Κυριακή 27 Μαρτίου 2022

Κυριακή της Σταυροπροσκυνήσεως

 Από τα παμπάλαια χρόνια, το βράδυ του Σαββάτου[1] της τρίτης εβδομάδος της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, ο σταυρός μεταφέρεται στο κέντρο της εκκκλησίας, και ολόκληρη η ακόλουθη εβδομάδα είναι γνωστή ως εβδομάδα του Σταυρού. Ξέρουμε πως η Μεγάλη Τεσσαρακοστή αποτελεί μία προετοιμασία για τη Μεγάλη Εβδομάδα, τότε που η Εκκλησία θα ανακαλέσει στη μνήμη της τον πόνο, τη σταύρωση και το θάνατο του Ιησού Χριστού πάνω στο σταυρό. Η προβολή του σταυρού στη μέση της Σαρακοστής, μας υπενθυμίζει το σκοπό της βαθύτερης και εντατικότερης εκκλησιαστικής ζωής κατά τη διάρκεια της Σαρακοστής. Έτσι είναι ο κατάλληλος τόπος εδώ, για να σκεφτούμε το ρόλο του σταυρού, αυτού του σημαντικότατου και χαρακτηριστικότατου όλων των Χριστιανικών συμβόλων.


Κυριακή της Σταυροπροσκυνήσεως


Το σύμβολο αυτό έχει δύο στενά αλληλένδετες σημασίες. Αφενός είναι ο σταυρός του Χριστού, αυτό το αποφασιστικό όργανο με το οποίο ολοκληρώθηκε η επίγεια ζωή και διακονία του Χριστού. Είναι η ιστορία ενός φοβερού και τρομακτικού μίσους ενάντια σ’ Αυτόν που ολόκληρη η διδασκαλία Του επικεντρώθηκε στην εντολή της αγάπης, και που ολόκληρο το κήρυγμά Του ήταν μία κλήση σε αυτοθυσία στο όνομα της αγάπης. Ο Πιλάτος, ο Ρωμαίος κυβερνήτης στον οποίο μεταφέρθηκε ο Χριστός, αφού Τον συνέλαβαν, Τον εκτύπησαν και Τον έφτυσαν, λέει, «ἐν αὐτῷ οὐδεμίαν αἰτίαν εὑρίσκω» (Ιωάν. 19, 4). Αυτό όμως προκάλεσε ένα ισχυρότερο ξέσπασμα: «Σταύρωσον, σταύρωσον αὐτόν!» φωνάζει το πλήθος. Έτσι ο σταυρός του Χριστού θέτει ένα αιώνιο πρόβλημα, που σκοπεύει στο βάθος της συνείδησης: γιατί η καλοσύνη ξεσήκωσε όχι μόνο αντίθεση, αλλά και μίσος; Γιατί η καλοσύνη σταυρώνεται πάντοτε σ’ αυτόν τον κόσμο; Συνήθως αποφεύγουμε να δώσουμε απάντηση σ’ αυτό το ερώτημα, επιρρίπτοντας την ευθύνη σε κάποιον άλλο: αν ήμασταν εκεί, αν ήμουν εκεί εκείνη την τρομερή νύχτα, δε θα είχα συμπεριφερθεί όπως οι άλλοι. Αλλοίμονο όμως, κάπου βαθιά στη συνείδησή μας γνωρίζουμε πως αυτό δεν είναι αλήθεια. Ξέρουμε πως οι άνθρωποι που βασάνισαν, σταύρωσαν και μίσησαν τον Χριστό δεν ήταν κάποιου είδους τέρατα, κατεχόμενα από κάποιο ιδιαίτερο και μοναδικό κακό. Όχι, ήταν «όπως όλοι μας». Ο Πιλάτος προσπάθησε ακόμη και να υπερασπιστεί τον Ιησού, να μεταπείσει το πλήθος· προσφέρθηκε ακόμη και να απελευθερώσει το Χριστό ως κίνηση καλής θέλησης, χάριν της εορτής· όταν κι αυτό απέτυχε, στάθηκε μπροστά στο πλήθος και ένιψε τα χέρια του, δείχνοντας τη διαφωνία του σ’ αυτό το φόνο.


Με λίγες πινελιές το ευαγγέλιο σχεδιάζει την εικόνα αυτού του παθητικού Πιλάτου, του τρόμου του, της γραφειοκρατικής του συνείδησης, της δειλής του άρνησης να ακολουθήσει τη συνείδησή του. Δε συμβαίνει όμως ακριβώς το ίδιο στη δική μας ζωή και στη ζωή γύρω μας; Δεν είναι αυτή η πιο κοινότυπη, η πιο τυπική ιστορία; Δεν είναι παρών συνεχώς μέσα μας κάποιος Πιλάτος; Δεν είναι αλήθεια πως όταν έρθει η στιγμή να πούμε ένα αποφασιστικό, αμετάκλητο όχι στο ψεύδος, στην αδικία, στο κακό και στο μίσος, ενδίδουμε στον πειρασμό να «νίψουμε τας χείρας μας»; Πίσω από τον Πιλάτο ήταν οι Ρωμαίοι στρατιώτες, οι οποίοι όμως υπερασπιζόμενοι τον εαυτό τους θα μπορούσαν να πουν: εκτελέσαμε απλώς διαταγές· μας είπαν να «ουδετεροποιήσουμε» κάποιον ταραχοποιό που προκαλούσε αναστάτωση και αταξία, για ποιο πράγμα μιλάτε λοιπόν; Πίσω από τον Πιλάτο, πίσω από τους στρατιώτες ήταν το πλήθος, οι ίδιοι άνθρωποι που έξι μέρες πριν φώναζαν «Ωσαννά», καθώς υποδέχονταν θριαμβευτικά το Χριστό, κατά την είσοδό του στην Ιερουσαλήμ· μόνο που τώρα η κραυγή τους ήταν «Σταύρωσον αυτόν!» Έχουν όμως και γι’ αυτό μία εξήγηση. Δεν είναι οι ηγέτες τους, οι διδάσκαλοί τους και οι κυβερνήτες τους αυτοί που τους έλεγαν πως ο άνθρωπος αυτός ήταν ένας εγκληματίας, που κατέλυσε τους νόμους και τις συνήθειες, και γι’ αυτό, βάσει του νόμου, «πάντοτε βάσει του νόμου, πάντοτε σύμφωνα με το υπάρχον καταστατικό», πρέπει να πεθάνει…; Έτσι κάθε συμπαίκτης σ’ αυτό το τρομακτικό γεγονός είχε δίκαιο «από την πλευρά του», όλοι δικαιώθηκαν. Όλοι μαζί όμως δολοφόνησαν έναν άνθρωπο στον οποίον «οὐδὲν εὐρέθη αἴτιον». Η πρώτη σημασία του σταυρού συνεπώς είναι η κρίση του κακού, ή μάλλον της ψευδοκαλοσύνης αυτού του κόσμου, μέσα στον οποίο πανηγυρίζει αιώνια το κακό, και ο οποίος προωθεί τον τρομακτικό θρίαμβο του κακού πάνω στη γη.


Αυτό μας μεταφέρει στη δεύτερη σημασία του σταυρού. Μετά το σταυρό του Χριστού ακολουθεί ο δικός μας σταυρός, για τον οποίο ο Χριστός είπε, «εἴ τις θέλει ὀπίσω μου ἔρχεσθαι,… ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ καθ᾿ ἡμέραν καὶ ἀκολουθείτω μοι» (Λουκ. 9, 23). Αυτό σημαίνει πως η επιλογή που είχε να κάνει ο καθένας εκείνη τη νύχτα -ο Πιλάτος, οι στρατιώτες, οι αρχηγοί, το πλήθος κι ο καθένας μέσα στο πλήθος- είναι μια επιλογή που τίθεται συνεχώς και σε καθημερινή βάση μπροστά μας. Εξωτερικά, η επιλογή έχει να κάνει με κάτι φαινομενικά ασήμαντο για μας, ή δευτερεύον. Για τη συνείδηση όμως τίποτε δεν είναι πρώτο ή δεύτερο, αλλά το καθετί μετράται αν είναι αληθινό ή ψεύτικο, καλό ή κακό. Το να σηκώνεις λοιπόν το σταυρό σου καθημερινά δεν είναι απλώς το να αντέχεις τα φορτία και τις μέριμνες της ζωής, αλλά πάνω απ’ όλα το να ζεις αρμονικά με τη συνείδησή σου, το να ζεις μέσα στο φως της κρίσεως της συνειδήσεως.


Ακόμη και σήμερα, με όλο τον κόσμο να κοιτάζει, ένας άνθρωπος στον οποίο «οὐδὲν εὐρέθη αἴτιον» μπορεί να συλλαμβάνεται, να βασανίζεται, να κτυπιέται, να φυλακίζεται ή να εξορίζεται. Όλα αυτά δε «επί τη βάσει του νόμου», χάριν της υπακοής και πειθαρχίας, όλα στο όνομα της τάξεως, για το καλό όλων. Πόσοι Πιλάτοι δε νίπτουν τα χέρια τους, πόσοι στρατιώτες δε σπεύδουν να εκτελέσουν τις διαταγές της στρατιωτικής ιεραρχίας, πόσοι άνθρωποι υπάκουα, δουλόπρεπα δεν τους χειροκροτούν, ή τουλάχιστον δεν κοιτάζουν σιωπηλά το κακό που θριαμβεύει;


Καθώς μεταφέρουμε το σταυρό, καθώς τον προσκυνούμε, καθώς τον ασπαζόμαστε, ας σκεφτούμε τη σημασία του. Τι μας λέει, σε τι μας καλεί; Ας θυμηθούμε το σταυρό ως επιλογή από την οποία κρέμονται τα πάντα στον κόσμο, και που χωρίς αυτόν όλα στον κόσμο γίνονται θρίαμβος του κακού και του σκότους. Ο Χριστός είπε, «εἰς κρῖμα ἐγὼ εἰς τὸν κόσμον τοῦτον ἦλθον» (Ιωάν. 9, 39). Σ’ αυτή την κρίση, μπροστά στο δικαστήριο της σταυρωμένης αγάπης, της αλήθειας και της καλοσύνης, δικάζεται ο καθένας μας.




