ο εκατόνταρχος, πιστεύοντας αυτό, θεωρούσε πως και απών ο Σωτήρας μπορεί να θεραπεύσει τον δούλο του μόνο με ένα λόγο, γι’ αυτό και έλεγε: «Ένα λόγο πες μόνο, και θα γιατρευθεί ο δούλος μου» (Λουκ. ζ’ 7). Ο εδώ, όμως, άρχοντας της Συναγωγής, ο Ιάειρος παρακαλεί τον Κύριο να μπει μέσα στο σπίτι, νομίζοντας πως δεν μπορεί με άλλον τρόπο να φέρει τη θεραπεία στην κόρη του. Ήταν η μικρή κόρη του Ιαείρου πολύ καλή, έχοντας αμόλυντο το άνθος της παρθενίας, και τηρούνταν άθικτο σαν σε κάλυκα λουλουδιού. Ο Ευαγγελιστής με λίγα λόγια περιέλαβε πολλά, υφαίνοντας στη διήγηση τον θρήνο: «Μοναχοκόρη, λέει, ήταν η θυγατέρα του» (Λουκ. η’ 42). Βλέπεις πόσο βαριά είναι η συμφορά; Διότι τι φανέρωνε μ’ αυτά; Αφού εκείνη πέθανε, δεν υπήρχε άλλο παιδί στο οποίο να προσβλέπουν οι γονείς, για να σταματήσουν το δάκρυ. Ήταν μονάκριβη η κόρη. Αλλά και λέγοντας ότι ήταν δωδεκάχρονη, αυτό φανερώνει το χαριτωμένο της ηλικίας. Τότε που τα κορίτσια σκέφτονται τον γάμο, και ωραίο γαμπρό και νυφικό δωμάτιο, και πολλές πάλι ερίζουν για την ομορφιά και στα φυσικά νειάτα προσθέτουν κάποια κομμωτικά στολίδια, για να εμφανισθούν ωραίες σε όσους τις βλέπουν. Ίσως κάπου σύχναζαν πολλοί μνηστήρες, και υπήρχε ανταγωνισμός σ’ αυτούς όχι χυδαίος, στο ποιος θα προτιμηθεί να γίνει ο άντρας της παρθένου. Και προξενήτρες, μπαίνοντας ή μία μετά την άλλη στο σπίτι και η καθεμιά πολυεπαινώντας άλλον γαμπρό, έκαμνε πιο γρήγορη τη φροντίδα. Όμως, τις ελπίδες για την κόρη τις διαδέχεται η αρρώστια, απειλώντας με το θάνατο που έρχεται σε λίγο. Σπεύδει, λοιπόν, ο πατέρας, καθώς από το πάθημα καίγονται τα σπλάχνα του, και με ζεστή καρδιά φέρνει τη δέηση στον Σωτήρα. Ο Χριστός, που ήρθε για τη σωτηρία του κόσμου, δέχεται την ικεσία. Και επανορθώνοντας με έργο την απιστία του αρχισυναγώγου, αργοπορεί στον δρόμο με τη θεραπεία της αιμορροούσας, σαν να επιτρέπει στο θάνατο να κρατήσει την κόρη και να γίνει το θαύμα πιο παράδοξο.


«Την ώρα που ο Ιησούς βάδιζε προς το σπίτι, τα πλήθη τον περιέβαλαν ασφυκτικά. Κάποια γυναίκα, που υπέφερε από αιμορραγία δώδεκα χρόνια και είχε ξοδέψει όλη της την περιουσία στους γιατρούς, χωρίς κανένας να μπορέσει να την κάνει καλά» (Λουκ. η’ 42-43). Και πρόσεξε, πόσο πλήθος Τον ακολουθούσε, ώστε να Τον πιέζουν, γιατί ήταν στενοί οι δρόμοι. Μεταξύ αυτών, ήταν και μια γυναίκα που έπασχε από συνεχή ροή του αίματός της, η οποία ξόδεψε την περιουσία της στους γιατρούς, χωρίς να βρει καμμιά θεραπεία. Διότι το πάθημά της ήταν στις ανθρώπινες αντιλήψεις, αθεράπευτο. Απορρίπτοντας τα πάντα, κάνει μια συνετή σκέψη να τρέξει εσπευσμένα προς τον άμισθο γιατρό, φέρνοντας μάλλον ως μεγάλο μισθό την πίστη. Διότι έλεγε, όπως αναφέρει άλλος Ευαγγελιστής, ότι «και μόνο να αγγίξω τα ρούχα Του θα σωθώ» (Μτθ. θ’ 21, Μάρκ. ε’ 28). Αλλά για ποιο λόγο δεν προσέρχεται φανερά όπως η Χαναναία (Ματθ. ιε’ 22) και η συγκύπτουσα (Λουκ. ιγ’11); Αυτή ήταν επιφανής και γνωστή σε όλους και, στον νόμο, ήταν ακάθαρτη όποια είχε ροή αίματος, και δεν της επιτρεπόταν να αγγίζει κάποιο ιερό. Διότι λέει ο νόμος: «Αν μια γυναίκα έχει αιμορραγία για πολλές ημέρες, πέρα από τον χρόνο της περιόδου της, αυτή θα είναι ακάθαρτη όλον τον καιρό που τρέχει το αίμα και όποιος την αγγίξει θα είναι ακάθαρτος» (Λευ. ιε’ 25, 27). Επειδή, λοιπόν, φοβόταν να αγγίξει τα αμόλυντα πόδια του Χριστού και συγχρόνως θέλοντας να κρύψει αυτά που οι συνετές γυναίκες ντρέπονται να τα φανερώνουν, επινοεί να κλέψει τη σωτηρία.


«Πήγε πίσω από τον Ιησού, άγγιξε την άκρη στο ρούχο Του, και αμέσως σταμάτησε η αιμορραγία της» (Λουκ. η’ 14). Ω τι μεγάλο θαύμα! Ο Κύριος εμφανίζει ένα καινούργιο είδος θαυματουργίας, χωρίς να αγγίξει την άρρωστη, ούτε να θεραπεύσει την κακοπάθεια με λόγο, αλλά στην πίστη ανταπέδωσε το έλεος. Η γυναίκα ήρθε με πίστη και δεν αστόχησε στην ελπίδα της. Πόσο, αλήθεια, καλό είναι η πίστη, ώστε να έχει τη δύναμη να ετοιμάζει σ’ εμάς τη χάρη που δίνει ο Θεός. Το να έχουμε, όμως, αμφιβολίες είναι επιζήμιο. Διότι, αν ήταν ιερό το κράσπεδο του αμόλυντου χιτώνα και ιερότατο, επειδή εφαπτόταν στη σάρκα του Θεού, αλλ’ όμως η πίστη προκάλεσε τη χάρη. Διότι άγγιξαν και οι στρατιώτες τα ρούχα του Κυρίου κατά τον καιρό του πάθους, μοιράζοντάς τα με κλήρο, αλλά δεν έγινε ωφέλιμο αυτό το άγγιγμα. Ποιο αναλυτικά ο ιερός Μάρκος εξηγεί το γεγονός: «Αισθάνθηκε, λέει, στο σώμα της ότι θεραπεύθηκε από τη μάστιγμα της αρρώστιας» (Μαρκ. ε’ 29). Αυτό τι φανερώνει; Πως οι κακώσεις του σώματος, σαν κάποιες μάστιγες, έρχονται ως επί το πλείστον στις ψυχές που ατακτούν. Και ότι αυτά είναι αληθινά θα το δείξει ο λόγος δίχως κόπο. Στον θεραπευθέντα, λοιπόν, που ήταν στην πενταπλή στοά του Σολομώντα, έτσι είπε ο Χριστός: «Βλέπεις, έχεις γίνει καλά. Από εδώ και πέρα μην αμαρτάνεις, για να μην πάθεις τίποτε χειρότερο» (Ιω. ε’ 14). Και για όσους με ανεξέταστη συνείδηση δέχονται τη θεία μετάληψη, λέει ο Απόστολος, «γι’ αυτό έχετε μεταξύ σας πολλούς ελαφρά και βαριά αρρώστους, καθώς και αρκετούς θανάτους» (Α’ Κορ. ια’ 30).


«Τότε ο Ιησούς είπε: “Ποιος με άγγιξε“; Ενώ όλοι αρνούνταν, ο Πέτρος και όσοι ήταν μαζί του έλεγαν: «Διδάσκαλε, οι όχλοι έχουν στριμωχτεί κοντά Σου και Σε πιέζουν, και Εσύ λες ποιος με άγγιξε;» (Λουκ. η’ 45). Δεν ξέφυγε από Αυτόν που εξετάζει τις σκέψεις και τις επιθυμίες η επαινουμένη κλοπή της γυναίκας, ούτε, βέβαια, την καλύπτει με σιωπή. Πώς, όμως, θεραπεύοντας άλλους, τους έστελνε στο σπίτι τους προτρέποντάς τους να κρατούν μυστική τη θεραπεία και να μη μιλούν γι’ αυτήν, εδώ όμως, και φανερώνει το γεγονός; Πολύ ορθά το κάνει αυτό, διότι συγχρόνως δείχνει στη γυναίκα πως δεν του ξέφυγε το ότι της χορήγησε τη θεραπεία, και πάλι φανερώνει τα όσα ακολουθούν την ολόθερμη πίστη της. Αλλά πρόσεξε και το ότι οι μαθητές δεν είναι τέλειοι. Διότι ο Κύριος τους ρώτησε: Ποιος με πλησίασε και με άγγιξε με πίστη; Και αυτοί το τοποθέτησαν στο αισθητό άγγιγμα. Και τι σημαίνει το «ένιωσα να βγαίνει από εμένα δύναμη»; (Λουκ. η’ 46). Μήπως έγινε κάποια ελάττωση της δύναμής Του που διασκορπίστηκε στους θεραπευμένους; Άπαγε! Διότι, όπως ακριβώς από μια λαμπάδα, κι αν ακόμη ανάψεις μύριες άλλες, αυτή μένει και ολόκληρη και μεταφέρει σε όλες τη φλόγα, έτσι και η ασταμάτητη δύναμη του Θεού, χορηγώντας σε όλους τη χάρη των θεραπειών, παραμένει ολόκληρη. Και αν ακόμη θέλεις, όπως οι επιστήμες που μεταδίδονται στους διδασκομένους από τους διδασκάλους παραμένουν ολόκληρες, έτσι και η χάρη του Θεού μοιραζόμενη σε όσους τη δέχονται, δεν μειώνεται ούτε για το παραμικρό.


