Δευτέρα 29 Μαΐου 2023

Απολυτίκιο ψάλλει ο αρχ. π. Νικόδημος Καβαρνός

 


Ἡ Ἁγία Θεοδοσία ἡ Παρθενομάρτυς

 Ἡ Ἁγία Παρθενομάρτυς Θεοδοσία καταγόταν ἀπὸ τὴν Τύρο τῆς Φοινίκης καὶ ἄθλησε κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορος Διοκλητιανοῦ (284 – 305 μ.Χ.). Σὲ ἡλικία δέκα ὀκτὼ ἐτῶν διέπρεπε τόσο γιὰ τὴν εὐσέβεια, ὅσο καὶ γιὰ τὸ ζῆλο της ὑπὲρ τῆς Χριστιανικῆς πίστεως, διαδίδοντας αὐτὴ μεταξὺ τῶν εἰδωλολατρισσῶν γυναικῶν καὶ ἑλκύοντας πολλὲς ἀπὸ αὐτές. Κατὰ τὸ πέμπτο ἔτος τῶν διωγμῶν, βρισκόμενη στὴν Καισάρεια τῆς Παλαιστίνης, συνελήφθη καὶ δέσμια ὁδηγήθηκε ἐνώπιον τοῦ ἄρχοντος Οὐρβανοῦ. Ἐπειδὴ ἡ Ἁγία δὲν πειθόταν νὰ θυσιάσει στὰ εἴδωλα, διατάχθηκε ὁ σκληρὸς βασανισμὸς αὐτῆς. Τῆς κόπηκαν οἱ μαστοὶ καὶ τῆς καταξεσκίσθηκαν τὰ πλευρά, ἡμιθανὴς δέ, πιεζόταν νὰ ἀπαρνηθεῖ τὸν Χριστό. Ἡ Θεοδοσία, μὲ φωνὴ ποὺ μόλις ἀκουγόταν, δήλωσε καὶ πάλι ὅτι ἦταν καὶ θὰ παρέμενε Χριστιανή. Τότε ὁ Οὐρβανός, γεμάτος ἀπὸ ὀργή, διέταξε, ἀφοῦ βασανισθεῖ σκληρότερα, νὰ ριχθεῖ στὴ θάλασσα, ὅπου ἔλαβε καὶ τὸν στέφανο τοῦ μαρτυρίου.



Ἀπολυτίκιο. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.

Ὡς δόσιν θεόσδοτον, τὴν παρθενίαν τὴν σήν, ἀγῶσιν ἀθλήσεως, Θεοδοσία σεμνή, τῷ Λόγῳ προσήγαγες· ὅθεν πρὸς ἀθανάτους, μεταστᾶσα νυμφῶνας, πρέσβευε Ἀθληφόρε, τῷ Δεσπότῃ τῶν ὅλων, ῥυσθῆναι ἐκ πολυτρόπων, ἡμᾶς συμπτώσεων.



Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.

Ὡς παρθένος ἄμωμος καὶ ἀθληφόρος, νοερῶς νενύμφευσαι, τῷ Βασιλεῖ τῶν οὐρανῶν, Θεοδοσία πανεύφημε· ὃν ἐκδυσώπει, ὑπὲρ τῶν ψυχῶν ἡμῶν.



Μεγαλυνάριον.

Δόσει λαμπρυνθεῖσα παρθενικῇ, δόσιν εὐσεβείας, διαυγάζεις ἀθλητικῶς, ὦ Θεοδοσία, Χριστοῦ Παρθενομάρτυς· διὸ κἀμοὶ μετάδος, ἐκ τῶν σῶν δόσεων.


Κυριακή 28 Μαΐου 2023

Δοξαστικόν των Αίνων ,"Των Αγίων Πατέρων της Α' Οικουμενικής Συνόδου".

Κυριακή Αγίων Πατέρων της A' Οικ.Συνόδου-«Προσέχετε ουν εαυτοίς και παντί τω ποιμνίω».

 «Προσέχετε ουν εαυτοίς και παντί τω ποιμνίω».


Αγαπητοί μου αδελφοί, η σημερινή Κυριακή και μάλιστα προ της μεγάλης

εορτής της Πεντηκοστής, η Εκκλησία μας την αφιερώνει στους μεγάλους εκείνους

Πατέρες της Α’ Οικουμενικής Συνόδου, οι οποίοι δογμάτισαν περί της Τριαδικής

Θεότητος. Ανάλογα λοιπόν και τα σχετικά Αναγνώσματα. 

Το ιερό Ευαγγέλιο μάς αναφέρει ένα απόσπασμα από την Αρχιερατική προσευχή του Κυρίου μας στο κατά Ιωάννη Ευαγγέλιο. 

Και το βιβλίο των Πράξεων, όπου ο Απ. Παύλος απευθύνεται στους πρεσβυτέρους της Εκκλησίας της Εφέσου.


Ο λόγος του Αποστόλου Παύλου πάλλεται από θερμή αγάπη για την Εκκλησία. Τον διακατέχει ένα βαθύ αίσθημα ποιμαντικής ευθύνης. Το ανύστακτον ενδιαφέρον του για την ενότητα της Εκκλησίας τον συγκλονίζει. Επίσης τον ενδιαφέρει η καθαρότητα της διδασκαλίας, διότι η διδασκαλία διαμορφώνει την πίστη. Καθαρή διδασκαλία σημαίνει καθαρή και ορθόδοξη πίστη.


Ήδη έχει ολοκληρώσει την πρώτη περιοδεία του και επείγεται να βρεθεί στα Ιεροσόλυμα την ημέρα της Πεντηκοστής, γι’ αυτό παρακάμπτει την Έφεσο και

ευρίσκεται στην Μίλητο εκεί καλεί όλους τους πρεσβυτέρους να έλθουν να τον

συναντήσουν και να τους δώσει τις τελευταίες παρακαταθήκες, αφού άλλωστε δεν

θα ξανασυναντηθούν ποτέ. 

Η ομιλία προς αυτούς είναι πράγματι ένα μνημείο χριστιανικού ποιμαντικού λόγου. Αποχαιρετιστήριος αλλά και παραινετικός λόγος.


Η ενότητα της Εκκλησίας και η καθαρότητα της διδασκαλίας είναι αυτά τα ίδια στοιχεία που ενέπνεαν την πίστη και κατεύθυναν την πορεία και τους αγώνες των

Αγίων Πατέρων που αφιέρωσαν την ζωή τους στην διακονία της Εκκλησίας.


Αγωνίστηκαν σκληρά για να διαφυλάξουν καθαρή την παρακαταθήκη της πίστεως. «Προσέχετε ουν εαυτοίς και παντί τω ποιμνίω εν ω υμάς το πνεύμα το Άγιον έθετο επισκόπους ποιμαίνειν την Εκκλησίαν του Κυρίου».

 Τους συνιστά την προσοχή να είναι παραδείγματα φωτεινά, τα οποία με την ζωή και την συμπεριφορά τους να παραδειγματίζουν τους άλλους και να οικοδομούν όχι να γκρεμίζουν.

 Να μην ξεχνούν ότι το Άγιον Πνεύμα τους τοποθέτησε ποιμένας και επισκόπους δια να διδάσκουν και να ποιμένουν την Εκκλησία του Χριστού όπου με το πανάγιον αίμα Του την έσωσε και την έκανε δική Του.


Το σημαντικό και συγκλονιστικό σ’ αυτήν την ομιλία είναι τούτο: «εγώ γαρ

οίδα, ότι εισελεύσονται μετά την άφιξιν μου λύκοι βαρείς μη φειδόμενοι του

ποιμνίου». 

Θα εισβάλουν λύκοι που δεν λυπηθούν το ποίμνιο. Ένας λόγος παράλληλα προφητικός. «Και εξ υμών αναστήσονται άνδρες λαλούντες διεστραμμένα του αποσπάν τους μαθητάς οπίσω αυτών».


Είναι αλήθεια ότι από τα πρώτα Αποστολικά χρόνια άρχισαν μέσα από τους κόλπους της Εκκλησίας να καλλιεργούνται και να φυτρώνουν αιρετικά ζιζάνια

στο «γεώργιον του Χριστού». Είναι επίσης παράδοξο το ότι οι περισσότεροι αρχηγοί των αιρετικών σχημάτων και ομάδων ήταν άνθρωποι με ηγετικό και

ποιμαντικό ρόλο και αξίωμα, μέσα στην Εκκλησία.

 Γι’ αυτό ο Απ. Παύλος τι μας λέγει στην συνέχεια; «διο γρηγορείτε μνημονεύοντες ότι τριετίαν ουκ επαυσάμην μετά δακρύων νουθετών ένα έκαστον».

Να είστε άγρυπνοι και να θυμάστε ότι επί τρία χρόνια δεν έπαυσα να σας συμβουλεύω με δάκρυα στα μάτια. Αυτό σημαίνει ποιμένας και πατέρας

πνευματικός. 


Αδελφοί, να προσευχόμεθα και να παρακαλούμε τον Θεό και Πατέρα του Ιησού Χριστού μας να φωτίζει και να ανακηρύττει ποιμένες και

 διδασκάλους στην Εκκλησία Του κατά το πρότυπο του Αποστόλου Παύλου και

προπαντός των Αγίων Πατέρων που η Αγία μας Εκκλησία τιμά σήμερον. 

Η Εκκλησία και η κοινωνία μας ζητά πρότυπα. Υποφέρει από πρότυπα. Οι

άνθρωποι διψούν για πνευματικούς πατέρες και ποιμένες. Είναι «ως πρόβατα μη

έχοντες ποιμένα», γι’ αυτό παραπαίει η κοινωνία μας.

Να παρακαλούμε τον Θεό και Κύριο μας να φωτίζει τον κάθε ποιμένα ώστε

να οδηγεί τα πρόβατα που του ενεπιστεύθη ο Θεός στην Μάνδρα της ποίμνης την

Αγία του Εκκλησία και να φωτίζει νέους με φλόγα να εισέρχονται στο ιερό μυστήριον της ιερωσύνης άξιοι και καθαροί.

Αμήν!


Από το γραπτό κήρυγμα της Ιεράς Μητροπόλεως  κερκύρας (28-5-2023)

Κυριακή αγίων 318 Πατέρων Α’ Οικουμενικής Συνόδου

 (Άγιος Λουκάς Αρχιεπίσκοπος Κριμαίας)


Την Κυριακή πριν από τη μεγάλη ημέρα της Πεντη­κοστής, η Αγία Εκκλησία εορτάζει τη μνήμη των αγίων Πατέρων της πρώτης Οικουμενικής Συνόδου.


Πρέπει να γνωρίζουμε τι είναι η Οικουμενική Σύνο­δος και ποια σημασία είχε η πρώτη Οικουμενική Σύνο­δος.


Οι άγιοι απόστολοι είπαν στους επισκόπους να διε­ξαγάγουν Εκκλησιαστική Σύνοδο, δηλαδή συνέδριο επισκόπων, οι οποίοι από κοινού έπρεπε να αποφασί­σουν για τις υποθέσεις της Εκκλησίας. Ορίστηκε να συγκαλούνται συχνά τέτοιες Σύνοδοι, δύο φορές το χρόνο. Έτσι γινόταν, και τέτοιες τοπικές Σύνοδοι συγκαλούνταν για τη λύση των όχι πολύ σημαντικών ζητη­μάτων.



Όμως η πρώτη Οικουμενική Σύνοδος συγκλήθηκε λόγω της τεράστιας σπουδαιότητας ενός προβλήματος, που όμοιό του δεν είχε συμβεί στην ιστορία της Εκκλησίας. Η πρώτη Οικουμενική Σύνοδος ήταν ένα μεγάλο γεγονός στην ιστορία της Εκκλησίας, γιατί συγκλήθηκε για την καταδίκη της αίρεσης του Αρείου, για την οποία ο μακάριος Ιερώνυμος είπε το εξής: «Ο Άρειος ήταν μία σπίθα, όμως κατέκαψε σχεδόν όλη την οικουμένη». Βλέπετε τι ήταν αυτό!


Και ο άγιος πατέρας Δημήτριος του Ροστώφ μιλάει με τα εξής λόγια: «Ω καταραμένη σπίθα, μέρος της αι­ώνιας φωτιάς! Ω απαισιότατη σπίθα που έκαψες αμέ­τρητους ναούς του Αγίου Πνεύματος! Ω, δυσώδης και ζοφερή σπίθα που έπεσες από τη φωτιά της γεέννης! Οι άγιοι Πατέρες μόλις μπόρεσαν την έσβησαν με την καθαρή πηγή του λόγου του Θεού, όπως με το νερό της ζωής, με το οποίο είθε να γεμίσετε όλοι εσείς τα δοχεία των καρδιών σας!».


Βλέπετε πόσο φοβερό γεγονός ήταν αυτό στην ιστορία της Εκκλησίας.


Ποια ήταν η ουσία του γεγονότος;


Μέχρι τον Άρειο υπήρχαν οι αιρετικοί γνωστικοί, οι μανιχαίοι, όμως τέτοιος φοβερός αιρετικός, σαν τον Άρειο, δεν υπήρξε και είθε να δώσει ο Θεός ποτέ να μην υπάρξει.


Ο Άρειος ήταν ιερέας στην Αλεξάνδρεια, στην Αίγυ­πτο και άρχισε να διδάσκει ότι ο Κύριος Ιησούς Χρι­στός δεν ήταν αληθινός Θεός, πραγματικός Υιός του Θεού κατ’ ουσίαν και κατά φύσιν αλλά μόνο στην ηθι­κή έννοια. Αρνιόταν την αιωνιότητα του Κυρίου Ιησού Χριστού, έλεγε ότι ο Κύριος προήλθε από το τίποτα, ενώ όλη η Εκκλησία πίστευε ότι ο Κύριος γεννήθηκε από τον Πατέρα, ότι είναι προαιώνιος Υιός Του. Ο Άρειος κατάφερε να διανθίσει τη διδασκαλία του με ωραίες ιδέες, και προσπάθησε να τη στηρίξει στην Αγία Γραφή, ώστε πολλοί επηρεάστηκαν από τα ψέ­ματα και την αίρεσή του.


Φαινόταν ότι ο Άρειος μιλούσε πολύ σωστά, γιατί διέθετε σπουδαίο μυαλό και μεγάλη ικανότητα να πα­ρουσιάζει το ψέμα σαν αλήθεια. Και βρέθηκαν πολλοί οπαδοί αυτής της φοβερής αιρετικής διδασκαλίας.


Και όταν έγινε φανερό ότι ο Άρειος αποκτά όλο και περισσότερους οπαδούς, ο επίσκοπος της Αλεξάνδρει­ας θορυβήθηκε και, μόλις βεβαιώθηκε ότι όσο και αν προσπαθεί να τον πείσει, παρόλα τα επιχειρήματα, ο Άρειος παρέμενε ακλόνητος στην αίρεσή του, τον απέ­κοψε από την Εκκλησία.


Η αναταραχή στην Εκκλησία ήταν τόσο μεγάλη ώστε ο αυτοκράτορας του Βυζαντίου θεώρησε απα­ραίτητο να συγκληθεί Οικουμενική Σύνοδος, στην οποία όφειλαν να έρθουν όλοι οι επίσκοποι για την κα­ταδίκη του Αρείου.


Η Σύνοδος έλαβε χώρα στην πόλη της Νίκαιας το έτος 325. Σ’ αυτή τη Σύνοδο ο Κύριος ανέδειξε πολ­λούς μεγάλους πατέρες, αρχιερείς και ιερείς, φωτισμέ­νους από το Πνεύμα του Θεού, που γκρέμισαν όλα τα ψεύτικα επιχειρήματα του Αρείου. Και σ’ αυτή τη Σύ­νοδο έλαμψαν ιδιαιτέρως, με το μυαλό και τη δύναμη της ευγλωττίας τους, ο άγιος Ευστάθιος Αντιόχειας, ο άγιος Μάρκελλος Αγκύρας και ο άγιος Αθανάσιος, ο διάκονος της Εκκλησίας της Αλεξάνδρειας, ο οποίος έγινε μετά ο μεγάλος άγιος ιεράρχης, ο Μέγας Αθανά­σιος.


Επέδειξε τέτοια δύναμη μυαλού και λόγου, ώστε μαζί με τους άλλους επισκόπους απέρριψε πλήρως την αίρεση του Αρείου και η Σύνοδος απέκοψε τον Άρειο από την Εκκλησία, του έδωσε ανάθεμα και, όπως γνω­ρίζετε, συνέταξε το πρώτο Σύμβολο της πίστεως, το οποίο ολοκληρώθηκε με προσθήκες περί του Αγίου Πνεύματος που έγιναν στη δεύτερη Οικουμενική Σύνο­δο.


