Δευτέρα 30 Ιανουαρίου 2023
Άγιος Θεόδωρος ο Χατζής ο Μυτιληναίος
Ο Άγιος Θεόδωρος ο Χατζής, γεννήθηκε στους Πύργους Θερμής της Λέσβου. Έζησε τον 18ο αιώνα μ.Χ., κατά τους χρόνους της τουρκοκρατίας.
Στον οικισμό των «Κάτω Πύργων», δίπλα στον επαρχιακό δρόμο, πίσω από μία πολύχρονη πέτρινη βρύση, υπάρχουν σήμερα γκρεμισμένα τα τείχη ενός πυργόσπιτου, που οι πέτρες του μεταφέρθηκαν επί γερμανικής κατοχής στον Καρά-τεπέ της Μυτιλήνης για να χτιστούν σπίτια. Σ’ αυτό το παλαιό πυργόσπιτο γεννήθηκε ο Άγιος Θεόδωρος. Εκ προγόνων Χριστιανός, όταν ανδρώθηκε, παντρεύτηκε ευσεβή γυναίκα, αποκτώντας δύο παιδιά.
Ο μεγάλος ποιητής Οδυσσέας Ελύτης κατέθεσε στον βιογράφο του Ιταλό Μάριο Βίττι την πληροφορία ότι η οικογένειά του κατάγεται απ’ τον Άγιο Θεόδωρο τον οποίο μάλιστα τοποθετεί και ως αρχή του γενεαλογικού του δέντρου.
Σύμφωνα με τοπική παράδοση των Παμφίλων (γειτονικού χωριού των Πύργων Θερμής) ο Άγιος Θεόδωρος διέμενε κάποιο διάστημα σε πυργόσπιτο στην περιοχή «Βουναράκι», στη θέση του οποίου υπάρχει σήμερα η κατοικία του Θεοδώρου Πετρέλλη. Ενδέχεται αυτό να ήταν το σπίτι που κρυβόταν ο Άγιος πριν συλληφθεί απ’ τους Τούρκους, δηλαδή το σπίτι του εκ Παμφίλων Μητροπολίτη Δράμας, γι’ αυτό και σήμερα υπάρχει μεγάλο εξωκλήσι του Αγίου Θεοδώρου στην Δράμα. Ο μεγάλος αριθμός των ανδρών με το όνομα Θεόδωρος στην γύρω περιοχή των Παμφίλων οφείλετε σύμφωνα με την παράδοση στον Νεομάρτυρα Θεόδωρο.
Ο Άγιος εργαζόταν ως υποδηματοποιός διατηρώντας εργαστήρι επί της κεντρικής αγοράς της Μυτιλήνης, στο Μπας-φανάρι (σήμερα το πρώην μαγαζί του Αγίου Θεοδώρου είναι στη γωνία των οδών Αιγαίου και Ερμού 110). Κάποτε βρέθηκε σε κατάσταση οργής και έγινε Μωαμεθανός. Συνήλθε όμως, συναισθάνθηκε το αμάρτημα του και πήγε στο Άγιον Όρος. Εκεί έζησε για αρκετό χρονικό διάστημα, κοινώνησε των αχράντων μυστηρίων και προετοιμάστηκε για το μαρτύριο.
Επανήλθε λοιπόν στη Μυτιλήνη, παρουσιάστηκε στον κριτή, με τόλμη ομολόγησε τον Χριστό και δήλωσε ότι η μουσουλμανική θρησκεία είναι ψεύτικη. Ο κριτής αμέσως εξέδωσε απόφαση, να θανατωθεί ο μάρτυρας με αγχόνη και κατόπιν τον παρέδωσε σ' άλλον άρχοντα, τον Ναζίρ Ομέρ αγά, που προσπάθησε με κολακείες και υποσχέσεις να τον μεταπείσει. Ο Άγιος όμως πρόβαλλε ακατάβλητο φρόνημα και μετά από φρικτά βασανιστήρια, οδηγήθηκε στον τόπο της εκτέλεσης, όπου αφού πρώτα φίλησε το σχοινί της αγχόνης, προσευχήθηκε στον Θεό και έτσι δέχτηκε το στεφάνι της νίκης στις 30 Ιανουαρίου 1785 μ.Χ.
Το τίμιο λείψανο του ρίχτηκε στη θάλασσα, αλλά κατ' οικονομία Θεού εκβράσθηκε στα νότια της πόλης της Μυτιλήνης. Οι Χριστιανοί, περισυνέλλεξαν το σκήνωμα του Αγίου και το ενταφίασαν χωρίς να αφήσουν ίχνη τάφου, επί σκοπό διαφυλάξεώς του, κάτω από το δάπεδο του παρακείμενου εξωκλησιού του Αγίου Ιωάννου Προδρόμου στην τοποθεσία Μόθωνας, αποκρύπτοντας το ιερό λείψανο από τα βέβηλα μάτια των τούρκων.
Εκεί έμεινε ενταφιασμένος 183 έτη, μέχρι την ευλογημένη ημέρα της 4ης Σεπτεμβρίου 1967 μ.Χ., που βρέθηκαν τα Άγια λείψανά του, βάσει μαρτυριών του διαπρεπούς Εκκλησιαστικού συγγραφέως Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτη και άλλων συγγραφέων. Τα λείψανά του φυλάσσονται στον Ι.Ν. Ζωοδόχου Πηγής Βαρειάς.
Στις 3 Σεπτεμβρίου του 1985 μ.Χ., ο εφημέριος Πύργων Θερμής π. Μιχαήλ Βουλγαρέλλης παραλαμβάνει τμήμα των αγίων λειψάνων του Αγίου Θεοδώρου και τελείται η μετακομιδή του στην γενέτειρα του Αγίου. Δωρείται έτσι, η ευλογία για να τιμάται από τούς Χριστιανούς στο εξωκκλήσι του Αγίου πού είχε χτιστεί το 1980 μ.Χ. στους Πύργους Θερμής, μερίμνει του Ιερομονάχου π. Παχωμίου Σούγιουλτζη και συνδρομές πιστών.
Ἀπολυτίκιον
Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Ἐκ Πύργων ἐβλάστησας και ἐν Μυτιλήνη σαφῶς ἀθλήσας Θεόδωρε, ὑπέρ Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ ἀξίως δεδόξασαι. Ὄθεν τά λείψανά σου, Νεομάρτυς εὐρόντες χάριν ἐκ τούτων θείαν κομιζόμεθα πίστει, δοξάζοντες τόν Κύριον, τόν Σέ στεφανώσαντα.