«Μόλις η γυναίκα είδε ότι δεν ξέφυγε την προσοχή Του, ήρθε τρέμοντας και έπεσε στα πόδια Του και μπροστά σε όλον τον κόσμο του είπε για ποια αιτία Τον άγγιξε και ότι είχε γιατρευθεί αμέσως» (Λουκ. η’ 47). Η γυναίκα, λοιπόν, λέει, δειλιάζοντας και τρέμοντας, μήπως δεν έγινε για καλό αυτή η κλοπή, πέφτει στα πόδια Του και ομολογεί το απόρρητο. Ο Κύριος, όμως, επαινεί την πίστη της και την ονομάζει θυγατέρα, αφού έγινε οικεία Του με την πίστη. Πόσο μακαρία, αλήθεια, η θαυμάσια αυτή γυναίκα, αφού και χωρίς κόπο απόλαυσε την υγεία και μπήκε στη συγγένεια του Θεού, αφού ονομάστηκε θυγατέρα του Ιησού. Και είναι μακαρία και η ψυχή της, που ακολουθούσε πίσω από τον Ιησού, και άγγιξε το κράσπεδό Του, διδάσκοντας με την ιστορία του Πνεύματος, πως όσο κανείς βαδίζει πίσω από τον Ιησού με την όσο το δυνατόν στον άνθρωπο μίμηση και προσέγγιση, με την αρετή στον Θεό, έφτασε να αγγίξει μόνο το κράσπεδο, διότι η αρετή είναι άπειρη και αόριστη. «Ενώ ο Iησούς ακόμη μιλούσε, ήρθε κάποιος από το σπίτι του αρχισυναγώγου και του λέει: “Η κόρη σου πέθανε. Μην ενοχλείς πια τον Διδάσκαλο”» (Λουκ. η’ 49). Τόσο μεγάλη έγινε η καθυστέρηση κατά την οδοιπορία, που ο θάνατος υπερισχύει στο κοριτσάκι και απαγγέλλεται στον πατέρα της να μη δώσει ανώφελο κόπο στον Διδάσκαλο. Διότι νομίζουν πως μέχρι τότε είχε τη δύναμη να ενεργήσει, μέχρι που η ψυχή βρισκόταν μαζί με το σώμα. Έτσι φαίνεται πως πίστευε και η Μάρθα από όσα είπε: «Κύριε, αν ήσουν έδώ, δεν θα πέθαινε ο άδελφός μου» (Ιω. ια’ 21). Έτσι, θεωρούνταν πως ήταν πολύ δύσκολο το να ξαναζήσει νεκρός. Τι, όμως, είπε ο Σωτήρας προς τον πατέρα; «Εσύ μη φοβάσαι, μόνο πίστευε και θα σωθεί» (Λουκ. η’ 50). Ίσως του υπενθυμίζει το θαύμα που προηγήθηκε, πως κατορθώθηκε με μόνη την πίστη. Η νεαρή, λοιπόν, πέθανε, και όσοι ήταν στο σπίτι έκλαιγαν, όπως ήταν φυσικό, και θρηνολογούσαν, και υπήρχε συνεχής ανάμικτος θόρυβος, συρροή συγγενών, θρήνος υπηρετών, γοερός θρήνος γυναικών, οδυρμός ανδρών, όλα ανάμικτα με θρήνους και δάκρυα. Και για ποιο λόγο ο Κύριος τους άλλους τους βγάζει έξω από το σπίτι και βάζει μέσα τους γονείς της κόρης και τους τρεις μαθητές; Για να μη νομίσει κανείς, ότι με τον θόρυβο όσων θρηνούσαν επέστρεψε η κόρη, ή και ότι δεν είχε πεθάνει. Αυτούς, λοιπόν, που θορυβούσαν τους έβγαλε έξω και βάζει μέσα μόνους μάρτυρες από τους μαθητές την κορυφή των ακολούθων Του και από το πλήθος τους γονείς της μικρής κόρης.


«Ο Ιησούς τους είπε: “Μην κλαίτε, δεν πέθανε, αλλά κοιμάται”» (Λουκ. η’ 52). Και Τον κορόϊδευαν γνωρίζοντας ότι πέθανε. Λέει «κοιμάται, δεν πέθανε» γιατί γνωρίζει καλά την ανάστασή της που θα συμβεί σε λίγο. Συγχρόνως δείχνει ότι είναι ύπνος ο φημολογούμενος από εμάς θάνατος. Πιάνει, λοιπόν, το χέρι της κόρης και με εξουσιαστικό λόγο, σαν από ύπνο, σηκώνει και φέρνει πάλι στη ζωή το κοριτσάκι. Πιάνει, βέβαια, το χέρι της δείχνοντας πως η θεία και αμόλυντη σάρκα Του που δημιουργήθηκε από αυτήν την ένωση, πήρε τη δόξα της θεότητας και παρείχε ζωή. Τα όσα αναφέρει η ιστορία εδώ τελείωσαν, εμπρός λοιπόν, να εξετάσουμε και τα όσα αυτά σημαίνουν. Η διπλή αφήγηση αυτής της ιστορίας ήταν η προτύπωση της Συναγωγής και της εξ εθνών Εκκλησίας. Διότι ο Κύριος ήρθε πρώτα, βέβαια, στη θυγατέρα του αρχισυναγώγου, όμως προηγήθηκε κατά την πορεία η θεραπεία της αιμορροούσας, δείχνοντας νομίζω με το γεγονός αυτό, ότι έγινε κυρίως άνθρωπος όχι πρώτα για τα έθνη, αλλά για τον Ισραήλ, όπως είπε ο Ίδιος: «Έχω αποσταλεί μόνο για τους πλανεμένους Ισραηλίτες» (Ματθ. ιε’ 24). Και επειδή έδειξε απιστία ο Ισραήλ, η σωτηρία έρχεται στα έθνη που ακολουθούν το κήρυγμα, και αγγίζουν τη φωνή και τη διδασκαλία του Ευαγγελίου, σαν να είναι τα ιμάτια του Κυρίου. Και έτσι έγινε σταμάτημα της τρεχούμενης και βαθυκόκκινης αμαρτίας, που με τη ροή των αιμάτων των θυσιών ετοίμαζαν τους ανθρώπους να λατρεύουν τους δαίμονες. Αλλά και εκείνο, βέβαια, είναι ακόλουθο στην αφήγηση, το να ξοδέψει στους γιατρούς τα πάντα η ασθενής και να μην ωφεληθεί καθόλου. Επειδή η φύση των ανθρώπων ήταν δεσμευμένη στην αρρώστια της ασέβειας, αφού ξόδεψε όλη τη φυσική δύναμη που είχε από τους σοφούς του κόσμου, δεν απαλλάχθηκε καθόλου από τη δεισιδαιμονία. Και βλέποντας τον ίδιο χρόνο και της ζωής της μικρής κόρης και της ασθένειας της γυναίκας που μετριέται σε δώδεκα χρόνια, δεν παραξενευόμαστε αποβλέποντας στο εξής: Όσο χρόνο ζούσε η Συναγωγή, την Εκκλησία των εθνών την κρατούσε η αρρώστια της αμαρτίας. Όταν η πρώτη απομακρύνεται από τον Εμμανουήλ και πεθαίνει στην απιστία, η δεύτερη λύνεται από το νόσημα. Αλλά και ο αριθμός των ετών δηλώνει την αίσθηση και τον χρόνο, στα οποία κατακρατούσε τη φύση, το νόσημα της ασεβείας. Διότι ο χρόνος είναι εβδομαδικός και οι αισθήσεις πέντε. Και εάν πάλι και μετά τη θεραπεία της αιμορροούσας ανασταίνεται η πεθαμένη, ούτε αυτό είναι ακόλουθο στη διατύπωση των όσων εξετάζονται. Διότι «θα σωθεί μόνο ένα μικρό υπόλοιπο» (Ησ. ι’ 23, Ρωμ. θ’ 27), σύμφωνα με τον Απόστολο «ωσότου να δεχτούν όλοι οι άλλοι λαοί τη σωτηρία» (Ρωμ. ια’ 15). Αλλά γιατί να μιλώ για την πρόσκληση των εθνών και να προχωρώ στο Ισραηλιτικό υπόλοιπο; Και περιγράφοντας τα έξω, δεν βλέπω τον εαυτό μου να ζωγραφίζεται στη διήγηση; Εμπρός, λοιπόν, σαν σε καθρέφτη, να δούμε με προσοχή στην ιστορία, για να βρούμε ο καθένας την αθλιότητα της ψυχής του. Διότι αυτή η ψυχή και αιμοροούσα είναι και κόρη. Είναι σαν αιμορροούσα, διότι τη δύναμη που της δόθηκε, για να παράγει ευσεβή λόγια και αγαθές πράξεις, την έσυρε με κακό τρόπο στη ρευστή ύλη των παθών και την έκανε άγονη στην αρετή και κυοφόρησε μόνο ανεξίτηλη την ακαθαρσία της αμαρτίας. Σαν κόρη, πάλι, είναι η ίδια ψυχή, γιατί έχει παρθενία και καθαρότητα και την ομοιότητα προς το ακέραιο αγαθό, όντας τέλεια προς τον αγνό γάμο και την ένωση με τον νοητό Νυμφίο. Αυτήν με την απόκλισή της προς την κακία, έπεσε στο κρεββάτι στην οικία του σώματος, έχοντας πυρετό με την αρρώστια των αμαρτωλών. Και επειδή επικράτησε το κακό, αποστερήθηκε τη ζωή της αρετής. Ποια είναι, λοιπόν, η ελπίδα της σωτηρίας ; Ας θρηνεί ο νους, όπως ο πατέρας της κόρης, ας πονά μαζί η αίσθηση που είναι συγκάτοικος του νου, ώστε να την αναστήσει ο γιατρός των ψυχών από την πτώση της και θα χαρούν γι’ αυτό οι ουράνιες στρατιές, «διότι θα γίνει χαρά στον ουρανό για τη μετάνοια ενός αμαρτωλού» (Λουκ. ιε’ 7) που επιστρέφει στον Θεό. Σ’ Αυτόν ανήκει κάθε δόξα, τιμή και προσκύνηση στους ατέλειωτους αιώνες. Αμήν. (PG 132, 281-292)