π. Αλέξανδρος Σμέμαν, Εορτολόγιο – Ετήσιος εκκλησιαστικός κύκλος, Ακρίτας, Αθήνα 2005

Η Κυριακή της Σταυροπροσκυνήσεως

 Στο μέσον της Τεσσαρακοστής η Εκκλησία υψώνει ενώπιόν μας τον Σταυρό του Χριστού. Δύο ακόμη φορές μέσα στον χρόνο, 14 Σεπτεμβρίου και 1η Αυγούστου, μας προτείνει να θυμηθούμε και να προσκυνήσουμε τον Τίμιο Σταυρό. Στις περιπτώσεις αυτές όμως η προσκύνηση του Σταυρού είναι συνδεδεμένη με ιστορικά γεγονότα, ενώ την τρίτη Κυριακή των Νηστειών η Εκκλησία θέλει να διακηρύξει τον ρόλο του Σταυρού στο ιστορικό της σωτηρίας μας και να μας προετοιμάσει για τη μακρινή ακόμα Μεγάλη Παρασκευή, όταν θα Τον ατενίσουμε υψωμένο στον Γολγοθά.Κυριακή της Σταυροπροσκυνήσεως


Κατά τη διάρκεια του Όρθρου, προς το τέλος της Μεγάλης Δοξολογίας, ο ιερέας τοποθετεί τον Σταυρό σ’ ένα δίσκο στολισμένο με λουλούδια. Μεταφέροντάς τον υψωμένο πάνω από το κεφάλι του, βγαίνει από το ιερό. Προηγούνται οι αναμμένες λαμπάδες και τα θυμιατά. Στο μέσον του ναού αποθέτει τον δίσκο σε ένα τραπέζι, θυμιάζει και ο χορός ψάλλει: «Τὸν Σταυρόν Σου προσκυνοῦμεν, Δέσποτα, καὶ τὴν ἁγίαν Σου Ἀνάστασιν δοξάζομεν». Ο λαός προσέρχεται να προσκυνήσει τον Σταυρό που παραμένει στο μέσον του ναού σε όλη τη διάρκεια της εορτής. Το νόημά της εκφράζει τόσο ζωηρά ο ύμνος του Όρθρου:


«Σταυρὸν Χριστοῦ τὸν τίμιον, σήμερον προτεθέντα ἰδόντες προσκυνήσωμεν, καὶ πιστῶς εὐφρανθῶμεν, κατασπαζόμενοι πόθῳ, τὸν ἐν τούτῳ θελήσει σταυρωθέντα…»


Καθώς σε λίγο θα πλησιάσω τον Σταυρό του Σωτήρος για να αποθέσω τον ασπασμό μου, θα είναι άραγε ασπασμός ενός αμετανόητου αμαρτωλού, το φιλί του Ιούδα, θα είναι άραγε μια κίνηση επιφανειακού σεβασμού που δεν θα αλλάξει σε τίποτε τη ζωή μου, ή σημείο λατρείας, πίστης και θερμής αγάπης, που θα συνεπαίρνει ολόκληρη την ύπαρξή μου;


Το Ευαγγέλιο της ημέρας τελειώνει με τη φράση «Ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι εἰσί τινες τῶν ὧδε ἑστηκότων, οἵτινες οὐ μὴ γεύσονται θανάτου, ἕως ἄν ἴδωσι τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ ἐληλυθυῖαν ἐν δυνάμει». (Μάρκ. 8:34-9:1) Εδώ δεν πρόκειται για τη Δευτέρα ένδοξη Παρουσία του Χριστού, στο τέλος της ιστορίας, αλλά για την εν δυνάμει έλευσή Του, η οποία εγκαινιάζεται κατά την Πεντηκοστή και της οποίας έγιναν μάρτυρες οι πρώτοι χριστιανοί. Πρόκειται όμως και για το αόρατο, κάθε άλλο παρά θεαματικό, πλησίασμα της Βασιλείας στις γεμάτες πίστη και θέρμη ψυχές. Μακάρι να μου επιφυλάσσεται κι εμένα ένας τέτοιος προορισμός και να μη φύγω από τη ζωή χωρίς η Βασιλεία να έχει εγκατασταθεί στην ψυχή μου.


Lev Gillet (ενός Μοναχού της Ανατολικής Εκκλησίας), Πασχαλινή κατάνυξη, 1η έκδοση, εκδ. Ακρίτας, Αθήνα, 2009

Λόγος εις την Κυριακήν της Σταυροπροσκυνήσεως

 Δεῦτε πρός με πάντες οἱ κοπιῶντες καὶ πεφορτισμένοι, κἀγὼ ἀναπαύσω ὑμᾶς. ἄρατε τὸν ζυγόν μου ἐφ᾿ ὑμᾶς καὶ μάθετε ἀπ᾿ ἐμοῦ, ὅτι πρᾷός εἰμι καὶ ταπεινὸς τῇ καρδίᾳ, καὶ εὑρήσετε ἀνάπαυσιν ταῖς ψυχαῖς ὑμῶν· ὁ γὰρ ζυγός μου χρηστὸς καὶ τὸ φορτίον μου ἐλαφρόν ἐστιν» (Ματθ. 11, 28-30).


Λόγος εις την Κυριακήν της Σταυροπροσκυνήσεως


Μεγάλη είναι η αγκαλιά του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. Τόσο μεγάλη που δεν μπορούμε να φανταστούμε. Ο Κύριος έχει στην αγκαλιά του όλους όσους υποφέρουν στη ζωή τους από τις θλίψεις και τις στενοχώριες. Τι βάθος έχει η καρδιά Του και πόσο δυνατή είναι η αγάπη Του αν μπορεί όλους αυτούς που κοπιάζουν και είναι φορτωμένοι να τους αναπαύσει, να τους παρηγορήσει και να τους δώσει δύναμη να υπομένουν τις θλίψεις και να μην απελπίζονται όταν αδικούνται στη ζωή τους.


Είναι όμως παράξενος ο τρόπος με τον οποίο επιχειρεί να το κάνει. Μας προτείνει ν’ αφήσουμε τον ανυπόφορο για πολλούς ζυγό της ζωής και να σηκώσουμε επάνω μας έναν άλλο ζυγό: άγνωστο στον κόσμο, απαλό, αγαθό και ελαφρό, δικό του ζυγό. Όταν λέμε ζυγός εννοούμε κατάσταση στην οποία βρίσκεται ένας δούλος. Την κατάσταση βέβαια αυτή δεν την θεωρούμε καθόλου ευχάριστη. Τον δικό Του όμως ζυγό ο Κύριος τον ονομάζει απαλό και ελαφρό.


Πώς να το καταλάβουμε; Γιατί είναι απαλός και ελαφρός είναι ο ζυγός του Χριστού; Μήπως επειδή ζυγό ονομάζει τον θείο νόμο της αγάπης του τον οποίο δίνει στον κόσμο, στον κόσμο ο οποίος σχεδόν καθόλου δεν σκέφτεται την αγάπη; Ή επειδή ο δικός του λόγος της αγάπης άνοιξε για την ανθρωπότητα, που ζούσε χωρίς αγάπη, έναν καινούριο κόσμο, έναν κόσμο στον οποίο λάμπει το θείο φως της αγάπης που διαλύει το οποιοδήποτε σκοτάδι; Δεν είναι μεγάλη χαρά να βγούμε από το σκοτάδι στο φως; Δεν θα σκιρτήσει η καρδιά του ανθρώπου όταν θα βγει από το σκοτάδι και θα καταλάβει ότι ο ίδιος ο Κύριος τον κρατά στην αγκαλιά Του;


Αλλά τι επιτέλους σημαίνει ζυγός του Χριστού; Σημαίνει να ζούμε σύμφωνα με τις εντολές του. Να είμαστε ταπεινοί και πράοι, να διψάμε και να πεινάμε την υψίστη αλήθεια. Να είμαστε ελεήμονες και καθαροί τη καρδία. Να μας κακολογούν και να μας διώκουν για την πίστη στον Υιό του Θεού και για την αγάπη του. Ναι, αυτό και μόνο αυτό σημαίνει ο απαλός ζυγός του Χριστού και ελαφρό φορτίο του. Τη δύναμη για να τα σηκώσουμε μας τη δίνει ο Σταυρός του Χριστού, που υψώνεται πάνω από τον κόσμο και τον φωτίζει. Ο Σταυρός πάνω στον οποίο ο Υιός του Θεού υπέφερε τα πάθη και έδωσε την ζωή Του για να ζει ο άνθρωπος.