Άγιοι Τρεις Ιεράρχες
Η αιτία για την εισαγωγή της εορτής των Τριών Ιεραρχών στην Εκκλησία είναι το εξής γεγονός:
Κατά τους χρόνους της βασιλείας του Αλεξίου του Κομνηνού (1081 - 1118 μ.Χ.), ο οποίος διαδέχθηκε στη βασιλική εξουσία τον Νικηφόρο Γ’ τον Βοτενειάτη (1078 - 1081 μ.Χ.), έγινε στην Κωνσταντινούπολη φιλονικία ανάμεσα σε λόγιους και ενάρετους άνδρες. Άλλοι θεωρούσαν ανώτερο τον Μέγα Βασίλειο , χαρακτηρίζοντάς τον μεγαλοφυΐα και υπέροχη φυσιογνωμία. Άλλοι τοποθετούσαν ψηλά τον ιερό Χρυσόστομο και τον θεωρούσαν ανώτερο από τον Μέγα Βασίλειο και τον Γρηγόριο και, τέλος, άλλοι, προσκείμενοι στον Γρηγόριο τον Θεολόγο , θεωρούσαν αυτόν ανώτερο από τους δύο άλλους, δηλαδή από τον Βασίλειο και τον Χρυσόστομο. Η φιλονικία αυτή είχε σαν αποτέλεσμα να διαιρεθούν τα πλήθη των Χριστιανών και άλλοι ονομάζονταν «Ιωαννίτες», άλλοι «Βασιλείτες» και άλλοι «Γρηγορίτες».
Στην έριδα αυτή έθεσε τέλος ο Μητροπολίτης Ευχαΐτων, Ιωάννης ο Μαυρόπους. Αυτός, κατά την διήγηση του Συναξαριστή, είδε σε οπτασία τους μέγιστους αυτούς Ιεράρχες, πρώτα καθένα χωριστά και στη συνέχεια και τους τρεις μαζί. Αυτοί του είπαν: «Εμείς, όπως βλέπεις, είμαστε ένα κοντά στον Θεό και τίποτε δεν υπάρχει που να μας χωρίζει ή να μας κάνει να αντιδικούμε. Όμως, κάτω από τις ιδιαίτερες χρονικές συγκυρίες και περιστάσεις που βρέθηκε ο καθένας μας, κινούμενοι και καθοδηγούμενοι από το Άγιο Πνεύμα, γράψαμε σε συγγράμματα και με τον τρόπο του ο καθένας, διδασκαλίες που βοηθούν τους ανθρώπους να βρουν τον δρόμο της σωτηρίας. Επίσης, τις βαθύτερες θείες αλήθειες, στις οποίες μπορέσαμε να διεισδύσουμε με το φωτισμό του Αγίου Πνεύματος, τις συμπεριλάβαμε σε συγγράμματα που εκδώσαμε. Και ανάμεσά μας δεν υπάρχει ούτε πρώτος, ούτε δεύτερος, αλλά, αν πεις τον ένα, συμπορεύονται δίπλα του και οι δύο άλλοι. Σήκω, λοιπόν, και δώσε εντολή στους φιλονικούντες να σταματήσουν τις έριδες και να πάψουν να χωρίζονται για εμάς. Γιατί εμείς, και στην επίγεια ζωή που είμασταν και στην ουράνια που μεταβήκαμε, φροντίζαμε και φροντίζουμε να ειρηνεύουμε και να οδηγούμε σε ομόνοια τον κόσμο. Και όρισε μία ημέρα να εορτάζεται από κοινού η μνήμη μας και καθώς είναι χρέος σου, να ενεργήσεις να εισαχθεί η εορτή στην Εκκλησία και να συνταχθεί η ιερή ακολουθία. Ακόμη ένα χρέος σου, να παραδόσεις στις μελλοντικές γενιές ότι εμείς είμαστε ένα για τον Θεό. Βεβαίως και εμείς θα συμπράξουμε για τη σωτηρία εκείνων που θα εορτάζουν τη μνήμη μας, γιατί έχουμε και εμείς παρρησία ενώπιον του Θεού».
Έτσι ο Επίσκοπος Ευχαΐτων Ιωάννης ανέλαβε τη συμφιλίωση των διαμαχόμενων μερίδων, συνέστησε την εορτή της 30ης Ιανουαρίου και συνέγραψε και κοινή Ακολουθία, αντάξια των τριών Μεγάλων Πατέρων.
Η εορτή αυτής της Συνάξεως του Μεγάλου Βασιλείου, του Γρηγορίου του Θεολόγου και του Ιωάννου του Χρυσοστόμου, αποτελεί το ορατό σύμβολο της ισότητας και της ενότητας των Μεγάλων Διδασκάλων, οι οποίοι δίδαξαν με τον άγιο βίο τους το Ευαγγέλιο του Χριστού. Είναι εκείνοι, οι οποίοι εξ’ αιτίας της ταπεινώσεώς τους μπροστά στην αλήθεια, έχουν λάβει το χάρισμα να εκφράζουν την καθολική συνείδηση της Εκκλησίας και ότι διδάσκουν δεν είναι απλώς δική τους σκέψη ή προσωπική τους πεποίθηση, αλλά είναι επιπλέον η ίδια η μαρτυρία της Εκκλησίας, γιατί μιλούν από το βάθος της καθολικής της πληρότητας.
Περί τις αρχές του 14ου αιώνα μ.Χ. ανεγέρθη ναός των Τριών Ιεραρχών κοντά στην Αγία Σοφία Κωνσταντινούπολης, δίπλα σχεδόν στη μονή της Παναχράντου.
Ἀπολυτίκιον
Ἦχος α’.
Τούς τρεῖς μεγίστους φωστῆρας τῆς Τρισηλίου θεότητος, τούς τήν οἰκουμένην ἀκτῖσι δογμάτων θείων πυρσεύσαντας, τούς μελιῤῥύτους ποταμούς τῆς σοφίας, τούς τήν κτίσιν πᾶσαν θεογνωσίας νάμασι καταρδεύσαντας, Βασίλειον τόν μέγαν, καί τόν Θεολόγον Γρηγόριον, σύν τῷ κλεινῷ Ἰωάννη, τῷ τήν γλῶτταν χρυσοῤῥήμονι, πάντες οἱ τῶν λόγων αὐτῶν ἐρασταί, συνελθόντες ὕμνοις τιμήσωμεν· αὐτοί γάρ τῇ Τριάδι, ὑπέρ ὑμῶν ἀεί πρεσβεύουσιν.
Κοντάκιον
Ἦχος β’. Τούς ἀσφαλεῖς.
Τούς Ἱερούς καί θεοφθόγγους Κήρυκας, τήν κορυφήν τῶν Διδασκάλων Κύριε, προσελάβου εἰς ἀπόλαυσιν τῶν ἀγαθῶν σου καί ἀνάπαυσιν· τούς πόνους γάρ ἐκείνων καί τόν κάματον, ἐδέξω ὑπέρ πᾶσαν ὁλοκάρπωσιν, ὁ μόνος δοξάζων τούς Ἁγίους σου.