(Πηγή: Από το βιβλίο “Δεκατρείς Πατερικές Ομιλίες. Από την Ύψωση του Τιμίου Σταυρού στα Εισόδια της Θεοτόκου”, Μετάφραση: Γεώργιος Μαυρομάτης, Καλύβη Κοιμήσεως Θεοτόκου Ιεράς Σκήτης Κουτλουμουσίου)

Η δύναμη του Θεού και η πίστη του ανθρώπου

 Αγ. Νικόλαος Βελιμίροβιτς


(Λουκ. η’ 41-56)


Όταν οι ακτίνες του ήλιου πέφτουν σ’ ένα βράχο, τον κάνουν να λάμπει. Όταν η φλόγα αγγίξει ένα άκαφτο κερί, το ανάβει. Όταν ο μαγνήτης αγγίξει ένα μεταλλικό αντικείμενο, το μαγνητίζει. Όταν το ηλεκτροφόρο καλώδιο αγγίξει ένα συνηθισμένο σύρμα, και τα δυο τους ηλεκτρίζονται.

Όλες αυτές οι φυσικές ενέργειες δεν είναι παρά εικόνες ή πνευματικά φαινόμενα. Όλα όσα συμβαίνουν στον εξωτερικό κόσμο, είναι απλά η εικόνα όσων γίνονται στον εσωτερικό. Ολόκληρη η εφήμερη φύση είναι σαν ένα όνειρο, σε σχέση με την εσωτερική πραγματικότητα, σαν ένα παραμύθι, όταν μιλάμε με όρους αιώνιας ζωής.


Η ψυχή είναι η πραγματικότητα του σώματος. Ο Θεός είναι η πραγματικότητα της ψυχής. Όταν ο Θεός αγγίζει την ψυχή, την ζωοποιεί, της μεταδίδει την δράση. Όταν η ψυχή αγγίζει το σώμα, κάνει το ίδιο. Το σώμα λαβαίνει φως, ζεσταίνεται, δέχεται μαγνητισμό και ηλεκτρισμό, δράση, ακοή και κίνηση από την ψυχή. Όταν η ψυχή αναχωρεί από το σώμα, όλ’ αυτά χάνονται, εξαφανίζονται. Η ψυχή δέχεται από το Θεό έναν ειδικό φωτισμό, θέρμη, μαγνητισμό και ηλεκτρισμό, δράση, ακοή και κίνηση. Κι όλ’ αυτά χάνονται όταν η ψυχή χωρίζεται από το Θεό.


Υπάρχει άνθρωπος σ’ ολόκληρο τον κόσμο που όταν αγγίζει μια νεκρή ψυχή την επαναφέρει στη ζωή, της μεταδίδει φως και θερμότητα, μαγνητισμό και ηλεκτρισμό από την πηγή της ζωής; Υπάρχει κάποιος σ’ ολόκληρο τον κόσμο, από την αρχή της ιστορίας του ανθρώπου, που όταν άγγιξε ένα νεκρό σώμα το έκανε να σηκωθεί, να μιλήσει και να περπατήσει; Σίγουρα πρέπει νά ‘χει υπάρξει. Διαφορετικά ο ήλιος κι η γη, ο χειμώνας κι η άνοιξη, ο μαγνήτης κι ο ηλεκτρισμός κι όλα όσα υπάρχουν στον κόσμο, θα ήταν η φαντασία κάποιου που δεν υπάρχει, η σκιά κάποιου ανύπαρκτου όντος, ένα όνειρο, μακριά από την πραγματικότητα. Πρέπει να έχει υπάρξει. Διαφορετικά ο Κύριος Ιησούς Χριστός δε θα είχε εμφανιστεί στη γη. Εμφανίστηκε για να παρουσιάσει στους ανθρώπους την πραγματικότητα· πως η φύση ολόκληρη, με όλα όσα συμβαίνουν μέσα της, δεν είναι παρά μια εικόνα, ένα όνειρο, ένα παραμύθι. Ο Κύριος ήρθε για να φανερώσει την αλήθεια όσων φανερώνουν ο ήλιος κι η γη, ο χειμώνας κι η άνοιξη, ο μαγνητισμός κι ο ηλεκτρισμός, η φύση ολόκληρη. Η φύση που δημιουργήθηκε και τοποθετήθηκε μπροστά στον άνθρωπο από το Θεό σαν ένα ανοιχτό βιβλίο, που όμως αυτός δεν μπόρεσε ακόμα να το διαβάσει σωστά.


Ο Χριστός είναι η πύρινη στήλη στην ιστορία του κόσμου. Από Εκείνον οι νεκρές ψυχές παίρνουν ζωή και θερμότητα, κίνηση και ομορφιά. Είναι το Δέντρο της Ζωής, που όταν αγγίζει τα νεκρά σώματα τους μεταδίδει ζωή, τ’ ανασταίνει, τους δίνει κίνηση και λόγο. Είναι το αγνό και ευωδιαστό θεραπευτικό βάλσαμο, που όταν το αγγίζουν οι τυφλοί ξαναβρίσκουν το φως, οι κουφοί την ακοή τους, οι παράλυτοι την κίνηση, οι άλαλοι τη λαλιά τους, οι παράφρονες τη λογική τους, οι λεπροί καθαρίζονται, κάθε αρρώστια θεραπεύεται.


***


Το σημερινό ευαγγέλιο μας δίνει ένα ακόμα παράδειγμα, για να καταλάβουμε πως όταν κάποιος έρχεται σ’ επαφή με το Χριστό, αν είναι άρρωστος θεραπεύεται κι αν είναι νεκρός ανασταίνεται.

Εκείνον τον καιρό λοιπόν, «ιδού ήλθεν ανήρ ω όνομα Ιάειρος, και αυτός άρχων της συναγωγής υπήρχε· και πεσών παρά τους πόδας του Ιησού παρεκάλει αυτόν εισελθείν εις τον οίκον αυτού· ότι θυγάτηρ μονογενής ην αυτώ ως ετών δώδεκα, και αύτη απέθνησκεν» (Λουκ. η’ 41, 42). Για ποιόν καιρό μας μιλάει εδώ ο ευαγγελιστής; Πότε έγιναν αυτά; Τότε που ο Κύριος διέσχισε τη λίμνη και γύρισε με το πλοίο από τη χώρα των Γαδαρηνών, τότε που θεράπευσε τους δυο δαιμονισμένους και νωρίτερα είχε γαληνέψει την καταιγίδα στη λίμνη. Αφού είχε κάνει τα δυο μεγάλα αυτά θαύματα, τον καλούν τώρα να κάνει ένα τρίτο. Ν’ αναστήσει ένα νεκρό. Κι όλ’ αυτά μέσα σε πολύ περιορισμένο χρόνο, λες και βιαζόταν να κάνει όσα περισσότερα καλά μπορούσε στους ανθρώπους, όσο ζούσε στη γη, και να μας δώσει έτσι παράδειγμα πως πρέπει να βιαζόμαστε να κάνουμε το καλό, πως πρέπει να περπατάμε όσο έχουμε το φως (πρβλ. Ιωάν. ιβ’ 35).