Ας προσκυνήσουμε το υποπόδιο του Σταυρού του Χριστού με όλη την ψυχή μας. Αυτός είναι ο απαλός ζυγός του Χριστού, να ακολουθήσουμε τον δρόμο του μαρτυρίου και των διωγμών ο οποίος οδηγεί εκεί όπου αιώνια λάμπει ο Σταυρός του Χριστού μας. Ας ακολουθήσουμε τον Σωτήρα μας και ας θυμόμαστε πάντοτε ότι Αυτός που είναι αληθινός Θεός λέει για τον εαυτό Του ότι είναι πράος και ταπεινός τη καρδία. Να είμαστε και εμείς πράοι και ταπεινοί για να τον ακολουθήσουμε στο δρόμο προς την Βασιλεία της αιώνιας Δικαιοσύνης και του ανεσπέρου Φωτός. Αμήν.


Αγίου Λουκά Αρχιεπισκόπου Κριμαίας, Λόγοι και Ομιλίες Τόμος Α΄, εκδόσεις Ορθόδοξος Κυψέλη, Θεσσαλονίκη, 2014

Μεσοσαρακοστή: Σταυροπροσκύνηση

 Η τρίτη Κυριακή των Νηστειών ονομάζεται «Κυριακή της Σταυροπροσκύνησης». Στην αγρυπνία αυτής της μέρας, μετά από τη μεγάλη Δοξολογία, ο Σταυρός μεταφέρεται σε μια σεμνή πομπή στο κέντρο του ναού και παραμένει εκεί όλη την υπόλοιπη εβδομάδα οπότε στο τέλος κάθε ακολουθίας γίνεται προσκύνηση του Σταυρού.


Μεσοσαρακοστή: Σταυροπροσκύνηση


Αξίζει να σημειωθεί ότι το θέμα του Σταυρού, που κυριαρχεί στην υμνολογία αυτής της Κυριακής, παρουσιάζεται όχι μέσα στα πλαίσια του πόνου αλλά της νίκης και της χαράς. Ακόμα δε περισσότερο οι Ειρμοί του Κανόνα της Κυριακής είναι παρμένοι από την πασχαλινή ακολουθία, «Ἀναστάσεως ἡμερα», και ο Κανόνας είναι παράφραση του αναστάσιμου Κανόνα (Σταυροαναστάσιμος Κανόνας).


Είναι εύκολο να διακρίνουμε το νόημα όλων αυτών. Βρισκόμαστε στη μέση της Μεγάλης Σαρακοστής. Από τη μια πλευρά η φυσική και πνευματική προσπάθεια, αν είναι συστηματική και συνεχής, αρχίζει να μας γίνεται αισθητή, το φόρτωμα να γίνεται πιο βαρύ, η κόπωση πιο φανερή. Έχουμε ανάγκη από βοήθεια και ενθάρρυνση. Από την άλλη πλευρά, αφού αντέξουμε αυτή την κόπωση και έχουμε αναρριχηθεί στο βουνό μέχρι αυτό το σημείο, αρχίζουμε να βλέπουμε το τέλος της πορείας μας και η ακτινοβολία του Πάσχα γίνεται πιο έντονη. Η Σαρακοστή είναι η σταύρωση του εαυτού μας, είναι η εμπειρία -περιορισμένη βέβαια- που αποκομίζουμε άπα την εντολή του Χρίστου που ακούγεται στο ευαγγελικό ανάγνωσμα αυτής της Κυριακής: «ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἀκολουθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτὸν καὶ ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ, καὶ ἀκολουθείτω μοι» (Μαρκ. 8,34). Άλλα δεν μπορούμε να σηκώσουμε το σταυρό μας και ν’ ακολουθήσουμε το Χριστό αν δεν ατενίζουμε το Σταυρό που Εκείνος σήκωσε για να μας σώσει. Ο δικός Του Σταυρός, όχι ο δικός μας, είναι εκείνος που μας σώζει. Ο δικός Του Σταυρός είναι εκείνος που δίνει νόημα αλλά και δύναμη στους άλλους. Αυτό μας εξηγεί το συναξάρι της Κυριακής αυτής:


«Τῇ αὐτῆ ἡμερᾳ, Κυριακῇ τρίτῃ τῶν Νηστειῶν, τὴν προσκύνησιν ἑορτάζομεν τοῦ τιμίου καὶ ζωοποιού Σταυροῦ». Επειδή στη διάρκεια της νηστείας των σαράντα ήμερων, κατά κάποιο τρόπο, και μεις σταυρωνόμαστε, νεκρωνόμαστε από τα πάθη, έχουμε την πίκρα της ακηδίας και της πτώσης, γι’ αυτό υψώνεται ο τίμιος και ζωοποιός Σταυρός, νια αναψυχή και υποστήριξή μας· μας θυμίζει τα πάθη του Κυρίου Ιησού Χριστού και μας παρηγορεί… Είμαστε σαν τους οδοιπόρους σε δύσκολο και μακρινό δρόμο που, κατάκοποι, αν βρουν κάποιο ευσκιόφυλλο δένδρο κάθονται για λίγο ν’ αναπαυθούν και ανανεωμένοι συνεχίζουν το δρόμο τους. Έτσι και τώρα τον καιρό της νηστείας και ατό δύσκολο ταξίδι της προσπάθειας, ο ζωηφόρος Σταυρός φυτεύτηκε στο μέσον του δρόμου από τους αγίους Πατέρες για να μας δώσει άνεση και αναψυχή, για να μας ενθαρρύνει στην υπόλοιπη προσπάθειά μας. Ή, για να δώσουμε και ένα άλλο παράδειγμα: όταν έρχεται ένας βασιλιάς, πριν απ’ αυτόν πορεύονται τα διακριτικά του γνωρίσματα, τα σκήπτρα, τα σύμβολα του και ύστερα εμφανίζεται ο ίδιος χαρούμενος για την νίκη και μαζί του χαίρονται και όλοι οι υπήκοοι του· έτσι και ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, που σε λίγο θα μας δείξει τη νίκη Του κατά του θανάτου Του και θα εμφανιστεί μετά δόξης την ήμερα της αναστάσεως, μας στέλνει πρώτα το σκήπτρο Του, τη βασιλική σημαία, το ζωοποιό Σταυρό ώστε να μας προετοιμάσει να δεχτούμε και τον ίδιο τον Βασιλιά και να Τον δοξάσουμε για τη νίκη…


Με το ζωοποιό Σταυρό γλυκαίνει την πικρία που νοιώθουμε από τη νηστεία, μας ενισχύει στην πορεία μας στην έρημο έως ότου φτάσουμε στην πνευματική Ιερουσαλήμ με την ανάσταση Του… Επειδή ο Σταυρός λέγεται Ξύλον Ζωής και είναι εκείνο το ξύλο που φυτεύτηκε στον Παράδεισο, γι’ αυτό και οι θείοι Πατέρες τοποθέτησαν τούτο στο μέσον της Σαρακοστής, για να μας θυμίζει του Αδάμ την ευδαιμονία και την πτώση του από αυτή· να μας θυμίζει ακόμα ότι με τη συμμετοχή μας στο παρόν Ξύλο δεν πεθαίνουμε πια αλλά ζωογονούμαστε».


Έτσι ανανεωμένοι και καθησυχασμένοι θ’ αρχίσουμε τώρα το δεύτερο μέρος της Σαρακοστής. Μια ακόμα εβδομάδα και την Δʹ Κυριακή ακούμε την αναγγελία: «ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου παραδίδοται εἰς χεῖρας ἀνθρώπων, καὶ ἀποκτενοῦσιν αὐτόν, καὶ ἀποκτανθεὶς τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ ἀναστήσεται» (Μαρκ. 9, 31). Η έμφαση τώρα μετατοπίζεται από μας, από τη δική μας μετάνοια και την προσπάθεια, στα γεγονότα που έγιναν για μας και για τη σωτηρία μας.


Κύριε ὁ δοὺς ἡμῖν προφθάσαι τὴν σήμερον ἡμέραν, Ἑβδομάδα ἁγίαν προλάμπουσαν φαιδρῶς, τῆς Λαζάρου ἐκ νεκρῶν ἐγέρσεως, ἀξίωσον τοὺς δούλους σου τῷ φόβῳ σου πορεύεσθαι, τὸ στάδιον τῆς νηστείας ἄπαν διανύοντας.


Τὸν χρόνον τῆς νηστείας νῦν ὑπερμεσάσαντες, ἀρχὴν ἐνθέου δόξης, σαφῶς ἐπιδειξώμεθα καὶ εἰς τέλος ἐναρέτου πολιτείας, φθάσαι θερμῶς σπεύσωμεν, ὅπως ληψώμεθα, τὴν τρυφὴν τὴν ἀγήρω.


