Τρίτη 1 Αυγούστου 2023

Σύναξη της Παναγίας Ταυριώτισσας στον Ιερό Ναό του Αγίου Γεωργίου Ταύρου

 Η περίπυστος εικόνα της Παναγίας μεταφέρθηκε από τη Μικρά Ασία το 1922 μ.Χ., κατά την περίοδο της Εθνικής μας τραγωδίας και φυλασσόταν στο υπόγειο παρεκκλήσιο του Αγίου Δημητρίου, καθώς ήταν κατεστραμμένη από τη φωτιά και την φθορά του χρόνου. Όταν εν τέλει και μετά από πολλές προσπάθειες αποκαταστάθηκε, αποκαλύφθηκε μια μοναδική εικόνα της Παναγίας που στα πόδια Της κάθεται το Θείο Βρέφος.


Οι ενορίτες της περιοχής στο άκουσμα της ιερότητας αλλά και της ιερότητας της Εικόνας, προσήλθαν αθρόα και γέμισαν τον Ιερό Ναό του Αγίου Γεωργίου για να προσευχηθούν και να τελέσουν παράκληση. Όλος ο λαός συμμετείχε προσευχόμενος. Η εικόνα της Παναγίας ήταν καλυμμένη με ένα λευκό ασπροκέντι. Λίγο πριν τελειώσει η Παράκληση, την ώρα που ψαλλόταν το Θεοτοκίον «Την ωραιότητα της Παρθενίας Σου», ο ιερέας του Ναού αποκάλυψε την εικόνα και οι πιστοί είδαν για πρώτη φορά την Εικόνα της Παναγίας που ήλθε από την Μικρά Ασία το 1922 μ.Χ.


Ακολούθησαν εκδηλώσεις χαράς και συγκίνησης.


Με προτροπή του ιερέα του Ναού, ο οποίος ρώτησε το εκκλησίασμα, να ονομασθεί η Ιερά Εικόνα «Παναγία Ταυριώτισσα», ώστε να συνδέει το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον αυτή της ευλογημένης ενορίας, που ιδρύθηκε από προγόνους εκ της Μικράς Ασίας το 1927 μ.Χ., όλος ο λαός βροντοφώναξε «Η Παναγία μας η Ταυριώτισσα». Κατ’ αυτόν τον τρόπο επισφραγίστηκε η ονοματοδοσία της θαυματουργής αυτής εικόνας την 1η Αυγούστου 2007 μ.Χ. και καθιερώθηκε αυτήν την ημερομηνία να τιμάται. Το σημαντικότερο όμως ήταν πως, όταν ο ιερέας ενημέρωσε τον τότε Δήμαρχο Ταύρου κ. Δημήτριο Σούτο για την, δια βοής, επιθυμία των ενοριτών να ονομαστεί η θαυματουργός εικόνα «Παναγία Ταυριώτισσα» και να εορτάζεται κάθε 1η Αυγούστου, εκείνος αποκάλυψε ότι από πληροφορίες που είχε συλλέξει, η συγκεκριμένη εικόνα της Παναγίας, ήλθε πράγματι από τον Ταύρο της Μικράς Ασίας, γεγονός που αποδεικνύει, τον θαυμαστό τρόπο που αποκαλύφθηκε η Παναγία στους πιστούς.

Άγιος Τιμόθεος ο Θαυματουργός Αρχιεπίσκοπος Προκοννήσου

 Ο Άγιος Τιμόθεος έζησε στα μέσα του 6ου αιώνα μ.Χ., επί βασιλέων Ιουστίνου του θράκας και ανεψιού του Ιουστινιανού του Μεγάλου. Λόγω τη μεγάλης του αρετής, έγινε επίσκοπος Προκοννήσου ή Προικοννήσου, και που σήμερα λέγεται Μαρμαράς. Τα ποιμαντικά του καθήκοντα εξάσκησε άριστα δια της πραότητας του και δια της προσευχής. Κάποτε μάλιστα θεράπευσε και την κόρη του βασιλιά Ιουστινιανού από δαιμόνιο. Απεβίωσε ειρηνικά την 1η Αυγούστου. Αργότερα η βασίλισσα Θεοδώρα, προς ένδειξη ευγνωμοσύνης στον Άγιο, έκτισε Μονή στο όνομα του, εκεί όπου βρέθηκε το άγιο λείψανο του. Εκεί κοντά μάλιστα, βρέθηκε και πηγή αγιάσματος.