Αν και τα τρία αυτά θαύματα δε φαίνονται να μοιάζουν μεταξύ τους, όλα έχουν ένα κοινό χαρακτηριστικό. Όλα αποκαλύπτουν την κυριαρχική δύναμη του Χριστού – την κυριαρχία Του στη φύση, στους δαίμονες και στο θάνατο, στις ψυχές των ανθρώπων. Είναι δύσκολο να πει κανείς ποιο από τα τρία αυτά θαύματα είναι πιο φοβερό και πιο συγκλονιστικό. Τί είναι πιο δύσκολο: να τιθασεύσεις την καταιγίδα σε θάλασσα και αέρα, να θεραπεύσεις τους ανίατα δαιμονισμένους ή ν’ αναστήσεις νεκρό; για ένα θνητό άνθρωπο και τα τρία αυτά είναι εξίσου δύσκολα. Για το Χριστό όμως είναι και τα τρία εξίσου εύκολα. Όταν ο άνθρωπος εμβαθύνει στο καθένα από τα τρία θαύματα, η ψυχή του τρέμει, γιατί βλέπει τη μεγαλοσύνη και την παντοδυναμία της πνοής, που εν αρχή, δημιούργησε τον κόσμο. «Και είπεν ο Θεός…και εγένετο ούτως» (Γεν. α’ 11).


Ο Ματθαίος ονομάζει άρχοντα τον Ιάειρο. Τι είδους άρχοντας ήταν το εξηγούν ο Μάρκος κι ο Λουκάς: Ήταν άρχοντας της συναγωγής, όπου ρυθμίζονται τα θρησκευτικά και εθνικά θέματα. Το μονάκριβο παιδί του βρισκόταν στο νεκροκράβατο. Αυτό ήταν κάτι τρομερό γι’ αυτόν που, όπως κι οι άλλοι Ιουδαίοι, είχαν μια αμυδρή κι ακαθόριστη πίστη στη μετά θάνατον ζωή. Για έναν άνθρωπο της εξουσίας αυτό ήταν διπλό χτύπημα: πρώτο ήταν η θλίψη του ως γονιού και δεύτερο το αίσθημα ντροπής και ταπείνωσης μπροστά στους ανθρώπους, καθώς τέτοια φοβερή απώλεια φαινόταν σαν τιμωρία του Θεού. Στην απόγνωσή του ήρθε στο Χριστό «και πεσών προσεκύνει αυτώ λέγων ότι η θυγάτηρ μου άρτι ετελεύτησεν· αλλ’ ελθών επίθες την χείρα σου επ’ αυτήν και ζήσεται» (Ματθ. θ’ 18).


Γιατί γράφει ο ευαγγελιστής Λουκάς πως η κόρη του άρχοντα «απέθνησκεν», ενώ ο Ματθαίος γράφει πως «άρτι ετελεύτησεν»; Ο Λουκάς περιγράφει το περιστατικό όπως έγινε, ενώ ο Ματθαίος μεταφέρει τα λόγια του ίδιου του ικέτη. Δε συνηθίζουν οι άνθρωποι να υπερβάλουν τη δυστυχία τους; Η υπερβολή προέρχεται πρώτα από το γεγονός ότι όταν η δυστυχία έρχεται ξαφνικά, αναπάντεχα, φαίνεται πολύ μεγαλύτερη απ’ ό,τι πραγματικά είναι. Δεύτερο, επειδή εκείνος που ζητάει βοήθεια, γενικά παρουσιάζει το πρόβλη­μά του μεγαλύτερο απ’ ό,τι είναι πραγματικά, ώστε να λάβει τη βοήθεια όσο γίνεται πιο γρήγορα. Όταν καίγεται ένα σπίτι, δεν ακούμε συχνά: «Τρέξτε, βοηθήστε, το σπίτι μου κατακάηκε»; Το σπίτι βέβαια δεν έχει κατακαεί, καίγεται. Το ότι το κορίτσι δεν είχε πεθάνει ακόμα τη στιγμή που ο πατέρας του μιλούσε στον Κύριο, θα τ’ ακούσουμε λίγο αργότερα από τους υπηρέτες του Ιάειρου.


Μ’ όλο που ο Ιάειρος αυτός είχε κάποια πίστη στο Χριστό, αυτή δε θα μπορούσε να συγκριθεί με κείνην του ρωμαίου εκατόνταρχου στην Καπερ­ναούμ. Ο τελευταίος ζητούσε από το Χριστό να μην πάει στο σπίτι του, επειδή ήταν αμαρτωλός, αρκούσε να πει ένα λόγο: «μόνον ειπέ λόγω και ιαθήσεται ο παις μου» (Ματθ. η’ 8). Ο Ιάειρος κάλεσε τον Κύριο στο σπίτι του, για ν’ ακουμπήσει το χέρι Του στη νεκρή θυγατέρα του. Η πίστη του είχε και κάτι υλικό μέσα της. Επίθες την χείρα σου επ’ αυτήν! Ο Ιάειρος ζήτησε από τον Κύριο ένα χειροπιαστό τρόπο θεραπείας. Λες κι ο λόγος του Χριστού είχε λιγότερη δύναμη από το χέρι Του! Λες κι η φωνή που γαλήνευε τα κύματα και την καταιγίδα, που έβγαζε τα δαιμόνια από τους δαιμονισμένους κι αργότερα ανάστησε το Λάζαρο, τέσσερις μέρες μετά το θάνατο και την ταφή του, δεν μπορούσε ν’ αναστήσει την κόρη του Ιαείρου! Ο Κύριος ήταν πολύ φιλεύσπλαχνος. Δε θ’ αρνιόταν τη βοήθειά Του προς το θλιμμένο πατέρα επειδή η πίστη του δεν ήταν τέλεια. Έτσι ξεκίνησε αμέσως για να βοηθήσει.


Στο δρόμο προς το σπίτι του Ιάειρου έγινε κι ένα θαύμα σε μια γυναίκα που είχε πολύ μεγαλύτερη πίστη από τον Ιάειρο. Κι αυτό βοήθησε τον Ιάειρο, τον έπεισε πως ολόκληρος ο Χριστός έχει θαυματουργική δύναμη, όχι μόνο τα χέρια Του. Μ’ οποιοδήποτε τρόπο κι αν έρθει κανείς σ’ επαφή με τον παντοδύναμο Χριστό, θεραπεύεται. Αυτό είναι πηγή θάρρους σ’ αυτούς που δεν μπορούν να πλησιάσουν το Χριστό με τον ένα τρόπο, μπορούν όμως με κάποιον άλλο. Ο Κύριος άπλωσε τα χέρια Του στο σταυρό για ν’ αγκαλιάσει όλους εκείνους που προστρέχουν κοντά Του, από όποια πλευρά κι αν έρχονται.


Προσέξτε τώρα τι έγινε όταν ο Χριστός πορεύτηκε μαζί με το πλήθος προς το σπίτι του Ιάειρου.


«Εν δε τω υπάγειν αυτόν οι όχλοι συνέπνιγον αυτόν, και γυνή ούσα εν ρύσει αίματος από ετών δώδεκα, ήτις προσαναλώσασα όλον τον βίον ουκ ίσχυσεν υπ’ ουδενός θεραπευθήναι, προσελθούσα όπισθεν ήψατο του κρασπέδου του ιματίου αυτού, και παραχρήμα έστη η ρύσις του αίματος αυτής» (Λουκ. η’ 42-44). Από τη στιγμή που ο Χριστός πάτησε το πόδι Του στη στεριά, ερχόμενος από τα Γάδαρα, συνοδευόταν από ένα αμέτρητο πλήθος ανθρώπων. «Συνήχθη όχλος πολύς επ’ αυτόν», γράφει ο ευαγγελιστής Μάρκος (ε’ 21). Όλοι ήθελαν να βρεθούν κοντά Του, ν’ ακούσουν τα σπάνια λόγια Του και να δουν τα θαυμαστά έργα Του. Μερικοί τον ακολουθούσαν από πείνα και δίψα πνευματική κι άλλοι από περιέργεια. Μέσα στο πλήθος βρισκόταν κι η άρρωστη γυναίκα, άρρωστη από μια ακάθαρτη αρρώστια. Η ρύση αίματος σε μια γυναίκα, ακόμα κι όταν είναι φυσιολογική, είναι ένα δύσκολο και ταπεινωτικό πράγμα. Μια διαρκής ρύση αίματος όμως, που διαρκεί δώδεκα ολόκληρα χρόνια, ήταν σαν μια ζωντανή κόλαση βασάνων, ντροπής κι ακαθαρσίας. Η γυναίκα αυτή είχε αναζητήσει θεραπεία κι είχε δαπανήσει όλα όσα είχε σε γιατρούς και φάρμακα. Τίποτα όμως δε βοήθησε, κανένας γιατρός δεν μπορούσε να την γιατρέψει. Φανταστείτε το καθημερινό πλύσιμό της, το κα­θάρισμά της, τη στενοχώρια και την ντροπή της. Έμοιαζε σα να τη δημιούργησε ο Θεός γι’ αυτό μόνο το λόγο: για να τρέχει το αίμα της και κείνη να περνά τις μέρες της στη γη σε μια προσπάθεια να σταματήσει τη ρύση, που δε σταματούσε, μ’ έναν πόνο που δε γιατρευόταν και με μια ντροπή ανέκφραστη. Έτσι πιστεύουμε πως γίνεται με κάθε χρόνια ασθένεια. Ο Θεός όμως είχε προβλέψει γι’ αυτήν, όπως προβλέπει και για κάθε πλάσμα Του. Η αρρώστια της συντέλεσε στην ψυχική της σωτηρία και στη δόξα του Θεού.