Στον Όρθρο της Τετάρτης της Ε΄ εβδομάδας ακούμε ακόμα μια φορά το Μεγάλο Κανόνα του αγίου Ανδρέα Κρήτης, αλλά αυτή τη φορά ολόκληρο. Αν στην αρχή της νηστείας αυτός ο Κανόνας ήταν μια πόρτα που μας οδήγησε στη μετάνοια, τώρα, προς τα τέλος, φαίνεται σαν μια «ανακεφαλαίωση» της μετάνοιας και της πραγματοποίησής της. Αν στην αρχή μόνο ακούγαμε τον Κανόνα, τώρα ελπίζουμε τα λόγια του να έχουν γίνει λόγια μας, θρήνος μας, ελπίδα μας, μετάνοια και ακόμα μια αξιολόγηση της προσπάθειας μας στην περίοδο της Σαρακοστής: πόσα απ’ όλα αυτά έγιναν αληθινά δικά μας; Πόσο μακριά προχωρήσαμε στο μονοπάτι της μετάνοιας; Γιατί τώρα, όλα αυτά που αφορούν εμάς, πλησιάζουν στο τέλος. Από εδώ και μπρος πια ακολουθούμε και μεις τους μαθητές που «ἦσαν δὲ ἐν τῇ ὁδῷ ἀναβαίνοντες εἰς Ἱεροσόλυμα· καὶ ἦν προάγων αὐτοὺς ὁ Ἰησοῦς». Τους έλεγε δε: «ἰδοὺ ἀναβαίνομεν εἰς Ἱεροσόλυμα καὶ ὁ υἱὸς τοῦ Ἀνθρώπου παραδοθήσεται τοῖς ἀρχιερεῦσι καὶ γραμματεῦσι, καὶ κατακρινοῦσιν αὐτὸν θανάτῳ καὶ παραδώσουσιν αὐτὸν τοῖς ἔθνεσι καὶ ἐμπαίξουσιν αὐτῷ καὶ μαστιγώσουσιν αὐτὸν καὶ ἐμπτύσουσιν αὐτῷ καὶ ἀποκτενοῦσιν αὐτόν καὶ τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ ἀναστήσεται» (Μαρκ. 10, 32‐45). Αυτό είναι το Ευαγγέλιο της Ε΄ Κυριακής.


Ο τόνος στις ακολουθίες της Σαρακοστής αλλάζει. Αν στο πρώτο μέρος της η προσπάθεια μας σκόπευε στο να εξαγνιστούμε εμείς οι ίδιοι, τώρα πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι αυτή η καθαρότητα δεν είναι αυτοσκοπός αλλά πρέπει να μας οδηγήσει στο στοχασμό, στην αυτοσυγκέντρωση και την οικειοποίηση του μυστηρίου του Σταυρού και της Ανάστασης. Το νόημα της προσπάθειάς μας τώρα μας παρουσιάζεται σαν συμμετοχή σ’ αυτό το μυστήριο με το όποιο ήμασταν τόσο εξοικειωμένοι και το θεωρούσαμε δεδομένο ώστε το ξεχνούσαμε. Και τώρα, καθώς Τον ακολουθούμε πηγαίνοντας προς τα Ιεροσόλυμα μαζί με τους μαθητές Του, είμαστε «έκθαμβοι και έντρομοι».


π. Αλέξανδρος Σμέμαν, Μεγάλη Σαρακοστή – Πορεία προς το Πάσχα, 11η έκδοση, Εκδ. Ακρίτας, Αθήνα, 2006

Η προσκύνηση του Σταυρού

 «Υπάρχουν κάποιοι ανάμεσα σ’ αυτούς που βρίσκονται εδώ, οι οποίοι δεν θα γευτούν το θάνατο, πριν δουν να έρχεται δυναμικά η Βασιλεία του Θεού».


Κάθε χρόνο, την εποχή αυτή, ακούμε τα λόγια τούτα. Κάθε χρόνο, την ίδια περίοδο, τα διακηρύττει η Εκκλησία, και η μεγάλη αυτή υπόσχεση του Κυρίου μας επαναλαμβάνεται. Γιατί άραγε γίνεται αυτό; Είναι απλά μια ιστορική δήλωση; Την προφέρει άραγε ο Χριστός απλά επειδή επρόκειτο να αναστηθεί εκ νεκρών και να αναληφθεί «ἐν δόξῃ» πριν πεθάνουν κάποιοι από τους τότε παρισταμένους; Κάτι τέτοιο δεν μπορεί να είναι αλήθεια.


Η προσκύνηση του Σταυρού


Τα Ευαγγέλια γράφτηκαν σε μια συγκεκριμένη εποχή στο παρελθόν και για ένα ιδιαίτερο κοινό· η επίγεια αποστολή του Χριστού έλαβε χώρα σε συγκεκριμένο χρόνο και Εκείνος απευθύνθηκε σε συγκεκριμένους ανθρώπους. Ωστόσο, τα λόγια του Χριστού και των Ευαγγελίων απευθύνονται και σε μας· υπερβαίνουν τα στενά όρια της ιστορίας και μιλούν και στο τώρα. Η υπόσχεση που σήμερα ακούσαμε απευθύνεται και σε μας: υπάρχουν κάποιοι από μας που δεν θα πεθάνουν πριν δουν «να έρχεται δυναμικά η Βασιλεία του Θεού».


Όμως τι σημαίνει στην πραγματικότητα να βλέπεις τη Βασιλεία του Θεού «να έρχεται δυναμικά»; Τα Ευαγγέλια δεν απαντούν κατηγορηματικά, αλλά ο ευαγγελιστής Μάρκος προτείνει ξεκάθαρα μια απάντηση τοποθετώντας τη διήγηση της Μεταμόρφωσης του Χριστού αμέσως μετά τον παραπάνω στίχο. Η έλευση της Βασιλείας του Θεού σχετίζεται με τη Μεταμόρφωση του Υιού του Θεού· του Υιού του Θεού που όμως έγινε και Υιός ανθρώπου. Με άλλα λόγια, η έλευση της Βασιλείας του Θεού σχετίζεται επίσης και με τη δική μας μεταμόρφωση. Όταν ο Χριστός λέει πως κάποιοι από εκείνους που Τον άκουγαν θα βιώσουν -θα δουν- την έλευση της Βασιλείας πριν γνωρίσουν θάνατο, στην ουσία εννοεί ότι θα βιώσουν στη ζωή τους την ανακαινιστική και μεταμορφωτική δύναμη του Θεού.


Υπάρχουν τέσσερις «στιγμές», τέσσερα σημεία της ίδιας της ζωής του Χριστού, όπου αυτή η εμπειρία, αυτό το βίωμα, εκφράζεται πληρέστερα, και αυτή η διαδικασία της μεταμόρφωσης αποκαλύπτεται με περισσότερη καθαρότητα. Το πρώτο σημείο είναι η Βάπτισή Του, τότε που το Πνεύμα κατήλθε και στάθηκε πάνω Του. ( Σύμφωνα με μια πρώιμη παράδοση της Εκκλησίας που δεν έχει καταγραφεί στα Ευαγγέλια, εκείνη τη στιγμή της Βάπτισης, η επιφάνεια του Ιορδάνη ποταμού γέμισε φλόγες). Το δεύτερο σημείο είναι το ίδιο το γεγονός της Μεταμόρφωσης, τότε που ο Πέτρος, ο Ιάκωβος και ο Ιωάννης είδαν τα ιμάτια του Χριστού λευκά σαν το χιόνι, να αστραποβολούν τις άκτιστες ενέργειες του Θεού. Το τρίτο σημείο είναι η Ανάσταση, τότε που ο σαρκωθείς Κύριος, με τη δύναμη του Αγίου Πνεύματος, δρασκέλισε σαν άνθρωπος -και σαν τον Άνθρωπο- το κατώφλι του ερχόμενου κόσμου. Και τέλος, το τέταρτο σημείο, είναι η Ανάληψη, τότε που ο Χριστός πήρε τη θέση Του στα δεξιά του Πατρός, ως Θεός και άνθρωπος αξεδιάλυτα ενωμένος.


Τι συμβαίνει όμως με μας; Πώς μπορούμε να βιώσουμε στη ζωή μας την εμπειρία της εν δυνάμει έλευσης της Βασιλείας; Πώς μπορούμε να βιώσουμε τη μεταμόρφωση στην οποία είμαστε κεκλημένοι;


Καταρχάς, έχουμε βαπτιστεί. Μέσα από τη χάρη του Αγίου Πνεύματος, έχουμε μυστικά θανατωθεί και αναστηθεί ἐν Χριστῷ. Έχουμε δεχτεί με το Χρίσμα τα δώρα του Αγίου Πνεύματος, που οι Απόστολοι κι οι μαθητές του Χριστού δέχτηκαν κατά την στιγμή της Πεντηκοστής. Όλα αυτά μας έχουν δοθεί. Η δύναμη του Θεού είναι μαζί μας. Κι ωστόσο, έχουμε άραγε δει τη Βασιλεία του Θεού στη ζωή μας; Έχουμε γνωρίσει εκ πείρας, τι μπορεί να σημαίνει «μεταμόρφωση»; Κι αν όχι, γιατί; Τι είναι αυτό που στέκει ανάμεσα σε μας και σε όσα έχουμε κληρονομήσει;


Αυτό που στέκει ανάμεσα σε μας και σε όσα μας έχουν κληροδοτηθεί, ανάμεσα σε μας και τη Βασιλεία, είναι ο θάνατος, ο δικός μας θάνατος. Δεν έχουμε πεθάνει τον εσωτερικό θάνατο και γι’ αυτό είμαστε ανίκανοι να οικειοποιηθούμε τη δωρεά της αιώνιας ζωής. Αυτό γίνεται ξεκάθαρο από τον ίδιο τον Ιησού, ο οποίος ακριβώς πριν μιλήσει στο σημερινό ευαγγελικό ανάγνωσμα για τη έλευση της Βασιλείας, λέει: «Όποιος θέλει να σώσει τη ζωή του θα τη χάσει, όποιος όμως χάσει τη ζωή του εξαιτίας Μου και εξαιτίας του ευαγγελίου, αυτός θα τη σώσει». Πρέπει με κάποιο τρόπο να μάθουμε το δρόμο της απώλειας της ζωής μας· πρέπει να μάθουμε τον τρόπο της παραίτησης μας από τη ζωή του «κόσμου τούτου», προκειμένου να κληρονομήσουμε την αιώνια ζωή, να βιώσουμε την έλευση της Βασιλείας.