Άγιοι εννέα μάρτυρες που μαρτύρησαν στην Πέργη της Παμφυλίας

 Οι Άγιοι εννέα μάρτυρες, Λέοντιος, Άττος, Αλέξανδρος, Κινδέας, Μνησίθεος, Κυριακός, Μηναίος, Κατούνος και Ευκλής, έζησαν την εποχή του αυτοκράτορα Διοκλητιανου και του ηγεμόνα Φλαβιανού, στην Πέργη της Παμφυλίας. Όλοι στο επάγγελμα ήταν γεωργοί, εκτός από τον Μηναίο που ήταν μαραγκός. Ο χριστιανισμός ήταν μέσα τους από πολλή μικρή ηλικία. και κρατήθηκε έτσι και αφού μεγάλωσαν.


Ένα βράδυ λοιπόν, αποφάσισαν ότι θέλουν να μαρτυρήσουν για τον Χριστό και έτσι πήγαν στον ειδωλολατρικό ναό της Αρτέμιδος και κατέστρεψαν όλα τα αγάλματα που βρίσκονταν εκεί. Μετά την ενέργειά τους αυτή, αμέσως συνελήφθησαν από τους ειδωλολάτρες, οι οποίοι, αφού τους ανέκριναν, τους υπέβαλαν σε βασανιστήρια. Πρώτα τους έκαψαν τα πλευρά, μετά χρησιμοποιώντας σιδερένια νύχια τους έσκισαν τις σάρκες, και στη συνέχεια πήραν αναμμένους δαυλούς και τους τρύπησαν τα μάτια. Μετά τους έκλεισαν σε μία απάνθρωπη φυλακή, χωρίς νερό και τροφή. Μετά από λίγο χρόνο τους έβγαλαν και τούς έριξαν σε ένα κλουβί με θηρία για να τούς κατασπαράξουν. Αυτά όμως, παρά την πείνα τους, καθόντουσαν ήρεμα και δεν πλησίαζαν τούς Αγίους. Όσοι είδαν αυτό το θαυμαστό γεγονός, πράγματι εξεπλάγησαν και φώναξαν με μία φωνή «Μέγας ο Θεός των Χριστιανών». Και τότε έγινε το θαύμα. Αμέσως ακούστηκαν βροντές και άρχισαν να πέφτουν αστραπές, βροχή, ενώ συγχρόνως ακούγονταν μία φωνή, η οποία προσκαλούσε τους Αγίους στον ουρανό. Μόλις οι Άγιοι άκουσαν αυτήν την φωνή, χάρηκαν πάρα πολύ. Ύστερα από αυτό το γεγονός ο τύραννος νευρίασε τόσο πολύ πού διέταξε να τους αποκεφαλίσουν. Έτσι λοιπόν ολοκληρώθηκε το μαρτύριο των εννέα Αγίων και πέραν στην αιώνια Βασιλεία.

Αγία Ελέσα Οσιομάρτυς που μαρτύρησε στα Κύθηρα

 Η Αγία Ελέσα γεννήθηκε στην Πελοπόννησο. Ο πατέρας της ήταν ένας πλούσιος άρχοντας Έλληνας, αλλά ειδωλολάτρης και ονομαζόταν Ελλάδιος. Η μητέρα της όμως, Ευγενία, ήταν μια αγία γυναίκα με πολλές αρετές και πλούσια χαρίσματα. Δεν είχε παιδιά και γι’ αυτό παρακάλεσε τον Θεό να την λυπηθεί και να την αξιώσει να γεννήσει ένα παιδί. Μια μέρα ενώ βρισκόταν μόνη στο σπίτι και προσευχόταν, άκουσε μια φωνή από τον ουρανό που της έλεγε «Σε ελέησε ο Θεός σε ότι του ζήτησες, και σου έδωσε καρπόν κοιλίας». Όταν γεννήθηκε η Ελέσα (την ονόμασαν Ελέσα από τη φωνή που είχε ακούσει η μητέρα της «ἐλέησέ σε ὁ Θεός»), η μητέρα της την αφιέρωσε στον Κύριο και την βάπτισε χριστιανή, στο όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος.