«Εάν μόνον άψωμαι του ιματίου αυτόν, σωθήσομαι» (Ματθ. θ’ 21), είπε μέσα της και πίεζε το πλήθος για να βρεθεί κοντά στο Χριστό. Τόσο μεγάλη ήταν η πίστη της γυναίκας αυτής. Νωρίτερα είχε στηρίξει την πίστη της στους γιατρούς που είχε επισκεφτεί. Η πίστη της αυτή όμως αποδείχτηκε άκαρπη. Από μόνη της η πίστη δεν είναι αρκετή, αν αυτός που πιστεύεις δεν έχει τη δύναμη να βοηθήσει. Γι’ αυτό ας σιωπήσουν όλοι εκείνοι που ισχυρίζονται (είτε από άγνοια είτε από έλλειψη πίστης) πως τα θαύματα του ευαγγελίου έγιναν από υποβολή ή αυθυποβολή. Η ταπεινή και βασανισμένη αυτή γυναίκα δεν είχε ούτε την τόλμη ούτε την ελπίδα να παρουσιαστεί μπροστά στο Χριστό, να του εξηγήσει το πρόβλημά της και να ζητήσει βοήθεια. Πώς θα μπορούσε να το κάνει αυτό μπροστά σ’ ένα τεράστιο πλήθος, όταν μάλιστα ντρεπόταν για την κατάστασή της; Η φύση της «ακάθαρτης» αρρώστιας της ήταν τέτοια, ώστε αν την είχε δημοσιοποιήσει, θα εισέπραττε τη δημόσια αποστροφή, την κατακραυγή και την καταδίκη. Γι’ αυτό και προσέγγισε τον Κύριο κρυφά, από πίσω, και άγγιξε το ιμάτιό Του.


Και παραχρήμα έστη η ρύσις του αίματος αυτής. Πώς κατάλαβε πως έπαψε η ρύση του αίματος; «Έγνω τω σώματι ότι ιάται από της μάστιγος», γράφει ο ευαγγελιστής Μάρκος (ε’ 29). Όπως ένα ζωντανό σκουλήκι που σπαρταρά ακατάπαυστα γύρω από μια διαπυημένη πληγή, έτσι θα έπρεπε να νιώθει κι η δύστυχη αυτή γυναίκα την ασταμάτητη ρύση του αίματος. Όταν όμως άγγιξε το ιμάτιο του Χριστού, ένιωσε πως η αιμορραγία σταμάτησε. Δεν ένιωθε την αιμορραγία μέσα της, όπως δεν τη νιώθει και κάθε υγιής άνθρωπος. Μέσα της μπήκε η υγεία, όπως ο μαγνητισμός σ’ ένα μαγνήτη ή το φως σ’ ένα σκοτεινό δωμάτιο.


Δεν ήταν αυτό το μοναδικό περιστατικό ανθρώπου που γιατρεύτηκε μόνο με το άγγιγμα των ιματίων του Χριστού. Σε άλλο σημείο των ευαγγελίων διαβάζουμε πως πολλοί ήθελαν απλά ν’ αγγίξουν το κράσπεδο των ιματίων Του «και όσοι ήψαντο διεσώθησαν» (Ματθ. ιδ’ 36).


Πόσα τέτοια ανήκουστα θαύματα έκανε ο Κύριος Ιησούς στους ανθρώπους, που έμειναν ακα­ταχώρητα! Κι αυτό όχι μόνο στα τριάντα χρόνια που ήρθε για να κηρύξει το σωστικό Του ευαγγέλιο στους ανθρώπους, αλλ’ από την ίδια μέρα και ώρα της σύλληψής Του στην πάναγνη κοιλιά της Μητέρας Του. Λέει ο Ιερός Χρυσόστομος: «Τα θαύματά Του είναι περισσότερα από τις σταγόνες της βροχής».


Πόσο άλλαξε μυστηριωδώς όλη η κτίση με την κατά σάρκα παρουσία Του στη γη! Πόσα θαύματα γίνονται και σήμερα στους πιστούς που συμμετέχουν στο μυστήριο της θείας ευχαριστίας! Είναι αμέτρητα κι ακατανόητα. Η αιμορροούσα γυναίκα δεν άγγιξε το σώμα Του, αλλά το ιμάτιό Του μόνο. Κι αμέσως θεραπεύτηκε η μακρόχρονη πάθησή της, που για χρόνια πολλά προσπαθούσαν οι γιατροί να γιατρέψουν χωρίς αποτέλεσμα. Όλα όσα είχε τα σκόρπισε σε γιατρούς και σε φάρμακα, για να βρει τη θεραπεία της. Να όμως που μπροστά της βρέθηκε ο Κύριος, ο γιατρός που δεν αποβλέπει σε χρήματα, που δεν της ζητάει τίποτα, αλλά της δίνει όλα όσα εκείνη επιθυμούσε. Κι αυτό χωρίς καμιά προσπάθεια, μόχθο ή καθυστέρηση. Αυτή είναι η πληρότητα και τελειότητα κάθε άνωθεν δωρεάς, που έρχεται «από του πατρός των φώτων» (Ιακ. α’ 17).


«Και είπεν ο Ιησούς· τίς ο αψάμενός μου; αρνουμένων δε πάντων είπεν ο Πέτρος και οι συν αυτώ· επιστάτα, οι όχλοι συνέχουσί σε και αποθλίβουσι, και λέγεις τίς ο αψάμενός μου; ο δε Ιησούς είπεν ήψατό μου τις· εγώ γαρ έγνων δύναμιν εξελθούσαν απ’ εμού» (Λουκ. η’ 45,46). Γιατί ρώτησε ο Κύριος, αφού γνώριζε ποια ήταν αυτή που τον άγγιξε, αλλά και πως δεν μπορούσαν να του απαντήσουν εκείνοι τους οποίους ρώτησε, αφού δεν ήξεραν; Για να φανερώσει την πίστη της γυναίκας που θεραπεύτηκε, να την επιβεβαιώσει μια και καλή τόσο στην ίδια όσο και στους άλλους, αλλά και για ν’ αποκαλύψει τη θεϊκή δύναμή Του σε κείνους που ήταν μπροστά, καθώς και σ’ εμάς.


Ο άνθρωπος πρέπει να δέχεται κάθε θεϊκό δώρο με ευχαριστία κι ευγνωμοσύνη. Ο Κύριος θέλησε να δώσει έμφαση στην πίστη της γυναίκας, για να μας διδάξει πως η πίστη είναι η απαραίτητη προϋπόθεση για να δώσει ο Θεός κάθε καλό στους ανθρώπους. Είναι αλήθεια πως με το αμέτρητο έλεός Του ο Θεός, συχνά κάνει το καλό στους ανθρώπους χωρίς προαπαιτούμενο την πίστη τους. Όταν όμως ζητάει την πίστη των ανθρώπων, δίνει έμφαση στην οντότητά τους, ως ελευθέρων και λογικών πλασμάτων. Πώς μπορεί να είναι ελεύθερος και λογικός ο άνθρωπος αν, από την πλευρά του, δεν είναι έτοιμος να δεχτεί τη σωτηρία του; Ο Θεός ζητάει από τους ανθρώπους το ελάχιστο που μπορεί να ζητήσει: πίστη στο ζωντανό Θεό, στην αγάπη Του, στη διαρκή ετοιμότητά Του να δώσει και να κάνει στους ανθρώπους όλα όσα συντελούν στο καλό του.


Με τη διακήρυξη της πίστης της γυναίκας αυτής όμως, ο Κύριος ήθελε να ενισχύσει και την πίστη του Ιάειρου. Να του δείξει πως δεν ήταν απαραίτητο ν’ απαιτήσει από τον Κύριο να πάει στο σπίτι του για ν’ αγγίξει με το χέρι Του το νεκρό κορίτσι. Έχει τη δύναμη να θεραπεύσει με πολλούς τρόπους κι όχι μόνο με την επίθεση των χεριών. Μπορεί να θεραπεύσει με τα ρούχα Του όπως και με τα χέρια Του, από απόσταση σα να βρίσκεται κοντά, από το δρόμο όπως και μέσα στο σπίτι.


Ο Κύριος θέλει να γνωρίσουν οι άνθρωποι τη θεϊκή Του δύναμη, δεν επιδιώκει τον έπαινό τους. Οι έπαινοι των ανθρώπων για τον Κύριο ήταν εντελώς μάταιοι, ένα τίποτα. Ήθελε όμως να γνωρίσουν την αλήθεια οι άνθρωποι, να κάνουν χρήση της αλήθειας. Κι η αλήθεια είναι πως κάθε αγαθό που δέχονται οι άνθρωποι, έρχεται απευθείας από το Θεό. Το ιμάτιο του Χριστού δε θεράπευσε την αιμορροούσα γυναίκα χωρίς τη γνώση του Χριστού, χωρίς την άμεση δύναμη που πήγαζε απ’ Αυτόν. Είναι η ίδια ζωντανή δύναμη του Θεού που θαυματουργεί στον πιστό από τα λείψανα των αγίων και τις εικόνες. Η χριστιανική πίστη δεν έχει τίποτα μαγικό. Κανένα δημιούργημα δεν μπορεί με μόνη τη δύναμή του να κάνει οποιοδήποτε καλό στους ανθρώπους. Δε γίνεται να μη γνωρίζει ο Θεός τη θεϊκή δύναμη που πηγάζει από τον ίδιο.