Πρέπει, εν τέλει, να γίνουμε μαθητές του Χριστού, αληθινοί μαθητές: να Τον ακούσουμε και να διδαχτούμε από Εκείνον. Πρέπει να φτάσουμε στο σημείο να αντιληφθούμε αυτό που εννοεί, όταν λέει: « Όποιος θέλει να με ακολουθήσει -που σημαίνει: “Όποιος θέλει να είναι όπου Εγώ είμαι, όποιος λαχταρά να εισέλθει μαζί Μου στην αιώνια Βασιλεία”- ας απαρνηθεί τον εαυτό του, ας σηκώσει το σταυρό του κι ας με ακολουθήσει».


Μονάχα έχοντας όλα αυτά κατά νου, μπορούμε να αντιληφθούμε το βάρος της λέξης «κάποιοι», που αναφέραμε στην αρχή («υπάρχουν κάποιοι ανάμεσα σ’ αυτούς που βρίσκονται εδώ…»). Δεν είναι απλά ότι κάποιοι από τους ακροατές του Χριστού θα πέθαιναν, ενώ κάποιοι άλλοι θα ζούσαν μέχρι να δουν την έλευση της Βασιλείας. Όχι. Οι περισσότεροι από τους παρισταμένους επρόκειτο να ζήσουν μέχρι τη Σταύρωση. Όμως ακόμα κι απ’ αυτούς, κάποιοι μόνο επρόκειτο να δουν την εν δυνάμει έλευση της Βασιλείας: μονάχα εκείνοι που θα έχαναν τη ζωή τους και θα παραδίδονταν στο Θεό· μονάχα εκείνοι που θα σήκωναν και θα έκαναν δικό τους το δικό Του Σταυρό· μονάχα εκείνοι που θα απαρνιόντουσαν τον εαυτό τους και θα Τον ακολουθούσαν. Όλοι οι άλλοι, ακόμα κι αν ήταν κατά σάρκα ζωντανοί, δεν θα έβλεπαν τη Βασιλεία και δεν θα βίωναν στη ζωή τους τη δύναμη του Θεού και τη μεταμόρφωση του ανθρώπου.


Οι υποσχέσεις του Χριστού δεν είναι ανθρώπινες υποσχέσεις. Οι υποσχέσεις του Θεού έχουν την ισχύ των νόμων της φύσης. Είναι στεριωμένες μέσα στην ίδια τη φύση του κόσμου. Πίσω τους υπάρχει ο ίδιος ο δημιουργικός Λόγος που έφερε κάθε τι στην ύπαρξη εκ του μηδενός. Όταν ο Χριστός λέει πως κάποιοι από τους παρισταμένους -από τους παρισταμένους εδώ, σήμερα, μέσα σ’ αυτό το ναό- δεν θα γνωρίσουν θάνατο μέχρι να δουν την έλευση της Βασιλείας του Θεού, λέει αλήθεια. Κι είναι τα λόγια Του αληθινά τόσο για μας, όσο και για εκείνους προς τους οποίους απευθύνθηκαν την πρώτη φορά. Κι όχι μόνο αυτά τα λόγια Του, αλλά και τα άλλα: « Όποιος θέλει να με ακολουθήσει» -όποιος θέλει να είναι μαζί Μου- «ας απαρνηθεί τον εαυτό του» και «όποιος χάσει τη ζωή του» -όποιος παραιτηθεί από τη ζωή του- «εξαιτίας Μου και εξαιτίας του ευαγγελίου, αυτός θα τη σώσει».


Ας εκμεταλλευτούμε αυτή την περίοδο της νηστείας και τις εβδομάδες που μας απομένουν μέχρι το Πάσχα, για να κάνουμε δικά μας τα λόγια του Χριστού. Το στοίχημα είναι μεγάλο: ή θα γευτούμε την ηδύτητα της Βασιλείας από τώρα, απ’ αυτόν εδώ τον κόσμο, θανατώνοντας μέσα μας τη ζωή «του κόσμου τούτου», ή θα συγκαταλεγούμε ανάμεσα σ’ εκείνους που φεύγουν απ’ αυτή τη ζωή χωρίς να έχουν ποτέ πάρει γεύση της αιώνιας ζωής, χωρίς να έχουν ποτέ δει την έλευση της Βασιλείας.


Βασίλειος Όσμπορν Επίσκοπος Σεργκίεβο, Φως Χριστού: Στο μονοπάτι της Μ. Σαρακοστής, επιμέλεια-μετάφραση Βασίλης Αργυριάδης, 3η έκδ., Αθήνα, Εν πλω, 2006.

Τρίτη εβδομάδα και Κυριακή

 Η τρίτη εβδομάδα συνεχίζει να μας προτρέπει με τα παραδείγματα των μεγάλων νηστευτών της Παλαιάς διαθήκης, για ν’ αξιωθούμε των ιδίων χαρισμάτων με αυτούς. «Ὥσπερ Σαμψὼν νηστείᾳ, δυναμωθέντες δεῦτε, ὡς ἄλλον θῆρα πατάξωμεν, λαοί, τὸν τῆς γαστρὸς δαίμονα, καὶ οὐ μὴ γελάσῃ ἡ Δαλιδὰ τῶν παθῶν, ἐξαπατῶσα ἡμᾶς» (Δευτέρα της τρίτης εβδομάδος).


«Γεδεὼν τὸν θαυμάσιον, ἐκμιμουμένη ψυχή, ἀρετὰς φέρουσα, πίστιν ἐλπίδα, καὶ ἀγάπην Χριστοῦ, ἔξελθε κτείνουσα τὰ ἀλλόφυλα πάθη…».


Τρίτη εβδομάδα και Κυριακή


Συγχρόνως όμως η εβδομάδα αυτή θέτει ενώπιόν μας πάλι την παραβολή του Ασώτου Υιού, για να επιστρέψουμε με μετάνοια στον Ουράνιο Πατέρα. Η αμαρτία μάς κάνει δούλους του διαβόλου και των επαίσχυντων παθών.


«Πάτερ Αγαθέ, όλα όσα μου εχάρισες, τα σπατάλησα με την ασωτία μου! Απομακρύνθηκα από Σένα και έγινα δούλος του ξένου άρχοντος. Τα ακάθαρτα ζώα έβοσκα και από την τροφή τους δεν εχόρταινα. Αλλά, επειδή, γνωρίζω την ευσπλαγχνία Σου, τρέχω προς Εσένα. Σκέπασε την γυμνότητά μου με την φιλανθρωπία Σου και σώσε με». Η αμαρτία όμως δεν ικανοποιείται εύκολα και η ψυχή φθείρεται όσο απομακρύνεται από τον πλούτο της χάριτος, την οποία ολονέν και στερείται.


«Εἰς χώραν ὁ ἄσωτος ἀποδημήσας κακίας, κακῶς ἐδαπάνησα, ὅνπερ πλοῦτον δέδωκας, καὶ λιμῷ τήκομαι ἀγαθῶν πράξεων, καὶ αἰσχύνην παραβάσεως ἰδοὺ ἐνδέδυμαι, χάριτος ἐνθέου γυμνούμενος, καὶ κράζω σοι… δέξαι με ὡς ἕνα, Οἰκτίρμον, τῶν μισθίων σου…»


Αλλά το μεγαλύτερο γεγονός αυτής της εβδομάδος είναι η τιμητική προσκύνησις του Ζωοποιού Σταυρού. Μεγάλο είναι το μυστήριο του Σταυρού και όποιος το εγνώρισε, λέγει ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής, κατενόησε το βάθος των Γραφών και την γνώση όλων των νοητών και αισθητών πραγμάτων.


Ο Σταυρός είναι ανθρώπινο και θείο σημείο.


Αυτές οι δύο έννοιες, του πόνου και της χαράς, ενώθηκαν και έμειναν πάντοτε μαζί. Στην επίγεια ζωή μας αυτούς τους δύο σταυρούς σηκώνουμε και φτιάχνουμε στον σταυρό της σωτηρίας μας, τον σταυρό που πρέπει να σηκώσει κάθε χριστιανός και ν’ ακολουθήσει τον Χριστό, κατά τον λόγο Του: «Ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἐλθεῖν… ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ καὶ ἀκολουθείτω μοι» (Λουκ. 9, 23).


Οπότε λοιπόν, από την ανθρώπινη πλευρά, ο σταυρός είναι κόπος, υπομονή, πόνος, πόλεμος κατά του κακού. Και, επειδή όλα αυτά δεν γίνεται να τ’ αποβάλουμε από την ζωή μας, γι’ αυτό και τον σταυρό δεν ημπορούμε να τον αποφύγουμε. Έτσι ο άνθρωπος είναι υποχρεωμένος να μεταφέρει τον σταυρό του. Ο μισθός της αμαρτίας είναι ο θάνατος. Ο σταυρός των θλίψεων και πειρασμών είναι φυσικός σ’ αυτό τον κόσμο. Με τα βάσανά Του όμως ο Σωτήρ άνοιξε για εμάς τον δρόμο της σωτηρίας. Ο πόνος τώρα πλέον για εμάς δεν οδηγεί στον θάνατο, αλλά στην ζωή. Είναι σταθμός για την χαρά της αναστάσεως. Λίγος σταυρικός πόνος μάς λυτρώνει από τον αιώνιο θάνατο. Γι’ αυτό ο Χριστός περιμένει με πόθο τον Σταυρό, ενώ οι Μάρτυρες τον επιζητούν στα βάσανά τους και εχαίροντο, επειδή εγνώριζαν ότι «οὐκ (εἰσιν) ἄξια τὰ παθήματα τοῦ νῦν καιροῦ πρὸς τὴν μέλλουσαν δόξαν ἀποκαλυφθῆναι εὶς ἡμᾶς» (Ρων. 8, 18).