Όσο μεγάλωνε στην ηλικία, τόσο δυνάμωνε η πίστη της και η αγάπη της προς το Θεό. Μετά από την αγία κοίμηση της μητέρας της, ενώ η αγία ήταν 14 χρονών, σκέφτηκε ότι δεν θα μπορούσε να ζήσει με τον ειδωλολάτρη πατέρα της ο οποίος ήθελε να την παντρέψει με έναν άρχοντα. Γι' αυτό μετά από πολλή προσευχή και όταν βρήκε κατάλληλη ευκαιρία, έφυγε αφού μοίρασε πολλές ελεημοσύνες σε φτωχούς και σε ορφανά, μαζί με δύο δούλες της και ασκήτευε σε ένα βουνό των Κυθήρων.


Όμως ο πατέρας της, έψαξε και την βρήκε και προσπάθησε να την γυρίσει πάλι πίσω στο σπίτι τους. Στην άρνηση όμως της Αγίας, ο πατέρας της εξοργισμένος την κατεδίωξε. Η Αγία διωκόμενη έφθασε στή ρίζα του βουνού που σήμερα ονομάζεται βουνό της Αγίας Ελέσας και παρεκάλεσε το Θεό λέγοντας «σκίσε γη και κρύψε με». Από τη σχισμή που ανοίχθηκε στο βουνό πέρασε η Αγία και έφθασε στην κορυφή, όπου κατέφθασε αλλόφρων ο πατέρας της και την αποκεφάλισε την 1η Αυγούστου 375 μ.Χ. Στον τόπο του μαρτυρίου της η υπηρέτριά της την έθαψε.


Οι πρώτοι χριστιανοί που ήλθαν στο νησί για να προσκυνήσουν τον τάφο της Αγίας, ανήγειραν μικρό ναΐσκο χωμένο κατά το πλείστον εντός του εδάφους, στον οποίο οι προσκυνητές κατέβαιναν με 5-6 σκαλοπάτια. Η Αγία Τράπεζα του ναΐσκου εστήθη πάνω από τον τάφο της Αγίας. Η παράδοση λέει ότι κατά τους παλαιοτάτους χρόνους έρχονταν προσκυνητές από τη Μάνη κατά την 1η Αυγούστου και τιμούσαν την μνήμη της Αγίας. Αυτός ο μικρός Ναός σωζόταν μέχρι το 1867 μ.Χ. ως ιδιόκτητος της οικογενείας Κασιμάτη - Γεράκα. Το 1871 μ.Χ. ανηγέρθη ο σημερινός ευρύχωρος Ναός με συνδρομές των χριστιανών πάνω στα ερείπια του παλαιού Ναού, ο οποίος επιχωματώθηκε για να ισοπεδωθεί το έδαφος στο σημείο όπου θα ανεγειρόταν ο νέος Ναός. Πάνω ακριβώς από τον παλαιό Ναό εκτίσθη το άγιο Βήμα και πάνω από το σημείο, όπου ήταν ο τάφος της Αγίας εκτίσθη και του νέου Ναού η Αγία Τράπεζα. Την ίδια περίοδο χτίστηκαν γύρω από το Ναό και τα πρώτα κελλιά ισόγεια με βόλτα (καμάρες). Ο Ναός ήταν συναδελφικός με αδελφούς τους Βενέρηδες του χωριού Γερακιάνικα. Το 1945 μ.Χ. ο Ναός έγινε ενοριακός του γειτονικού χωριού Πούρκου. Κατά τη δεκαετία του '50 ξεκίνησε ο εξωραϊσμός και η ανάδειξη του Προσκυνήματος με την εκτέλεση μεγάλων έργων, όπως ήταν ο εξωραϊσμός του ναού, η ανέγερσις νέου κωδωνοστασίου, η διαμόρφωση του περιβάλλοντος, η ανέγερση ηγουμενείου και σύγχρονων κελλίων, ο ηλεκτροφωτισμός και η κατασκευή αυτοκινητόδρομου, που ήταν και το δυσκολώτερο έργο, λόγω του δυσπρόσιτου της περιοχής, που δημιουργείται από τους κάθετους απόκρημνους βράχους.