Αυτό γίνεται με όλα τα εγκόσμια μέσα θεραπείας, αυτό γίνεται και με τα μεταλλικά νερά. Ο Θεός δεν απέχει από τα γιατρικά και τα μεταλλικά νερά περισσότερο, απ’ όσο απέχει ο Χριστός από τα ιμάτιά Του. Όποιος χρησιμοποιεί φάρμακα και μεταλλικά νερά με τέτοια πίστη και τέτοια συστολή, φόβο και σεβασμό, που είχε κι η γυναίκα αυτή όταν άγγιζε τα ρούχα του Χριστού, θα θεραπευτεί. Όποιος όμως χρησιμοποιεί φάρμακα και μεταλλικά νερά χωρίς Θεό, ή ακόμα περισσότερο αντίθετα στο Θεό, σπάνια θεραπεύεται. Αν κάποιος απ’ αυτούς θεραπεύεται, δέχεται τη θεραπεία του από την άπειρη ευσπλαχνία του Θεού, ώστε να γνωρίσει και να ομολογήσει κάποια στιγμή την ευσπλαχνία του Θεού και να τον δοξάσει. Ο Χριστός θεράπευσε τον δαιμονισμένο στα Γάδαρα χωρίς εκείνος να διαθέτει την πίστη αυτή, χωρίς να την ομολογεί. Για να γίνει γνωστό για ποιο λόγο τον θεράπευσε όμως, του είπε: «ύπαγε εις τον οίκόν σου προς τους σους και ανάγγειλον αυτοίς όσα σοι ο Κύριος πεποίηκε και ηλέησέ σε» (Μάρκ. ε 19).


Πολλοί από το πλήθος που ακολουθούσε το Χριστό τον άγγιζαν, δεν έλαβαν όμως τη θεραπεία που δέχτηκε η αιμορροούσα γυναίκα, γιατί αυτή τον άγγιξε με πίστη και φόβο. Το ίδιο συμβαίνει και σήμερα σε πολλούς που προσκυνούν χωρίς πίστη και φόβο τις εικόνες, τα λείψανα των αγίων, τον Τίμιο Σταυρό και το Ευαγγέλιο, όπως γινόταν και με το μεγάλο πλήθος με τα περίεργα μυαλά και τις παγωμένες καρδιές που άγγιζαν το Χριστό. Με τους αληθινούς πιστούς όμως γίνεται αυτό που έγινε με την αιμορροούσα γυναίκα, που θεραπεύτηκε. Όποιος έχει μάτια, ας δει. Όποιος έχει αυτιά, ας ακούσει!


«Ιδούσα δε η γυνή ότι ουκ έλαθε, τρέμουσα ήλθε και προσπεσούσα αυτώ δι’ ην αιτίαν ήψατο αυτού απήγγειλεν αυτώ ενώπιον παντός του λαού, και ως ιάθη παραχρήμα. ο δε είπεν αυτή· θάρσει, θύγατερ, η πίστις σου σέσωκέ σε· πορεύου εις ειρήνην» (Λουκ. η’ 47,48). Η γυναίκα ένιωσε από τη φωνή και τα λόγια του Χριστού, πως Εκείνος γνώριζε το μυστικό της, πως η ίδια δε θα μπορούσε να του το κρύψει. Έτρεμε από φόβο και στάθηκε πρόσωπο με πρόσωπο μ’ Εκείνον που γνωρίζει τις πιο καλοκρυμμένες πράξεις των ανθρώπων, τα πιο μύχια μυστικά που κρύβουν στην καρδιά τους. Είχε νιώσει τη δύναμη του Χριστού, τη θαυματουργική θεραπευτική δύναμή Του, γι’ αυτό κι έτρεμε από φόβο μπροστά Του. Τώρα όμως που άκουσε πως ο Κύριος Ιησούς γνώριζε το βαθύ μυστικό της, ο φόβος μπροστά στον παντογνώστη διπλασιάστηκε. Μαζί με την παντοδυναμία του Κυρίου Ιησού, της φανερώθηκε κι η πανσοφία Του. Προχώρησε μπροστά και τα ομολόγησε όλα. Η ντροπή της μεταβλήθηκε σε φόβο. Η ντροπή για την αρρώστια της εξαφανίστηκε, αφού θεραπεύτηκε. Στη θέση της ντροπής ήρθε τώρα ο φόβος μπροστά στην παντοδυναμία και την πανσοφία Του.


Την είδε έτσι φοβισμένη ο στοργικός Κύριος και την παρηγόρησε με τα πατρικά Του λόγια: θάρσει, θύγατερ! Υπάρχει πιο γλυκιά παρηγοριά στον κόσμο, από το ν’ ακούσει κανείς τα λόγια αυτά από τον αθάνατο Βασιλιά και Κύριο; Της δίνει θάρρος, την ονομάζει «θυγατέρα» Του. Δεν υπάρχει πραγματικό και διαρκές θάρρος, έξω απ’ αυτό που δίνει ο Θεός. Ο άνθρωπος δε γνωρίζει τίποτα από αφοβία, αν δε γνωρίζει τίποτα από Θεό. Δε γνωρίζει τίποτα από παρηγοριά και συμπάθεια, ωσότου γνωρίσει κι ομολογήσει το Θεό ως Πατέρα του και τον ίδιο ως παιδί του Θεού. Κανένας δεν μπορεί ν’ ακούσει τα λόγια αυτά μέσα του, ωσότου ανακαινιστεί κι αναγεννηθεί πνευματικά. Η γυναίκα αυτή έδειξε πως αναγεννήθηκε σωματικά και πνευματικά. Σωματικά, επειδή το μισοπεθαμένο σώμα της γιατρεύτηκε, αναζωογονήθηκε. Πνευματικά, επειδή γνώρισε κι ένιωσε την παντοδυναμία και πανσοφία του Κυρίου Ιησού.


Η πίστις σου σέσωκέ σε. Αυτά είναι λόγια διδαχής, αλλά και θάρρους. Αν ο Κύριος Ιησούς δεν είχε φανερώσει την ταπείνωσή Του με το να νηστέψει και να πλύνει τα πόδια των μαθητών Του· αν τη δύναμή Του δεν την είχε αποδώσει στον Ουράνιο Πατέρα Του, κι αν τη δόξα Του δεν την είχε μοιραστεί με ανθρώπους, αποδίδοντας τα δικά Του σ’ εκείνους, τότε σίγουρα η γη θα έτρεμε συνέχεια σε κάθε βηματισμό Του· σε κάθε λόγο Του ο κόσμος ολόκληρος θα φλεγόταν. Ποιός θα τολμούσε να τον κοιτάξει κατάματα; Ποιός θα μπορούσε να καθήσει δίπλα Του και να τον αγγίξει; Ποιός θα μπορούσε ν’ ακούσει το λόγο Του και να μη διαλυθεί, να εξαφανιστεί; Ο Κύριος ντύθηκε την ανθρώπινη σάρκα για να επικοινωνήσει με τους ανθρώπους ως αδελφός με αδελφό. Αυτός είναι ο λόγος που ταπεινώθηκε τόσο πολύ. Γι’ αυτό έδινε κουράγιο στους ανθρώπους σε κάθε τους βήμα. Γι’ αυτό κι απέδιδε όλα τα έργα Του στην πίστη τους.


Την ώρα που ο Κύριος τέλειωνε με την αιμορροούσα γυναίκα, η κατάσταση του Ιάειρου είχε χειροτερέψει.


«Έτι αυτού λαλούντος έρχεται τις παρά του αρχισυναγώγου λέγων αυτώ ότι τέθνηκεν η θυγάτηρ σου· μη σκύλλε τον διδάσκαλον. ο δε Ιησούς ακούσας απεκρίθη αυτώ λέγων· μη φοβού· μόνον πίστευε, και σωθήσεται» (Λουκ. η’ 49, 50). Γίνεται φανερό από τα λόγια αυτά πως η κόρη του Ιάειρου δεν είχε πεθάνει όταν εκείνος κάλεσε το Χριστό στο σπίτι του. Βρισκόταν στη νεκρική κλίνη της, έπνεε «τα λοίσθια», γι’ αυτό και θα μπορούσαν να την ονομάσουν νεκρή.


Μη σκύλλε τον διδάσκαλον. Ο Χριστός ήταν γνωστός ως Διδάσκαλος. Τον ονόμαζαν έτσι εκείνοι που δεν ένιωθαν την απεριόριστη δύναμή Του. Προσέξτε όμως πόσο πράος και σπλαχνικός ήταν ο Κύριος! Προτού ο άρχοντας Ιάειρος ξεσπάσει σε δάκρυα κι εκφράσει τον πατρικό του πόνο, Εκείνος τον στήριξε με λόγια παρηγορητικά κι ενθαρρυντικά: Μη φοβού! Αυτό βέβαια δεν αλλάζει, με τίποτα την κατάσταση. Μισοπεθαμένο ή πεθαμένο το κορίτσι, δεν έχει διαφορά. Τίποτα δεν μπορούσε να πάρει από τη δύναμη του Θεού. Το μόνο που απέμενε στο δύστυχο πατέρα ήταν ν’ ακολουθήσει αυτά που του έλεγε ο Κύριος, το μόνο που μπορούσε να κάνει, ήταν το μόνον πίστευε! Είδες πριν, από την αιμορροούσα γυναίκα, τι μπορεί να κάνει ο Θεός. Εκείνος που με μια μόνο σκέψη μπορούσε να θεραπεύσει την αιμορραγία της, που την ταλαιπωρούσε δώδεκα ολόκληρα χρόνια, μπορεί να ενώσει ξανά την ψυχή με το σώμα της κόρης σου. Εσύ να πιστεύεις μόνο και σωθήσεται!


