Τετάρτη 1 Φεβρουαρίου 2023

Η Υπαπαντή του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού

 Πέρασαν σαράντα ημέρες από τη σωτήρια ενανθρώπηση του Κυρίου, δηλαδή από την άνευ ανδρός γέννησή Του από την Παρθένο Μαρία.


Αυτή τη σεβάσμια ημέρα του καθαρισμού της καθαρωτάτης αειπαρθένου Μαρίας, οδηγήθηκε στο Ναό ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός από την Πάναγνη μητέρα Του και τον ενάρετο Ιωσήφ. Υπήρχε διάταξη στο μωσαϊκό Νόμο που έλεγε ότι κάθε πρωτότοκο αρσενικό παιδί ήταν αφιερωμένο στο Θεό. Έπρεπε, λοιπόν, σύμφωνα με το Νόμο να παρουσιαστεί στο Ναό την τεσσαρακοστή ημέρα από τη γέννησή Του και να προσφερθεί θυσία στο Θεό αυτό που όριζε ο Νόμος, δηλαδή ένα ζευγάρι τρυγόνια ή δύο νεοσσοί περιστεριών.[3]


Υπαπαντή του Κυρίου


Τότε ο υπέργηρος ιερεύς ο δίκαιος Συμεών, που είχε λάβει από το Πνεύμα το Άγιο την πληροφορία ότι δεν θα πεθάνει πριν να δει τον Σωτήρα του κόσμου, τον Μεσσία (τον Χριστό Κυρίου), βρέθηκε στο Ναό οδηγημένος από το Άγιο Πνεύμα και Τον δέχθηκε στην αγκαλιά του. Ευχαρίστησε και δόξασε το Θεό λέγοντας τη γνωστή φράση· «Νῦν ἀπολύεις τὸν δοῦλον σου, Δέσποτα, κατὰ τὸ ρῆμα Σου» (Τώρα μπορείς να πάρεις, Κύριε, την ψυχή μου σύμφωνα με την υπόσχεσή Σου…).[4]


Μετά από αυτό ο δίκαιος Συμεών γεμάτος αγαλλίαση εκοιμήθη εν ειρήνη κι αντάλλαξε έτσι την επίγεια πρόσκαιρη ζωή με την ουράνια και αιώνια.


Η εκκλησιαστική σύναξη για το γεγονός αυτό γίνεται στον ιερό Ναό της Αχράντου Δεσποίνης ημών Θεοτόκου που βρίσκεται στην περιοχή των Βλαχερνών στην Κωνσταντινούπολη.


Αὐτῷ τῷ Θεῷ ἡ δόξα καὶ τὸ κράτος εἰς τοὺς αἰῶνας. Ἀμήν.


[1] Δεσποτική και συνάμα Θεομητορική εορτή. Καθιερώθηκε αρχικά από τη Δυτική εκκλησία με σκοπό να εκτοπίσει τις ειδωλολατρικές γιορτές του Πάνα (Lupercallia). Έπειτα μεταφέρθηκε και στην Ανατολή μάλλον κατά τα χρόνια του αυτοκράτορα Ιουστίνου (518-527). Στα χρόνια του Ιουστινιανού (526-565) έλαβε καθολικό χαρακτήρα με διαταγή του αυτοκράτορα και μεταφέρθηκε από τις 14 Φεβρουαρίου (που γιορταζόταν μέχρι τότε) στις 2 Φεβρουαρίου για να είναι σαράντα μέρες μετά τη Γέννηση του Χριστού, που είχε πλέον παγιωθεί ο εορτασμός της στις 25 Δεκεμβρίου (βλέπε Γ. Μπεκατώρου, Υπαπαντή, ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΗ ΚΑΙ ΗΘΙΚΗ ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΕΙΑ, τ. 11ος, εκδόσεις Μαρτίνος, στ. 951 κ.ε.).


[2] Λουκά β΄, 21-40.


[3] Λουκ. β΄, 22-24, Εξ. ιγ΄, 2, Λευ. ιβ΄, 6-8.


[4] Λουκ. β΄, 25-32.


Αρχιμανδρίτης Ιερώνυμος Κ. Δελημάρης, Τι γιορτάζουμε στις γιορτές του Χριστού και της Παναγίας: Τα συναξάρια των δεσποτικών και των θεομητορικών εορτών της Εκκλησίας σε απλή γλώσσα, 1η έκδ. Ναύπακτος, Αδελφότης Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Ναυπάκτου, 2004

Υπαπαντή του Κυρίου

 Σαράντα μέρες μετά τη γέννησή Του, ο Χριστός αφιερώθηκε στον Θεό, στο Ναό του Θεού στα Ιεροσόλυμα, σύμφωνα με όσα όριζε ο Μωσαϊκός Νόμος. Εκείνη τη μέρα επίσης έκανε και η μητέρα Του, η Θεοτόκος Μαρία, την τελετή το εξαγνισμού της και προσέφερε στον Θεό τις θυσίες που όριζε ο Νόμος. έτσι, σαράντα μέρες μετά τα Χριστούγεννα, στις 2 Φεβρουαρίου, η Εκκλησία εορτάζει την εορτή της παρουσίασης του Χριστού στο Ναό, που ονομάζεται Υπαπαντή του Κυρίου.




Η υποδοχή του Χριστού από τον ηλικιωμένο Συμεών και την προφήτιδα Άννα (Λουκ. 2,22-36) είναι το κύριο περιστατικό της εορτής της Υπαπαντής του Χριστού. «Καὶ ἦν αὐτῷ κεχρηματισμένον ὑπὸ τοῦ Πνεύματος τοῦ Ἁγίου μὴ ἰδεῖν θάνατον πρὶν ἢ ἴδῃ τὸν Χριστὸν Κυρίου» (Λουκ. 2,26)· έτσι, φωτισμένος από το Πνεύμα ο Συμεών πήγε στο Ναό, όπου συνάντησε το νεογέννητο Μεσσία, τον πήρε στην αγκαλιά του και είπε τα λόγια που τώρα ψάλλονται κάθε απόγευμα στο τέλος της ακολουθίας του Εσπερινού:




«Νῦν ἀπολύεις τὸν δοῦλόν σου, δέσποτα, κατὰ τὸ ρῆμά σου ἐν εἰρήνῃ, ὅτι εἶδον οἱ ὀφθαλμοί μου τὸ σωτήριόν σου, ὃ ἡτοίμασας κατὰ πρόσωπον πάντων τῶν λαῶν, φῶς εἰς ἀποκάλυψιν ἐθνῶν καὶ δόξαν λαοῦ σου Ἰσραήλ» (Λουκ. 2,29-32).




Υπαπαντή του Κυρίου




Τότε ο Συμεών προείπε ότι ο Ιησούς θα γινόταν «σημεῖον ἀντιλεγόμενον» και «εἰς πτῶσιν καὶ ἀνάστασιν πολλῶν ἐν τῷ Ἰσραήλ». Μίλησε επίσης προφητικά και για τα βάσανα που θα υπέφερε η παναγία εξαιτίας του Υιού της (Λουκ. 2, 34-35).




Η Άννα επίσης ήταν παρούσα και ευχαριστώντας τον Θεό «ἐλάλει περὶ αὐτοῦ πᾶσι τοῖς προσδεχομένοις λύτρωσιν ἐν Ἱερουσαλήμ» (Λουκ. 2, 38).




Στην ακολουθία της εορτής της Υπαπαντής, αυτό που τονίζεται είναι ότι ο Χριστός, ο Υιός και Λόγος του Θεού, μέσω του οποίου δημιουργήθηκε ο κόσμος, τώρα βαστάζεται ως βρέφος στα χέρια του Συμεών· Αυτός ο ίδιος ο Θεός, που έδωσε στους ανθρώπους το Νόμο, τώρα ο Ίδιος πραγματοποιεί το Νόμο και τον κρατούν στην αγκαλιά ως ένα παιδί.




«Δέχου Συμεών, ὃν ὑπὸ τὸν γνόφον, Μωσῆς νομοθετοῦντα, προεώρα ἐν Σινᾷ, βρέφος γενόμενον, νόμῳ ὑποταττόμενον. Οὗτός ἐστιν, ὁ διὰ νόμου λαλήσας· οὗτός ἐστιν, ὁ ἐν Προφήταις ῥηθείς, ὁ σαρκωθεὶς δι᾿ ἡμᾶς, και σώσας τὸν ἄνθρωπον. Αὐτὸν προσκυνήσωμεν».




«Ἀνοιγέσθω ἡ πύλη τοῦ οὐρανοῦ σήμερον· ὁ γὰρ ἄναρχος Λόγος τοῦ Πατρός, ἀρχὴν λαβὼν χρονικήν, μὴ ἐκστὰς τῆς αὐτοῦ Θεότητος, ὑπὸ Παρθένου ὡς βρέφος τεσσαρακονθήμερον, Μητρὸς ἑκὼν προσφέρεται, ἐν ναῷ τῷ νομικῷ· καὶ τοῦτον ἀγκάλαις εἰσδέχεται ὁ Πρέσβυς, Ἀπόλυσον, κράζων, ὁ δοῦλος τῷ Δεσπότῃ· οἱ γὰρ ὀφθαλμοί μου εἶδον τὸ σωτήριόν σου. Ὁ ἐλθὼν εἰς τὸν κόσμον, σῶσαι γένος ἀνθρώπων, Κύριε, δόξα σοι» (Εσπερινός της Εορτής).




Ο Εσπερινός και ο Όρθρος της εορτής της Υπαπαντής του Κυρίου είναι πλήρεις ύμνων που έχουν αυτό ως θέμα τους. Η θεία Λειτουργία τελείται με τους στίχους της ωδής της Θεοτόκου, που αποτελούν το προκείμενο, καθώς και με τα λόγια του Συμεών, που γίνονται και οι στίχοι που ψάλλονται στο Αλληλουάριο. Το ευαγγελικό ανάγνωσμα μιλάει για την Υπαπαντή, ενώ τα αναγνώσματα από την Παλαιά Διαθήκη στον Εσπερινό, αναφέρονται στο Νόμο για τον εξαγνισμό, από το Λευιτικό, το όραμα του Τριαδικού Θεού που είδε ο Ησαΐας στο Ναό, και την προφητεία του Ησαΐα για το δώρο της πίστης στους Αιγυπτίους, όταν το φως του Κυρίου θα είναι «εἰς ἀποκάλυψιν ἐθνῶν» (Λουκ. 2,32).




Η εορτή της Υπαπαντής του Κυρίου δεν είναι απλά ένας ιστορικός εορτασμός. Φωτισμένοι από το Άγιο Πνεύμα, όπως ο Συμεών, και καθοδηγούμενοι από Αυτό μέσα στην Εκκλησία του Χριστού, τα μέλη της Εκκλησίας μπορούν να διεκδικήσουν και τη δική τους συνάντηση με τον Κύριο και να μαρτυρήσουν ότι και εκείνα μπορούν να «ἀπολυθοῦν ἐν εἰρήνῃ» αφού είδαν με τα μάτια τους τη σωτηρία του Θεού στο πρόσωπο του Χριστού Του.




«Χαῖρε κεχαριτωμένη Θεοτόκε Παρθένε· ἐκ σοῦ γὰρ ἀνέτειλεν ὁ Ἥλιος τῆς δικαιοσύνης, Χριστὸς ὁ Θεὸς ἡμῶν, φωτίζων τοὺς ἐν σκότει. Εὐφραίνου καὶ σὺ Πρεσβύτα δίκαιε, δεξάμενος ἐν ἀγκάλαις τὸν ἐλευθερωτὴν τῶν ψυχῶν ἡμῶν, χαριζόμενον ἡμῖν καὶ τὴν Ἀνάστασιν» (Απολυτίκιον).




«Ὁ μήτραν παρθενικὴν ἁγιάσας τῷ τόκῳ σου, καὶ χεῖρας τοῦ Συμεὼν εὐλογήσας ὡς ἔπρεπε, προφθάσας καὶ νῦν ἔσωσας ἠμᾶς Χριστὲ ὁ Θεός. Ἀλλ᾿ εἰρήνευσον ἐν πολέμοις τὸ πολίτευμα καὶ κραταίωσον Βασιλεῖς οὖς ἠγάπησας, ὁ μόνος φιλάνθρωπος» (Κοντάκιον).




Σε πολλές εκκλησίες συνηθίζεται να ευλογούνται κεριά την ημέρα αυτή της Υπαπαντής του Κυρίου.




π. Θωμάς Χόπκο, Δόγμα και λατρεία Βασικό εγχειρίδιο για την ορθόδοξη πίστη, Τόμος: 1ος, Αποστολική Διακονία της Εκκλησίας της Ελλάδος, Αθήνα, 2014

Προεόρτια της Υπαπαντής του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού

 Παραμονή της Υπαπαντής του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού.





Ἀπολυτίκιον

Ἦχος α'. Χορός Ἀγγελικός

Οὐράνιος χορός, οὐρανίων ἁψίδων, προκύψας ἐπί γῆς, καί φερόμενον βλέπων, ὡς βρέφος ὑπομάζιον, πρός ναόν τόν πρωτότοκον, πάσης κτίσεως, ὑπό Μητρός ἀπειράνδρου, προεόρτιον, νῦν σύν ἡμῖν μελῳδοῦσι, φρικτῶς ἐξιστάμενοι.

Άγιοι Αδριανός, Πολύευκτος, Πλάτων και Γεώργιος οι Μάρτυρες εν Μεγάροις

 Είναι άγνωστος ο χρόνος και ο τρόπος του μαρτυρίου των Αγίων Μαρτύρων Αδριανού, Πολυεύκτου, Πλάτωνος και Γεωργίου, των οποίων οι τάφοι και τα ιερά αυτών λείψανα ανακαλύφθηκαν με τη Χάρη του Θεού στα Μέγαρα.


Τα χρόνια εκείνα της Τουρκοκρατίας, μεταξύ των ετών 1600 - 1670 μ.Χ., ένας Μεγαρεύς που ονομαζόταν Οικονόμου θέλησε να αναγείρει οικοδομή, στον τόπο όπου σήμερα βρίσκεται ο φερώνυμος ναός των Αγίων Μαρτύρων. Ενώ δε οι εργάτες έσκαβαν, ένας από αυτούς αισθάνθηκε κάτω από τα πόδια του θερμότητα τόσο αισθητή, ώστε να μην μπορεί να εργασθεί στο μέρος εκείνο. Το είπε τότε στον Οικονόμου, που βρισκόταν εκεί κοντά, ο οποίος αφού έσκαψε βαθύτερα με τα χέρια του, βρήκε μαρμάρινη πλάκα επί της οποίας ήταν χαραγμένα τα ονόματα των Αγίων. Τότε την ανέσυραν και βρήκαν κάτω από αυτήν τα σεπτά λείψανα των Αθλοφόρων.


Αλλά κάποιοι ιερόσυλοι, μόλις αποκαλύφθηκαν τα ιερά λείψανα, τα σύλησαν και αναχώρησαν κρυφά στην Πελοπόννησο. Αναζητηθέντες όμως δεν ευρέθησαν, λόγω και της αδιαφορίας των Τουρκικών αρχών.


Μετά από αυτά ο Οικονόμου μετέβη στην Κωνσταντινούπολη, αφού έλαβε μαζί του και την πλάκα επί της οποίας ήταν χαραγμένα τα ονόματα των Μαρτύρων και ανέφερε στον τότε Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως τα γενόμενα στην πόλη των Μεγάρων.


Περί του πως βρέθηκαν στα Μέγαρα οι Άγιοι, δυνάμεθα να συμπεράνουμε δύο πράγματα: Ή ότι αυτοί υπέστησαν διώξεις από χριστιανομάχους στις Σέρρες και εκδιωχθέντες από εκεί κατέφυγαν στα Μέγαρα, όπου τελειώθησαν μαρτυρικά, ή ότι μαρτύρησαν στα Μέγαρα υπηρετούντες σαν στρατιώτες.


(Επισκόπου Φαναρίου Αγαθαγγέλου, Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας (Φεβρουάριος) Εκδ. Αποστ. Διακονίας)

Αγία Bridgit (Ιρλανδή)

 Η Αγία Bridgit γεννήθηκε το 459 μ.Χ. και πέθανε το 524 μ.Χ. Το όνομά της αναφέρεται στην ιστορία του Αγίου Βεδέα και σε όλα τα μαρτυρολόγια της εποχής. Η Αγία ακολούθησε την οδό της μοναχικής πολιτείας, ίδρυσε μονή και αφιέρωσε την ζωή της στη διακονία των πτωχών. Η Αγία Bridgit είναι Προστάτιδα της Ιρλανδίας.

Άγιοι Περπέτουα, Σάτυρος, Ρευκάτος, Σατουρνίλος, Σεκούνδος και Φιλικητάτη οι Μάρτυρες

 Η Αγία Περπέτουα ήταν από την Καρχηδόνα (Θουβριτανών της Αφρικής), έγγαμη και μητέρα ενός μικρού παιδιού. Διακρινόταν όχι μόνο για την ευσέβεια της, αλλά και για την εργασία της υπέρ της πίστεως, αν και ήταν μόλις 22 χρονών. Καταγγέλθηκε το 203 μ.Χ. στον χιλίαρχο της πατρίδας της, και συνελήφθη μαζί με πέντε κατηχούμενους, τέσσερις άνδρες και μια γυναίκα, που η Περπέτουα είχε ανοίξει τα μάτια τους στο φως του Χριστιανισμού. Και τους μεν άνδρες τους σκότωσε με μαχαίρια ο ειδωλολατρικός όχλος, τη δε αγία Περπέτουα, με τη Φιλιτσιτάτη, αφού τις έβαλαν απέναντι μιας αγρίας δαμάλεως, διεσχίσθησαν από αυτή.

Όσιος Βενδιμιανός

 Ο Όσιος Βενδιμιανός γεννήθηκε στα μέσα του 5ου αιώνα, από γονείς ευγενείς και πλούσιους, στη Μεγάλη Μυσία (αρχαία χώρα της Βορειοδυτικής Μικράς Ασίας). Μόναζε στο όρος το ονομαζόμενο της Οξείας και μαθήτευε κοντά στον όσιο Αυξέντιο «του εν τω Βουνώ» (τιμάται 14 Φεβρουαρίου). Μετά τον θάνατο του διδασκάλου του αυτού, ο Βενδιμιανός μπήκε στη σχισμή μιας μεγάλης πέτρας, όπου έκτισε μικρό κελί και έμεινε εκεί 42 ολόκληρα χρόνια με αυστηρότατη άσκηση. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να επιτύχει μεγάλες νίκες κατά των δαιμόνων. Όταν κατάλαβε να πλησιάζει το τέλος της ζωής του, το έτος 512 μ.Χ., διηγήθηκε σ' αυτόν που έγραψε τον βίο του οσίου Αυξεντίου τα της ζωής του, και αφού γονάτισε παρέδωσε την όσια ψυχή του.