Η Αγία Ελέσα με τον Όσιο Θεόδωρο θεωρούνται προστάτες των Κυθήρων και ο λαός πιστεύει ότι η Αγία έχει «χαλινώσει» τα φίδια των Κυθήρων και δεν είναι δηλητηριώδη.


Σημείωση: Η μνήμη της συγκεκριμένης Αγίας δεν αναφέρεται πουθενά στους Συναξαριστές, τη βρίσκουμε σαν μάρτυρα μόνο στα Κύθηρα.


Λιγότερα (-)



Λειτουργικά κείμενα

Ἀπολυτίκιον

Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.

Γόνος ἅγιος, Πελοποννήσου, γέρας ἔνθεον, νήσου Κυθήρων, ἀνεδείχθης, Ἐλέσα πανεύφημε, ὑπὲρ Χριστοῦ γὰρ νομίμως ἀθλήσασα, χειρὶ πατρῷα ἐτμήθης τὴν κάραν σου, Μάρτυς ἔνδοξε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἠμὶν τὸ μέγα ἔλεος.


Έτερον Ἀπολυτίκιον

Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.

Ἐκ στείρας ἐβλάστησας, καθάπερ ἄνθος τερπνόν, πατρὸς δὲ μισήσασα, τὴν ἀθεΐαν στερρῶς, Ἐλέσα πανένδοξε, ἔλαμψας ἐν τῇ νήσῳ τῶν Κυθήρων ὁσίως, ἤθλησας δὲ ἐν ταύτῃ, καὶ λαμπρῶς ἐδοξάσθης· καὶ νῦν ἀναπηγάζεις, τὰ θεῖα δωρήματα.


Έτερον Ἀπολυτίκιον

Ἦχος α΄.

Ὡς ὁ προφήτης ἐκ στείρας, Ἐλέσα, βλαστήσασα, καὶ τῆς ἐρήμου ὡς οὗτος οἰκήτειρα γέγονας. Λιποῦσα γὰρ δόξας τιμάς τε ἐν γῇ, λαμπαδηφόρος ἐχώρεις πρὸς τὰ οὐράνια. Θαυματουργούσης δὲ ὄρη πορείαν σοὶ ἐσκεύαζον, τὴν κεφαλὴν τμηθείση ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ γεννήτορος. Δόξα τῷ σὲ δοξάσαντι Χριστῷ, δόξα τῷ σὲ θαυμαστώσαντι, δόξα τῷ δωρησαμένῳ σὲ ἡμῖν προστάτιν ἀκοίμητον.


Κοντάκιον

Ἦχος πλ. δ’. Τῇ ὑπερμάχῳ.

Τὴν τῶν παρθένων καλλονὴν μεγαλομάρτυρα, καὶ τῶν Κυθήρων κραταιὰν σκέπην καὶ πρόμαχον, ἀνυμνήσωμεν συμφώνως θείαν Ἐλέσαν, πρὸς τὸν Κύριον γὰρ παῤῥησίαν κέκτηται ἡμᾶς πάντας ἐκ κινδύνων περισκέπουσα, τοὺς κραυγάζοντας· χαίροις Μάρτυς πανένδοξε.


Έτερον Κοντάκιον

Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.

Ἐν Κυθήροις ἔλαμψας ἀμέμπτῳ βίῳ, καὶ λαμπρῶς ἠγώνισαι, ὑπὲρ Χριστοῦ μαρτυρικῶς· ὅθεν ἀξίως δεδόξασαι, Ὁσιομάρτυς Ἐλέσα πανένδοξε.