Από θείας πλευράς, ο Σταυρός είναι το σημείο του Υιού του Ανθρώπου, το σκήπτρον Αυτού, το σημείο δυνάμεως και εξουσίας, το σημείο κατά του θανάτου και του διαβόλου, «ὅπλον ἀήττητον», «ζωὴ καὶ ἀνάστασις».


«Μεγάλη τοῦ Σταυροῦ Σου, Κύριε ἡ δύναμις», ψάλλει με θαυμασμό η Εκκλησία. Και πράγματι, όλη η χάρις και η δύναμις του θεού χορηγείται από το σημείο του Σταυρού. Από την γέννηση και μέχρι του θανάτου και μέχρι της κοινής αναστάσεως, ολόκληρη η ζωή του χριστιανού σφραγίζεται από τον Τίμιο Σταυρό, ο οποίος είναι το κλειδί που ανοίγει τον οίκο των θείων αρετών. Ο Σωτήρ έδωσε στον Σταυρό όλη τη δύναμή Του και τον εχάρισε ως το τιμιώτερο δώρο στους φίλους Του, τους μαθητές Του. Όταν μας έδωσε τον Σταυρό, μας είπε, «αυτόν να έχετε προς ανάμνησίν μου, προς ανάμνησιν της αγάπης μου προς εσάς, για την οποία αγάπη έδωσα την ζωή μου». Πράγματι, ο Σταυρός είναι το σημείο της απεράντου αγάπης του Θεού για τον άνθρωπο. Γι’ αυτό ο Σωτήρ ήθελε να πεθάνει επί του Σταυρού με τα χέρια απλωμένα, για να μας δείξει ότι πάντα στέκεται με την αγκαλιά Του ανοικτή, έτοιμος να μας περιβάλει, να μας αγκαλιάσει, και να μας περιμένει να επιστρέψουμε κοντά Του. Η υπενθύμιση της παραβολής του Ασώτου Υιού, κατά την αντίστοιχη εβδομάδα του Τριωδίου, αυτή την έννοια μας αποκαλύπτει.


Ο σταυρός των θλίψεων και των συμφορών του ανθρώπου, που σηκώνεται με τον Σταυρό του Χριστού -με την αήττητη δύναμή Του- μετατρέπεται σε σταυρό της απαθείας. Ο Σταυρός είναι σημείο της απαθείας, λέγει ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής, θέλοντας να τονίσει με αυτό την κατάργηση της αμαρτίας, που θανατώνει την ζωή. Αυτό είναι το σημείο του πνευματικού ανθρώπου, λύτρωσις από την αμαρτία και ψυχική αναγέννησις δια της θείας χάριτος.


Η εορτή του Σταυρού στο ενδιάμεσο διάστημα των κόπων της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, αυτό ακριβώς το πράγμα θέλει να μας διδάξει, καθώς φαίνεται και από το συναξάριο της Κυριακής, ότι:


– Ο σταυρός της ζωής μας υπενθυμίζει το δένδρο της ζωής, που ήτο φυτευμένο στο μέσον του παραδείσου, το οποίο γεύθηκε ο Αδάμ λόγω παρακοής και ακρατείας του. Ενώ εμείς, με λίγη εγκράτεια, απ’ αυτό το ξύλο αξιωνόμεθα να κοινωνούμε, από το οποίο κάποτε δια του Αδάμ εξαπατηθήκαμε, ώστε να ζούμε πλέον πάντοτε και να μην πεθαίνουμε ποτέ.


– Οι κόποι της νηστείας είναι ένα είδος σταυρώσεως, αλλ’ όταν ενθυμηθούμε την σταύρωση και τα πάθη που υπέμεινε ο Κύριός μας, παίρνουμε θάρρος και παρηγοριά. Ότι ο Ιησούς Χριστός σταυρώθηκε για μας, σημαίνει ότι κι εμείς είμεθα υποχρεωμένοι να σταυρούμεθα μ’ Αυτόν για ν’ αναστηθούμε και δοξασθούμε μαζί Του.


– Η νηστεία είναι πικρά, όπως πικρά ήσαν και τα νερά της ερήμου της Μερράς. Αλλ’ όπως εκείνα γλυκάνθησαν, όταν βύθισε την ράβδο του μέσα σ’ αυτά ο Μωυσής, έτσι και η πικρία της νηστείας μετατρέπεται σε ευχάριστη γεύση από την γλυκύτητα του Σταυρού.


– Στην περίοδο της Νηστείας, η πνευματική πάλη με τον εχθρό είναι ιδιαίτερα πεισματώδης και έχουμε ανάγκη από εξωτερική βοήθεια. Ο Δεσπότης και αρχηγός όλων μας, μάς στέλλει ως πνευματικό όπλο τον Σταυρό, μπροστά στον οποίο τρέμουν και εξαφανίζονται οι διαβολικές δυνάμεις.


– Ο καιρός της Νηστείας είναι μία μορφή ταξιδιού που κάνουμε στην έρημο αυτού του αιώνος με σκοπό να φθάσουμε στην άνω Ιερουσαλήμ. Μ’ αυτή την σκέψη, ο κάθε ταξιδιώτης, κουρασμένος από τα βάρη του και λόγω του μήκους της οδού, εάν εύρη κάποιο σκιερό δένδρο, αναπαύεται. Έτσι ανανεώνει τις δυνάμεις του για την επόμενη διαδρομή. Το ίδιο γίνεται και σ’ εμάς. Καθώς είμαστε κουρασμένοι από την οδό της νηστείας, τίθεται ανάμεσά μας ο Σταυρός, μας ενισχύει και μας επαυξάνει τον πόθο για το υπόλοιπο ταξίδι της νηστείας που ακολουθεί.


– Ο Σταυρός είναι το σκήπτρο του Χριστού. Και, όπως ένας βασιλιάς, όταν πηγαίνει κάπου, στέλλει πρώτα την σημαία και το σκήπτρο του ως σημείο προεξαγγελτικό, έτσι ακριβώς και ο Βασιλεύς Χριστός θέλοντας να μας προαναγγείλει την προσεχή άφιξή του, την μεγαλύτερη νίκη κατά του θανάτου και την δόξα της αναστάσεώς του, μας στέλλει το βασιλικό σκήπτρο, δηλ. τον Σταυρό, για να μας χαροποιήσει και να μας προετοιμάσει για την υποδοχή του ως Ουρανίου Βασιλέως και Νικητού.


Στο τέλος του όρθρου αυτής της Κυριακής γίνεται η έξοδος και προσκύνησις του Τιμίου Σταυρού, τον οποίο προσκυνούμε και ψάλλουμε: «Τὸν Σταυρόν Σου προσκυνούμε, Δέσποτα, καὶ τὴν ἁγίαν Σου Ἀνάστασιν δοξάζομεν». Αυτός ο ύμνος μας φέρει στην μνήμη τα άγια Πάθη του Χριστού, τους θρήνους της παναχράντου Μητρός Του και τις χορηγούμενες δωρεές του αγίου Σταυρού.


«Δεῦτε πιστοί, τὸ ζωοποιὸν Ξύλον προσκυνήσωμεν, ἐν ᾧ Χριστός, ὁ Βασιλεὺς τῆς δόξης, ἑκουσίως χεῖρας ἐκτείνας, ὕψωσεν ἡμᾶς εἰς τὴν ἀρχαίαν μακαριότητα…».


«Δεῦτε, πιστοί, Ξύλον προσκυνήσωμεν, δι᾿ οὗ ἠξιώθημεν, τῶν ἀοράτων ἐχθρῶν συντρίβειν τὰς κάρας. Δεῦτε πᾶσαι αἱ πατριαὶ τῶν ἐθνῶν, τὸν Σταυρὸν τοῦ Κυρίου ὕμνοις τιμήσωμεν… μετὰ φόβου ἀσπαζόμεθα, καὶ τὸν ἐν σοὶ προσπαγέντα Θεόν, δοξάζομεν…».


«Σήμερον τὸ προφητικὸν πεπλήρωται λόγιον: Ἰδοὺ γὰρ προσκυνοῦμεν εἰς τὸν τόπον, οὗ ἔστησαν οἱ πόδες σου Κύριε, καὶ ξύλου σωτηρίας γευσάμενοι, τῶν ἁμαρτίας παθῶν ἐλευθερίας ἐτύχομεν…».


Γέροντας Πετρώνιος Τανάσε, Οι Πύλες της Μετανοίας – Στοχασμοί στο Τριώδιο, Ορθόδοξος Κυψέλη, Θεσσαλονίκη, 2003.

Ο Σταυρός του Κυρίου

 Την τρίτη Κυριακή των Νηστειών η Εκκλησία μας προβάλλει στους πιστούς της τον Σταυρό του Κυρίου. Κατά το συναξάρι της ημέρας: «Επειδή με τη σαρανταήμερη νηστεία, κατά κάποιο τρόπο σταυρωνόμαστε και εμείς με τη νέκρωση από τα πάθη, κι έχουμε μια αίσθηση πικρίας με το να μας δημιουργείται ακηδία και κατάπτωση, μπαίνει μπροστά μας ο τίμιος και ζωοποιός Σταυρός, σαν αναψυχή και στήριγμά μας, και σαν υπόμνηση του Πάθους του Κυρίου μας Ιησού Χριστού και παρηγοριά: αν ο Θεός μας σταυρώθηκε για μας, πόσα πρέπει να κάνουμε εμείς για χάρη Του;


Ο Σταυρός του Κυρίου


Ανακουφιζόμαστε λοιπόν από τους κόπους μας, με την παράθεση των δεσποτικών θλίψεων και με την υπόμνηση και ελπίδα της δόξας που ήρθε μέσα από τον Σταυρό». Κι είναι πράγματι μία επιπλέον ευκαιρία που δίνει η Εκκλησία για να προβληματιστούμε πάνω στο μέγιστο μυστήριο της Σταυρικής Θυσίας του Κυρίου μας.