«Ελθών δε εις την οικίαν ουκ αφήκεν εισελθείν ουδένα ει μη Πέτρον και Ιωάννην και Ιάκωβον και τον πατέρα της παιδός και την μητέρα» (Λουκ. η’ 51). Πέντε μάρτυρες είναι αρκετοί. Δύο μάρτυρες δε φτάνουν στα εγκόσμια δικαστήρια, σύμφωνα με το νόμο; Πήρε μαζί Του τρεις μαθητές Του, εκείνους που αργότερα θα μαρτυρούσαν την ένδοξη Μεταμόρφωσή Του στο Θαβώρ και την προσευχή της αγωνίας Του στον κήπο της Γεθσημανή. Πήρε εκείνους που τότε ήταν πιο ώριμοι πνευματικά από τους άλλους εννιά, που θα μπορούσαν να κατανοήσουν το βαθύτερο μυστήριο της δύναμης και της ύπαρξής Του. Οι τρεις αυτοί μαθητές θα έβλεπαν την πρώτη ανάσταση νεκρού που θα κατόρθωνε με τη δύναμή Του ο Κύριος και στη συνέχεια θα το διηγούνταν στους συντρόφους τους, διδάσκοντάς τους έτσι νά ‘χουν και κείνοι πίστη. Αργότερα που ο Κύριος θ’ ανάσταινε το γιό της χήρας στη Ναΐν και το Λάζαρο, θα παρευρίσκονταν όλοι οι μαθητές. Είναι προφανές γιατί πήρε και τους γονείς του κοριτσιού μαζί Του. Η νεκρή κόρη τους θα βοηθούσε στην ανάσταση των ψυχών τους. Ποιός θά ‘χε το δικαίωμα να βοηθηθεί από την κόρη, περισσότερο από τους γονείς της;


Μπήκε στο σπίτι ο Κύριος κι η σκέψη Του ήταν σε κείνους που έκλαιγαν και θρηνούσαν το νεκρό κορίτσι. «Έκλαιον δε πάντες και εκόπτοντο αυτήν, ο δε είπε· μη κλαίετε· ουκ απέθανεν, αλλά καθεύδει· και κατεγέλων αυτού, ειδότες ότι απέθανεν» (Λουκ. η’ 52, 53). Ο Ματθαίος κι ο Μάρκος δίνουν μεγαλύτερη έμφαση στη σκηνή αυτή. Γράφουν πως είχαν κληθεί από τη γειτονιά μουσικοί και επαγγελματίες θρηνωδοί. Αυτό ήταν έθιμο στους πλούσιους Ιουδαίους, όπως και στους ειδωλολάτρες. Οι άνθρωποι αυτοί έκλαιγαν, θορυβούσαν και μοιρολογούσαν (βλ. Μάρκ. ε’ 38). Ο Ιάειρος ήταν από τους πιο σπουδαίους, αν όχι ο πιο σπουδαίος άνθρωπος του τόπου. Εκτός από τους μισθωμένους μουσικούς και θρηνωδούς, πρέπει να παρευρίσκονταν στο σπίτι του και πολλοί συγγενείς, φίλοι και γείτονες, που έκλαιγαν πραγματικά το κορίτσι που έφυγε πρόωρα.


Γιατί είπε στους ανθρώπους ο Κύριος, πως ουκ απέθανεν, αλλά καθεύδει; Ήξερε καλά πως είχε πεθάνει. Πρώτα, λοιπόν, το είπε για να επιβεβαιώσουν όλοι οι παριστάμενοι πως το κορίτσι ήταν πραγματικά πεθαμένο. Και δε θα μπορούσαν να το βεβαιώσουν καλύτερα αυτό, παρά με τον περιφρονητικό καγχασμό τους, επειδή ο Κύριος δεν ήξερε πως το κορίτσι ήταν νεκρό. Δεύτερο, για να φανερώσει πως μπροστά Του ο θάνατος είχε χάσει την οσμή και τη δύναμή του στους ανθρώπους, δεν ήταν παρά απλά ένα όνειρο. Ο θάνατος δεν είναι εκμηδένιση του ανθρώπου, όπως δεν είναι κι ο ύπνος. Θάνατος είναι το πέρασμα του ανθρώπου από τη ζωή αυτή στην άλλη. Και Κύριος τόσο αυτής της ζωής όσο και της άλλης είναι Ένας. Για τον άνθρωπο που είναι στηριγμένος στη σωματική ζωή, η αναχώρηση από αυτή σημαίνει αναχώρηση από τη ζωή γενικά. Όταν ένα αυτοκίνητο συντρίβεται στο δρόμο, μαζί του συντρίβονται κι οι επιβάτες, δε γίνεται αλλιώς, όπως σκέφτονται οι ανόητοι, οι αισθησιακοί άνθρωποι. Οι πνευματικοί άνθρωποι όμως βλέπουν πως όταν ένα αυτοκίνητο συντρίβεται, οι επιβάτες βγαίνουν από τα συντρίμμια, τ’ αφήνουν εκεί και συνεχίζουν το ταξίδι τους χωρίς τ’ αυτοκίνητο. Εκείνος που έφτιαξε τόσο το αυτοκίνητο όσο και τους επιβάτες δεν μπορεί να επισκευάσει το αυτοκίνητο και να πει στους επιβάτες να ξαναμπούν μέσα; Το ίδιο γίνεται με την ανάσταση των νεκρών: το αβοήθητο σώμα θεραπεύεται και η ψυχή ξαναγυρίζει μέσα του.


Ο Κύριος σε καμιά περίπτωση δε χρησιμοποίησε υπερβολή όταν παρομοίασε το θάνατο με ύπνο. Το απόδειξε αυτό με την ανάστασή Του, μετά από μαρτυρικό θάνατο και τρεις μέρες στον τάφο, με την ανάσταση πολλών νεκρών την ώρα του σταυρικού Του θανάτου, αλλά κι αργότερα, σ’ όλη τη διάρκεια της εκκλησιαστικής ιστορίας, όταν νεκροί ξαναγύρισαν στη ζωή με τις προσευχές αγίων και θεάρεστων ανθρώπων. Κι εδώ το φανέρωσε με την ανάσταση της κόρης του Ιάειρου.


Όταν λοιπόν ο Κύριος πήρε μαζί Του μια επαρκή ομάδα μαρτύρων, τί έκανε μετά; «Αυτός δε εκβαλών έξω πάντας και κρατήσας της χειρός αυτής εφώνησε λέγων· η παις, εγείρου» (Λουκ. η’ 54). Εκείνοι που είχαν γεμίσει πριν το δωμάτιο όπου κείτονταν η κόρη, είχαν πειστεί για το θάνατό της κι επομένως δε χρειάζονταν εκεί. Θ’ άκουγαν αργότερα για το θαύμα και θα την έβλεπαν ζωντανή. Τώρα ο Κύριος έπρεπε να στηρίξει τον άρχοντα του λαού και τους τρεις μαθητές Του στην πίστη τους. Σκοπός Του σε κάθε θαύμα ήταν να οδηγήσει τον άνθρωπο στην αποκάλυψη και στη χαρά, με τη σοφή πρόνοια που ήταν ολοφάνερη με κάθε λεπτομέρεια. Αρχικά τους έβγαλε όλους έξω κι έμειναν μέσα στο δωμάτιο οι επτά: πέντε ζωντανοί, μια νεκρή κι ο Ζωοδότης. Δεν είναι ένα μεγάλο μυστήριο αυτό, που φανερώνει την κρυμμένη ή μάλλον την αποκαλυμμένη ψυχή; Όταν η ψυχή του αμαρτωλού πεθαίνει, εκείνος συνεχίζει να ζει με τις πέντε αισθήσεις του μια ζωή σαρκική, άδεια, σε απόγνωση. Απλώνει τα χέρια του προς κάθε κατεύθυνση ζητώντας βοήθεια. Αυτοί είναι οι σημερινοί «υλιστές». Σκιές σωματικές χωρίς ψυχή. Απελπισμένα πλάσματα, που με τις αισθήσεις τους – τα μάτια, τ’ αυτιά τους κλπ. – προσκολλώνται στον κόσμο ώστε, έστω και πρόσκαιρα, ν’ αποφύγουν όσο μπορούν να κατέβουν στον τάφο, εκεί που βρίσκεται κιόλας η ψυχή τους. Όταν κάποιος απ’ αυτούς όμως, με την πρόνοια του Θεού, γνωρίσει το Χριστό, κράζει σ’ Εκείνον για βοήθεια. Ο Χριστός τότε προσεγγίζει τη νεκρή ψυχή και την ξαναφέρνει στη ζωή, προς κατάπληξη και θαυμασμό του επιπόλαιου κι αισθησιακού ανθρώπου. Ο ευαγγελιστής Μάρκος αναφέρει τα ίδια ακριβώς λόγια που είπε ο Κύριος στην Αραμαϊκή, καθώς άγγιζε την κόρη με το χέρι Του: «Ταβιθά, κούμι!». Αυτό σημαίνει το ίδιο που λέει ο ευαγγελιστής Λουκάς: η παις, εγείρου!