Μεγαλυνάριον
Ρήτορες σοφίας θεοειδεῖς, στῦλοι Ἐκκλησίας, οὐρανίων μυσταγωγοί, Βασίλειε πάτερ, Γρηγόριε θεόφρον, καὶ θεῖε Ἰωάννη, κόσμῳ ἐδείχθητε.
Ὁ Οἶκος
Τὶς ἱκανὸς τὰ χείλη διᾶραι, καὶ κινῆσαι τὴν γλῶσσαν πρὸς τοὺς πνέοντας πῦρ, δυνάμει Λόγου καὶ Πνεύματος; ὅμως τοσοῦτον εἰπεῖν θαρρήσω, ὅτι πᾶσαν παρῆλθον τὴν ἀνθρωπίνην φύσιν οἱ τρεῖς, τοῖς πολλοῖς καὶ μεγάλοις χαρίσμασι, καὶ ἐν πράξει καὶ θεωρίᾳ, τοὺς κατ᾿ ἄμφω λαμπροὺς ὑπεράραντες· διὸ μεγίστων δωρεῶν τούτους ἠξίωσας, ὡς πιστούς σου θεράποντας, ὁ μόνος δοξάζων τούς Ἁγίους σου.
Κάθισμα
Ἦχος πλ. δ’. Τὴν Σοφίαν καὶ Λόγον.
Τοὺς μεγάλους φωστῆρας τοὺς φεραυγεῖς, Ἐκκλησίας τοὺς πύργους τοὺς ἀρραγεῖς, συμφώνως αἰνέσωμεν, οἱ τῶν καλῶν ἀπολαύοντες, καὶ τῶν λόγων τούτων, ὁμοῦ καὶ τῆς χάριτος· τὸν σοφὸν Χρυσορρήμονα, καὶ τὸν μέγαν Βασίλειον, σὺν τῷ Γρηγορίῳ, τῷ λαμπρῷ θεολόγῳ· πρὸς οὓς καὶ βοήσωμεν, ἐκ καρδίας κραυγάζοντες· Ἱεράρχαι τρισμέγιστοι, πρεσβεύσατε Χριστῷ τῷ Θεῷ, τῶν πταισμάτων ἄφεσιν δωρήσασθαι, τοῖς ἑορτάζουσι πόθῳ, τὴν Ἁγίαν μνήμην ὑμῶν.
Κυριακή 29 Ιανουαρίου 2023
ΚΥΡΙΑΚΗ ΧΑΝΑΝΑΙΑΣ-«Υμεῖς ἐστε ναός Θεοῦ ζῶντος»
Μια μεγάλη αλήθεια διακηρύττει ο Απ. Παύλος σήμερα, αγαπητοί μου αδελφοί προς τους Χριστιανούς της Εκκλησίας της Κορίνθου. «Εσείς είστε ναοί του ζωντανού Θεού». Πρωτόγνωρος λόγος σε ανθρώπους που προέρχονται από τον ειδωλολατρικό χώρο να ακούν ότι αυτοί οι ίδιοι είναι κατοικητήρια του Θεού.
Γνωρίζουμε ότι από τότε που ο άνθρωπος αντελήφθη ότι είναι δημιούργημα και κάποια υπερτέρα από αυτόν δύναμη υπάρχει, από τότε άρχισε να κτίζει ναούς και θυσιαστήρια. Από τα πανάρχαια χρόνια, από τότε που εθεωρείτο απολίτιστος άρχισε να αισθάνεται την ανάγκη της προσευχής και της λατρείας, επικαλούμενος δυνάμεις πνευματικές, ανώτερες από αυτόν, έτσι ώστε να τον βοηθήσουν στις δυσκολίες της ζωής του ή να εξευμενίσει αυτές τις δυνάμεις προκειμένου να μην τον τιμωρήσουν.
Καθώς ο άνθρωπος προοδεύει και εκπολιτίζεται, αρχίζει να κτίζει ναούς που θεωρούνται τα σπουδαιότερα κτίσματα σε αρχιτεκτονική τέχνη και πλούτο. Να θυμηθούμε μερικά από αυτά όπως ο πύργος της Βαβέλ που η κορυφή του ήταν ναός. Οι αρχαίοι ναοί της Αιγύπτου. Η αρχαία Ελλάδα γεμάτη από περικαλλείς ναούς με κορυφαίο τον Παρθενώνα. Ο Ναός του Σολομώντα. Μεγάλοι και περικαλλείς ναοί σε όλον τον χριστιανικό κόσμο με κορυφαίο τον Ναό της του Θεού Σοφίας στην Κωνσταντινούπολη.
Ο θρησκευόμενος άνθρωπος αισθάνεται την ανάγκη να λατρεύει και να επικοινωνεί με τον Θεό του σε συγκεκριμένο χώρο γι’ αυτό και φροντίζει πάντα αυτός ο χώρος να είναι ό,τι το ωραιότερο, ό,τι το περικαλέστερο, να αρμόζει κατάλληλα σ’ αυτό για το οποίο χτίστηκε.
Όμως αδελφοί μου ακούμε σήμερα τον Μέγα Παύλο να μας λέει ότι εμείς είμαστε ναοί του ζωντανού Θεού, «ὑμεῖς ναός Θεοῦ έστε ζῶντος». Τι ύψιστη τιμή, η ψυχή και το σώμα μας είναι ο πραγματικός ναός του ζωντανού Θεού. Αυτός που δεν χωρεί ολόκληρη η κτίση, Αυτόν αξιώνεται να χωρέσει ο άνθρωπος, να τον φιλοξενήσει, να κατοικήσει εντός του. Ο μόνος υπεράνω όλων των Ναών της γης είναι ο άνθρωπος, κάθε άνθρωπος που θέλει να κατοικεί ο Θεός στην καρδιά του. Να γίνεται αναπαυτικός θρόνος Του.
Όμως αδελφοί θα πρέπει να γνωρίζουμε ότι, όπως φροντίζουμε ώστε οι Ναοί μας να είναι καθαροί, ευπρεπισμένοι με τα ομορφότερα και πολυτελέστερα σκεύη και θεωρούμε ότι όλα είναι ιερά, μέσα σ’ αυτόν τον Ναό, το ίδιο πρέπει να γίνεται με τον ανθρώπινο ναό. Τι μας λέγει ο Απ. Παύλος σήμερα; «καθαρίσωμεν ἑαυτούς ἀπό παντός μολυσμοῦ σαρκός καί πνεύματος ἐπιτελοῦντες ἁγιωσύνην ἐν φόβῳ Θεοῦ». Να διατηρούμε την ψυχή και το σώμα μας ολοκάθαρα, κατάλευκα χωρίς καμία, ει δυνατόν, κηλίδα αμαρτίας και μολυσμού. Αυτό θα γίνει όταν ο Χριστιανός προσέχει όχι μόνο το πώς ενεργεί, αλλά προπαντός τις σκέψεις και τους πόθους του. Κάθε μέρα να αγωνίζεται στην αρετή και τον αγιασμό.