Μεγαλυνάριον

Χαίροις ὦ Ἐλέσα νύμφη Χριστοῦ, Παρθενομαρτύρων, ἀκροθίνιον εὐκλεές· χαίροις Κυθήρων, ὡράϊσμα καὶ σκέπη, σεμνὴ Ὁσιομάρτυς, Ἀγγέλων σύσκηνε.


Ὁ Οἶκος

Σήμερον ἀνεδείχθη Ἑωσφόρος τοῖς πᾶσι, ἡ ἔνδοξος καὶ πάνσεπτος μνήμη τῆς Παρθενομάρτυρος Χριστοῦ, διὸ πιστοὶ ἅπαντες ἀθρόως συνέλθωμεν ἐν πίστει κραυγάζοντες αὐτῇ ἐκ πόθου·


Χαίροις σεμνὴ, παρθενίας κάλλος· χαίροις σὺ εἷ τῶν Μαρτύρων κλέος.

Χαίροις, τῶν Κυθήρων ἡ δόξα καὶ καύχημα· χαίροις, τῶν σῶν δούλων ἡ μόνη βοήθεια.

Χαίροις, ὅτι τῶν αἰτούντων τὰς αἰτήσεις ἐκπληροῖς· χαίροις, νύμφη Κυρίου καλλιμάρτυς Ἐλέσα.

Χαίροις τῷ σῷ Νυμφίῳ, στεφηφόρος ἡ στᾶσα· χαίροις, σὺ γὰρ τὴν πλάνην κατήργησας.

Χαίροις, σὺ γὰρ τὸν Χριστὸν ἀνεκήρυξας· χαίροις, πιστῶν κραταιὰ προστασία.

Χαίροις, ἡμᾶς γὰρ τῶν δεινῶν ἀπαλλάττεις· χαίροις, μάρτυς πανένδοξε.


Κάθισμα

Ἦχος δ΄. Ταχὺ προκατάλαβε.

Ὡραία ἐν κάλλεσι παρθένε γέγονας, τὰ στίγματα φέρουσα τοῦ μαρτυρίου τοῦ σοῦ, Ἐλέσα πανεύφημε· ὅθεν νῦν παρεστῶσα τῷ Χριστῷ στεφηφόρος, πρέσβευε ὑπὲρ πάντων τῶν τιμώντων τὴν πάντιμον μνήμην σου Μάρτυς πολύαθλε.

Πρόοδος του Τιμίου και Ζωοποιού Σταυρού

 Σήμερα η Εκκλησία μας εορτάζει την Πρόοδο του Τιμίου και Ζωοποιού Σταυρού, δηλαδή την έξοδο του Τιμίου Σταυρού από το παλάτι (ή κατ' άλλους από το σκευοφυλάκιο της μεγάλης εκκλησίας) στην Πόλη. Βλέπε σχετικά και προεόρτια την 31η Ιουλίου.


Όμως, ο Πατμιακός Κώδικας 266, αναγράφει ότι κατά την 1η Αυγούστου στη Μεγάλη εκκλησία ετελείτο «ἡ Βάπτισις τῶν τιμίων Ξύλων».




Ἀπολυτίκιον

Ἦχος α’.

Σῶσον Κύριε τὸν λαόν σου, καὶ εὐλόγησον τὴν κληρονομίαν σου, νίκας τοῖς βασιλεῦσι κατὰ βαρβάρων δωρούμενος, καὶ τὸ σὸν φυλάττων, διὰ τοῦ Σταυροῦ σου πολίτευμα.