1. Ο Σταυρός του Χριστού: ιστορικό γεγονός.

Στο Σύμβολο της Πίστεως, εκεί που αναφέρεται στον Σταυρό του Κυρίου, λέει: «Σταυρωθέντα τε ὑπὲρ ἡμῶν ἐπὶ Ποντίου Πιλάτου». Ο Χριστός σταυρώθηκε στην Ιουδαία επί της ηγεμονίας του Ποντίου Πιλάτου. Η σταύρωση δηλαδή έχει ιστορικές συντεταγμένες. Δεν αποτελεί ένα μύθευμα – συνέβη «μια φορά κι έναν καιρό», δηλαδή ποτέ. Ούτε πάλι κατανοείται ως πιθανή ψευδαίσθηση ορισμένων πιστών. Πρόκειται για γεγονός της ιστορίας, που προκαλεί τον οιονδήποτε, πιστό ή αμφισβητία, να ερευνήσει το γεγονός, να το ψηλαφήσει με ανθρώπινα μέσα, να το εντάξει μέσα σε ευρύτερα πλαίσια. Με άλλα λόγια, η αποδοχή της ιστορικότητας του Ιησού Χριστού και των παθών Του είναι αναμφισβήτητη. Μόνον κακοπροαίρετοι και ελλειμματικοί κατά τον νου προκαλούν ερωτηματικά πάνω στα αυτονόητα. Η ίδια η ιστορία όμως τους διαψεύδει. Ο Χριστός έπαθε «ἐπὶ Ποντίου Πιλάτου».


Για τους πιστούς όμως υπάρχει και η οραματική επιβεβαίωση του γεγονότος της Σταύρωσης και από πολλούς αγίους. Δεν είναι λίγοι οι άγιοι που «είδαν» με τη χάρη του Θεού τα γεγονότα του Πάθους. Θυμόμαστε για παράδειγμα το περιστατικό του Γεροντικού με τον όσιο Ποιμένα. Σε έκσταση ευρισκόμενος αλλοιώθηκε το πρόσωπό του, ενώ δάκρυα το αυλάκωναν πυκνά. Και πιεζόμενος από τους μαθητές του ομολόγησε: «Ήμουν κάτω από τον Σταυρό του Κυρίου με την Παναγία Μητέρα Του και τον άγιο Ιωάννη. Πόσο θα ήθελα διαρκώς να κλαίω έτσι μαζί τους!» Παρόμοιο όραμα -και όχι μία μόνο φορά- έζησε και ο μεγάλος Γέροντας της εποχής μας όσιος Πορφύριος. Κι εκείνος Μεγάλη Πέμπτη βράδυ, αλλά και άλλη φορά, «είδε» τον Εσταυρωμένο και συγκλονισμένος, τόσο που δεν μπορούσε να συνεχίσει την ακολουθία, έζησε στιγμές από το άγιο Πάθος Του.


2. Ο Σταυρός: μυστήριον μέγα.

Αν όμως η ιστορικότητα της Σταύρωσης του Κυρίου είναι αναμφισβήτητη, εκείνο που δημιουργεί πρόβλημα αποδοχής είναι το είδος του σταυρικού μαρτυρίου του Χριστού. Το μαρτύριο του Χριστού δεν είναι κάτι το εξωτερικό: βάσανα που φαίνονται. Τέτοια βάσανα σωματικής μορφής πέρασαν άνθρωποι, προ Χριστού και μετά Χριστόν, ίσως και μεγαλύτερα. Το μαρτύριο του Χριστού είναι ποιοτικό, έχει δηλαδή βάθος που δεν μπορεί να προσεγγιστεί παρά μόνον με την πίστη. Διότι επάνω στον Σταυρό δεν πάσχει ένας άνθρωπος, αλλ’ ο ίδιος ο Υιός του Θεού ως άνθρωπος.


Η εν πίστει προσέγγιση -δείγμα της χάρης του Θεού- διανοίγει τους οφθαλμούς της καρδιάς για να δει ο άνθρωπος την πραγματικότητα: την άρση της αμαρτίας του κόσμου από τον Χριστό. Ο Χριστός πάνω στον Σταυρό «αίρει την αμαρτίαν του κόσμου», γεγονός που σημαίνει ότι καταργείται για τον άνθρωπο «το σώμα της αμαρτίας» -δεν αμαρτάνει αναγκαστικά πια ο άνθρωπος- και συμφιλιώνεται με τον Θεό. Με τον Σταυρό του Χριστού έτσι διανοίχτηκε η κλειστή θύρα της Βασιλείας των Ουρανών. Ο Ουρανός έγινε φιλικός και πάλι προς αυτόν. Ό,τι έχασε ο άνθρωπος από την ανυπακοή των πρωτοπλάστων, το κέρδισε πολύ περισσότερο τώρα, με τη μέχρι θανάτου υπακοή του Χριστού, του νέου Αδάμ. «Παρ’ ότι ήμασταν εχθροί με τον Θεό, μας συμφιλίωσε μαζί Του ο σταυρικός θάνατος του Υιού Του… Κι όπως η παρακοή του ενός ανθρώπου έκανε όλη την ανθρωπότητα αμαρτωλή, έτσι και με την υπακοή του ενός θα αναγνωριστούν όλοι δίκαιοι από τον Θεό» (Ρωμ. 5, 10. 19). «Ἄρα οὐκέτι ἐστὲ ξένοι καὶ πάροικοι, ἀλλὰ συμπολῖται τῶν ἁγίων καὶ οἰκεῖοι τοῦ Θεοῦ» (Εφ. 2, 19).


Η άρση της αμαρτίας του κόσμου δεν σχετίζεται με ορισμένες μόνον εποχές. Ο Χριστός «αίρει την αμαρτίαν» σύμπαντος του κόσμου: του προ Αυτού, του κατά την εποχή Του και του μετά από Αυτόν. Έτσι δεν υπάρχει κανείς που να μην είναι ενταγμένος στην κίνηση αγάπης Του, ενώ, ακριβώς γι’ αυτό, δεν υπάρχει αμαρτία ασυγχώρητη. Εκείνος που θα επικαλεστεί μετά τη σταύρωση του Κυρίου τις πολλές και μεγάλες αμαρτίες του για να δικαιολογήσει την απομάκρυνσή του από τον Θεό, ουσιαστικά βλασφημεί τον Σταυρό Εκείνου. Είναι ευνόητο μετά τα παραπάνω ότι οποιαδήποτε λογική προσπάθεια κατανοήσεως του μαρτυρίου του Χριστού διαστρέφει το μαρτύριο και το πάθος Του. Διότι το υποβαθμίζει σε κάτι το φυσικό και ανθρώπινο μόνο. Ο Σταυρός του Χριστού, που αποκορυφώνει το όλος πάθος της ζωής Του, είναι μυστήριο μεγάλο. Αποτελεί θέα των πιστών που κατ’ αναλογία της πίστεώς τους βιώνουν τη χάρη του Θεού μέσα στην καρδιά τους.


3. Ο Σταυρός: φανέρωση της αγάπης του Θεού.

Η αποδοχή του Σταυρού του Κυρίου ως μυστηριακού γεγονότος οδηγεί στην υπέρβαση της παγίδας των «αναλύσεων». Οι αναλύσεις σχετικοποιούν το μυστήριο του Σταυρού και το υποβιβάζουν, όπως είπαμε, στο επίπεδο της ανθρώπινης λογικής. Στην παγίδα αυτή δυστυχώς έπεσαν στο παρελθόν η Δυτική θεολογία και όσοι από τους ορθοδόξους θεολόγησαν με Δυτικά κριτήρια. Δεν ξεχνάμε για παράδειγμα την προσπάθεια του Ανσέλμου Κανταουρίας, που προβληματιζόταν πάνω στο ερώτημα «γιατί έγινε άνθρωπος ο Θεός και γιατί έπαθε». Και η απάντηση που έδινε αποκάλυπτε τη δικανική – νομική κατανόηση της σωτηρίας του ανθρώπου από τον Θεό: να εξιλεωθεί ο Θεός με το πάθος του Υιού Του.


Η ορθόδοξη Εκκλησία απέφυγε τον πειρασμό. Προβληματίστηκε μόνο πάνω στο «ἔδει παθεῖν τὸν Χριστόν», έπρεπε να πάθει ο Χριστός, που σήμαινε γι’ αυτήν κυρίως δύο πράγματα: 1. Το μέγεθος της αμαρτίας του ανθρώπου, τέτοιας που η διδασκαλία μόνη του Χριστού ή και τα θαύματά Του δεν ήταν ικανά προς σωτηρία. Έπρεπε να θυσιαστεί για να αρθεί το χάσμα που η αμαρτία είχε θέσει μεταξύ ανθρώπου και Θεού. 2. Την άπειρη αγάπη του Θεού, που δεν διστάζει να θυσιάσει και τον μονογενή Του Υιό για να σωθεί ο κόσμος. «Οὕτω γὰρ ἠγάπησεν ὁ Θεὸς τὸν κόσμον, ὥστε τὸν Υἱὸν αὐτοῦ τὸν μονογενῆ ἔδωκεν, ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς Αὐτὸν μὴ ἀπόληται, ἀλλ’ ἔχῃ ζωὴν αἰώνιον» (Ιωάν. 3, 16).