Εμείς ομολογούμε την πίστη μας σύμφωνα με αυτό το Σύμβολο της πίστεως.


Πάνω σε τι στήριξε ο Άρειος την άρνησή του για τη θεότητα του Κυρίου Ιησού Χριστού, για την ισότητά Του με τον Θεό Πατέρα;


Παρέθεσε το κείμενο της Αγίας Γραφής: «Πορεύο­μαι προς τον πατέρα· ότι ο πατήρ μου μείζων μού εστι» (Ιωάν. 14, 28). Κάποτε ο Ίδιος ο Χριστός είπε ότι είναι κατώτερος από τον Πατέρα, πώς λοιπόν Τον θεωρούμε ίσο με τον Πατέρα, Τον θεωρούμε Θεό; Όμως οι σοφοί άγιοι πατέρες απάντησαν: «Ναι, ο Πα­τέρας ήταν ανώτερος από τον Κύριο Ιησού Χριστό, όταν ο Ιησούς ήταν Θεάνθρωπος, όταν πραγματοποι­ούσε το έργο της σωτηρίας του ανθρωπίνου γένους, κατά την ανθρώπινη φύση Του ήταν κατώτερος από τον Πατέρα». Αλλά μόνο κατά την ανθρώπινη φύση του, αφού κατά τη θεϊκή Του φύση ήταν πάντα ίσος με τον Πατέρα.


Παρουσιάστηκε πλήθος χωρίων από την Αγία Γρα­φή, τα οποία αδιάψευστα αποδεικνύουν την εκ Θεού γέννηση του Κυρίου Ιησού Χριστού. Θα παραθέσω τα σπουδαιότερα στο τέλος του κηρύγματος, τώρα θα σας πω για ένα άλλο επιχείρημα, το οποίο παρέθεσε ο Άρειος: «Καταβέβηκα εκ του ουρανού ουχ ίνα ποιώ το θέλημα το εμόν, αλλά το θέλημα του πέμψαντός με πατρός» (Ιωάν. 6, 38).


Και έλεγε ότι ο Κύριος Ιησούς Χριστός ήταν συνε­πώς διάκονος του Θεού, απεσταλμένος του Θεού, δεν επιτρέπεται να Τον θεωρούμε Αληθινό Θεό.


Όμως σ’ αυτή την περίπτωση ο Άρειος ενήργησε όπως είχε ενεργήσει ο διάβολος, όταν έβαλε σε πειρα­σμό τον Κύριο Ιησού Χριστό: παρέθεσε λόγους από την Αγία Γραφή, όμως απέκρυψε τις επόμενες λέξεις. Έτσι ενήργησε όταν ανέβασε τον Κύριο Ιησού στο πτερύγιο του ναού των Ιεροσολύμων και Του είπε: «Ει υιός ει του Θεού, βάλε σεαυτόν κάτω· γέγραπται γαρ ότι τοις αγγέλοις αυτού εντελείται περί σου, και επί χειρών αρούσί σε, μήποτε προσκόψης προς λίθον τον πόδα σου» (Ματθ. 4, 6).


Όπως βλέπετε, ο διάβολος βασίστηκε στην Αγία Γραφή, όμως απέκρυψε τις τελευταίες λέξεις «επί ασπίδα και βασιλίσκον επιβήση και καταπατήσεις λέ­οντα και δράκοντα» (Ψαλμός 90ός) τις έκρυψε, επειδή θα ήταν σαν να παραδεχόταν ότι ο Κύριος Ιησούς Χρι­στός θα συντρίψει την κεφαλή του φιδιού, θα λυτρώσει τον κόσμο από την εξουσία του.


Ακούστε τι έχει γραφτεί από τον άγιο Ιωάννη τον Θεολόγο: «Ότι καταβέβηκα εκ του ουρανού ουχ ίνα ποιώ το θέλημα το εμόν, αλλά το θέλημα του πέμψαντός με. Τούτο δε εστι το θέλημα του πέμψαντός με πατρός, Ίνα παν ο δέδωκέ μοι μη απολέσω εξ αυτού, αλλά αναστήσω αυτό εν τη εσχάτη ημέρα. Τούτο δε εστι το θέλημα του πέμψαντός με, ίνα πας ο θεωρών τον υιόν και πιστεύων εις αυτόν έχη ζωήν αιώνιον, και αναστήσω αυτόν εγώ εν τη εσχάτη ημέρα» (Ιωάν. 6, 38-40).


Ποιος μπορεί να αναστήσει, εκτός από τον Θεό, ποιος μπορεί να έχει τέτοια εξουσία;


Όμως ο Άρειος το απέκρυψε αυτό, αποσπούσε κά­ποιες λέξεις από την Αγία Γραφή και διέκοπτε την αλ­ληλουχία τους με τις επόμενες.


Με αυτόν τον τρόπο ενεργούν και μέχρι σήμερα όλοι οι σεκταριστές, οι οποίοι αποσπούν μεμονωμένες λέξεις από την Αγία Γραφή και παρασύρουν τους αγράμματους ανθρώπους που δεν γνωρίζουν τη Γρα­φή, τους ανθρώπους που δεν μπορούν να κρίνουν και οι οποίοι ακριβώς γι’ αυτό πιστεύουν τον πρώτο λόγο τους. Έτσι και οι σαββατιστές λένε: «Πώς είναι δυνα­τόν να εορτάζουμε την Κυριακή, εάν η τρίτη εντολή ευ­θέως λέει: «Μνήσθητι την ημέραν των σαββάτων αγιάζειν αυτήν, εξ ημέρας έργα και ποιήσεις πάντα τα έργα σου· τη δε ημέρα τη εβδόμη σάββατα Κυρίω τω Θεώ σου”;» (Έξοδ. 20, 8-10). Λένε: «Εάν έτσι όρισε ο Κύ­ριος, ποιος μπορεί να παραβεί αυτή την εντολή;».


Ρωτήστε λοιπόν αυτούς τους σαββατιστές: «Εάν εί­ναι έτσι, εάν θεωρούν ότι όλα πρέπει να γίνονται όπως έχουν καταγραφεί στον Μωσαϊκό νόμο, ο οποίος σε πολλά σημεία έχει καταργηθεί, έχει τροποποιηθεί και συμπληρωθεί από τον Κύριο Ιησού Χριστό, για ποιο λόγο δεν προσφέρουν ως θυσία βόδια, αγελάδες, πρό­βατα, όπως έχει προσταχθεί στο βιβλίο της Παλαιάς Διαθήκης;» Αυτό το παρασιωπούν.


Πολλά ακόμα μπορούμε να αντιπαραθέσουμε στους ψεύτικους συμπερασματικούς λογισμούς των σεκταριστών· η δυστυχία έγκειται μόνο στο ότι παρα­σύρουν τους απλούς ανθρώπους, οι οποίοι τίποτα δεν μπορούν να αντειπούν και πιστεύουν όλα όσα λένε αυ­τοί που τους παραπλανούν με κείμενα από την Αγία Γραφή.


Η πρώτη Οικουμενική Σύνοδος έκανε μεγάλο έργο, αποδυναμώνοντας όλες τις αιρέσεις, γιατί ο Άρειος ήταν μια σπίθα, όμως κατέκαψε σχεδόν όλη την οικου­μένη: μόλις και μετά βίας η Αγία Εκκλησία αντιστάθηκε στην ορμή της αρειανικής αιρέσεως. Μετά τη Σύνο­δο της Νίκαιας, αφού αφόρισαν τον Άρειο και συνέτα­ξαν το Σύμβολο της Πίστεως, δεν υπάκουσαν όλοι στις αποφάσεις της Συνόδου για πολύ. Εκείνοι που δέχτη­καν τη διδασκαλία του Αρείου, τον ακολούθησαν, δεν ήθελαν να υποχωρήσουν, συνέχισαν με μανία να επι­διώκουν το θρίαμβο της αίρεσης· ξεκίνησε διαμάχη με­ταξύ των ορθοδόξων και των αρειανών, η οποία συνε­χίστηκε για 55 ακόμη χρόνια.


Αυτά ήταν τα χρόνια του μεγάλου μαρτυρίου της Εκκλησίας, της ανείπωτης έχθρας μέσα στην ίδια την Εκκλησία, γιατί ο αριθμός των οπαδών του Αρείου όλο και αυξανόταν.


Κάποιοι βυζαντινοί αυτοκράτορες θεώρησαν ότι ο Άρειος είχε δίκιο που δεν υποτάχθηκε στη Σύνοδο της Νίκαιας και απαίτησαν όλοι να ομολογούν την πίστη έτσι όπως δίδαξε ο Άρειος.


Υπήρξε σειρά αρειανοφρόνων αυτοκρατόρων οι οποίοι, έχοντας κρατική εξουσία αλλά και τεράστια εκκλησιαστική εξουσία, ταλαιπώρησαν την Εκκλησία. Επί 55 χρόνια εξαπλωνόταν η έντονη διαμάχη. Οι αρειανοί άρχισαν να τροποποιούν τη διδασκαλία του Αρεί­ου με σκοπό να τη μετριάσουν, να την κάνουν περισσό­τερο αποδεκτή, εισήγαγαν ουσιαστικές τροποποιήσεις και έτσι γεννήθηκε ο ημι-αρειανισμός.


Και η διαμάχη με τους ημιαρειανόφρονες ήταν εξαιρετικά σοβαρή και είχε τεράστιες απώλειες για την Εκκλησία. Ο αυτοκράτορας Ιουλιανός παρέδωσε στους αρειανούς όλους τους ναούς, οι ορθόδοξοι επί­σκοποι και οι ιερείς στάλθηκαν στην εξορία, οι ναοί τους έκλεισαν.


Κατά την τελευταία περίοδο της διαμάχης της Εκ­κλησίας με τους αρειανούς, έδρασαν οι τρεις μεγάλοι ιεράρχες: Βασίλειος ο Μέγας, Γρηγόριος ο Θεολόγος και Ιωάννης ο Χρυσόστομος.


Διεξήγαγαν αποφασιστική μάχη κατά των αρειανών. Το πόσο σοβαρή ήταν αυτή η διαμάχη γίνεται φανερό από το ότι, όταν ο Γρηγόριος ο Θεολόγος εξελέγη αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως, δεν βρήκε ούτε έναν ορθόδοξο ναό – όλοι ανήκαν στους οπαδούς του Αρείου.


Έπρεπε να αρχίσει την θεία Λειτουργία και το κή­ρυγμα σε ένα απλό σπίτι, όμως το κήρυγμά του ήταν τόσο δυνατό, ώστε μετά από 2-3 χρόνια όλος ο λαός ακολούθησε τον άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο και οι να­οί επεστράφηκαν στους ορθοδόξους.


Ιδού πόσο σοβαρή, πόση διάρκεια είχε η διαμάχη με τους αρειανούς και υπήρξαν λαοί, όπως οι γότθοι, οι οποίοι για πάντα παρέμειναν αρειανόφρονες.


Καταλαβαίνετε τώρα όλη τη δύναμη του Αρείου, κατανοείτε για ποιο λόγο ο μακάριος Ιερώνυμος τον χαρακτήρισε σπίθα και ο άγιος Δημήτριος μιλάει για την καταραμένη σπίθα που προήλθε από τη φωτιά του άδη.


Βλέπετε πόσο μεγάλο γεγονός εορτάζουμε σήμερα, γιατί εορτάζουμε όχι μόνο τη μνήμη της πρώτης Οικου­μενικής Συνόδου, αλλά εορτάζουμε και δοξάζουμε τη μνήμη των 318 Πατέρων της Συνόδου της Νίκαιας, εορ­τάζουμε το θρίαμβο της Ορθοδοξίας πάνω στους αιρε­τικούς, που εκφράστηκε από τη μεγάλη Σύνοδο στο πρώτο Σύμβολο της Πίστεως.


Σας είπα ότι οι βυζαντινοί αυτοκράτορες έπαιξαν σημαντικό ρόλο σ’ αυτή τη διαμάχη. Όταν καταλάμ­βαναν το θρόνο οι αρειανόφρονες αυτοκράτορες, τότε η Ορθόδοξη Εκκλησία ήταν υπό διωγμό, όταν πάλι, με­τά το θάνατό τους, ανέρχονταν στο θρόνο άλλοι αυτο­κράτορες, αντίπαλοι των αρειανών, αναγεννιόταν και αναζωπυρωνόταν η ζωή στην Εκκλησία.


Εάν είχε τέτοια τεράστια σημασία η ανάμειξη των αυτοκρατόρων στις υποθέσεις της Εκκλησίας, άραγε εμείς επιδοκιμάζουμε την αυτοκρατορική εξουσία, την κρατική εξουσία πάνω στην Εκκλησία; Με κανένα τρό­πο, γιατί όχι μόνο σ’ αυτή την εποχή της διαμάχης με τους αρειανούς αλλά και σε ακόμη πιο δύσκολη, φοβε­ρή περίοδο, την περίοδο των διωγμών αυτών που τι­μούσαν τις άγιες εικόνες, οι αυτοκράτορες ταλαιπώ­ρησαν την Εκκλησία ακόμη πιο πολύ από ό,τι οι αρειανόφρονες αυτοκράτορες.


Άραγε είναι ωφέλιμο, όταν η Εκκλησία εξαρτάται από τέτοια κρατική εξουσία, το ότι εξαναγκάζεται να δεχτεί κάτι που δεν θέλει; Ασφαλώς όχι.


Από την ιστορία γνωρίζουμε και άλλα τέτοια παρα­δείγματα, όπου η ανάμειξη της κρατικής εξουσίας στις εκκλησιαστικές υποθέσεις υπήρξε εξαιρετικά επιζή­μια.


Μήπως δεν μπορούμε να πούμε ότι θα ήταν πολύ καλύτερο, εάν η Εκκλησία αφηνόταν μόνη της, εάν κα­νένας δεν ασκούσε πίεση πάνω της, εάν αντιμετώπιζε τα προβλήματά της με τη σύνοδο των επισκόπων.


Από την άλλη πλευρά, δεν μπορούμε να αρνηθούμε ότι η Εκκλησία ενίοτε χρειάζεται την αρωγή της κρατι­κής εξουσίας. Θα ήταν πολύ καλό εάν η Εκκλησία έχαιρε της απόλυτης αναγνώρισης και, σε αναγκαίες περιπτώσεις, τη συμβολή της εξουσίας.


Υπάρχουν περιπτώσεις, όταν η Εκκλησία είναι αδύ­ναμη, που μόνο η κρατική εξουσία μπορεί να επαναφέ­ρει την πρέπουσα τάξη.


Θα φέρω ένα μικρό παράδειγμα. Καθαίρεσα έναν ιερέα ο οποίος εξετέθη στο μεθύσι και σε πολλές ακο­λασίες. Γι’ αυτό έπρεπε να του αφαιρέσω το αξίωμά του. Και τι συμβαίνει λοιπόν, αυτός που καθαιρέθηκε συνεχίζει να λειτουργεί σαν ιερέας, δεν βγάζει τα ράσα, το σταυρό, συνεχίζει να έχει μακριά μαλλιά και τολμά να τελεί μυστήρια: πηγαίνει στα χωριά και τελεί το μυ­στήριο της βαπτίσεως, το μυστήριο του γάμου, τελεί παρακλήσεις και παννυχίδες. Δεν μπορώ να κάνω τίπο­τα εδώ, μπορεί μόνο να τον τιθασεύσει η κρατική εξου­σία. Ιδού, σε τέτοιες περιπτώσεις είναι απαραίτητη η βοήθεια της κρατικής εξουσίας στην Εκκλησία.


Επομένως, ο χωρισμός της Εκκλησίας από το κρά­τος είναι ευνοϊκός για την Εκκλησία, εάν από την πλευρά του κράτους υπάρχει στάση συμπάθειας ως προς τις εκκλησιαστικές υποθέσεις και βοηθάει όταν είναι απαραίτητο.


Υπάρχει μια σημαντική εντολή του Κυρίου Ιησού Χριστού προς την Εκκλησία. 0 Κύριος ενετείλατο, σε αυτές τις στιγμές, όταν είμαστε αδύναμοι, να εναπο­θέτουμε όλες τις ελπίδες μας στον Θεό. Γιατί, παρ’ όλους τους διωγμούς από τους αρειανούς, η Ορθοδο­ξία που αποκαταστάθηκε και εδραιώθηκε, συμπλήρω­σε, ολοκλήρωσε τη σύνταξη του Συμβόλου της πίστεώς μας και θριάμβευσε πάνω σε όλους τους αιρετικούς.