Να ζει με την συνεχή σκέψη ότι ο Θεός είναι πανταχού παρών και προπαντός κατοικεί εντός μας. Μας αποκαλεί παιδιά του! «Ὑμεῖς ἔσεσθέ μοι εἰς υἱούς καὶ θυγατέρας». Δια του Ιησού Χριστού με τον Σταυρικό του θάνατο και την ανάσταςή Του αποκατασταθήκαμε στο «Αρχαίον κάλος» λάβαμε και πάλι την «Υιοθεσίαν». Γίναμε παιδιά Του. Η αιτία της σωτηρίας μας είναι ο Χριστός μας. Η αμαρτία αμαυρώνει τον άνθρωπο, τον απομακρύνει από τον Θεό και τον αλλοτριώνει.
Λέγεται ότι ο μεγάλος ζωγράφος Ντα Βίτσι όταν θέλησε να κάνει τον μυστικό δείπνο έψαχνε να βρεί ένα μοντέλο για την απεικόνιση του Χριστού. Μετά από πολύ καιρό ανακάλυψε σε μια χορωδία κάποιας Εκκλησίας ένα γλυκύτατο νέο και τον χρησιμοποίησε. Πέρασαν όμως κάποια χρόνια και το έργο σταμάτησε διότι δεν έβρισκε το κατάλληλο πρόσωπο για να απεικονίσει το πρόσωπο του Ιούδα. Μια μέρα στον δρόμο συναντά ένα νέο με γερασμένο πρόσωπο, με βαθιά θλίψη, με κουρασμένα χαρακτηριστικά. Του προτείνει και ο νέος δέχεται να γίνει το πρόσωπο του Ιούδα.
Σαν στάθηκε μπροστά στον πίνακα του Μυστικού Δείπνου και ο ζωγράφος τον ζωγράφιζε, τότε ο νέος άρχισε να κλαίει με αναφιλητά. Ο ζωγράφος απορεί και τον ρωτά τι συμβαίνει; Και εκείνος απαντά: «Είμαι ο νέος που προ ετών βρέθηκα πάλι εδώ μέσα, όμως τότε ήμουν μοντέλο του Χριστού. Τώρα είμαι του Ιούδα». «Πως έγινε παιδί μου αυτό το μεγάλο κακό;» «έχασα τον Θεόν! Έπεσα στην αμαρτία. Έγινα ένα αληθινό κουρέλι». Αυτά είπε ο νέος με αναφιλητά! Εμείς τι άλλο να πούμε; Η ιστορία μιλάει μόνη της. Αμήν!
Γραπτό κήρυγμα της Ιεράς Μητροπόλεως Κερκύρας (29-1-2023)
Τα χαρακτηριστικά της αληθινής πίστης
Του Ιωάννη Καραβιδόπουλου, Ομότιμου Καθηγητή Θεολογικής Σχολής Α.Π.Θ,
«Εκείνο τον καιρό ο Ιησούς αναχώρησε για την περιοχή της Τύρου και της Σιδώνας. Τότε μια γυναίκα Χαναναία βγήκε έξω από τα όρια της περιοχής εκείνης και του φώναζε δυνατά: ‘Ελέησέ με, Κύριε, Υιέ του Δαβίδ. Η θυγατέρα μου βασανίζεται από δαιμόνιο’. Αυτός δεν της απαντούσε λέξη. Τον πλησίασαν τότε οι μαθητές του και τον παρακαλούσαν: ‘Διώξε την, γιατί μας ακολουθεί και φωνάζει’.
Ο Ιησούς είπε: ‘'Εχω αποσταλεί μόνο για τους πλανεμένους Ισραηλίτες’. Εκείνη όμως ήρθε και τον προσκύνησε λέγοντας: ‘Κύριε, βοήθησέ με’. Αυτός της αποκρίθηκε: ‘Δεν είναι σωστό να πάρει κανείς το ψωμί των παιδιών και να το πετάξει στα σκυλάκια’. ‘Ναι, Κύριε’, είπε εκείνη, ‘αλλά και τα σκυλάκια τρώνε από τα ψίχουλα που πέφτουν από το τραπέζι των κυρίων τους’. Τότε ο Ιησούς της απάντησε: ‘Μεγάλη είναι η πίστη σου, γυναίκα! Ας γίνει όπως το θέλεις’. Κι από κείνη την ώρα γιατρεύτηκε η θυγατέρα της» (Ματθ. 15, 21-28).
Βασικό στοιχείο της διήγησης δεν είναι το θαύμα καθεαυτό αλλά η συζήτηση του Ιησού με τη Χαναναία γυναίκα που απολήγει στην έξαρση της πίστης της τελευταίας, αποτέλεσμα της οποίας είναι η θεραπεία :ης άρρωστης κόρης της. Ο ευαγγελιστής στρέφεται κατά της ιουδαϊκής αποκλειστικότητας της σωτηρίας, για να δείξει την παγκοσμιότητα της προσφερόμενης από τον Χριστό σωτηρίας.
Κατόπιν των εισαγωγικών αυτών παρατηρήσεων είναι φανερό πως δεν στερείται σημασίας η γεωγραφική λεπτομέρεια στην αρχή της διήγησης ότι ο Ίησούς, «αναχώρησε για την περιοχή της Τύρου και της Σιδώνας», δηλ. για περιοχή που βρίσκεται στα βόρεια σύνορα της Γαλιλαίας και κατοικείται από εθνικούς· Ιδιαίτερα η Τύρος και η Σιδώνα είναι, κατά τήν ιουδαϊκή παράδοση, χαρακτηριστικές περιπτώσεις εθνικών πόλεων (βλ. Ματθ. 11, 21). Ο Ιησούς πλησίασε την περιοχή αυτή των εθνικών με τρόπο που για έναν Ιουδαίο σήμαινε κίνδυνο να έλθει σε επικοινωνία με «ακαθάρτους», για τον ευαγγελιστή όμως η κίνηση αυτή δηλώνει, όπως ήδη σημειώσαμε, την παγκοσμιότητα του χριστιανικού κηρύγματος.Ο ευαγγελιστής σημειώνει ότι η γυναίκα αυτή ήταν Χαναναία. Οι κάτοικοι της Τύρου όπως και όλης της παραλίας της Συρίας ήταν Φοίνικες και θεωρούνταν απόγονοι των αρχαίων κατοίκων της Παλαιστίνης, των Χαναναίων..