Απολυτίκιο ψάλλει ο αρχ. π. Νικόδημος Καβαρνός

 


Άγιοι Επτά Μακκαβαίοι, η μητέρα τους Σολομονή και ο διδάσκαλός τους Ελεάζαρος

 «Αὐτοκράτωρ ἐστὶ τῶν παθῶν ὁ εὐσεβὴς λογισμός» (Δ' Μακκαβαίων, α' 7, θ' 4). Ο ευσεβής λογισμός είναι κυρίαρχος και εξουσιαστής επί των παθών. Αυτό με περίσσια ανδρεία απέδειξαν οι επτά αδελφοί Μακκαβαίοι με τη στάση τους απέναντι στο βασιλιά της Συρίας Αντίοχο (περί το 5327 από κτίσεως κόσμου ή 173 π.Χ.), όταν αυτός τους έταξε δόξες, τιμές και επίγειες απολαύσεις, αν αυτοί καταπατούσαν το Μωσαϊκό νόμο και έτρωγαν από τα απαγορευμένα φαγητά που τους πρόσφερε. Προηγήθηκε ο ενενηκονταετής διδάσκαλος τους, Ελεάζαρος, που εφάρμοσε στο έπακρο το νόμο που τους δίδασκε, με αποτέλεσμα ο Αντίοχος να τον ρίξει στη φωτιά.


Εμπνεόμενα από τη θυσία του γέροντα διδασκάλου τους, τα επτά αδέλφια κράτησαν την ίδια γενναία στάση απέναντι στο βασιλιά, όταν τους κάλεσε μπροστά του. Στην αρχή ο Αντίοχος προσπάθησε να τους κολακεύσει με διάφορα εγκώμια για τη νιότη τους. Τους είπε ότι αν έτρωγαν από τα ειδωλόθυτα που τους πρόσφερε, θα απολάμβαναν μεγάλες τιμές, και φυσικά θα τους έσωζε από το θάνατο. Τότε οι επτά αδελφοί απάντησαν στον Αντίοχο: «χαλεπώτερον γὰρ αὐτοῦ τοῦ θανάτου νομίζομεν εἶναι σοῦ τὸν ἐπὶ τὴ παρανομῶ σωτηρία ἠμῶν ἔλεον». Δηλαδή, είναι περισσότερο επιβλαβής και απ' αυτόν το θάνατο, νομίζουμε, η συμπάθειά σου για την παράνομη σωτηρία μας.


Εξοργισμένος τότε ο Αντίοχος, με τροχούς, φωτιά και ακόντια, έναν-έναν τους σκότωσε όλους. Όταν είδε αυτό η μητέρα τους Σολομονή, ρίχτηκε μόνη της στη φωτιά και έτσι όλοι μαζί πήραν το στεφάνι του μαρτυρίου.


Τα ονόματα των Επτά Μακκαβαίών είναι: Αβείμ (ή Άβιβος), Αντώνιος (ή Αντωνίνος) ,Γουρίας, Ελεαζάρος, Ευσέβωνας, Αχείμ, Μάρκελλος (ή Σάμωνας, ή Εύλαλος ή Μάρκος).



Ἀπολυτίκιον  

Ἦχος δ’. Ὁ ὑψωθεῖς ἐν τῷ Σταυρῷ.

Τῶν Μακκαβαίων τὸν ἐπτάριθμον δῆμον, σὺν τὴ μητρὶ Σολομονὴ τὴ ἁγία, καὶ Ἐλεάζαρ ἅμα εὐφημήσωμεν οὗτοι γὰρ ἠρίστευσαν, δι' ἀγώνων νομίμων, ὡς φρουροὶ καὶ φύλακες, τῶν τοῦ Νόμου δογμάτων καὶ νῦν ὡς καλλιμάρτυρες Χριστοῦ, ὑπὲρ τοῦ κόσμου, ἀπαύστως πρεσβεύουσι.


Κοντάκιον

Ἦχος β’. Τὰ ἄνω ζητῶν

Σοφίας Θεοῦ, οἱ στύλοι οἱ ἑπτάριθμοι, καὶ θείου φωτός, οἱ λύχνοιοι ἑπτάφωτοι, Μακκαβαῖοι πάνσοφοι, πρὸ Μαρτύρων μέγιστοι Μάρτυρες, σὺν αὐτοῖς τῷ πάντων Θεῷ, αἰτεῖσθε σωθῆναι τοὺς τιμῶντας ὑμᾶς.