Τί έγινε με τη νεκρή κόρη αφού ο Κύριος είπε τα λόγια αυτά; «Και επέστρεφε το πνεύμα αυτής, και ανέστη παραχρήμα, και διέταξεν αυτή δοθήναι φαγείν» (Λουκ. η’ 55). Να λοιπόν που ο θάνατος μοιάζει με τον ύπνο! Και επέστρεφε το πνεύμα αυτής. Το πνεύμα της είχε αναχωρήσει από το σώμα, είχε πάει στον τόπο τον προορισμένο για τα πνεύματα των νεκρών. Με το άγγιγμα και τα λόγια Του ο Κύριος εδώ έκανε δύο θαύματα: Πρώτα θεράπευσε το σώμα και δεύτερο, έφερε από το βασίλειο των πνευμάτων το πνεύμα της και το έβαλε σ’ ένα υγιές σώμα. Αν δεν είχε θεραπεύσει το σώμα, τί καλό θα είχε προκύψει για την κόρη, αν ξαναγύριζε το πνεύμα της σ’ ένα άρρωστο κορμί; Θα είχε ξαναγυρίσει στη ζωή άρρωστη, για να πεθάνει ξανά. Τέτοια μισο-ανάσταση δε θά ‘ταν επαναφορά στη ζωή, αλλά στα βάσανα. Ο Κύριος δε δίνει μισά δώρα, αλλ’ ολόκληρα. Δε δίνει ατελή δώρα, αλλά τέλεια. Δεν έδωσε την όραση στο ένα μάτι του τυφλού, μα στα δύο. Δεν έδωσε στο ένα αυτί την ακοή του κωφού, αλλά και στα δύο. Δε θεράπευσε το ένα πόδι του παράλυτου, μα και τα δύο. Το ίδιο έκανε κι εδώ. Αποκατάστησε το πνεύμα σ’ ένα υγιές σώμα, όχι σε άρρωστο, ώστε ολόκληρος ο άνθρωπος νά ‘ναι υγιής.


Μετά ο Κύριος έδωσε εντολή να της δώσουν να φάει. Διέταξεν αυτή δοθήναι, φαγείν. Πρέπει να ξεκαθαρίσουμε ξανά πως το κορίτσι δεν ξαναγύρισε απλά στη ζωή, αλλά απόλυτα υγιές. Ο ευαγγελιστής Μάρκος γράφει πως «και ευθέως ανέστη το κοράσιον και περιεπάτει» (ε’ 42). Θά ‘δινε έτσι τη μαρτυρία πως το κορίτσι ήταν εντελώς καλά σωματικά. Το ότι αναστήθηκε εντελώς καλά, έπρεπε να φανεί όσο πιο ξεκάθαρα γινόταν. Το κορίτσι σηκώθηκε, περπάτησε κι έφαγε. Ο Κύριος γνώριζε με τι άπιστο λαό είχε να κάνει. Έτσι, μαζί με τα θαύματα, φρόντιζε να υπάρχουν και αποδείξεις, ώστε να φανερωθεί πως το θαύμα ήταν απαραίτητο και ωφέλιμο στους ανθρώπους. Έπειτα, έπρεπε ν’ αποδειχτεί πως μόνο Αυτός μπορούσε να θαυματουργεί. Αυτός και κανένας άλλος. Και τρίτο, ώστε το θαύμα να έχει επαρκή μαρτυρία και να γίνει αποδεκτό ως αναμφισβήτητο γεγονός. Αλήθεια, πόσο καλά γνώριζε ο Κύριος αυτό το πονηρό και άπιστο γένος των ανθρώπων!


«Και εξέστησαν οι γονείς αυτής, ο δε παρήγγειλεν αυτοίς μηδενί ειπείν το γεγονός» (Λουκ. η’ 56). Με την εντολή Του αυτή ο Κύριος ήθελε να διδάξει τους γονείς του κοριτσιού που ανάστησε, πως πρώτο και κύριο μέλημά τους ήταν να ευχαριστήσουν και να δοξολογήσουν το Θεό. Το σπουδαίο εκείνη τη στιγμή δεν ήταν να τρέξουν και να πληροφορήσουν τον κόσμο για το θαύμα, αλλά να γονατίσουν μπροστά στον αληθινό Θεό με μεγάλη ταπείνωση και να του προσφέρουν τις θερμές τους ευχαριστίες. Το θαύμα θα διαδοθεί μόνο του, χωρίς τη βοήθειά σας. Μη νοιάζεστε γι’ αυτό. Δεν είναι δική σας δουλειά την ιερή και φοβερή αυτή στιγμή να επικεντρωθείτε στο πως θα ικανοποιήσετε την περιέργεια του κόσμου, αλλά να εκτελέσετε το χρέος σας στο Θεό.




***




Με τη θεραπεία της αιμορροούσας γυναίκας και την ανάσταση της κόρης του Ιάειρου, ο Κύριος συνέχισε το έργο Του για τη θεραπεία των ψυχών των ανθρώπων από την κακή περιέργεια. Η περιέργεια είναι πραγματικά ένα κακό. Χωρίζει την ψυχή του ανθρώπου από το Θεό και την πνίγει στη θάλασσα των εφήμερων υποθέσεων και των κοσμικών πραγμάτων. Η περιέργεια είναι ένα κακό, περισσότερο από κακό, γιατί πολλές φορές οδηγεί στο σωματικό και συχνά στον ψυχικό θάνατο. Πολλές αμαρτίες και πάθη, σωματικά και ψυχικά, έχουν τις ρίζες τους στην περιέργεια. Όπως μια όμορφη παπαρούνα κρύβει μέσα της δηλητήριο, έτσι κι η περιέργεια κρύβει μέσα της ένα δυνατό δηλητήριο που καταστρέφει ψυχή και σώμα. Ο Θεός δεν έπλασε τον κόσμο αυτόν για να ικανοποιήσει την περιέργεια των ανθρώπων, αλλά για να σώσει τις ψυχές τους. Λέει ο Εκκλησιαστής: «Ου πλησθήσεται οφθαλμός του οράν, και ου πληρωθήσεται ους από ακροάσεως» (α’ 8).


Ο Κύριος δε θεράπευσε την αιμορροούσα γυναίκα επειδή άγγιξε τα ιμάτιά Του από περιέργεια, αλλ’ επειδή, στον πόνο και τη δυστυχία της, έτρεξε να τον αγγίξει με πίστη. Μάταια οι περίεργοι περιμένουν θαύμα από το Θεό. Δε θα τους κάνει ποτέ το χατήρι. Από τη στιγμή που τα θαύματα γίνονται για να καλύψουν κάποια ανθρώπινη ανάγκη, οι περίεργοι δεν έχουν καμιά βοήθεια απ’ αυτά. Περισσότερη βοήθεια θα περιμένουν οι νεκροί από τα θαύματα του Θεού, παρά οι περίεργοι. Μήπως ο γιατρός επισκέπτεται εκείνους που νομίζουν πως είναι υγιείς, που είναι ικανοποιημένοι με τον εαυτό τους και δεν τον καλούν;


Μήπως ο Κύριος είναι λιγότερο σοφός από τους γιατρούς, για να γυρίζει από δω κι από κει και να κάνει επίδειξη της δύναμης και των ικανοτήτων Του; Γι’ αυτό, άρχοντα Ιάειρε, μη νοιάζεσαι ποιος θα διαδώσει το θαύμα της ανάστασης της κόρης σου. Μη νοιάζεσαι ακόμα, αμαρτωλέ, ποιος θα διαδώσει το θαύμα της ψυχικής και σωματικής θεραπείας σου. Ο Θεός γνώριζε το ασύρματο τηλέφωνο και τον τηλέγραφο προτού ακόμα οι άνθρωποι μπορούσαν ν’ ανοίξουν το στόμα τους και χρησιμοποιήσουν τη γλώσσα τους για να πληροφορήσουν ο ένας τον άλλον για τις νέες ειδήσεις. Ο Κύριος γνωρίζει πιο αξιόπιστα και τελειότερα μέσα για να πληροφορήσει τους ανθρώπους, ώστε να μάθουν όλα τα καλά νέα που μεταδίδονται από το τηλέφωνο και τον τηλέγραφο. Ο Δημιουργός του λόγου, της γλώσσας και της ατμόσφαιρας έχει τα δικά Του μέσα επικοινωνίας με κάθε πλάσμα Του, τρόπους που πληρώνουν ολόκληρο το διάστημα, κάθε χρονική στιγμή.


Να μνημονεύετε το χρέος σας στο Θεό, το χορηγό κάθε «δόσης αγαθής». Μην ολιγωρήσετε να προσφέρετε προσευχές ευχαριστίας και υπακοής στο θεϊκό Του θέλημα. Δόξα και αίνος στον Κύριο και Σωτήρα μας Ιησού Χριστό, μαζί με τον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα, την ομοούσια και αδιαίρετη Τριάδα, τώρα και πάντα και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.


(Απόσπασμα από το βιβλίο «ΚΥΡΙΑΚΟΔΡΟΜΙΟ Γ’ – ΟΜΙΛΙΕΣ ΣΤ’ Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς», Επιμέλεια – Μετάφραση: Πέτρος Μπότσης, Αθήνα 2014)