Στις εκδηλώσεις σεβασμού της γυναίκας και στην παράκληση της για θεραπεία του κοριτσιού της ο Ιησούς απαντά — προφανώς θέτοντας σε δοκιμασία την πίστη της — ότι δεν είναι σωστό να στερήσει την τροφή από τα «τέκνα» και να τη δώσει στα «κυνάρια». Προφανώς χρησιμοποιεί όρους με τους οποίους οι Ιουδαίοι χαρακτήριζαν από τη μια μεριά τον εαυτό τους και από την άλλη τους εθνικούς. Βέβαια στο στόμα του Ιησού αντί του «κύνες», πού είναι γνωστός υβριστικός χαρακτηρισμός των εθνικών από τούς Ιουδαίους, βρίσκεται η λέξη «κυνάρια», λιγότερο υβριστική και δηλωτική των κατοικίδιων ζώων. Η γυναίκα, διακρίνοντας με την πίστη της πίσω από τη φαινομενική άρνηση το τελικό ναι του Ίησού, συνεχίζει την εικόνα που άρχισε ο Ιησούς, αναγνωρίζοντας ότι παρά την ορθότητα της σκέψης που έκφράζει η εικόνα υπάρχει περιθώριο να χορτάσουν και τα κυνάρια από τα «ψίχουλα» πού πέφτουν κάτω από το τραπέζι των παιδιών. Η πίστη της γυναίκας, που μαρτυρεΐται τόσο από την προσφώνηση του Ιησού ως Κυρίου όσο και από την αποδοχή της έμμεσης εξομοίωσής της με κυνάριο αλλά και από τη βεβαιότητα που εκφράζει ότι υπάρχει χώρος εκδήλωσης του θείου ελέους και γι’ αυτήν, οδηγεί στη θεραπεία του άρρωστου κοριτσιού της.
Σε άντίθεση με τα «τέκνα» του Θεού που παγιδεύονται σε στενόκαρδες νομικές διατάξεις ένα «κυνάριο» του εθνικού κόσμου αποδείχτηκε πραγματικό «τέκνο» του Θεού.
Η περίπτωση της Χαναναΐας γυναίκας του σημερινού ευαγγελικού αναγνώσματος μας προσφέρει την ευκαιρία για μια σύντομη ανάλυση της χριστιανικής πίστης και έκθεση των γνωρισμάτων της.
1. Κατ’ αρχήν η Χαναναία πιστεύει στη μεσσιανική εξουσία του Ιησού, τον οποίον αποκαλεί «Κύριο» και «υιόν Δαυΐδ». Η απλότητα του Χριστού, που εμπόδισε τους Ιουδαίους να τον αναγνωρίσουν ως τον αναμενόμενο Μεσσία, δεν εμποδίζει την Χαναναία να ιδεί στο πρόσωπό του τον απεσταλμένο από τον Θεό νικητή της φθοράς και ελευθερωτή των ανθρώπων από τον πόνο και την ασθένεια.
2. Η πίστη της παραμένει ανεπηρέαστη και ακλόνητη από τη σιωπή του Ιησού. Μπαίνει σε δοκιμασία αλλά δεν κάμπτεται. Δεν είναι λίγο πράγμα, να ζητάς από κάποιον κάτι, να μη σου απαντά, και συ να επιμένεις. Μόνο αν είσαι βέβαιος ότι θα λάβεις το αιτούμενο, τολμάς και επιμένεις. Η βεβαιότητα και η εμπιστοσύνη στον Ιησού κάνουν την πίστη της Χαναναίας σταθερή και ακλόνητη.
3. Συνοδεύεται η πίστη της από ταπείνωση ειλικρινή. Δέχεται η ταπεινή αυτή γυναίκα την εξευτελιστική παρομοίωσή της με σκυλάκι, δεν αγανακτεί αλλ’ απαντά με τρόπο που δείχνει την υποταγή της. Ίσως σκεφθεί κανείς ότι ο πόνος για το άρρωστο παιδί της και η ελπίδα για τη θεραπεία του την κάνουν να τα ανέχεται όλα. Η πείρα όμως της ζωής μαρτυρεί ότι ο εγωισμός πολλές φορές στέκεται εμπόδιο για να ζητήσει ο άνθρωπος την ικανοποίηση των αναγκών του. Δεν πρόκειται λοιπόν στην περίπτωση της Χαναναίας για μια αναγκαστική ταπείνωση αλλά για μια ειλικρινή συντριβή μπροστά στη δύναμη του Θεού.
4. Η Χαναναία δεν ανήκει στον εκλεκτό λαό του Θεού, αλλά είναι ειδωλολάτρισσα. Το να ανήκει κανείς στο λαό της διαθήκης, το να είναι μέλος της Εκκλησίας, θα λέγαμε εμείς σήμερα, το να ανήκει σε κάποια ευσεβή κίνηση, δεν αποτελεί καμιά δέσμευση για τον Θεό. Εκείνο που δεσμεύει τον Θεό είναι η πίστη. Βέβαια, πίστη έξω από την Εκκλησία είναι αδιανόητη και ανύπαρκτη· αλλά και η τυπική συμμετοχή στην Εκκλησία χωρίς πίστη με τα χαρακτηριστικά που αναφέραμε προηγουμένως δεν υποχρεώνει τον Θεό να εκπληρώσει τις επαγγελίες του. Στους Ισραηλίτες που καυχόνταν ότι είναι απόγονοι του Αβραάμ και στήριζαν στην καταγωγή τους αυτή την αυτοπεποίθηση, ότι ο Θεός είναι υποχρεωμένος να τηρήσει τις υποσχέσεις του, απάντησε κάποτε ο Βαπτιστής Ιωάννης: «Να είστε βέβαιοι πως ο Θεός, ακόμη κι απ' αυτές εδώ τις πέτρες μπορεί να κάνει απογόνους του Αβραάμ» (Ματθ. 3, 9). Εκείνο που μετρά για τον Θεό δεν είναι η καταγωγή, τα προνόμια, η θέση, η μόρφωση, κ.λ.π., αλλά η ζωντανή πίστη, η οποία μπορεί καμμιά φορά να βασανίζεται και να τυραννιέται αλλά τελικά ξεπερνά τους ορθολογισμούς.