Ο προβληματισμός πάνω στην αγάπη του Θεού έθετε για την Ορθόδοξη Εκκλησία και το θέμα της δικαιοσύνης Του. Η δικαιοσύνη του Θεού φανερώθηκε στον Σταυρό ως αγάπη, που σήμαινε κατ’ άνθρωπον αδικία. Και τούτο γιατί ανθρώπινα δεν μπορεί να νοηθεί η καταδίκη του αθώου -του Χριστού που πάσχει υπέρ του αμαρτωλού κόσμου- και η δικαίωση των ενόχων – των ανθρώπων που απαλλάσσονται από την καταδίκη. Η ανθρώπινη δικαιοσύνη απαιτεί το αντίθετο: την καταδίκη του ενόχου και την απαλλαγή του αθώου. Έτσι με τον Σταυρό ιδίως του Χριστού διαπιστώθηκε ότι η θεία δικαιοσύνη δεν λειτουργεί με τα μέτρα τα ανθρώπινα. Αν λειτουργούσε έτσι, το ανθρώπινο γένος θα έπρεπε λόγω της αμαρτίας του να αφανιστεί. Ευτυχώς για εμάς μέτρο της δικαιοσύνης του Θεού είναι η άπειρη αγάπη Του.


Η πατερική παράδοση επεσήμανε την αλήθεια αυτή, όπως για παράδειγμα την εκφράζει ο μεγάλος Ισαάκ ο Σύρος: «Μην ονομάζεις τον Θεό δίκαιο. Διότι η δικαιοσύνη του Θεού δεν γνωρίζεται στα έργα σου… Πώς θα ονομάσεις τον Θεό δίκαιο, όταν διαβάζεις στο ευαγγέλιο για τον μισθό των εργατών; Φίλε, λέγει, δεν σε αδικώ, θέλω να δώσω και σ’ αυτόν τον τελευταίο όσα έδωσα και σ’ εσένα. Εάν ο οφθαλμός σου είναι πονηρός, όμως εγώ είμαι αγαθός. Πώς θα ονομάσει κανείς δίκαιο τον Θεό, όταν διαβάζει στο ευαγγέλιο τα περί του ασώτου υιού, που εσκόρπισε τον πατρικό πλούτο σε ασωτείες, και όταν έδειξε μόνο κατάνυξη, πώς έτρεξε ο πατέρας και έπεσε στον τράχηλό του, και του έδωσε εξουσία πάνω σ’ όλον τον πλούτο… Πού είναι η δικαιοσύνη του Θεού; Διότι ήμασταν αμαρτωλοί, και ο Χριστός απέθανε για χάρη μας;»


4. Ο Σταυρός: κλήση προς μετοχή.

Η απορροή τόσων μεγάλων δωρεών για τον άνθρωπο από τον Σταυρό του Χριστού -κατάργηση της αμαρτίας, συμφιλίωση με τον Θεό, επανένταξη στη Βασιλεία του Θεού- είναι γνωστό ότι προϋποθέτει και την αποδοχή του ανθρώπου. Αν ο άνθρωπος δεν πιστέψει στον Χριστό, αν δεν γίνει μέλος του μυστικού σώματός Του, της Εκκλησίας, οι δωρεές αυτές παραμένουν ανενέργητες γι’ αυτόν και κενές περιεχομένου. Διότι προς σωτηρία του ανθρώπου απαιτείται όχι μόνο η χάρη του Θεού, αλλά και η δική του η θέληση. Πώς λοιπόν πιο συγκεκριμένα μετέχει κανείς στο Χριστό, δηλαδή γίνεται μέτοχος των δωρεών της σταυρικής Του θυσίας;


Με το βάπτισμα. Το βάπτισμα αποτελεί συμμετοχή στον θάνατο και την Ανάσταση του Κυρίου. Όταν τριττώς καταδύεται και τριττώς αναδύεται ο άνθρωπος από την κολυμβήθρα, την «κοιλιά» της Εκκλησίας, συμμετέχει στον θάνατο και την Ανάσταση Εκείνου. Με τη συμμετοχή του αυτή καθαρίζεται, «πεθαίνει», από κάθε αναγκαστική ροπή αμαρτίας και βγαίνει νέος, αναστημένος άνθρωπος. Ο Χριστός γεννιέται μέσα του και γίνεται μέλος του σώματός Του. «Πραγματικά, το βάπτισμά μας σημαίνει πώς συμμετέχουμε στον θάνατο και στην ταφή του Χριστού. Κι όπως ο Πατέρας Θεός με τη δύναμή Του ανέστησε τον Χριστό από τους νεκρούς, το ίδιο κι εμείς μπορούμε να ζήσουμε μία νέα ζωή. Όπως δηλαδή ενταχτήκαμε οργανικά στο σώμα του Χριστού με μία πράξη που συμβολίζει συμμετοχή στον θάνατό του, έτσι θα συμμετάσχουμε πραγματικά και στην ανάστασή Του» (Ρωμ. 6, 4-5).

Με τη θεία Κοινωνία. Η μετοχή του ανθρώπου στον Σταυρό δεν σταματά με το βάπτισμα και το συνακόλουθο βεβαίως χρίσμα. Συνεχίζεται διαρκώς με την εν μετανοία μετοχή του πιστού στο μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας. Διότι η Θεία Ευχαριστία προσφέρει τη διακράτηση και την αύξηση της χάρης του Θεού, που εισήλθε στο βάθος της ψυχής διά του βαπτίσματος. Έτσι χωρίς το σώμα και το αίμα του Χριστού ο πιστός αδυνατίζει και μαραίνεται πνευματικά, που σημαίνει ότι οι δωρεές του Σταυρού με την Θεία Ευχαριστία ανανεώνονται και πολλαπλασιάζονται.

Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος μιλώντας για τη Θεία Ευχαριστία τονίζει τον σταυροαναστάσιμο χαρακτήρα αυτής: «Ὅταν προσίῃς τῶ φρικτῷ ποτηρίῳ, ὡς ἀπ᾿ αὐτῆς πίνων τῆς πλευρᾶς, οὕτω προσίῃς», όταν προσέρχεσαι δηλαδή στο φρικτό ποτήριο, να προσέρχεσαι σαν να πίνεις από την ίδια την πλευρά του Σωτήρος.


Με τον αγώνα για πνευματική ζωή. Ο Χριστιανός δεν γίνεται πνευματικός, μέτοχος δηλαδή των δωρεών του Πνεύματος του Θεού, μόνο με τη συμμετοχή του στα μυστήρια. Μία τέτοια θεώρηση θα έδειχνε ότι η σωτηρία είναι αποτέλεσμα μόνο της χάρης του Θεού χωρίς την ανθρώπινη συνέργεια. Γίνεται και με τον αγώνα του για τήρηση των εντολών του Χριστού. Η τήρηση των εντολών, κυρίως της πίστεως στον Χριστό και της αγάπης στον συνάνθρωπο, τον καθιστά «ανοιχτό» στη χάρη του Θεού και του δημιουργεί τις συνθήκες ορθής μετοχής του στα μυστήρια. Η τήρηση όμως αυτή δεν είναι εύκολη. Απαιτεί σκληρό αγώνα κατά των παθών και των αμαρτιών, ακόμη δε και κατά του αρχεκάκου διαβόλου, που μας πειράζει μέσω των παθών. Έτσι η πνευματική ζωή αποτελεί κυριολεκτικά «μάτωμα» της ψυχής, δόση αίματος, κατά το «δὸς αἶμα καὶ λάβε Πνεῦμα», μ’ ένα λόγο κατανοείται ως συσταύρωση με τον Χριστό. «Εἴ τις θέλει ὀπίσω μου ἔρχεσθαι, ἀπαρνησάσθω ἑαυτὸν καὶ ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ καθ᾿ ἡμέραν καὶ ἀκολουθείτω μοι» (Λουκ. 9, 23).

Ο Σταυρός του Χριστού αποτελεί τη σωτηρία μας. Αυτός είναι η ωραιότητα της Εκκλησίας και η καθέδρα της ορθοδόξου θεολογίας. Κατά τον υμνογράφο «Σταυρὸς ὁ φύλαξ πάσης της οἰκουμένης, Σταυρὸς ἡ ὡραιότης τῆς Ἐκκλησίας, Σταυρὸς βασιλέων τὸ κραταίωμα, Σταυρὸς πιστῶν τὸ στήριγμα, Σταυρὸς ἀγγέλων ἡ δόξα καὶ τῶν δαιμόνων τὸ τραῦμα». Δεν έχουμε παρά να Τον ζούμε καθημερινά με τον τρόπο που είπαμε. Η καθημερινή διαπίστωσή μας θα είναι η συνεχής μεταμόρφωσή μας, όχι από πλευράς ασφαλώς φύσεως, αλλά από πλευράς τρόπου ζωής. Με τον τρόπο αυτό θα ανήκουμε και εμείς σε εκείνους που χαρμονικά θα προσμένουν το «σημείον» του Υιού του ανθρώπου, τον Σταυρό, όταν ως σύμβολό Του θα εμφανιστεί κατά τη Δευτέρα Του Παρουσία.


Γεώργιος Δορμπαράκης, Του Πάθους και της Ανάστασης, 1η έκδ., Αθήνα, Αρχονταρίκι, 2014.