Ας πιστεύουμε λοιπόν μόνο έτσι, όπως μας διδά­σκει το Σύμβολο της Πίστεως.


Ας πιστεύουμε ότι ο Κύριος Ιησούς είναι ο Αληθινός Θεός, ο Αληθινός Υιός του Θεού, γιατί υπάρχουν βαθιά ερείσματα γι’ αυτό. Ο Ίδιος ο Κύριος πολλές φορές το φανέρωσε με τα λόγια Του, όπως και οι άγιοι απόστο­λοί Του:


Απόστολος Ιωάννης: «Ούτός εστιν ο αληθινός Θεός και ζωή αιώνιος» (Α’ Ιωάν. 5, 20).


Απόστολος Ιούδας: «Αρνούμενοι τον μόνον Δε­σπότην Θεόν και Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν» (Ιού­δα 1, 4).


Ο απόστολος Παύλος απευθυνόμενος στον Τίτο μι­λάει για την ελπίδα της φανέρωσης της δόξας του με­γάλου Θεού και Σωτήρος μας Ιησού Χριστού. (Τίτ. 2, 13).


Ο απόστολος Παύλος προς τους Ρωμαίους: «Χρι­στός, ο ων επί πάντων Θεός ευλογητός εις τους αιώνας» (Ρωμ. 9, 5).


Ο απόστολος Παύλος προς τους Κολασσαείς: «Ότι εν αυτώ κατοικεί παν το πλήρωμα της Θεότητας σωματικώς» (Κολασ. 2, 9).


Και ο Ίδιος ο Κύριος: «Πριν Αβραάμ γενέσθαι εγώ ειμι» (Ιωάν. 8, 58). «Και νυν δόξασόν με συ, πάτερ, παρά σεαυτώ τη δόξη ή είχον προ του τον κόσμον είναι παρά σοι» (Ιωάν. 17, 5).


25 Μαΐου 1947




[Πηγή: “Ο Λόγος ο του Σταυρού (Λόγοι και Ομιλίες από τη Συμφερούπολη 1946-1948)” τόμος Β’, Αγίου Λουκά Αρχιεπισκόπου Κριμαίας, εκδόσεις “Επιστροφή”]

Περί της προσευχής του Ιησού προς τον Πατέρα υπέρ των δεδομένων εαυτώ μαθητών

 (Θεοφύλακτος, Αρχιεπίσκοπος Βουλγαρίας)


(Ἰωάν. ιζ΄, 1-13)


Αὐτὰ εἶπε ὁ Ἰησοῦς, σήκωσε τά μάτια του στὸν οὐρανὸ καὶ προσευχήθηκε· Πατέρα, ἡ ὥρα ἔχει ἔρθει, δόξασε τὸ Γιὸ σου, γιὰ νὰ σὲ δοξάση κι ἐκεῖνος, ὅπως τοῦ ἔδωσες νὰ ἐξουσιάζη κάθε ἄνθρωπο. Γιὰ νὰ δώση ζωὴ αἰώνια σὲ ὅλα ὅσα τοῦ ἔδωσες. Κι ἡ αἰώνια ζωὴ εἶναι νὰ γνωρίζουν ἐσένα τὸ μόνο ἀληθηνὸ Θεὸ καὶ τὸν Ἰησοῦ Χριστὸ ποὺ ἔστειλες. Ἀφοῦ εἶπε στοὺς μαθητάς του «ὅτι θὰ δοκιμάσετε θλίψεις», καὶ τοὺς σύστησε νὰ ἔχουν θάρρος, τοὺς σηκώνει πάλι μὲ τὴν προσευχή, διδάσκοντάς μας κατὰ τοὺς πειρασμούς, ἀφοῦ τ’ ἀφήνομε ὅλα, νὰ καταφεύγωμε στὸ Θεό. Ἄλλωστε δὲν πρόκειται γιὰ προσευχὴ ἀλλὰ γιὰ συνομιλία μὲ τὸν Πατέρα. Ἄν σ’ ἄλλη περίπτωση προσεύχεται καὶ πέφτη στὰ γόνατα μὴ θαυμάσης. Γιατὶ ὁ Χριστὸς ἦρθε ὄχι γιὰ νὰ φανερώση μόνο τὸν ἑαυτό του ἀλλὰ γιὰ νὰ μᾶς διδάξη καὶ κάθε ἀρετή.

Κι ὁ δάσκαλος δὲν πρέπει ν’ ἀσκῆ τὸ ἔργο του μὲ λόγια μόνο ἀλλὰ καὶ μὲ τὰ ἔργα του. Κι ἐπειδὴ θέλει νὰ δείξη ὅτι βαδίζει πρὸς τὸ πάθος ὄχι χωρὶς νὰ θέλη ἀλλὰ θεληματικά, λέγει «Πατέρα ἔχει ἔρθει ἡ ὥρα». Ποθεῖ τὸ πρᾶγμα σὰν κάτι ἀγαπητὸ καὶ τὸ ἀποκαλεῖ δόξα ὄχι μόνο δική του ἀλλὰ καὶ τοῦ Πατέρα, ὅπως καὶ ἔγινε. Γιατὶ δὲ δοξάστηκε μόνο ὁ Γιὸς ἀλλὰ καὶ ὁ Πατέρας. Πρὶν ἀπὸ τὸ σταυρὸ μήτε οἱ Ἰουδαῖοι δὲν τὸν ἤξεραν (Ὁ Ἰσραὴλ δὲ μέ γνώρισε, λέει). Μετὰ τὸ σταυρὸ ὅλη ἡ οἰκουμένη ἔτρεξε κοντά του. Καὶ δείχνει τί λογῆς εἶναι ἡ δόξα ἡ δική του καὶ τοῦ Πατέρα. Τὸ νὰ πλησιάση κάθε ἄνθρωπος καὶ νὰ δεχθῆ τὴ δωρεά, αὐτὸ εἶναι δόξα τοῦ Θεοῦ. Γιατὶ δὲ θὰ περιορισθῆ ἡ χάρη στοὺς Ἰουδαίους μόνο ἀλλὰ θ’ ἁπλωθῆ σ’ ὁλόκληρη τὴν οἰκουμένη. Τὸ εἶπε αὐτό, γιατὶ εἶχε σκοπὸ νὰ τοὺς στείλη στοὺς ἐθνικούς. Γιὰ νὰ μὴ νομίσουν λοιπὸν ὅτι αὐτὸ εἶναι καινοτομία καί κάτι πού δέν τό θέλησε ὁ Πατέρας, δείχνει ὅτι ἀπὸ τὸν Πατέρα τοῦ ἔχει δοθεῖ ἐξουσία πάνω σὲ κάθε ἄνθρωπο. Πρίν ἀπὸ αὐτὸ ἔλεγε «Μὴ βαδίσετε σὲ δρόμο ἐθνικῶν», κι’ αὐτὸ «τὸ πάνω σὲ κάθε ἄνθρωπο» τί σημαίνει, ἀφοῦ δὲν πίστεψαν ὅλοι οἱ ἄνθρωποι; Ὁ Χριστὸς ὅμως, ἀπὸ δικὴ του πλευρά, ἤθελε νὰ τοὺς ὁδηγήση ὅλους στὴν πίστη. Ἄν ἐκεῖνοι δὲν πλησίασαν, δὲν εἶχαν τὸ ἀδίκημα τοῦ δασκάλου, ἀλλὰ αὐτῶν ποὺ δὲν δέχτηκαν. Κι ὄταν ἀκούσης αὐτὰ τὰ «ἔχεις δώσει» καὶ «ἔλαβε» καὶ τὰ ὅμοια, νὰ ἐννοῆς ὅτι ὁμιλεῖ μὲ συγκατάβαση, ὅπως ἀμέτρητες φορὲς εἴπαμε. Ἐπειδὴ προφυλάγεται πάντα νὰ πῆ κάτι μεγάλο ὁ ἴδιος γιὰ τὸν ἑαυτό του, κατεβαίνει στὸ ἐπίπεδο τῶν ἀκροατῶν του. Κι ἐπειδὴ ἐσκανδαλίζονταν, ὅταν ἄκουαν μεγάλα γι’ αὐτὸν τοὺς ἔλεγε αὐτὰ ποὺ μποροῦσαν νά καταλάβουν. Ἔτσι ἀκριβῶς κι ἐμεῖς ὅταν μιλοῦμε μὲ τὰ παιδιὰ καὶ τὸ ψωμὶ τὸ λέμε ὅπως ἐκεῖνα καὶ τὸ νερὸ καὶ ὅλα τ’ ἄλλα γενικά. Ἄκουσε τί λέει ὁ Εὑαγγελιστής, ὅταν μιλᾶ γιὰ τὸ Χριστό· «Ὅλα ἔγιναν διὰ μέσου αὐτοῦ». Καὶ ὅσοι τὰ ἔλαβαν τοὺς ἔδωσε ἐξουσία νὰ γίνουν παιδιὰ τοῦ Θεοῦ. Αὐτὸς ποὺ ἔδινε σ’ ἄλλους πῶς δὲν εἶχε ὁ ἴδιος ἀλλὰ ἔπαιρνε ἀπὸ τὸ Θεό; Κι ἔπειτα κι ἐδῶ στὰ λόγια αὐτὰ ποὺ μοιάζουν ταπεινὰ ἔχει εἰσχωρήσει κάτι ὑψηλό. «Ὥστε σὲ ὅσους τοῦς ἔδωσες» αὐτὸ προέρχεται ἀπὸ τὴ συγκατάβαση· «νά δώση σ’ ὅλους ζωὴ αἰώνια αὐτὸ προέρχεται ἀπὸ τὴν ἐξουσία τοῦ Μονογενοῦς καὶ τῆς θεότητας. Γιατὶ τοῦ Θεοῦ ἐξουσία εἶναι νά δίνη ζωὴ καὶ μάλιστα αἰώνια. «Μοναδικὸ ἀληθινὸ Θεό» εἶπε τὸν Πατέρα του, γιὰ νὰ τὸν ἀντιδιαστείλη μὲ τοὺς ψευδώνυμους Θεοὺς τῶν Ἐλλήνων ὄχι, γιὰ νὰ χωρίση τὸν ἑαυτό του ἀπὸ τὸν Πατέρα του. Μακρυὰ ἀπὸ τέτοια σκέψη. Γιατὶ καὶ ὁ ἴδιος ὁ Γιὸς ἐπειδὴ εἶναι ἀληθινός, δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι ψεύτικος Θεὸς ἀλλὰ ἀληθινός. Ἔτσι ὁ ἴδιος ὁ Εὐαγγελιστὴς γράφει στήν καθολικὴ ἐπιστολὴ ὅτι ὁ Ἰησοῦς Χριστός, εἶναι ἀληθινὸς Θεὸς καὶ ζωὴ αἰώνιος. Ἄν οἱ αἱρετικοὶ φέρνουν ἔνσταση ὅτι ὁ Γιὸς εἶναι ψεύτικος Θεός, ἐπειδὴ μόνος ἀληθινὸς Θεὸς λέγεται ὁ Πατέρας, ἄς μάθουν ὅτι ὁ ἴδιος Εὐαγγελιστὴς μιλᾶ ἔτσι γιὰ τὸ Γιὸ ὅτι «ἦταν τὸ φῶς τὸ ἀληθινό». Ἄρα γι’ αὐτοὺς ὁ Πατέρας εἶναι ψεύτικο φῶς; Μακριά ἀπ’ αὐτὴ τὴ σκέψη. Ὥστε καὶ ὅταν ἀποκαλῆ τὸν Πατέρα ἀληθινό Θεό, τὸ λέει γιὰ νὰ τὸν ἀντιδιαστείλη ἀπὸ τοὺς ψεύτικους Θεοὺς τῶν Ἑλλήνων. Ἔτσι ἑπομένως λέει καὶ τοῦτο «δὲν ζητᾶτε τὴ δόξα ἀπὸ τὸ μόνο Θεό». Ἑπομένως αὐτὰ ποὺ σκέπτονται οἱ αἱρετικοὶ ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι ὁ μοναδικὸς Θεὸς ἐνῶ ὁ Γιὸς δὲν εἶναι καθόλου Θεός, αὐτὰ εἶναι ἀληθινὰ ἀνοησίες.


«Ἐγὼ σὲ δόξασα πάνω στὴ γῆ· ἔφερα σὲ τέλος τὸ ἔργο ποὺ μοῦ ἀνάθεσες. Τώρα δόξασέ με, Πατέρα, παίρνοντάς με δίπλα σου μὲ τὴ δόξα ποὺ εἶχα κοντά σου, πρὶν δημιουργηθῆ ὁ κόσμος. Ἔκανα φανερὸ τ’ ὄνομά σου στοὺς ἀνθρώπους». Κατάλαβε ἀπὸ ἐδῶ πῶς ὁ Πατέρας δοξάζει τὸ Γιό του. Ἔτσι ὅπως δοξάζει κι ὁ Γιὸς τὸν Πατέρα. «Ἐγώ, λέει, σὲ δόξασα πάνω στή γῆ». Ταιριαστὰ πρόσθεσε «ἐπάνω στὴ γῆ». Γιατὶ στὸν οὐρανὸ εἶχε τὴ δόξα του, ἐπειδὴ τὸν προσκυνοῦσαν οἱ ἄγγελοι· ἡ γῆ ὅμως τὸν ἁγνοοῦσε. Ἀφοῦ λοιπὸν ὁ Γιὸς τὸν ἐκήρυξε σ’ ὅλους «σ’ ἐδόξασα, λέει, πάνω στὴ γῆ», μὲ τὸ νὰ διαδώσω τὴ γνώση τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ ὁλοκληρώσω «τὸ ἔργο ποὺ μοῦ ἀνέθεσες». Τὸ ἔργο τῆς σάρκωσης τοῦ Μονογενοῦς εἶναι τοῦτο, ὁ ἁγιασμὸς τοῦ ἀνθρώπου, ἡ κατανίκηση τοῦ κοσμοκράτορα ποὺ πρῶτα θεοποιοῦνταν καὶ ἡ ἐμφύτευση τῆς θεογνωσίας στὴν κτίση. Καὶ πῶς ὁλοκλήρωσε αὐτὸ τὸ ἔργο χωρὶς κιόλας νὰ τὸ ἔχη ἀρχίσει. «Ὅ,τι ἀφοροῦσε ἐμένα, λέει, τὸ ἔφερα σὲ τέλος». Μπορεῖ κι ἐπειδὴ ἔκαμε τὸ μεγαλύτερο ἀπ’ ὅλα, ἔβαλε δηλαδὴ πρὸς χάρη μας τὴ ρίζα τῶν ἀγαθῶν μὲ τὸ νὰ νικήση τὸ διάβολο καὶ νὰ ρίξη τὸν ἑαυτό του στὰ χέρια τοῦ θανάτου, τοῦ παμφάγου θηρίου. Ἀπὸ τὴ ρίζα ἀνάγκη ἦταν νὰ ξεπεταχτοῦν καὶ οἱ καρποὶ τῆς θεογνωσίας. Γι’ αὐτὸ λέει, «ἐτελείωσα τὸ ἔργο». Ἔσπειρα, ἔβαλα τὴ ρίζα, οἱ καρποὶ θ’ ἀκολουθήσουν. «Δόξασέ με λοιπὸν καὶ σύ, Πατέρα, μὲ τὴ δόξα ποὺ εἶχαν κοντά σου, πρὶν γίνη ὁ κόσμος». Δὲν εἶχε ἀκόμα δοξασθεῖ ἡ σάρκα, οὔτε εἶχε ἀπολαύσει τὴν ἀφθαρσία, οὔτε εἶχε δοκιμάσει τὸ θρόνο τὸ βασιλικό. Γι’ αὐτὸ λοιπὸν λέγει «Δοξασέ με». Θέλει νὰ πῆ «τὴν ἀνθρώπινη φύση μου», αὐτὴν ποὺ τώρα ἀτιμάζεται, ποὺ εἶναι νὰ σταυρωθῆ, φέρε την στὸ βαθμὸ τῆς δόξας «ποὺ εἶχα κοντά σου», ἐγὼ ὁ Λόγος καὶ Γιός σου, πρὶν ἀκόμα ὑπάρξη ὁ κόσμος. Γιατὶ κάθισε μαζί του τὴν ἀνθρώπινη φύση του στὸ βασιλικὸ θρόνο καὶ ὅλη ἡ φύση τώρα τὸν προσκυνᾶ. «Ἐγνώρισα τὄνομά σου στοὺς ἀνθρώπους». Τώρα ἐξηγεῖ τί σημαίνει ἡ φράση. «Ἐγὼ σ’ ἐδόξασα πάνω στὴ γῆ», ἐφανέρωσα τὸ ὄνομα σου. Πῶς λοιπὸν τὸ φανέρωσε ὁ Γιός; Ἀφοῦ καὶ ὁ Ἡσαΐας λέει «θὰ ὀμώσετε τὸ Θεὸ τὸν ἀληθινό». Τὸ εἴπαμε πολλὲς φορές· κι ἄν ἀκόμα ἦταν φανερό, αὐτὸ ἦταν γιὰ τοὺς Ἰουδαίους μόνο καὶ μήτε καί σ’ αὐτοὺς ὅλους. Τώρα ὅμως ὁμιλεῖ γιὰ τὰ ἔθνη, ὅτι θὰ γίνη σ’ αὐτὰ γνωστά τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ, ἀφοῦ ὁ Χριστὸς εἶχε ἤδη δώσει τοὺς σπόρους τῆς θεογνωσίας, μὲ τὸ νὰ καταλύση τὸν ὁδηγὸ στὴν εἰδωλολατρεία διάβολο. Ἐξ ἄλλου κι ἄν γνώριζαν τὸ Θεό, δὲν τὸν γνώριζαν σὰν Πατέρα, παρὰ σὰν δημιουργὸ μόνο. Σὰν πατέρα τὸν φάνερωσε ὁ Γιὸς καὶ τὸν ἔκαμε γνωστὸ καὶ μὲ λόγους καὶ μ’ ἔργα. Γιατί, αὐτὸς ποὺ ἀπέδειξε τὸν ἑαυτό του Γιὸ τοῦ Θεοῦ, εἶναι φανερὸ ὅτι συνάμα ἀποδείκνυε κι ἐκεῖνον Πατέρα.