5. Και αυτό το τελευταίο μας οδηγεί σ’ ένα ακόμη χαρακτηριστικό της πίστης με το οποίο θα τελειώσουμε. Η πίστη βρίσκεται πάνω από τη λογική. Ο άνθρωπος θέλει πολλές φορές στηρίγματα για να πεισθεί, ζητά αποδείξεις που να ικανοποιούν το μυαλό του. Κι όταν δεν τα έχει, αμφιβάλλει, κλονίζεται, πέφτει. Η πίστη όμως υπερβαίνει τη λογική, είναι υπέρλογη. Ανήκει στην τάξη της καρδιάς κι όχι του μυαλού. Δεν έχει ανάγκη από τα πτωχά υποστηρίγματα της λογικής για να κρατηθεί· την στηρίζει ο λόγος του Θεού. Είναι φανερό ότι για όλους μας, που η λογική παίζει σπουδαίο ρόλο στη ζωή μας, η πίστη είναι κάτι που δύσκολα μπορεί να αποκτηθεί· κι ακόμη πιο δύσκολο να διατηρηθεί σταθερή. Γι’ αυτό το αίτημά μας και η προσευχή μας ας είναι πάντοτε:το «Κύριε, πρόσθες ημίν πίστιν» (Λουκ. 17, 5).
«Ὦ γύναι, μεγάλη σου, ἡ πίστις!...»
†) ἐπισκόπου Γεωργίου Παυλίδου Μητροπολίτου Νικαίας
Μὲ τὸ βαθὺ τραῦμα στὴν καρδιά της ἡ δυστυχισμένη γυναίκα τοῦ σημερινοῦ Εὐαγγελίου, ἔρχεται, ἀγαπητὲ ἀναγνῶστα, εἰς τὸν Κύριον. Δὲν εἶναι Ἰουδαία. Εἶναι ἀλλόθρησκος. Εἰδωλολάτρις. Καὶ ἀλλόφυλος. Συροφοινίκισσα. Ἕμαθε ὅτι κάπου ἐκεῖ ἦτο ὁ Χριστός. Εἶχεν ἀκούσει, φαίνεται, διὰ τὰ θαύματά Του.
Ὅταν, λοιπόν, Τὸν εἶδεν, ἤρχισεν ἀπὸ μακρυὰ νὰ Τὸν παρακαλῇ: «Ἰησοῦ, ἐλέησέ με. Τὸ κοριτσάκι μου ὑποφέρει ἀπὸ δαιμόνια. Τὸ βλέπω καὶ λυώνει ἡ καρδιά μου. Ἐλέησέ με».
Ὁ Κύριος δὲν ἀπαντᾷ. Αὐτὴ ὅμως συνεχίζει τὰς ἱκεσίας της. Οἱ μαθηταὶ δυσανασχετοῦν. Τὸν παρακαλοῦν νὰ τῆς δώσῃ αὐτὸ ποὺ ζητεῖ, διὰ νὰ ἀπαλλαγοῦν ἀπὸ τὶς φωνές της. Καὶ εἰς μίαν στιγμήν, ποὺ ἡ γυναίκα ἦτο κοντά τους, στρέφεται ὁ Κύριος καὶ μὲ σοβαρὸν ὕφος τῆς λέγει: «Δὲν ἀπεστάλην ἀπὸ τὸν Πατέρα μου παρὰ διὰ τὰ χαμένα πρόβατα τοῦ Ἰσραλήλ».
Ἡ Χαναναία ὅμως δὲν ἀποθαρρύνεται. Συνεχίζει καὶ παρακαλεῖ.
Ὁ Χριστὸς καὶ πάλιν ἀρνεῖται. Μάλιστα τώρα μὲ μίαν πολὺ βαρεῖαν φράσιν: «Δὲν εἶναι σωστὸ νὰ πάρῃ κανεὶς τὸ ψωμὶ τῶν παιδιῶν του καὶ νὰ τὸ ρίψῃ στὰ σκυλάκια».
Σκληρὸς λόγος. Θέλει νὰ τὴν δοκιμάσῃ. Ἀλλὰ καὶ ἡ πονεμένη μητέρα δὲν ὑποχωρεῖ. «Ναὶ, Κύριε, δέχομαι ὅτι εἶμαι σκυλάκι. Καὶ τὰ σκυλάκια ὅμως ἀποζοῦν ἀπὸ τὰ ψίχουλα, ποὺ πίπτουν ἀπὸ τὸ τραπέζι τῶν κυρίων των». Αὐτὸ ἦτο... Ἡ γυναίκα εἶχε νικήσει.
Ὁ Κύριος, κατάπληκτος ἀπὸ τὴν σταθερότητα τῆς πίστεως τῆς Χαναναίας, τῆς λέγει: «Ὦ γυναίκα, μεγάλη σου ἡ πίστις! Ἄς γίνῃ ὅπως θέλεις». Καὶ τὸ Εὐαγγέλιον σημειώνει, ὅτι ἐθεραπεύθη ἡ θυγατέρα της ἀπὸ τὴν ὥρα ἐκείνην.
Ἀλήθεια! Ὁμολογοῦμεν, ὅτι μᾶς κάμνει ἰδιαιτέραν ἐντύπωσιν ἡ φλογερὰ αὐτὴ πίστις.
Διὰ τὴν πίστιν αὐτὴν γενικώτερον θὰ ἠθέλαμεν νὰ γίνῃ λόγος εἰς τὸ σημερινὸν μας κήρυγμα.
Δ ι ὰ τ ὰ ε ὐ ε ρ γ ε τ ι κ ὰ κ α ὶ σ ω τ ή ρ ι α ἀ π ο τ ε λ έ σ μ α τ α τ ῆ ς π ί σ τ ε ω ς ε ἰ ς τ ὴ ν ζ ω ή ν μ α ς.
1.Ἡ πίστις ἀπαντᾶ εἰς ὅλα τὰ μεγάλα θέματα τῆς ζωῆς.
Ἀπὸ τότε ποὺ ἀρχίζει νὰ ἀντιλαμβάνεται ὁ ἄνθρωπος, τοῦ δημιουργοῦνται προβλήματα καὶ αἰνίγματα. Ὅλοι οἱ ἄνθρωποι, ὅλων τῶν ἐποχῶν, τὰ ἀντιμετώπισαν. Λ.χ. πόθεν ἐρχόμεθα· ποῦ πηγαίνομεν· ποῖος ὁ σκοπὸς τῆς ζωῆς μας· τί ὑπάρχει μετὰ θάνατον· πῶς ἐδημιουργήθη ὁ κόσμος κλπ. Ποιός ὅμως θὰ μᾶς ἀπαντήσῃ ὑπευθύνως καὶ ἱκανοποιητικῶς εἰς τὰ ἐρωτήματα αὐτά;
Ὁ ἄνθρωπος προσεπάθησε. Ἕκαμε συλλογισμούς. Διετύπωσε θεωρίας. Ἔγραψεν, ἐδίδαξεν. Ἐδημιούργησε σχολάς. Λυχνάρι ὅμως στὸ βαθὺ σκοτάδι. Κάτι βρῆκε. Ἀλλὰ τόσο λίγο, τόσο φτωχό. Μόνον ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ ἀποκαλύπτει τὴν ἀλήθειαν. Ἁπλᾶ. Θετικά.