Αὐτοὶ ποὺ μοῦ ἔδωσες ἀπὸ τὸ κόσμο, ἦσαν δικοί σου. Ἔπειτα τοὺς ἔδωσες σὲ μένα καὶ φύλαξαν τὶς ἐντολὲς σου. Τώρα κατάλαβαν ὅτι ὅλα ὅσα μοῦ ἔδωκες προέρχονται ἀπὸ σένα, ὅτι τοὺς ἔδωσα τοὺς λόγους, ποὺ ἐσὺ μοῦ εἶχες δώσει κι αὐτοὶ τοὺς δέχτηκαν καὶ κατανόησαν ἀληθινά, ὅτι ἀπὸ σένα εἶχαν βγῆ καὶ πίστεψαν ὅτι μὲ εἶχες ἀποστείλει σύ. Αὐτὰ τὰ δύο θέλει νὰ ἀποδείξη· ἕνα ὅτι δὲν εἶναι ἀντίθετος μὲ τὸν Πατέρα· ἄλλο, ὅτι θέλημα του εἶναι νὰ πιστέψουν αὐτοὶ στὸ Γιό. Γι’ αὐτὸ λέει «αὐτοὶ ποὺ ἔδωκες, ἦσαν δικοί σου». Καὶ τὰ δυὸ αὐτὰ τὰ δηλώνει τὸ «μοῦ ἔχεις δώσει». Δὲν τοὺς ἅρπαξα δηλαδὴ ἀλλὰ σὺ εὐδόκησες νἄρθουν κοντά μου. Ὥστε δὲν ἔχεις ἀντίθεση πρὸς ἐμένα, Πατέρα, ἀλλὰ ἴδιο φρόνημα καὶ ἀγάπη. Καὶ τὶς ἐντολὲς σου τὶς ἐφύλαξαν· μὲ τὸ νὰ πιστέψουν σὲ μένα καὶ νὰ μὴν πλησιάζουν τοὺς Ἰουδαίους. Γιατὶ αὐτὸς ποὺ πιστεύει στὸ Χριστό, τηρεῖ τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ, δηλαδὴ τὴ Γραφὴ καὶ τὸ (Μωασϊκὸ) νόμο. Γιατὶ ἡ Γραφὴ κυρύσσει τὸ Χριστό. Κι ἀλοιῶς ὄμως ἐξηγεῖται τὸ πρᾶγμα. Ὅλα ὅσα ἔλεγε ὁ Κύριος στοὺς μαθητὰς του ἦσαν τοῦ Πατέρα. «Ἐγὼ δὲν μιλῶ ἀπὸ τὸν ἑαυτὸ μου». Ἀνάμεσα στὰ ἄλλα τοὺς εἶπε καὶ τοῦτο· «μείνετε μὲ μένα» καὶ ὅτι τὸ ἐφύλαξαν. Καὶ «τώρα κατάλαβαν ὅτι ὅλα ὅσα μοῦ ἔδωσες προέρχονται ἀπὸ σένα. Μερικοὶ διαβάζουν χωρὶς τὸ ν «τώρα κατάλαβα ἐγώ». Ἀλλὰ ἔτσι δὲ δίνει νόημα. Πρέπει νὰ τὸ διαβάζωμε μὲ ν. Δὲν ἔχω δικό μου, οὔτε εἶμαι διαφορετικὸς ἀπὸ σένα ἀλλὰ ὅλα ὅσα μοῦ ἔδωκες, δὲν τὰ ἀπόκτησα ὕστερα, προέρχονται ἀπὸ σένα, δηλαδὴ, μ’ ἐνδιαφέρουν φυσικὰ καὶ μοῦ ἁρμόζουν σὰν Γιὸς ποὺ εἶμαι καὶ κύριος τῶν Πατρικῶν κτημάτων. Πῶς τὸ κατάλαβαν αὐτὸ οἱ μαθηταί; Ἐπειδὴ τοὺς λόγους ποὺ μοῦ ἔδωσες τοὺς ἔδωσα. Δηλαδὴ τὸ κατάλαβαν ἀπὸ τοὺς λόγους τῆς διδασκαλία μου. Πάντα δηλαδὴ τοὺς ἔλεγα, ὅτι ὅλα ὅσα ἔχω εἶναι τοῦ Πατέρα μου. Κι ὄχι αὐτὸ μόνο, ἄλλὰ ὅτι ἀπὸ σένα ξεκίνησαν καὶ σὺ μὲ ἔχεις στείλει. Γιατὶ μὲ ὁλόκληρο τὸ Εὐαγγέλιο, αὐτὸ ἤθελε ν’ ἀποδείξη, ὅτι δὲν εἶναι ἀντίθετος στὸ Θεὸ καὶ τὸ θέλημά του ἐκπληρώνει.


«Ἐγὼ παρακαλῶ γι’ αὐτοὺς, δὲν παρακαλῶ γιὰ τὸν κόσμο, ἀλλὰ γι’ αὐτοὺς ποὺ μοῦ ἔδωσες, ἐπειδὴ εἶναι δικοί σου». Ἐπειδὴ θέλει νὰ δείξη ὅτι γιὰ τίποτα ἄλλο δὲν τὰ λέει αὐτὰ ἀλλὰ γι’ αὐτοὺς, γιὰ νὰ μάθουν δηλαδὴ ὅτι τοὺς ἀγαπᾶ καὶ φροντίζει γι’ αὐτοὺς, λέει ἐγῶ γι’ αὐτοὺς παρακαλῶ καὶ ζητῶ, «ὄχι γιὰ τὸν κόσμο». Ἔτσι ἀποδεικνύω πάντως ὅτι τοὺς ἀγαπῶ. Ὄχι μόνο τοὺς δίνω τὰ δικὰ μου ἀλλὰ παρακαλῶ καὶ σένα νὰ τοὺς φυλάγης. Δὲν ζητῶ γιὰ τοὺς πολλοὺς, αὐτοὺς μὲ τὸ κοσμικὸ φρόνημα ἀλλὰ γι’ αὐτοὺς ποὺ μοῦ ἔδωσες· γιατὶ εἶναι δικοί σου. Ἀκούοντας ὅμως κανεὶς νὰ λέη ἀδιάκοπα «μοῦ ἔχεις δώσει», μπορεῖ νὰ νομίση ὅτι πρὶν ἀπὸ λίγο τοῦ ἔχει δοθῆ ἡ ἀρχὴ αὐτὴ καὶ ἡ ἐξουσία καὶ ὅτι ὅταν τὴν εἶχε ὁ Πατέρας δὲν τὴν εἶχε αὐτὸς, καὶ τώρα πάλι, ποὺ τὴν ἔχει αὐτὸς δὲν τὴν ἔχει καὶ ὁ Πατέρας, γι’ αὐτὸ τὸ λόγο λέει· «Καὶ τὰ δικά μου ὅλα δικά σου εἶναι καὶ τὰ δικὰ σου δικά μου». Γιατὶ δὲν ἐλαβα τώρα τὴν ἐξουσία ἀλλὰ ὅταν αὐτοὶ ἦσαν δικοί σου, ἦσαν καὶ δικοί μου. Γιατὶ ὅλα τὰ δικά σου εἶναι δικά μου. Καὶ ὅταν ἐγὼ τοὺς ἔχω αὐτοὺς τοὺς ἔχεις καὶ σὺ καὶ δὲν σοῦ ἔχουν ἀφερεθῆ. Γιατὶ ὅλα τὰ δικά μου εἶναι δικά σου «Καὶ ἀνάμεσά τους ἔχω δοξαστῆ». Ἐπειδὴ ἔχω δηλαδὴ τὴν ἐξουσία τους σὰν κύριός τους, δοξάζομαι ἀπ’ αὐτοὺς ὅπως καὶ ὁ γιὸς του βασιλέα, ἐπειδὴ ἔχει ἴσο μέρος στὶς τιμὲς καὶ στὴ βασιλεία μὲ τὸν πατέρα δοξάζεται μὲ τὸ νὰ ἔχη τόσα πολλὰ, ὅσα καὶ ὁ πατέρας. Ἄν λοιπὸν ὁ Γιὸς ἦταν μικρότερος ἀπὸ τὸν Πατέρα, πῶς θὰ τολμοῦσε νὰ πῆ ὅτι «ὅλα τὰ δικά σου εἶναι δικά μου». Γιατὶ ὁ κύριος ἔχει ὅλα τὰ πράγματα τοῦ δούλου· ὁ δοῦλος ὅμως δὲν ἔχει ὅλα τὰ πράγματα τοῦ κυρίου. Ἐδῶ λέγει καὶ τὸ ἀντίστροφο· καὶ τὰ πράγματα τοῦ Πατέρα ἀνήκουν στὸ Γιό, ὅπως καὶ τοῦ Γιοῦ ἀνήκουν στὸν Πατέρα. Δοξάζεται λοιπὸν ὁ Γιὸς ἀπὸ τὰ πλούτη τοῦ Πατέρα· τόση ἐξουσία ἔχει πάνω σέ ὅλα ὅση καὶ ὁ Πατέρας.


«Καὶ δὲ θὰ εἶμαι ἀκόμα μέσα στὸν κόσμο· αὐτοὶ θὰ παραμείνουν μέσα στὸν κόσμο, ἐνῶ ἐγῶ ἔρχομαι σὲ σένα. Πατέρα μου ἅγιε, φύλαξε μὲ τὴ δύναμη τοῦ ὀνόματός σου αὐτοὺς ποὺ τοῦ ἔδωσες γιὰ νὰ εἶναι ἑνωμένοι, ὅπως ἐμεῖς. Ὅταν ἤμουν μαζί τους στὸν κόσμο, τοὺς φύλαγα ἐγὼ μὲ τοῦ ὀνόματός σου τὴ δύναμη». Γιὰ ποιὸ λόγο τὸ λέει αὐτό ἀδιάκοπα ὅτι «δὲν εἶμαι μέσα στὸν κόσμο» καὶ «ὅταν ἤμουν μαζί τους στὸν κόσμο». Φαίνονται παράδοξα, ὅταν αὐτὰ τὰ δεχτῆ κανένας ἀνεξέταστα. Σὲ ἄλλο σημεῖο τοὺς εἶχε ὑποσχεθῆ ὅτι «θὰ εἶμαι μαζί σου» καὶ ὅτι «Θὰ μὲ δῆτε», ἐνῶ τώρα φαίνεται ὅτι λέει ἄλλα. Ἡ ἀλήθεια εἶναι ὅτι μιλᾶ σύμφωνα μὲ τὸ πνεῦμα τους. Φυσικὸ εἶναι νὰ ἀδημονοῦν, ἀφοῦ ἐγκαταλείπονται χωρὶς βοηθό. Δείχνει σ’ αὐτοὺς ὅτι τοὺς ἐμπιστεύεται στὰ χέρια τοῦ Πατέρα καὶ ὁρίζει αὐτὸν φύλακά τους καὶ στὸν Πατέρα του λέει ὅτι· Ἐπειδὴ μὲ καλεῖς κοντά σου. Φύλαξέ τους αὐτοὺς σὺ ὁ ἴδιος μὲ τὴ δύναμη τοῦ ὀνόματός σου. Δηλαδὴ μὲ τὴ βοήθεια καὶ τὴ δύναμή σου, ποὺ τὴν ἔδωσες καὶ σὲ μένα. Καὶ γιὰ ποιὸ λόγο ἡ φύλαξη; Γιὰ νὰ εἶναι ἑνωμένοι. Ἄν ἔχουν ἀγάπη μεταξύ τους καὶ δὲν ἔρθουν σὲ διάσταση θὰ εἶναι ἀήτητοι καὶ τίποτα δὲ θὰ τοὺς νικήση. Καὶ δὲν λέει ἁπλᾶ «γιὰ νὰ εἶναι ἑνωμένοι» ἀλλὰ ὅπως ἐγὼ κι ἐσὺ, μὲ μιὰ γνώμη καὶ μιὰ θέληση. Αὐτὸ εἶναι τὸ φυλαχτό τους, ἡ ὁμόνοια. Γιὰ νὰ τοὺς γαληνέψη λοιπὸν καλεῖ τὸν Πατέρα νὰ τοὺς φυλάξη. Ἄν τοὺς ἔλεγε «θὰ σᾶς φύλαξω ἐγώ», δὲ θὰ τὸν πίστευαν τόσο. Τώρα ὅμως ποὺ ζητᾶ ἀπὸ τὸν πατέρα, τοὺς γεννᾶ ἐλπίδες ἀγαθές. Τὴ φράση πάλι «ἐγὼ τοὺς φύλαγα μὲ τὴ δύναμη τοῦ ὀνόματός σου» τὴ λέει ὄχι ἐπειδὴ ὁ ἴδιος δὲν μποροῦσε νὰ τοὺς φυλάξη ἀλλοιῶς παρὰ μόνο στὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ ὅπως εἴπαμε πολλὲς φορὲς, ἐπειδὴ ἦσαν ἀδύνατοι αὐτοὶ ποὺ ἄκουαν καὶ δὲν μποροῦσαν ἀκόμα νὰ φαντασθοῦν τίποτα μεγάλο γι’ αὐτό· γι’ αὐτὸ λέει· τοὺς φύλαγα μὲ τὴ βοήθειά σου. Συνάμα τοὺς δίνει τὴν καλὴν ἐλπίδα ὅτι ὅπως ὅσο ἥμουν ἐγὼ μαζί σας ἦστε ἐξασφαλισμένοι στ’ ὄνομα τοῦ Πατέρα μου καὶ μὲ τὴ δική του βοήθεια, ἔτσι νὰ πιστεύετε πάλι ὅτι θὰ σᾶς φυλάξη ὁ ἴδιος· γιατὶ εἶναι ἡ συνήθειά του νὰ σᾶς φυλάη.


«Αὑτοὺς ποὺ μοῦ ἔδωκες τοὺς φυλάξα καὶ κανένας δὲ χάθηκε ἀπ’ αὐτοὺς παρὰ μόνο ὁ γιὸς τῆς ἀπωλείας, γιὰ νὰ ἐπαληθεύση ἡ Γραφή. Τώρα ἔρχομαι σὲ σένα καὶ τὰ λέω αὐτά, ἐνῶ εἶμαι ἀκόμα μέσα στὸν κόσμο, γιὰ νά δοκιμάσουν τέλεια μέσα τους τὴ δική μου χαρά». Πολλὴ ταπείνωση μαρτυροῦν τὰ λόγια, ἄν τὰ δεχθῆ κάποιος ὅπως πρέπει. Πρόσεξε τὸ νόημα ποὺ βγαίνει· «Αὐτοὺς ποὺ μοῦ ἔδωκες τοὺς φύλαξα». Φαίνεται ὅτι παραγγέλλει στὸν πατέρα νὰ τοὺς φυλάη κι ἐκεῖνος, ὅπως θὰ ἔλεγε κάποιος ποὺ παραδίνει χρήματα νὰ τοῦ φυλάξουν· προσέξετε ἐγὼ δὲν ἔχασα τίποτα, νὰ μὴ χάσετε οὕτε σεῖς. Ὅλα ὅμως αὐτὰ τὰ λέει γιὰ νὰ ἡσυχάσουν οἱ μαθηταί. Αὐτὰ τὰ λέω ὅσο εἶμαι ἀκόμα μέσα στὸν κόσμο, γιὰ τὴ γαλήνη τῶν μαθητῶν καὶ τὴν ἡσυχία καὶ τὴ χαρά, γιὰ νὰ ἀναπνεύσουν καὶ νὰ ἀπαλλαγοῦν ἀπ’ τὴν φροντίδα, ἀφοῦ τοὺς ἀναλαμβάνεις ἀκέραιους καὶ πρόκειται νὰ τοὺς φυλάξης, ὅπως τοὺς φύλαξα κι ἐγὼ καὶ δὲν ἔχασα κανέναν. Πῶς, Κύριε, δὲν ἔχασες κανένα; Χάθηκε ὁ Ἰούδας καὶ πολλοὶ ἄλλοι γύρισαν πίσω στὴν δουλειά τους. Ἀπ’ ἀφορμὴ δικὴ μου κανένα δὲν ὡδήγησα στὸ χαμό. Ἀπὸ ὅ,τι ἔπρεπε νὰ κάνω ἐγώ, δὲν παράλειψα τίποτα ἀλλὰ τοὺς φύλαξα δηλαδὴ προθυμοποιήθηκα νὰ τοὺς φυλάξω μὲ κάθε τρόπο· ἄν ὅμως μόνοι τους ἀποσκιρτοῦν, γι’ αὐτὸ δὲν ἔχω εὐθύνη. Στὴ φράση «γιὰ νὰ ἐπαληθεύση ἡ Γραφή», ἐννοεῖ τὴ Γραφὴ ποὺ προφητεύει γιὰ τὸ γιό τῆς ἀπωλείας. Γιατὶ δὰ καὶ σὲ διαφόρους ψαλμοὺς ἔγινε λόγος γι’ αὐτὸν καὶ σ’ ἅλλα βιβλία τῶν προφητῶν. Ὅσο γιὰ τὸ «γιὰ νά» πολλὲς φορὲς εἴπαμε, ὅτι ἡ Γραφὴ συνηθίζει νὰ ἐκφράζει τὸ ἀποτέλεσμα (ὥστε) μὲ τελικά αἴτιο (γιά νά).


Ἐγὼ ἔδωσα τὸ λόγο σου σ’ αὐτούς· κι ὁ κόσμος τοὺς μίσησε, γιατὶ δὲν προέρχονται ἀπὸ τὸν κόσμο, ὅπως κι ἐγὼ δὲν προέχομαι ἀπ’ αὐτόν. Δὲ σὲ παρακαλῶ νὰ τοὺς πάρης ἀπὸ τὸν κόσμο, ἀλλὰ νὰ τοὺς φυλάξης ἀπὸ τὸ πονηρό. Δὲν εἶναι ἀπὸ τὸν κόσμο, ὅπως δὲν εἶμαι κι ἐγὼ. Καλῶντας τὸν Πατέρα νὰ βοηθήση τοὺς ἀποστόλους, ἀναφέρει καὶ γιὰ ποιὰ αἰτία εἶν’ ἄξιοι νὰ βροῦν πολλὴ φροντίδα. Γιὰ τὸ λόγο σου, λέει, ποὺ τοὺς ἔδωσα μισήθηκαν. Ὥστε θὰ ἦσαν ἄξιοι νὰ τοὺς βοηθήσης ἐσύ, αὐτοὺς ποὺ τοὺς μίσησαν ὅσοι ἔχουν φρόνημα κοσμικό. Οἱ πολλοὶ τούς μισοῦν λέει καὶ γιατὶ δὲν εἶναι ἀπὸ τὸν κόσμο, δηλαδὴ δὲν ἔχουν φρόνημα φιλικὸ πρὸς τὸν κόσμο, ποὺ τοὺς κάνει νὰ ξοδεύουν σ’ αὐτὸν ὅλη τὴ ζήση τους. Πῶς λοιπὸν σ’ ἄλλο σημεῖο λέει «καὶ αὐτοὶ ποὺ μοῦ ἔδωσες ἀπὸ τὸν κόσμο, ἦσαν δικοί σου». Ἐκεῖ ὡς πρὸς τὴ φύση λέει ὅτι ἀφοῦ εἶναι ἄνθρωποι, εἶναι καὶ μέρη του κόσμου· ἐδῶ φανερώνει τὴ γνώμη καὶ θέλησή τους λέγοντας ὅτι «δὲν εἶναι ἀπὸ τὸν κόσμο». Δὲν ἦσαν τόσον ἅγιοι οἱ ἀπόστολοι καὶ ἀμέτοχοι ἀπὸ τὰ πάθη τοῦ κόσμου, καθὼς ὁ Κύριος. Γιατὶ ἐκεῖνος «δὲν ἔκαμε ἁμαρτία οὔτε βρέθηκε δόλος στὸ στόμα του», ἐνῶ αὐτοὶ δὲν πέρασαν τὴν ἀδυναμία τοῦ ἀνθρώπου. Ἀκούοντας, λοιπὸν «καθὼς ἐγὼ δὲν εἶμαι ἀπὸ τὸν κόσμο» μὴ σκεφτῆς ἀπαράλλαχτη ὁμοιότητα τῶν ἀποστόλων μὲ τὸν Κύριο· νὰ ἔρχεται στὸ νοῦ σου τὸ ἀπαράλλαχτο μόνο, ὅταν λέγεται τὸ «καθὼς» σχετικὰ μὲ τὸν Πατέρα καὶ τὸ Γιό. Εἶπε καὶ τοῦτο· «δὲ σὲ παρακαλῶ νὰ τοὺς πάρης ἀπὸ τὸν κόσμο». Ἤθελε νὰ δώση μιὰ ἔνδειξη τῆς ἀγάπης του πρὸς αὐτοὺς κι ὅτι ἐνδιαφέρεται πολὺ γι’ αὐτούς, κάνοντας μὲ τόση ἀκρίβεια παράκληση γι’ αὐτούς. Δὲν διδάσκει λοιπὸν τὸν Πατέρα γιὰ ποιὸ λόγο παρακαλεῖ -θὰ ἦταν ἄτοπο- ἀλλὰ ὅπως εἶπα ἐπειδὴ θέλει νὰ δείχνη ὅτι ὑπεραγαπᾶ τοὺς μαθητὰς καὶ φροντίζει γι’ αὐτούς, τὰ λέει αὐτὰ στὸν Πατέρα. Δὲν σὲ παρακαλῶ νὰ τοὺς πάρης ἀπὸ τὸν κόσμο, ἀλλὰ ἐνῶ θὰ εἶναι μέσα στὸν κόσμο «νὰ τοὺς φυλάξης ἀπὸ τὸν πονηρό» καὶ ἐπαναλαμβάνει ὅτι «ἀπὸ τὸν κόσμο δὲν εἶναι». Ἔχουν ἀνάγκη λέει ἀπὸ πολλὴ φροντίδα. Τίποτα κοινὸ μὲ τὴ γῆ δὲν ἔχουν· ἔχουν γίνει πολῖτες τοῦ οὐρανοῦ. Κι ἀφοῦ ὅλος ὁ κόσμος θὰ τοὺς συμπεριφερθῆ σὰ νὰ εἶναι ξένοι, βοήθησέ τους σύ, ὁ οὐράνιος σὰς πολῖτες τοῦ οὐρανοῦ. Αὐτὰ τὰ λέει μὲ κάποιο μάκρος, ἐνῶ τὸν ἀκοῦνε οἱ μαθηταί, γιὰ νὰ μισήσουν τὸν κόσμο καὶ νὰ μὴν ντροπιάσουν τὰ τόσα ἐγκώμια ποὺ λέγονται γι’ αὐτούς. Τὴ φράση «φύλαξέ τους ἀπὸ τὸν πονηρό» δὲν τὴν λέει μόνο γιὰ τὴν ἀπαλλαγὴ τους ἀπὸ τοὺς κινδύνους ἀλλὰ καὶ γιὰ τὴν παραμονὴ καὶ σταθερότητά τους στὴν πίστη. Γι’ αὐτὸ καὶ προσθέτει:


«Κάνανε τους ἁγίους μέσα στὴν ἀλήθεια σου. Ὁ λόγος σου εἶναι ἡ ἀλήθεια. Ὅπως ἔστειλες ἐμένα στὸν κόσμο, τοὺς στέλνω κι ἐγὼ στὸν κόσμο αὐτούς. Γιὰ χάρη τους ἐγὼ κράτησα τὸν ἑαυτὸ μου μέσα στὴν ἁγιότητα, γιὰ νὰ συμμετάσχουν κι αὐτοὶ στὴν ἁγιότητα μὲ τὸ νόημα ποὺ δίνει ἡ ἀλήθεια σου» Κάνε τους ἁγίους, λέει μὲ τὴν χορήγηση τοῦ Πνεύματός σου καὶ φύλαξέ τους μέσα στὴν ὀρθότητα τοῦ λόγου καὶ τῶν δογμάτων, ἄσκησέ τους καὶ δίδαξέ τους τὴν ἀλήθεια· αὐτὸ εἶναι ἁγιοσύνη, ἡ τήρηση τῶν δογμάτων. Ὅτι μιλᾶ γιὰ δόγματα εἶναι φανερό, γιατὶ ἐξηγεῖ ὅτι «ὁ λόγος σου εἶναι ἡ ἀλήθεια», κανένα ψεῦδος δὲν κρύβει. Ὥστε ἄν κι’ αὐτοὺς τοὺς κάμης νὰ τηρήσουν τὸ λόγου σου καὶ νὰ προφυλαχθοῦν ἀπὸ τὸν πονηρό, θὰ κρατηθοῦν ἅγιοι μέσα στὴν ἀλήθεια. Φανερώνει ὅμως καὶ κάτι ἀκόμη ἡ φράση «κράτησέ τους ἁγίους μέσα στὴν ἀλήθεια σου» δηλαδὴ ξεχώρισέ τους γιὰ τὸ λόγο καὶ τὸ κήρυγμα καὶ κάνε τους θυσία. Ἄς ὑπηρετήσουν αὐτὴν τὴν ἀλήθεια, ἄς τῆς ἀφιερώσουν τὴν ἴδια τὴν ζωή τους. Γιατὶ προσθέτει, «Ὅπως μ’ ἔστειλες ἐμένα στὸν κόσμο καὶ γιὰ χάρη τους ἐγὼ κρατῶ τὸν ἑαυτό μου μέσα στὴν ἁγιότητα, δηλαδὴ τὸν προσφέρω θυσία. Ἔτσι κι αὐτοὺς κράτησέ τους στὴν ἁγιότητα, δηλαδὴ δῶσε τους θυσία γιὰ χάρη τοῦ κηρύγματος καὶ πρόσταξε νὰ γίνουν μάρτυρες τῆς ἀλήθειας, ὅπως ἀκριβῶς κι ἐμένα μ’ ἔστειλες σὰν μάρτυρα τῆς ἀλήθειας καὶ σφάγιο (ἅγια λέγονται ὅσα ἀφιερώνονται στὸ Θεό) «γιὰ νὰ συμμετάσχουν κι αὐτοὶ στὴν ἁγιότητα» ὅπως ἐγώ, καὶ νὰ εἶναι ἀφιερωμένοι σὲ σένα, ὄχι ὅπως τυπικὰ ἀφιερώνονται τὰ σφάγια ποὺ προβλέπει ὁ Μωσαϊκὸς νόμος ἀλλὰ σύμφωνα μὲ τὴν ἀλήθεια». Οἱ παλαιές δηλαδὴ θυσίες ἦσαν τυπικὲς καὶ ὅλα τὰ ἱερὰ ἦταν τυπικὰ ἀφιερωμένα στὸ Θεό, συμβολίζοντας κάτι ἄλλο, ὅπως τὰ ἀρνιά, τὰ περιστέρια, τὰ τρυγόνια καὶ τὰ ἄλλα. Οἱ ψυχὲς ὅμως οἱ ἀφιερωμένες στὸ Θεὸ εἶναι ἁγιασμένες καὶ ξεχωρισμένες καὶ ἀφιερωμένες στὸ Θεὸ πραγματικά. Ὅπως λέει ὁ Παῦλος προσφέρετε τὰ μέλη σας θυσία ζωντανή καὶ ἁγία «Κάνε λοιπὸν ἅγιες» καὶ ἀφιέρωσε τὶς ψυχὲς τῶν μαθητῶν καὶ κάνε τους ἀληθηνὰ ἀφιερώματα ἤ δύναμωσέ τους, ὥστε νὰ θυσιαστοῦν γιὰ τὴν ἀλήθεια.


«Καὶ δὲ σὲ παρακαλῶ μόνο γι’ αὐτοὺς ἀλλὰ καὶ γιὰ κείνους ποὺ πιστεύουν σ’ ἐμένα ἀπὸ τὸ δικό τους λόγο, γιὰ νὰ εἶναι ὅλοι ἕνα καθὼς εἴμαστε, Πατέρα, σὺ μ’ ἐμένα καὶ ἐγὼ μὲ σένα, γιὰ νὰ εἶναι κι αὐτοὶ ἕνα μὲ μᾶς, γιὰ πιστέψη ὁ κόσμος, ὅτι μ’ ἔστειλες σύ». Εἶπε «γιὰ χάρη τους ἐγὼ κρατῶ τὸν ἑαυτὸ μου στὴν ἁγιότητα». Γιὰ νὰ μὴ νομίση κανεὶς ὅτι πέθανε μόνο γιὰ τοὺς ἀποστόλους προσθέτει σ’ ἐμένα μὲ τὸ κήρυγμά τους. Ἐδῶ στήριξε πάλι τὶς ψυχὲς τῶν ἀποστόλων ἀφοῦ ἦταν νὰ ἔχουν πολλοὺς μαθητάς. Ἐπειδὴ τοὺς εἶπε «δὲ σὲ παρακαλῶ μόνο γι’ αὐτοὺς» γιὰ νὰ μὴ σκανδαλισθοῦν οἱ ἀπόστολοι ποὺ δὲν τοὺς ἔκανε καμμιὰ ἐξαιρετικὴ ἀπὸ τοὺς ἄλλους παραχώρηση τοὺς ἐγκαρδιώνει δήλωνοντάς τους ὅτι θὰ γίνουν αἰτία πολλοὶ νὰ πιστέψουν καὶ νὰ σωθοῦν. Κι ἀφοῦ ἱκανοποιητικὰ τοὺς ἐμπιστεύθηκη στὰ χέρια τοῦ Πατέρα, γιὰ νὰ τοὺς κάμη ἁγίους μὲ τὴν πίστη καὶ τέλεια, ἁγία θυσία πραγματικὰ μιλᾶ πάλι γιὰ τὴν ὁμόνοια καὶ ἀπὸ τὴν κεφαλαιώδη ἀλήθεια ποὺ ἄρχισε, ἐννοῶ τὴν ἀγάπη, σ’ αὐτὴν πάλι κάνει τὴν κατακλείδα τοῦ λόγου του καὶ λέει: «Γιὰ νὰ εἶναι ὅλοι ἕνα», γιὰ νὰ ἔχουν εἰρήνη καὶ ὁμόνοια καὶ μαζί μας, δηλαδή, νὰ μείνουν ἀδιάσπαστοι ὅσον ἀφορᾶ τὴν πίστη σ’ ἐμᾶς. Γιατὶ τίποτα δὲν σκανδαλίζει τοὺς μαθητάς, ὅσο ἡ διάσπαση, καὶ ἡ ἔλλειψη ὁμοφροσύνης τῶν δασκάλων· γιατὶ πῶς θὰ θελήσουν μερικοὶ νὰ πιστέψουν αὐτοὺς ποὺ δὲν συμφωνοῦν μεταξύ τους; Γι’ αὐτὸ λέει· «γιὰ νὰ εἶναι καὶ αὐτοὶ ἕνα» στὴν πίστη τους σ’ ἐμᾶς κι ὅπως ἐσὺ Πατέρας σ’ ἐμένα καὶ γὼ σὲ σένα». Πάλι τὸ καθὼς δὲν σημαίνει τὴν ἀκριβῆ ἐξίσωση. Γιατὶ δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ ἔχωμε ἔτσι ἑνωθῆ μεταξὺ μας, ὅπως ὁ Πατέρας σας μὲ τὸ Γιό. Ὅπως ἀκριβῶς καὶ ὅταν λέει «Νὰ εἶστε σπλαχνικοὶ ὅπως ὁ Πατέρας σας». «Γιὰ νὰ πιστέψη ὁ κόσμος, ὅτι σὺ μ’ ἔστειλες. Γιατὶ ἀπὸ τὴν ὁμόνοια τῶν μαθητῶν θὰ φανῆ ὅτι ἐγὼ ὁ δάσκαλός τους ἦρθα ἀπὸ τὸ Θεό. Ἐὰν φιλονικοῦν, δὲν θὰ ποῦν ὅτι εἶναι μαθηταὶ τοῦ πράου. Βλέπεις πῶς ὡς τὸ τέλος ἐπιμένει σ’ αὐτό, στὴν ὁμόνοια μὲ τὸν Πατέρα;


Καὶ ἐγὼ τὴ δόξα ποὺ μοῦ ἔδωσες τοὺς ἔχω δώσει, γιὰ νὰ εἶναι ἕνα, ὅπως κι ἐμεῖς εἴμαστε ἕνα. Ἐγὼ μ’ αὐτοὺς καὶ σὺ μ’ ἐμένα, γιὰ νὰ εἶναι τέλεια συνδεδεμένοι σὲ ἕνα καὶ γιὰ νὰ γνωρίζη ὁ κόσμος, ὅτι σὺ μ’ ἔστειλες». Ποιὰ δόξα λέει ὅτι ἔδωσε; Αὐτὴν ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὰ θαύματα, τὰ δόγματα, τὶς διδασκαλίες· κι ἄλλη μιὰ δόξα, ποὺ δίνει ἡ ὁμόνοια, γιὰ νὰ εἶναι ἕνα. Αὐτὴ ἡ δόξα εἶναι μεγαλύτερη ἀπὸ αὐτὴν ποὺ προέχεται ἀπὸ τὸ θαύματα. Ὅπως θαυμάζομε καὶ τὸ Θεό, γιατὶ στὴ θεία φύση, δὲν ὑπάρχει ἀντίθεση οὔτε φιλονεικία κι αὐτὴ εἶναι ἡ μέγιστη δόξα· ἔτσι κι αὐτοὶ ἀπὸ αὐτὴν τὴν κατάσταση, τὴν ὁμόνοια θέλω νὰ πῶ, ἄς γίνουν λαμπροί. «Ἐγὼ μ’ αὐτοὺς καὶ σὺ μ’ ἐμένα». Ἐδῶ δείχνει ὅτι οἱ ἀπόστολοι ἐχώρεσαν μέσα τους καὶ τὸν Πατέρα. «Ἐγὼ μέσα τους, λέει, εἶμαι καὶ σένα πάλι σὲ ἔχω μέσα μου· ὥστε καὶ σὺ εἶσαι μέσα σ’ αὐτούς. Σὲ ἄλλο σημεῖο λέει ὅτι αὐτὸς καὶ ὁ Πατέρας θὰ ρθοῦν νὰ κάμουν κατοικία, κλείνοντας ἔτσι τὸ ἴδιο τὸ στόμα τοῦ Σαβελλίου καὶ ὑποδηλώντας τὶς δυὸ ὑποστάσεις. Στὸ σημεῖο ὅμως ποὺ μᾶς ἀπασχολεῖ καταστέλλοντας τὴ μανία τοῦ Ἀρείου λέει ὅτι ὁ πατέρας μαζί του εἶναι μέσα στοὺς μαθητάς του, «γιὰ νὰ γνωρίζη ὁ κόσμος, ὅτι σὺ μ’ ἔστειλες. Ἀδιάκοπα τὸ λέει αὐτὸ δείχνοντας ὅτι ἡ εἰρήνη μπορεῖ νὰ τραβήξη περισσότερο ἀπὸ κάθε θαῦμα. Ὅπως ἡ φιλονεικία εἶναι στοιχεῖο διαλυτικὸ ἔτσι καὶ ἡ συμφωνία συγκροτεῖ.


«Καὶ τοὺς ἀγάπησες ὅπως ἀγάπησες ἐμένα Πατέρα· αὐτοὶ ποὺ μοῦ ἔδωσες θέλω νὰ εἶναι μαζί μου, ὅπου εἶμαι κι’ ἐγώ, γιὰ νὰ βλέπουν τὴ δόξα μου, ποὺ μοῦ ἔδωσες ἐπειδὴ μ’ ἀγάπησες πρὶν γίνη ἡ καταβολὴ τοῦ κόσμου». Πάλι ἐδῶ τὸ «καθώς» ἐννόησέ το, «ὅσο μπορεῖ νὰ ἀγαπηθῆ ἄνθρωπος». Ἀφοῦ εἶπε ὅτι θὰ εἶναι σὲ ἀσφάλεια θὰ γίνουν ἅγιοι, ὅτι πολλοὶ θὰ πιστέψουν ἐξ αἰτίας τους, ὅτι πολλὴ δόξα θ’ ἀπολαύσουν μιλάει τέλος καὶ γιὰ τὰ βραβεῖα καὶ τὰ στεφάνια ποὺ τοὺς περιμένουν μετὰ τὴν ἀποδημία ἀπὸ δῶ καὶ «θέλω, λέει, ὅπου εἶμαι ἐγὼ νὰ εἶναι κι ἐκεῖνοι». Καὶ γιὰ νὰ μὴ νομίζης ἀκούοντάς το, ὅτι μέλλει νὰ ἐπιτύχουν τὴν ἴδια ἀξία προσθέτει «γιὰ νὰ βλέπουν τὴ δόξα μου». Δὲν εἶπε ν’ ἀπολαύσουν τὴ δόξα μου, ἀλλὰ νὰ τὴ βλέπουν. Γιατὶ ἡ πιὸ μεγάλη ἀνακούφιση τοῦ ἀνθρώπου εἶναι νὰ βλέπη τὸ Γιὸ τοῦ Θεοῦ. Αὐτὴ εἶναι ἡ δόξα ὅλων ποὺ εἶναι ἄξιοι. Αὐτὸ λέει καὶ ὁ Παῦλος· Ἐμεῖς μὲ ξεσκέπαστο πρόσωπο καθρεφτίζοντας τὴ δόξα τοῦ Κυρίου». Δείχνει ἐδῶ, ὅτι δὲν θὰ τὸν δοῦν τότε, ὅπως τὸν βλέπουν τώρα, μὲ ταπεινὴ μορφή ἀλλὰ μέσα στὴ δόξα ποὺ εἶχε πρὶν ἀπὸ τὴν καταβολὴ τοῦ κόσμου. «Εἶχα, λέει, αὐτὴ τὴ δόξα γιατὶ μὲ ἀγάπησες. Στὸ κέντρο βρίσκεται τὸ «μὲ ἀγάπησες». Ὅπως εἶπε καὶ πιὸ πάνω «Δόξασέ με μὲ τὴ δόξα ποὺ εἶχα πρὶν γίνη ὁ κόσμος ἔτσι καὶ τώρα καὶ πρὶν ἀπὸ τὴν καταβολὴ τοῦ κόσμου, λέει, ὅτι εἶχε δοθῆ σ’ αὐτὸν ἡ δόξα τῆς θεότητας. Γιατὶ ἀληθινὰ τοῦ εἶχε δώσει ὁ Πατέρας τὴ θεότητα μὲ φυσικὸ τρόπο, ὅπως ὁ Πατέρας στὸ Γιό. Ἀφοῦ τὸν ἐγέννησε, ἀναγκαστικὰ λέγεται αἴτιος καὶ χορηγὸς καὶ τῆς δοξας, αὐτὸς ποὺ εἶναι αἴτιος καὶ τῆς ὕπαρξης.


«Πατέρα δίκαιε. Ὁ κόσμος δὲ σὲ κατάλαβε· ἐγὼ ὅμως δὲ κατάλαβα· κι αὐτοὶ κατάλαβαν ὅτι σὺ μ’ ἔστειλες. Ἔκανα γνωστὸ σ’ αὐτοὺς τὀνομά σου καὶ θὰ κάμω καλύτερα, γιὰ νὰ μεταδοθῆ καὶ σ’ αὐτοὺς ἡ ἀγάπη ποὺ μοῦ ἔχεις καὶ νὰ κατοικήσω κι ἐγὼ μέσα του» Ἐπειδὴ γι’ αὐτοὺς ποὺ πιστεύουν ἔκαμε τέτοια προσευχὴ καὶ τόσα ἀγαθὰ τοὺς ἐγγυήθηκε, λέει στὸ τέλος λόγο εὐσπλαχνίας καὶ ἄξιο τῆς ἀγάπης του πρὸς τοὺς ἀνθρώπους. Πατέρα δίκαιε, ἐγὼ ἤθελα ὅλοι οἱ ἄνθρωποι, νὰ ἀποκτήσουν τέτοια ἀγαθά, ὅπως προσευχήθηκα γιὰ τοὺς πιστοὺς ἀλλὰ δὲ σὲ κατάλαβαν γι’ αὐτὸ θὰ χάσουν τὴ δόξα καὶ τὰ βραβεῖα· ἐγὼ ὅμως σὲ κατάλαβα· Ὑπονοεῖ ἐδῶ καὶ τοὺς Ἰουδαίους ποὺ ἔλεγαν ὅτι γνωρίζουν τὸ Θεὸ καὶ ἀποδεικνύει ὅτι αὐτοὶ δὲν εἶχαν τὴν ἐπίγνωση τοῦ Πατέρα· «κόσμο» ἀποκαλεῖ τοὺς Ἰουδαίους σὲ πολλὰ σημεῖα. Οἱ Ἰουδαῖοι ἰσχυρίζονται, ὅτι δὲν μ’ ἔστειλες ἐσύ, ἐγὼ ὅμως «σὲ τούτους» δηλαδὴ τοὺς μαθητὰς μου «κι ἔκανα γνωστὸ τὄνομά σου, καὶ θὰ τὸ κάνω καλύτερα». Πῶς θὰ τὸ κάνω; Στέλνοντάς τους τὸ Πνεῦμα, ποὺ θὰ τοὺς ὁδηγήση στὸ σύνολο τῆς ἀλήθειας. Κι ἄν μάθουν ποιός εἶσαι, τότε «θὰ εἶναι καὶ σ’ αὐτοὺς ἡ ἀγάπη ποὺ μοῦ εἶχες» καὶ ἐγὼ μαζί τους. Γιατὶ θὰ καταλάβουν ὅτι ἐγὼ δὲν εἶμαι χωρισμένος ἀπὸ σένα ἀλλὰ εἶμαι ἀπὸ ἐκείνους ποὺ ἀγαπᾶς ὑπερβολικὰ καὶ γνήσιος Γιὸς κι ἑνωμένος μαζί σου. Κι ὅταν τὸ καταλάβουν τοῦτο, θὰ φυλάξουν καὶ τὴν πίστη τους σὲ μένα καὶ τέλος θὰ μείνω κι ἐγὼ μαζί τους ἀφοῦ τέτοιοι εἶναι· καὶ ἐσένα δηλ. ἔχουν κατανοήσει καὶ ἐμένα μὲ τιμοῦν σὰν Θεὸ καὶ τὴν πίστη τους πρὸς ἐμένα τὴν διατηροῦν ἀπαρασάλευτη.


(MIGNE P.G. τ. 124, σ. 224-241)


(Μητροπολίτου Τρίκκης καὶ Σταγῶν Διονυσίου, “Πατερικὸν Κυριακοδρόμιον”, Τόμος Δεύτερος, Ἀθῆναι 1969)

Κυριακή των Αγίων πατέρων της Α’ Οικουμενικής Συνόδου

 Λόγος εις τους οσίους 318 θεοφόρους Πατέρες και εις τον Κωνσταντίνον τον ευσεβέστατον Βασιλέα


(πρεσβύτερος Γρηγόριος Καισαρείας)


Επειδή ο Απόστολος μας συμβουλεύει να υπακούωμε στους προεστώτας, φίλε του Θεού, ξεχνώντας κι εγώ την αδυναμία μου και παραβλέποντας το ακαλλές του λόγου μου, υπήκουσα στον τίμιο Πατέρα, ο οποίος μου ανέθεσε να συγγράψω με συντομία περί της Συνόδου των Αγίων τριακοσίων δέκα και οκτώ Πατέρων που έγινε στη Νίκαια, και να την παραδώσω στην υπ’ αυτόν αγιοτάτην Εκκλησία της Νικαίας, ώστε να έχη στην διάθεσή της γραπτή την διήγηση της πνευματικής αγωνίας εκείνων των οποίων είχε απολαύσει και την σωματική παρουσία. Και όσα μεν κατά την δύναμή μου θα αναφέρω εγώ, συγκρινόμενα με το μεγαλείο της εναρέτου πολιτείας των Πατέρων, ομοιάζουν θα έλεγα με σταγόνα στον ωκεανό. Της ιδικής τους δε τελειότητος έργο είναι το να μη δίδουν τόση σημασία στον τρόπο της εκφράσεως, αλλά να μας τιμήσουν με την συμπάθειά τους αναλόγως με την προθυμία της υπακοής.



Όταν εβασίλευσαν στην Ρώμη ασεβώς ο Μαξιμιανός, ο Λικίνιος και ο Μαξέντιος, πολλούς πιστούς Χριστιανούς, οι οποίοι ηρνήθησαν να θυσιάσουν στους δαίμονες, υπέβαλαν σε βασανιστήρια και θάνατον, ευρήκαν δε δικαίως και αυτοί τέλος αντάξιο της ειδωλομανίας τους. Τότε ανέτειλε παραδόξως από την Δύση, σαν φωστήρας, ο φιλοχριστότατος Κωνσταντίνος, ο αρχηγός της Ορθοδόξου πολιτείας και πρόβολος της αμώμου πίστεως. Αυτός, συγχρόνως με την μεταφορά της έδρας του από την Δύση στην Ανατολή, δέχεται στην ψυχή πλούσιο τον θείο φωτισμό. Και χρίοντας τoν νου του με την ευσέβεια, αναλαμβάνει τoν πρώτο αγώνα κατά του διαβόλου: εκδίδει κατά τόπους προγράμματα για ελευθερία στους Χριστιανούς: λύνει την κατήφεια που είχαν προξενήσει στους πιστούς οι άνομοι, καταστρέφει τα σεβάσματα των ειδώλων, γνωστοποιεί την ανυπαρξία του ψεύδους, φανερώνει το κήρυγμα της αληθείας, αποδίδει τιμές και ενθαρρύνει όσους ετίμησαν τoν Κύριο. Θεραπεύει σώματα πιστών κακοποιημένα από τις μαστιγώσεις. Τιμωρούνται τέλος και εξορίζονται όσοι λατρεύουν τους δαίμονες. Ήταν δυνατόν να ιδής τότε τους πιστούς που απηλλάγησαν από τους διωγμούς και εκείνους που συνήλθαν από την δαιμονική πλάνη, όλους μαζί να δοξολογούν τoν Κύριο με παρρησία, ομοιάζοντας με αγγελικήν χοροστασία.

Εχαίρετο λοιπόν ο πιστότατος βασιλεύς για την καθημερινήν αύξηση των Χριστιανών, αντιλαμβανόμενος ότι όλα αυτά οφείλονται σε θείαν ενέργεια, η οποία προσείλκυσε σε λίγο χρόνο τους υπηκόους του στην επίγνωση του Κυρίου Ιησού Χριστού. Τι ήταν δε αυτό που ήλθε και προσετέθη στα προηγούμενα; Ενώ τα γύρω έθνη προηγουμένως συνεχώς επαναστατούσαν, αθετώντας τις συμφωνίες με τους πριν απ’ αυτόν βασιλείς, τους οποίους δεν άφηναν σε ησυχία και οι φονικές εμφύλιες εξεγέρσεις, από τότε που ο Κωνσταντίνος ανεδείχθη από τoν Σωτήρα μας Χριστό βασιλεύς όλου του Κράτους, αμέσως σαν από κοινό πρόσταγμα, τα δεινά των εθνών υπεχώρησαν και οι υπήκοοι ησπάσθησαν την ειρήνη.

Ο μισόκαλος όμως εχθρός δεν ημπορούσε να υποφέρη ούτε αυτή την πρόοδο των ανθρώπων προς την επίγνωση της αληθείας. Αλλά όπως παλαιά εφθόνησε την άλυπο ζωή των πρωτοπλάστων και διά μέσου του όφεως έσπειρε στην ακοή την παρακοή της εντολής, έτσι και τότε, σπαράζοντας από την επιστροφή των πρώην ειδωλολατρών προς τoν Θεόν, αποστέλλει σε κάποιον πνεύμα πύθωνος. Αυτός δε ήταν ο Άρειος, χριστιανός στο όνομα και μάλιστα πρεσβύτερος της Αλεξανδρινής Εκκλησίας. Του είχε ανατεθή, ως μη ώφειλε, η εξήγησις των Θείων Γραφών. Είχε καταληφθεί όμως από κενοδοξία και φιλαργυρία, τα όπλα αυτά του διαβόλου. Και βλέποντας ότι μετά τoν Πέτρο, τoν νικηφόρον ιερομάρτυρα και ισαπόστολο αρχιερέα, και τον διάδοχό του Αχιλλά, την προεδρεία της Εκκλησίας των Αλεξανδρέων ανέλαβε ο υπέρμαχος των αποστολικών δογμάτων και πάναγνος ιεράρχης Αλέξανδρος, άρχισε να εξωτερικεύη τις εμετικές βασκανίες που σαν δηλητηριώδης δράκοντας έκρυβε στην καρδία του. Και κατά μεν του ιδίου του Αλεξάνδρου δεν ήταν ικανός να αυθαδιάση, επειδή ο Αλέξανδρος ήταν άμεμπτος και αμέτοχος από κάθε κακία, σύμφωνα με την μαρτυρία του Κυρίου για τον Ιώβ. Τι μηχανεύεται λοιπόν ο αλιτήριος; Οπλίζεται εναντίον των δογμάτων εκείνου του οσίου, ώστε να τον συκοφαντήση διά μέσου αυτών. Και έτσι «τίθησιν επί τον ουρανόν το στόμα αυτού και λαλεί κατά του Υψίστου αδικίαν». Ενώ ο όσιος Αλέξανδρος ωμολογούσε σαφώς τον Υιόν ομοούσιο και ομότιμο με τον Πατέρα, αντιθέτως, ο φρενοβλαβής Άρειος παραληρούσε περί του Υιού ότι είναι κτίσμα και δημιούργημα και ότι κάποτε δεν υπήρχε, και άλλα ασεβέστερα τα οποία όντως το μόνο που αξίζουν είναι να σιωπηθούν και να λησμονηθούν. Βλέποντας λοιπόν ο θεσπέσιος Αλέξανδρος ότι σαν επιδημική νόσος διαδίδεται το κακό, και είχε προσβάλει εκτός από την Αίγυπτο και τις γειτονικές Θηβαϊδα και Λιβύη, εφοβείτο μην επεκταθή σε όλο το σώμα των πιστών. Αφού μετά από πολλές κατά πρόσωπο παραινέσεις με τις οποίες συμβούλευε πατρικώς τον ατίθασο, μετά από πολλούς και ποικίλους ελέγχους από τις άγιες Γραφές, για τους οποίους σεμνύνεται και η Παλαιά και η Καινή Διαθήκη, είδε ότι ο ασεβής διακατέχεται ακόμη από την σκοτεινή του πλάνη, καταφεύγει στον υβριζόμενο από εκείνον Ιησούν Χριστόν, καλώντας τον σε βοήθεια του πιστού λαού του εναντίον του θεομάχου εγχειρήματος. Με νηστεία, αγρυπνία και δάκρυα ζητεί την συμμαχία του αρχηγού της αληθείας. Ενώ δε ο ασεβής όλο και περισσότερον εξηγριώνετο και λογομαχούσε, προσκαλεί ο Αλέξανδρος περισσοτέρους συνεργάτες για να αντιμετωπίσουν τoν κίνδυνο και στέλνει γράμματα προς τους κατά τόπους επισκόπους, μηνύοντας τα τερατώδη κινήματα της καρδίας του Αρείου κατά της Ορθοδοξίας. Γι’ αυτό ασφαλίζει μεν εκ των προτέρων τις ακοές τους, ώστε να μην παρασυρθούν μερικοί και πέσουν στο βάραθρο των φρονημάτων του Αρείου, σπεύδει δε να τα γνωστοποιήση χωρίς αναβολή και στον ένδοξον αυτοκράτορα. Μόλις έμαθε αυτά ο καλλίνικος βασιλεύς, σαν να εκτυπήθη από κεντρί με το λυπηρό και αναπάντεχο νέο που άκουσε, και στέλνει αμέσως και συγκαλεί με επίσημα έγγραφα από όλη την επικράτεια όσους επισκόπους διατίθενται να συγκεντρωθούν στην Νίκαια, την πρωτεύουσα της Βιθυνίας, για να εξετάσουν το θέμα, να φανερώσουν την αληθινή πίστη, να αφορίσουν δε και να αφανίσουν εντελώς την δαιμονικήν αίρεση των κακοδόξων.

Αφού λοιπόν προηγήθησαν όλα αυτά, ποίους επισκόπους είχε το ζωοποιό πνεύμα προετοιμάσει να ευρεθούν εκείνον τον καιρό και από ποίαν επαρχία προήρχετο ο καθένας, ημπορούν αυτοί που ερευνούν με ενδιαφέρον να τα διαβάσουν στον συνοδικό τόμο.

Οι άγιοι Πατέρες, λοιπόν, σαν εργατικές μέλισσες, αναχωρώντας ο καθένας από την Εκκλησία του σαν από ανθισμένο κήπο, έφθασαν στο συμβολοποιό τόπο της Νικαίας. Ο δε θείος Κωνσταντίνος, ακούγοντας ότι πλησιάζει η ιερά και στους αγγέλους σεβαστή παρουσία των αγίων Πατέρων, τους υποδέχεται με τις τιμές που αρμόζουν, και αφού έστειλε κάποιους από την ιερά Σύγκλητο να τους υποδεχθούν από τα προπύλαια ακόμη, τους περιποιείται και τους εξασφαλίζει με επιτηδειότητα τα χρειώδη, ώστε να είναι απερίσπαστοι. Όταν δε έμαθε πως οι Πατέρες είχαν τακτοποιηθή, ακριβώς τότε παρουσιάζεται και αυτός στην Νίκαια, αφού απομακρύνεται προηγουμένως από τους εξωτερικούς θορύβους, για να έχη νηφάλιο λογισμό, όπως αρμόζει σε θεία πράγματα που αφορούν στην σωτηρία των ψυχών, και έρχεται να συναντηθή και να συνομιλήση με το σύστημα των αγίων Πατέρων. Είναι γνωστόν ότι μερικοί από αυτούς διέπρεπαν με αποστολικά χαρίσματα, άλλοι δε «τα στίγματα του Χριστού εν τω σώματι αυτών εβάσταζον», από τα οποία θα αναφέρω μερικά, για να πληροφορηθούν και να ωφεληθούν ψυχικώς οι αναγνώστες.

Ο όσιος, λοιπόν Ιάκωβος, ο πρόεδρος της Εκκλησίας των Νισσιβηνών, πολλούς ελευθέρωσε από νοσήματα. Διαβεβαιώνουν δε ότι ανέστησε και νεκρούς. Ο επίσκοπος της Νεοκαισαρείας, ο όσιος Παύλος, είχε γίνει παίγνιο της μανίας του Λικινίου, ο οποίος του έκοψε τα γεννητικά όργανα. Ο αιγύπτιος Παφνούτιος, άνδρας σημειοφόρος, και άλλοι πολλοί από αυτούς τους αγίους, είχεν εξορυγμένους τους οφθαλμούς, άλλοι κομμένα τα χέρια, άλλοι είχαν τα χέρια και τα πόδια κατεστραμμένα, επειδή τους είχαν δέσει με ωμά νεύρα από ζώα. Ο αντίπαλος δε των αγαθών, βλέποντας στην γη τον ουράνιον αυτόν χορό των αγίων, δεν τους άφησε απειράστους από το κεντρί του. Αλλά όπως μεταξύ των Αποστόλων του Κυρίου κατέστησε προδότη τον Ιούδα, έτσι και μέσα στον θίασο των αγίων έφερε άλλους λύκους αραβικούς, καλυμμένους με δέρμα προβάτων. Εννοώ τoν Μηνόφαντα από την Έφεσο, τoν Πατρόφιλο από την Σκυθόπολι και τoν Θεωνά από την Μαρμαρική, μαζί με άλλους ολίγους μαθητάς της αφροσύνης του Αρείου, για τους οποίους θα ομιλήσωμε στα επόμενα. Επειδή δε το θέμα που είχε προκύψει απαιτούσε συζήτησιν, ώστε να αποσαφηνισθή η αλήθεια, και έψαχναν να εύρουν έναν τόπο κατάλληλο γι’ αυτόν τoν σκοπό, ξεχωρίζει ο ένδοξος βασιλεύς από το παλάτι που υπήρχε εκεί, ένα πολύ μεγάλο κτίριο, τον οφθαλμό θα ελέγαμε των βασιλικών κοιτώνων, η ομορφιά και η κοσμιότης του οποίου με την σκέπη των οσίων Πατέρων εχει διατηρηθή μέχρι των ημερών μας. Αυτό το διέθεσε σαν απαρχή και προσφορά του βασιλείου προς την αγία Σύνοδο, και διατάζει να τοποθετηθούν ισάριθμα με τους Πατέρες έδρανα, φροντίζοντας για την ανάπαυση των γηρατειών και τιμώντας την ιερωσύνη τους. Αφού εισήλθαν λοιπόν αυτοί και έλαβαν τις θέσεις τους, παρουσιάζεται και ο ένδοξος βασιλεύς. Όχι με σοβαροφανές, υπεροπτικό και βασιλικόν ύφος, αλλά με βλέμμα συνεσταλμένο και ήρεμο βηματισμό. Καθώς συναντά τους αγίους τους ασπάζεται και συνομιλεί μαζί τους ευχαρίστως, εκδηλώνοντας το άνθος της επιεικίας του, με ένα πράο χαμόγελο, και αποκαλύπτοντας, στις συστάσεις που γίνονται με τους αγίους, την λαμπρότητα της ψυχής του. Φανερώνει δε την υψηλή προς τους Πατέρες συγκατάβασή του, το χαμηλό κάθισμα στο οποίο εκάθισε σε σχέση με τα έδρανα των επισκόπων.

Όταν, λοιπόν, οι όσιοι και ο θεοσεβής βασιλεύς εκάθισαν, ο Ευστάθιος Αντιοχείας, καθώς σε τούτον ανέθεσε η αγία Σύνοδος να απευθυνθή προς τoν βασιλέα, είπε: «Ευχαριστούμε τoν Θεό, ένδοξε βασιλεύ, με τoν οποίο κι εμείς και συ έχουμε συνταχθή. Εκείνος με την μεσολάβησή σου κατήργησε την πλάνη των ειδώλων, με αποτέλεσμα να επικρατήση η ευθυμία στους ελευθέρους πλέον πιστούς. Έπαυσαν οι κνίσσες από τα ζώα που εκαίγοντο προς χάριν των δαιμόνων. Κατελύθησαν της ελληνικής πολυθεϊας τα σεβάσματα. Απομακρύνεται το σκότος της αγνωσίας. Η οικουμένη φωτίζεται από το φως της Θεογνωσίας. Ο Πατήρ δοξολογείται, ο Υιός συμπροσκυνείται, το Πνεύμα το Άγιον αναγγέλλεται. Τριάς ομοούσιος κηρύττεται, μία Θεότης σε τρία πρόσωπα και υποστάσεις. Αυτή είναι που στερεώνει, βασιλεύ, την εξουσία της ευσεβείας σου. Διαφύλαξέ μας την απαραβίαστον. Κανένας αιρετικός προσπαθώντας να εισχωρήση ύπουλα στην Εκκλησία να μην αφαιρέση κάτι από την Τριάδα υποτιμώντας αυτό. Ο Άρειος, που το όνομά του θυμίζει την μανία του πολέμου, είναι ο αίτιος του λόγου και όλης της συνελεύσεως. Ο οποίος, δεν γνωρίζουμε πώς, συγκαταλεγόμενος στο πρεσβυτέριο της Εκκλησίας των Αλεξανδρέων, μας διέφευγε ότι ήταν ξένος από την διδασκαλία των τρισμακαρίων Προφητών και Αποστόλων. Διότι δεν εντρέπεται να αποστερή τον Μονογενή Υιό και Λόγο του Πατρός από την ομοουσιότητα με τον Πατέρα, και σπεύδει ο κτιστολάτρης να συναριθμήση τον Κτίστη με την κτίση. Αυτόν να έπειθες, αυτοκράτορ, να αλλάξη φρόνημα και να μην εναντιώνεται στην αποστολική διδασκαλία ή, εάν επιμείνη στις ασέβειες της κακοδοξίας από την οποίαν έχει κυριευθή, να τον εξηφάνιζες από του Χριστού και την ιδική μας έπαυλη. Για να μην πέσουν οι ψυχές των απλουστέρων θύματα της ομιχλώδους ωραιολογίας του».

Ο δε εκλαμπρότατος Βασιλεύς Κωνσταντίνος, συμβάλλοντας από την αρχή στην Σύνοδο με την θερμότητα της πίστεως και απευθύνοντας στους Πατέρες λόγους ειρηνικούς ως φιλοπάτωρ υιός, είπε: «Εμπρός, πατέρες, με κάθε επιμέλεια να μελετήσωμε την οριοθέτηση και αποσαφήνιση της αληθείας μέσα από τις προφητικές προρρήσεις και τις αποστολικές παραδόσεις, μακρυά από κάθε μισαδελφία και κακοδοξία. Διότι θα ήταν φοβερό, μετά την κατάλυση της πολυθέου ασεβείας και τον εξαναγκασμό των εχθρών σε υποταγή, την κατάπαυση δε των εμφυλίων πολέμων, να πολεμούνε μεταξύ μας οι πιστοί όχι με ξίφη, αλλά με δόγματα. Και να προσπαθούμε την ευαγγελικήν διδασκαλία, η οποία είναι απλή και άτεχνος, αφού βασίζεται στην δύναμη των έργων και όχι των λόγων, να την ανατρέψωμε ασχολούμενοι με αυτήν διανοητικώς και αναζητώντας ρητορικά σχήματα. Ας επιληφθούμε λοιπόν της συζητήσεως αναθέτοντας την αποκάλυψη της αλήθειας για το θέμα που μας απασχολεί στον Θεό και Πατέρα και στον Μονογενή Υιό του Πατρός και στο Ζωοποιόν Πνεύμα. Κι εμείς πρόθυμα θα είμεθα εδώ στην διάθεσή σας συμμετέχοντας στους αγώνες σας, εως ότου αποκαλυφθή εντελώς η αλήθεια. Επειδή πιστεύουμε πως θα ευτυχήσωμε να έχωμε και την επιφοίτηση του Ζωοποιού Πνεύματος, με την οποία θα βεβαιωθή η σωτήριος πίστις μας, απηλλαγμένη από κάθε αιρετικήν κακοδοξία και θεωρία και αμέτοχος από κάθε πονηράν ως προς το Θείον έννοια».

Προχωρεί λοιπόν το πλήθος των ονομαστών αυτών Πατέρων, στην εξέταση και αποσαφήνιση της Ορθοδόξου πίστεως με ομόνοια, ενδυναμούμενοι από το Ζωοποιό Πνεύμα που κατοικούσε μέσα τους. Και βάζοντας στο στόχαστρο τον Άρειο, του επιτίθενται με πολλές μαρτυρίες της Παλαιάς και της Νέας Διαθήκης για το ότι ο Υιός είναι ομοούσιος με τον Πατέρα, τον αφορίζουν από την υγιή πίστη και την Αγίαν Εκκλησία, και τον υποβάλλουν σε ανάθεμα μαζί με τα έργα που είχε γράψει και με τα κηρύγματά του.

Έτσι αποκλείοντας από όλες τις κατευθύνσεις την είσοδο κάθε αιρετικής κακοδοξίας, συνθέτουν όλοι μαζί, το πράγματι Θείον Σύμβολον, καταργώντας με κάθε άρθρο το ανάλογο αιρετικόν φρόνημα, ώστε να γίνουν σε όλους φανερά όσα απεφασίσθησαν στην Σύνοδο του παλατίου. Υπελείπετο τώρα να συζητήσουν το θέμα του εορτασμού της κυρίας των ημερών, ο οποίος ετελείτο από τον καθένα σε διαφορετικήν ημέρα. Άλλοι την εόρταζαν στην αρχή της αγίας Τεσσαρακοστής, άλλοι στα μέσα του αγώνος της εγκρατείας και άλλοι κάποιαν άλλην ημέρα επιτελούσαν την ανάμνηση της σωτηριώδους Αναστάσεως. Και έτσι την ίδια ώρα άλλοι εσκληραγωγούντο με μετάνοια, με δάκρυα και νηστείες, και άλλοι επανηγύριζαν τα Δεσποτικά νικητήρια με τα οποία κατελύθη ο Άδης, κατηργήθη ο θάνατος, ανέστη ο Αδάμ και ο Σατανάς εδεσμεύθη. Και για το θέμα αυτό με την καθοδήγηση του Αγίου Πνεύματος οι Θεοφόροι Πατέρες, εθέσπισαν μαζί με τον ένδοξο Κωνσταντίνο, η αγία ημέρα της Αναστάσεως του Χριστού και Θεού μας να εορτάζεται κοινώς από όλο το γένος των Χριστιανών. Με τον τρόπον αυτόν εκανόνισαν, ώστε σε όλη την Εκκλησία, ως μία οικογένεια, να υπάρχη κοινός χρόνος εγκρατείας και προσευχής, καθώς επίσης και χαράς και πανηγυρισμού. Επίσης εξέδωσαν θείους κανόνες και για άλλα εκκλησιαστικά ζητήματα, οι οποίοι μαζί με τα προηγούμενα απετέλεσαν τον τόμο της Ορθοδοξίας.

Μετά από αυτά έγινε πρότασις από τον ένδοξο βασιλέα να επικυρωθή ο τόμος με τις υπογραφές καθενός από τους Πατέρες. Μετά λοιπόν από την έκθεση και την δημοσία ανάγνωση του τόμου, έγινε ένα αξιομνημόνευτο θαύμα προς καύχηση όσων επίστευσαν, προς εντροπή δε των αντιφρονουντων. Δύο, δηλαδή, από τους οσίους επισκόπους, ο Χρύσανθος και ο Μουσώνιος, οι οποίοι δεν είχαν ακόμη υπογράψει τον τόμο, συνέβη από πρόνοια Θεού να φύγουν από την ζωήν αυτή. Οι θεοφόροι λοιπόν πατέρες, αφού ήλθαν στον τόπον όπου είχαν τοποθετηθή τα λείψανα, σαν να ευρίσκωνται μαζί τους και να υπακούουν στα λόγια τους, είπαν: «Ω πατέρες και αδελφοί», «τον καλόν αγώνα ηγωνίσθητε». μαζί μας «τον δρόμον τετελέκατε, την πίστιν τετηρήκατε». Εάν λοιπόν κρίνετε ως θεάρεστα αυτά που εγράφησαν στον τόμο και μάλιστα τώρα που έχετε καθαρωτέρα αντίληψη των πραγμάτων, τι σας εμποδίζει να υπογράψετε και σεις, σύμφωνα με τoν νόμο, μαζί μας; Αφού είπαν αυτά οι Πατέρες και ετοποθέτησαν τoν τόμο σφραγισμένο κοντά στα λείψανα των οσίων, αφιερώνουν όλη εκείνη την νύκτα σε άγρυπνον προσευχή. Ερχόμενοι δε την επαύριον εμπρός στις σορούς, κι ενώ οι σφραγίδες ήσαν άθικτες, εξεδίπλωσαν τoν άγιον τόμο, ευρήκαν δε μέσα και τις υπογραφές των δύο οσίων επισκόπων. Όπως ομολογούν όλοι χωρίς δισταγμό, ακόμη και αλλόθρησκοι, στην χορείαν εκείνη των οσίων πατέρων, παρευρίσκετο και συνεργούσε η ομοούσιος Τριάς.

Αλλά κάτι που παρελείψαμε στα προηγούμενα είναι ότι, ενώ η θεομάχος βλασφημία ηλέγχετο από την αγία Σύνοδο, ένας ειδωλολάτρης φιλόσοφος προσπαθούσε όχι με φιλαλήθειαν, αλλά φιλονεικώντας, να υπερασπισθή την κακοδοξία του Αρείου. Τότε, αφού με τους συλλογισμούς του φιλοσόφου ανεπτερώθησαν ο Μηνόφαντος, ο Πατρόφιλος και ο Θεωνάς μαζί με τους άλλους για στους οποίους είπαμε παραπάνω, εφανέρωσαν την αποκρουστική δυσωδία της Αρειανικής πληγής τους, και με θρασύτητα συμπαρεστέκοντο στον φιλόσοφον εναντίον της αληθείας. Αλλά ο αλιεύς των αλιέων και Σωτήρ του διώκτου, κάνει πάλι κάτι αντάξιο των τεραστίων θαυματουργιών του: καταργεί, με τρόπο θαυμαστό την εριστικότητα των προτάσεων του φιλοσόφου, αναγκάζοντάς τον να σιωπήση, και χειροτονεί αντίπαλο του συνηγόρου της ελληνικής αθεϊας και της αιρετικής βλασφημίας, κάποιον από τους αγίους, ο οποίος ήταν στολισμένος όχι με την κοσμική σοφία, αλλά με την αγγελική πολιτεία. Αυτός, επαναλαμβάνοντας τους λόγους με τους οποίους ο Κύριος ηπείλησε τους δαίμονες και την θάλασσα, απευθύνεται στον φιλόσοφο λέγοντας «Σιώπα, πεφίμωσο», και με τους λόγους αυτούς αποδεικνύει άλογο τον πολύλογο, ώστε με την αφωνία που τον κατέλαβε ξαφνικά, να προσέλθη με τρόμο και δέος στον χορό των αγίων, ζητώντας την λύση του δεσμού και την δωρεά του αγίου βαπτίσματος. Με αυτόν τον τρόπον ο Κύριος των θαυμασίων εκάλεσε στην σωτηρία τoν φιλόσοφο μαζί με όλη την οικογένειά του, και τον χθεσινό κατήγορο της Ορθοδοξίας τον ανέδειξε συνήγορο της αληθείας. Τούτο το θαύμα τόσην έκπληξη προεκάλεσε στους περί τον Μηνόφαντα, ώστε, καθώς λέγουν, απεφάσισαν με την θέλησή τους να συναινέσουν με την αγία Σύνοδο στoν αναθεματισμό του ασεβούς Αρείου και των δογμάτων του. Όμως, κατόπιν, όπως οι κύνες, επέστρεψαν επί το ίδιον εξέραμα. Όταν δε η αγία Σύνοδος των τριακοσίων δέκα οκτώ αγίων Πατέρων εξεπλήρωσε τον σκοπό για τον οποίο συνηθροίσθη, και οι άγιοι επείγοντο να επιστρέψουν, ο ευσεβής Κωνσταντίνος τους εκάλεσε σε κοινήν τράπεζα και τους απηύθυνε λόγους συμβουλευτικούς, εθεράπευσε δε και τις ανάγκες των Εκκλησιών τους, χαρίζοντας σε κάθε τόπο συσσίτια για τα νοσοκομεία και τα πτωχοτροφεία τους, και τους απεχαιρέτησε με αυτά τα λόγια: «Βλέπετε την λατρεία που προσφέρω στoν Θεόν» με τις ιδικές σας κατηχήσεις, και πως ολοπρόθυμα έχω κατεργασθή την κατάλυση των ειδώλων και εφρόντισα να διαδοθή παντού η πίστις των Χριστιανών, ώστε να μη μας μείνη καμμία άλλη θρησκευτική δοξασία παρά μόνο των Χριστιανών, οι οποίοι προσκυνούν και ασπάζονται την αγία και ομοούσιο Τριάδα. Αυτήν σας παραδίδω σήμερα ακεραία. Θα είναι της ιδικής σας προσευχής και μελέτης η διά της βοηθείας του Κυρίου καθημερινή εξύψωσις και επαύξησίς της».

Αφού είπε αυτά και άλλα παρόμοια, βλέποντας δε άλλους από αυτούς χωρίς οφθαλμούς, άλλους με παραλυμένα χέρια, άλλους κυρτωμένους από τους πολλούς ξυλοδαρμούς και άλλους να έχουν υποστή το μαρτύριο της αποκοπής των γεννητικών οργάνων και μαθαίνοντας ότι αυτά τους έμειναν από τα κτυπήματα που υπέστησαν κατά τους διωγμούς, τους οποίους είχαν καρτερικά υπομείνει ομολογώντας τον Χριστό, κατενύγη πολύ και εξεδήλωσε εμπράκτως την ευλάβειά του. Προσκυνούσε τα σημάδια από τις πληγές των αθλοφόρων, ησπάζετο τα παραλυμένα μέλη τους. Στα κατεστραμμένα μέλη ήγγιζε άλλοτε τα μέλη του ιδικού του σώματος, άλλοτε την βασιλικήν πορφύρα, πιστεύοντας ότι με αυτόν τoν τρόπον αγιάζεται. Και στους εξωρυγμένους οφθαλμούς έφερνε τις κόρες των ιδικών του οφθαλμών για να φωτισθούν από εκεί οι οφθαλμοί της ψυχής του. Αφού με αυτό τον τρόπον ησπάσθη τους αγίους, εξεκίνησε πάλι για την νέα Ρώμη, αναγγέλλοντας εκεί το ορθό κήρυγμα της πίστεως. Οι δε πανάγιοι Πατέρες αντήμειψαν τον μεγαλειότατο με ευχαριστίες και ευλογίες, με τις οποίες ηύχοντο για την ειρήνη και την ενίσχυση της βασιλείας, την ενότητα των επισκόπων και την ταπείνωση των εχθρών. Αναχωρώντας δε από την Νίκαια ανταπέδωσαν την φιλοξενία με την οποία τους είχαν διακονήσει προσευχόμενοι για ενίσχυση και στερέωση όλων όσων τους διηκόνησαν. Αυτό το μαρτυρεί και το θαυμαστόν σημείο που έγινε εκείνη την ώρα. Καθώς επρόκειτο την τελευταίαν ημέρα να αναπέμψουν προσευχές στον Σωτήρα των όλων για την επάνοδο στις βάσεις τους και την σωτηρία της πόλεως που τους υπεδέχθη, συνέβη στον χώρον εκείνο της ανατολικής εισόδου, που λέγεται «μεσόμφαλο», και γύρω από τον οποίο εστέκετο η χορεία των αγίων, να αναβλύσουν πηγές από λάδι, εκεί στην μέση της αψίδος. Η πηγή αυτή φαίνεται μέχρι σήμερα, δεικνύοντας τους καρπούς των τότε προσευχών.

Η φήμη που έχει η Νίκαια μέχρι σήμερα οφείλεται στους τριακοσίους δέκα οκτώ πατέρες που ετίμησαν την Σύνοδον αυτή. Τεκμηριώνει δε και την αγωνία και πρόνοιά τους για την πόλιν αυτή και το παράδοξο θαύμα που έγινε στην γενεά μας. Οι Ασσύριοι εκδηλώνοντας την αχαριστία τους επέδραμαν κατά της βασιλείας των Ρωμαίων, από την οποία παλαιότερα είχαν σωθή. Και ενώ τα είχαν αφανίσει όλα με βαρβαρικήν αγριότητα, αυτή η πόλις της Νικαίας έμεινε σώα από κάθε βαβυλωνιακή επήρεια. Καμμία βλάβη ανδρών, γυναικών ή παιδιών δεν έγινε με την φωτιά ή με τα ξίφη, αν και πολλές φορές έκαναν επίθεση κρυφά και φανερά. Λέγεται μάλιστα ότι ο άθλιος ταξίαρχος του στρατού τους, χωρίς καμμίαν εντροπή, επεχείρησε να επιτεθή εναντίον του ναού των Αγίων αυτών, να ορμήση μέσα και να εκτελέση τις αποκρουστικές βδελυγμίες της μαγείας του. Απειλήθη όμως πικρά την νύκτα με κάποιο όραμα, και την ημέρα με φοβερισμούς που μόνον αυτός αντελαμβάνετο. Αυτό μετέβαλλε τον αλιτήριο, ώστε τον μεν ναό, ή μάλλον Αυτόν που κατοικούσε στον ναό, τον Χριστό και αληθινό Θεό μας, να τιμήση και να τον εξιλεώση ανάβοντας λαμπάδες, χάριν δε αυτού του γεγονότος να αποκλείση την είσοδο της αγίας Εκκλησίας για όλον τον Βαβυλωνιακό στρατό. Έδειξε μάλιστα παράδοξον ημερότητα και στους διακονητάς του ναού, που δεν συγκρίνεται με την πρώην βαρβαρική θρασύτητά του, η οποία έγινε αιτία να σωθούν και πολλοί από τους αλλοδαπούς. Επειδή από τότε, εάν συνελάμβαναν κάποιον αιχμάλωτο, μία απλή προσποίησις, ότι κατάγεται από την Νίκαια, αρκούσε για να ανατρέψη τον άμεσο κίνδυνο που διέτρεξε από αυτούς.

Αυτά είναι τα χαρίσματα της φιλοξενίας των Πατέρων, τα οποία ημπορούν να παραστήσουν στους αιώνες που έρχονται την φροντίδα τους για την Νίκαια. Αυτοί, ωσάν διαυγείς ποταμοί, ξεκινώντας από την πηγή της Νικαίας, διηρέθησαν πορευόμενοι ο καθένας στο ποίμνιό του, και μεταφέροντας εκεί τον καρπό της ιεράς αποδημίας τους, το σωτήριο του κόσμου Σύμβολον. Και ηξιώθησαν να κοιμηθούν μακαρίως σε προχωρημένο γήρας, αφού κατελάμπρυναν τον δρόμο της επιγείου ζωής τους με την προκοπή τους στην αρετή. Ο δε φιλάνθρωπος Θεός και φιλόδουλος ευεργέτης «ο δοξάζων τους δοξάζοντας αυτόν» ηξίωσε και τις ψυχές τους να απολαύσουν τα αγαθά που είναι αποθησαυρισμένα στους ουρανούς, δεν άφησε όμως αστεφάνωτα και τα πάναγνα σώματά τους, αλλά τους ετίμησε και διά μέσου αυτών, με κάποιο παράδοξο θαύμα ως λειτουργούς ιδικούς του. Διότι επέτρεψε ο θάνατός τους να επέλθη τόσον ειρηνικά, όπως ο φυσικός ύπνος. Στην συνέχεια δε, και μέχρι τώρα, τα σώματα των Πατέρων αυτών, τα οποία είχαν δεχθή την Θεία Χάρη, να μείνουν στην επαρχία του καθενός αδιάλυτα. Πολλοί είναι εκείνοι που μαρτυρούν το γεγονός, οι οποίοι τους είδαν «ιδίοις όμμασι», σαν να κοιμώνται μέσα στις λάρνακές τους που ανοίγονται κατά καιρούς, και τους προσεκύνησαν. Είμεθα δε και εμείς αψευδείς μάρτυρες αυτού του θεάματος. Έχουμε ασπασθή το λείψανο του Ισαγγέλου Λεοντίου, του τότε προέδρου της Εκκλησίας των Καισαρέων, ο οποίος πολλούς ιδρώτες έχυσε για την πίστη και πριν από την παρουσία του στην Σύνοδο της Νικαίας. Πολλοί μάρτυρες και αθλοφόροι ανεδείχθησαν από αυτόν παλεύοντας εναντίον του νοητού αντιπάλου. Πολλοί επίσης, χρησιμοποιώντας την ζωή του ως διδάσκαλο, έγιναν πολίτες του ουρανού. Ένας από αυτούς είναι ο μεγάλος αθλοφόρος Γρηγόριος, ο φωτιστής της Αρμενίας, ο οποίος ευρήκε τα λείψανα των αγίων μαρτύρων Ριψιμίας και Γαϊανής (εορτάζονται στις 30 Σεπτεμβρίου), και αφού ενίκησε πρώτα τον ακόλαστο Τηριδάτη, τον οδήγησε έπειτα στην πίστη. Αυτού το τίμιο λείψανο είδαν και πολλοί μαζί μ’ εμάς ότι δεν είχε χάσει ούτε τις τρίχες ούτε τους όνυχες, ευωδίαζε δε ολόκληρο. Και μην απιστήση γι’ αυτά κανείς. Επειδή τοιαύτα είναι τα δώρα της Χάριτος, και μεγαλύτερα ακόμη, προς καύχηση των πιστών και έπαινο των Εκκλησιών, προς δόξαν Χριστού του Θεού ημών, μετά του οποίου τω Πατρί δόξα και τω Ζωοποιώ Πνεύματι, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων.

Αμήν.

(9ος – 10ος αιών, Migne P.G. τομ. 111, στ. 420. Από το βιβλίο "Πατερικόν Κυριακοδρόμιον", σελίς 93 και εξής. Επιμέλεια κειμένου: Δημήτρης Δημουλάς)