Ἀλλὰ χρειάζεται κάτι ὡς προϋποθέσεις: Ἡ πίστις. Μόλις ὁ ἄνθρωπος πιστεύσῃ, τότε πλέον ἡ ψυχὴ μὲ τὰ ἐρωτιματικά της εἰρηνεύει. Ἀναπαύεται. Καὶ ἔτσι, ὅ,τι οἱ σοφοὶ καὶ οἱ γίγαντες τῆς σκέψεως δὲν ἠμποροῦν νὰ ἑρμηνεύσουν, τὸ ἐπιτυγχάνει ὁ ἁπλοῦς καὶ κοινὸς ἄνθρωπος μὲ τὸ μέγα ἐφόδιον τῆς πίστεως εἰς τὰς βεβαιώσεις τοῦ Θεοῦ. Καὶ δὲν εἶναι ἡ πίστις αὐτὴ μία ἀνόητος καὶ τυφλὴ παραδοχὴ μυθικῶν πραγμάτων.
Εἶναι μία φωτισμένη καὶ μεθοδικὴ ἀποδοχὴ ἀληθειῶν, ποὺ διετύπωσε τὸ πνεῦμα τοῦ Θεοῦ καὶ παρεδέχθη μὲ ἀνεπιφύλακτον ἐμπιστοσύνην ἀτελεύτητος σειρὰ εἰλικρινῶν ἀνθρώπων διὰ μέσου τῶν αἰώνων. Καὶ εὗρον εἰς τὴν πίστιν αὐτὴν τὸ μυστικὸ κλειδὶ τῆς λύσεως ὅλων τῶν ἀγωνιωδῶν προβλημάτων τῆς ζωῆς.
Ἀληθῶς! Εὐτυχισμένη ἡ ψυχή, πού πιστεύει....
2. Σωσίβιον εἰς τὰς τρικυμίας τοῦ βίου.
Ἀλλ’ ἡ πίστις δίδει κάτι περισσότερον. Εἶπαν, ὅτι ἡ ζωὴ ὁμοιάζει μὲ θάλασσαν. Τὴν γαλήνην ἀποτόμως τὴν διαδέχεται ἡ τρικυμία. Κύματα ἀπειλοῦν τὴν εὐτυχίαν μας. Ἀτυχήματα καὶ ἀσθένειαι, θάνατοι καὶ πτωχεία, κατατρεγμοὶ καὶ συκοφαντίαι, πικρίαι καὶ ἀφόρητα οἰκογενειακὰ δράματα. Καὶ ὁ ἄνθρωπος, σὰν τὸν ναυαγόν, στὴν ἀφρισμένη θάλασσα, ποῦ θὰ εὑρῇ τὸ σωσίβιο, διὰ νὰ μὴ πνιγῇ;
Ποῦ ἀλλοῦ ἀπὸ τὴν πίστιν; Ἀπὸ τὴν πίστιν εἰς τὸν Θεόν, τὸν μόνον μέγαν καὶ δυνατὸν προστάτην, τὸ μοναδικὸν καταφύγιον;
Οἱ ἄνθρωποι συνήθως δὲν ἐνδιαφέρονται. Δὲν θέλουν. Ἀλλὰ καὶ νὰ θέλουν, τὶς πιὸ πολλὲς φορὲς δὲν ἠμποροῦν. Μένομεν τότε ἀβοήθητοι. Καὶ πολλοὶ ἀπογοητεύονται καὶ τὰ χάνουν. Εἰς τὰς ὥρας αὐτὰς λύσις δὲν εἶναι τὸ περίστροφον καὶ ἡ αὐτοκτονία. Ἄνθρωπε, ποὺ πονᾶς, ψηλὰ τὰ μάτια! Εἰς τὸν Θεόν. Κοίτα. Τὸ χέρι Του εἶναι ἕτοιμον νὰ σὲ βοηθήσῃ.
Ἀρκεῖ νὰ πιστεύσῃς ἀπόλυτα εἰς τὴν ἀγάπην Του καὶ τὴν δύναμίν Του. Ὅπως ἡ Χαναναία. Φώναξε καὶ σύ: «Κύριε, ἐλέησόν με». Καὶ θὰ ἔλθῃ ὁ Θεός.
Πόσοι ἀπηλπισμένοι ἀπὸ τὰ συνεχῆ κτυπήματα καὶ τὰ συμφορὰς δὲν εὗρον εἰς τὴν πίστιν αὐτὴν παρηγορίαν καὶ δύναμιν, διὰ νὰ μὴ λυγίσουν! Καί, ἐνῷ ὅλα γύρω των ἐκλονίζοντο, αὐτοὶ ἔμενον σταθεροί. Βράχοι ἀμετακίνητοι!
Γιὰ ἐνθυμηθῆτε τὸν Ἰώβ; Ἄρχων, πλούσιος, εὐτυχής. Σὲ μιὰ στιγμὴ τὰ ἔχασεν ὅλα. Περιουσίαν, παιδιά, ὑγείαν. Ἀλλὰ τοῦ ἔμεινε τὸ σπουδαιότερο. Ἡ πίστις καὶ ἡ ἐλπὶς πρὸς τὸν Θεὸν. Αὐτὸ του ἔφθασε. Δὲν ἐλύγισε. Καὶ ὁ Θεὸς τὸν ἤμειψε. Τοῦ ἔδωσε περισσότερα, ἀπ’ ὅσα εἶχε χάσει.
Χιλιάδες παλαιῶν καὶ συγχρόνων Ἰὼβ ἐπέρασαν ἀπ’ αὐτὴν τὴν κατάστασιν. Ἀλλὰ δὲν ἐκάμφθησαν. Ἐνίκησαν. Οἱ πιστεύοντες δὲν φοβοῦνται. Εἶναι ἀσφαλισμένοι. Ἀνήκουν εἰς τὸν Θεόν.
Θὰ ἔχῃς ἀκούσει διὰ τὸν Ρωμαῖον ἐκεῖνον αὐτοκράτορα, ὁ ὁποῖος εἶχεν ἕνα ἐλάφι, ἐλάφι, ποὺ τὸ ἀγαποῦσε πολύ. Γιὰ νὰ εἶναι βέβαιος, ὅτι κανένας δὲν θὰ τὸ κακοποιήσῃ, ἐπέρασεν εἰς τὸν λαιμόν του μιὰ χρυσῆ ἁλυσίδα μὲ τὴν ἐπιγραφήν: «Μὴ μὲ ἐγγιζῃς ἀνήκω εἰς τὸν Καίσαρα». Ἔτσι καὶ ὁ πιστεύων. Ἀνήκει εἰς τὸν Θεόν. Καὶ εἶναι ἀσφαλισμένος. Διατί νὰ ἀνησυχῇ;
3. Μία ἀπορία.
Ἀκούω ὅμως μίαν ἀπορίαν σου. «Ναί, ἀλλ’ ἐνῷ ἐγὼ πιστεύω καὶ παρακαλῶ, ὑποφέρω συνεχῶς. Ὁ Θεὸς δὲν μὲ ἀκούει». Φίλε μου, δοκιμάζει ὁ Θεός. Δὲν εἶδες τὴν Χαναναία; Τὴν ἐδοκίμασεν ὁ Χριστός. Ἐφαίνετο ὅτι δὲν τὴν ἤκουε· ὅτι τὴν περιφρονοῦσε. Ἐκείνη ὅμως τόσον περισσότερον ἐφώναξεν. Ἐπέμεινεν. Ἐπολέμησεν ἀκούραστα. Καὶ ἐνίκησεν εἰς τὸ τέλος πανηγυρικά. Ἔτσι καὶ μὲ ἡμᾶς.
Θὰ χρειασθῇ ὑπομονὴ καὶ ὑποταγή. Ὁ Θεὸς οὔτε ἄδικος εἶναι, οὔτε ἀσυγκίνητος. Ἀγαπᾷ. Καὶ ἄν εἶναι συμφέρον μας, θὰ μᾶς δώσῃ αὐτό, ποὺ τοῦ ζητᾶμε. Εἶναι ἀδύνατον νὰ γίνῃ διαφορετικά. Τὸ ἰδικόν μας καθῆκον εἶναι νὰ μὴν ἀνησυχοῦμε. Νὰ μὴ χάνωμεν τὴν πίστιν. Ἔλεγεν ἕνας ἱερεὺς σὲ κάποιον πονεμένον, ποὺ εἶχε χάσει τὴν πίστιν του: «Ὁ σταυρός σου εἶναι ξύλινος. Χωρὶς ὅμως τὴν πίστιν γίνεται βαρύς. Εἶναι σἄν νὰ προσθέτῃς μίαν ἐπένδυσιν ἀπὸ μολύβι».
Ἔτσι εἶναι. Ὅσοι βαδίζουν στὴ ζωή τους χωρὶς τὴν πίστιν, χωρὶς ἐλπίδα, λυγίζουν. Εἶναι ἐκεῖνο τὸ μολύβι....τὸ βαρύ.
4.Ἀναδεικνύει ἥρωας.
Ἔτσι ἀναδεικνύονται οἱ ἥρωες. Οἱ ἥρωες εἰς τὴν μάχην τῆς καθημερινῆς ζωῆς. Ὅλοι οἱ ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας μας, «οἵ διὰ πίστεως κατηγωνίσαντο βασιλείας, εἰργάσαντο δικαιοσύνην, ἔφραξαν στόματα λεόντων, ἔσβεσαν δύναμιν πυρὸς, ἔφυγον στόματα μαχαίρας, ἐνεδυναμώθησαν ἀπὸ ἀσθενείας...»(Ἕβρ. ια΄, 33-34), ἦσαν ἀληθινοὶ ἥρωες. Κατέπληξαν τοὺς δημίους των, τοὺς ἐχθρούς των μὲ τὴν ἀνδρείαν των.
Καὶ ὄχι μόνον ἄτομα, ἀλλὰ καὶ λαοὺς ἀναδεικνύει ἡρωϊκοὺς ἡ πίστις. Τὸ ἰδικόν μας ἰδίως Ἔθνος ἔχει μίαν ἱστορίαν, ὅπου ἡ πίστις κατήγαγε θριάμβους. Ὑπῆρξε ὅπλον ἀκατανίκητον. Διότι ἡ πίστις πυρώνει τὰ στήθη· θερμαίνει τὴν ψυχή· χαλυβδώνει τὴν θέλησιν· ἀνοίγει δρόμους ζωῆς. Τί χάνουν ἐκεῖνοι, ποὺ προχωροῦν χωρὶς πίστιν!... Τί χάνουν! .....
Ἀγαπητοί,
Πρὸ ἐτῶν ἡ καταιγὶς κατέστρεψεν ἕνα μικρὸ ναό, χτισμένο στὰ παράλια κάποιας χώρας. Ὁ λαὸς δὲν μπόρεσε νὰ τὸν ἀνοικοδομήσῃ. Ἦταν πτωχός. Μιὰν ἡμέραν ἕνας ἀντιπρόσωπος τοῦ Ναυαρχείου ἦλθε στὸ Ἐφημέριο, διὰ νὰ ἐρωτήσῃ, ἄν σκέπτωνται νὰ ἀνοικοδομήσουν τὸν ναόν. Ὁ Ἐφημέριος εἶπεν, ὅτι ἡ φτώχεια τοῦ λαοῦ εἶναι μεγάλη. «Τότε, ἀπήντησεν ὁ ἀξιωματικός, ἀφοῦ δὲν μπορεῖτε σεῖς, θὰ τὸν ἀνοικοδομήσουμε ἐμεῖς. Ἐκεῖνο τὸ κωδωνοστάσιον εἶναι στοὺς χάρτας μας ἐπάνω χαραγμένο. Τὰ πλοῖά μας καθορίζουν ἔτσι τὴν πορείαν των. Μᾶς εἶναι, λοιπόν, ἀπαραίτητο».
Ἕνας λαὸς πονεμένος, ναυαγισμένος, τώρα, τελευταῖα, ἔρχεται πάλιν πίσω στὴν Ἐκκλησία του, τὴν εὐλογημένην αὐτὴν κιβωτὸν τῆς σωτηρίας, καὶ λέγει:
-«Θέλω νὰ μοῦ στερεώσετε καὶ πάλιν τὸ καμπαναριό. Ἔφταιξα. Ἐγὼ τὸ ἐγκρέμισα στὸ βάθος τῆς ψυχῆς μου».
Κι’ εἶναι γεμάτη πόνο καὶ ἐλπίδα αὐτή του ἡ φωνή:
Στῆστε καὶ πάλιν μέσα μου τῆς πίστεως τὸ ποθητὸ καμπαναριό!
Ἐπισκόπου Γεωργίου Παυλίδου
Μητροπολίτου Νικαίας
Λύχνος τοῖς ποσί μου
Λόγοι εἰς τὰ Εὐαγγέλια τῶν Κυριακῶν
Ἐκδόσεις Β΄
Ἀποστολική διακονία
τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος