Τρίτη 1 Ιουνίου 2021

Ο ΜΟΝΑΧΟΣ ΠΟΥ ΕΣΩΣΕ ΤΗΝ ΜΗΤΕΡΑ ΤΟΥ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΟΛΑΣΗ!!!

 Ο επίσκοπος Κύρου Θεοδώρητος, ο όποιος έζησε τον Ε μ.Χ. αιώνα, διηγείται πως μια φορά τον επισκέφθηκε ένας μοναχός, που ερχόταν από πολύ μακριά. Τον έβαλε να ξεκουρασθή και να φάγη.

 Όταν έτρωγε ο μοναχός, παρατήρησε ότι χρησιμοποιούσε μόνο το αριστερό του χέρι και ότι το δεξί του ήταν τυλιγμένο με ένα παλιοράσο.

 Ο επίσκοπος τον ρώτησε, όχι από περιέργεια άλλα από ενδιαφέρον, γιατί είναι τυλιγμένο το χέρι του και μάλιστα με ένα παλιοράσο τριμμένο, ενώ εφαίνετο από την όλη του ενδυμασία ότι δεν ήταν μοναχός ρακένδυτος. Μάλιστα, θέλησε να το τραβήξει για να δη, όπως υποψιαζόταν, αν υπήρχε κάποια πληγή στο χέρι του μονάχου, αλλά αυτός δεν τον άφησε και το σκέπασε γρήγορα, διότι άρχισε να βγαίνει αφόρητη δυσοσμία.

 Κι ο μοναχός διηγήθηκε τα έξης στον επίσκοπο:

 – Σεβασμιότατε, εγώ είχα μια μητέρα πολύ όμορφη, πάγκαλη, η οποία, δυστυχώς, από πολύ νωρίς, αφ ότου χήρεψε, παρεσύρθη στον κακό δρόμο κι έγινε πόρνη. Λόγω δε της μεγάλης ωραιότατος που είχε, απέκτησε πολύ μεγάλη «πελατεία» και έγινε πολύ πλούσια κι έτσι εγώ μεγάλωνα μέσα στη χλιδή και στα πλούτη.

Όταν όμως μεγάλωσα και άρχισα να καταλαβαίνω τι γίνεται, βδελυσσόμενος αυτήν την κατάσταση της μητέρας μου, απομακρύνθηκα για ένα διάστημα από κοντά της και πήγα σε ένα μοναστήρι.

 Πληροφορήθηκα όμως κάποια στιγμή ότι η μητέρα μου αιφνιδίως πέθανε. Και όλη η τεράστια εκείνη περιουσία, την οποία είχε κάνει από την αμαρτία, ήταν πλέον δική μου. Πήγα λοιπόν και την περιουσία αυτή την μοίρασα όλη, μέχρι και της τελευταίας δραχμής, στους φτωχούς κι έφυγα για την Έρημο ξανά, προσευχόμενος για τη σωτηρία της μάνας μου. Βέβαια και για τον πατέρα μου, που όταν είχε κοιμηθή, εγώ ήμουν μωρό.

 Πάντα προσευχόμουν όμως στον Θεό, σαν μοναχός που ήμουν, να με πληροφόρηση εάν οι ελεημοσύνες που δόθηκαν σε όλα τα τότε γνωστά μοναστήρια, για να προσευχηθούν για την ψυχή της μητέρας μου και να κάνουν πολλά-πολλά σαρανταλείτουργα επίασαν τόπο. Επήγα λοιπόν στα Ιεροσόλυμα, μετά από έναν χρόνο και διηγήθηκα στον τότε Πατριάρχη το όλο γεγονός. Και εκείνος μου είπε:

 – Πολύ καλά έκανες βέβαια και μοίρασες όλη αυτή την τεράστια περιουσία στους φτωχούς και έδωσες στα μοναστήρια για να γίνονται Λειτουργίες στο όνομα της μητέρας σου, αλλά για τις πληροφορίες που μου ζητάς να μάθεις που βρίσκεται η ψυχή της μητέρας σου, εγώ δεν είμαι άξιος να σου απαντήσω. Ούτε όμως εδώ στα Ιεροσόλυμα και στα περίχωρα υπάρχει κάποιος προορατικός Γέροντας, που να μπορεί να σε πληροφόρηση για μια τέτοια μεγάλη αποκάλυψη.

 Παίρνοντας λοιπόν την ευχή του Πατριάρχου, πήγα στις Σκήτες της Θηβαΐδος της Αιγύπτου.” Εκεί πράγματι γνώρισα πατέρας και ασκητής πολλούς, που μου υπέδειξαν έναν Γέροντα, πολύ βαθιά στην Έρημο, ικανό να με βοηθήσει. Κι έτσι με έναν ντορβά στον ωμό, με λίγο νερό και ψωμί ξεκίνησα οδοιπορώντας για να βρω τον Γέροντα αυτόν.

 Μου είπαν οι πατέρες ότι: «στην πρώτη σπηλιά που θα συνάντησης, εκεί θα τον βρεις».

 Και πράγματι, ύστερα από οδοιπορία τριάντα ήμερων βρήκα τη σπηλιά και τον άγιο εκείνο άνθρωπο, ο όποιος βγήκε στην είσοδο της σπηλιάς και με υποδέχθηκε.

Εκεί έπεσα στα πόδια του, του έβαλα μετάνοια, φίλησα τις άκρες των δακτύλων του και με δάκρυα στα μάτια του ανέφερα τη ζωή της μητέρας μου και ποιές ήταν οι ενέργειές μου για τη σωτηρία της ψυχής της, με τις ελεημοσύνες και τα σαρανταλείτουργα που έκανα.

 – Παιδί μου, λέει, αυτό που ζητάς να μάθεις από μένα, είναι κάτι πάρα πολύ μεγάλο. “Αλλά όμως, αφού έκανες τόσο μεγάλο κόπο και τόσο μεγάλη πορεία τριάντα ήμερων για να φθάσης μέχρι εδώ, θα παρακαλέσουμε τον Θεό και οι δύο μαζί, να μας πει που περίπου βρίσκετε ι η ψυχή της μητέρας σου.

 Βγήκε λοιπόν έξω, στην πόρτα της σπηλιάς, πήρε μια πετρούλα κι έκανε έναν κύκλο, ο άγιος ασκητής και μου είπε:

 – Σ αυτόν τον κύκλο μέσα έλα και στάσου όρθιος. Και θα μείνεις εδώ όρθιος, χωρίς να καθίσεις, επτά ήμερες. Ούτε θα φας ούτε θα πιείς ούτε θα κουνηθείς!” Επτά μέρες κι επτά νύχτες όρθιος και ακίνητος διαρκώς θα προσεύχεσαι να ελεήσει ο Θεός να μας φώτιση και να μας αποκάλυψη την κατάσταση της ψυχής της μητέρας σου. Θα παρακαλείς τον Θεό συνεχώς με δάκρυα, τα όποια κάθε μέρα θα πρέπει να γίνονται και πιο πολλά. Θα κάνω κι εγώ ακριβώς το ίδιο μέσα στη σπηλιά.

 Και πράγματι, λοιπόν, έγινε αυτό, όπως ακριβώς το είπε ο άγιος εκείνος Γέροντας και φημισμένος ασκητής.

 Όταν έφθασε λοιπόν η νύχτα της έβδομης ημέρας, αρπάχθηκε ο νους του μοναχού στον ουρανό και με έκσταση ψυχής είδε τα φοβερά της Βασιλείας του Θεού. Και ότι ο Θεός ένια ι παρών και στην κόλαση και στον παράδεισο. Στον παράδεισο χαίρονται και στην κόλαση πονούν.

 Είδε λοιπόν, ας πούμε, στην αριστερή του πλευρά, μία φοβερή λίμνη, έναν βόρβορο γεμάτο ακαθαρσίες, λάσπη και ανυπόφορη δυσωδία. Ένα φοβερό μείγμα, που έβραζε και κόχλαζε. Μέσα σ αύτη τη φοβερή λίμνη την καιόμενη του πυρός, όπως μας αναφέρει η Αποκάλυψις, το τελευταίο βιβλίο της Καινής Διαθήκης, είδε να ανεβοκατεβαίνουν οι ψυχές. Πότε να βυθίζονται μέσα σ αυτήν και πότε να ανεβαίνουν ψηλά, να ανέρχονται λίγο σαν να παίρνουν μια αναπνοή και ξανά πάλι μέσα και ξανά πάλι έξω, χωρίς τελειωμό. Είχε την αίσθηση, όπως ακριβώς βράζει κανείς τα φασόλια η τα ρεβίθια και με τον βρασμό ανεβοκατεβαίνουν αυτά, κατά τον ίδιο τρόπο έβλεπε και τις δυστυχισμένες αυτές υπάρξεις να ανεβοκατεβαίνουν.

 Κάποια στιγμή λοιπόν, ανεγνώρισε και τη μητέρα του, της οποίας είδε το κεφάλι. Ανεγνώρισε κι αυτή τον γυιό της που εύρισκετο στην άκρη της λίμνης και φώναξε:

 – Παιδί μου, ΕΛΕΟΣ!!! ΒΟΗΘΕΙΑ!!!

 Και ξαναβυθίοτηκε πάλι μέσα. Και ξαναβγήκε πάλι, ξαναφάνηκε, μέχρι τη μέση τώρα. Και ξαναφωνάζη πάλι «έλεος! έλεος! βοήθεια! βοήθεια!»

 -Παιδί μου, βοήθησε με, βοήθησε με!!! Καίγομαι, πνίγομαι, βασανίζομαι, υποφέρω!…

 Και ξανά πάλι βυθίστηκε. Και ξαναβγήκε για τρίτη φορά.

 – Και τόσος ήταν ο πόνος μου, λέει ο μοναχός, τόση ήταν η οδύνη μου και τόση η λαχτάρα μου, που την ώρα που ξαναβυθιζόταν, βούτηξα το χέρι μου μέσα, την άρπαξα από τα μαλλιά και με πολλή βία την τράβηξα έξω.

 Και δίπλα μου βλέπω μία ωραιότατη χρυσή κολυμβήθρα. Από κάποιο σημείο της, από ένα βράχο…που δεν ήταν και βράχος, δεν ξέρω τι ακριβώς ήταν! έτρεχε γάργαρο νερό και γέμιζε αυτήν την κολυμβήθρα, χωρίς να γεμίζει και χωρίς να αδειάζει ποτέ. Και πήρα τη μητέρα μου και την έβαλα μέσα σ” αυτήν την κολυμβήθρα και πλύθηκε και καθαρίστηκε και έγινε κατάλευκη σαν το χιόνι. Την έβγαλα κατόπιν από την κολυμβήθρα κι εκεί κάποιοι Νέοι, στα ολόλευκα ντυμένοι, έδωσαν λευκά ρούχα, τυλίχτηκε μ” αυτά και εντάχθηκε μέσα στον χορό των Αγίων.

 Κι εκείνη, ανάμεσα στους φωτεινότατους εκείνους Νέους, τους ολόλαμπρους που χαίρονταν μέσα στη χαρά της Βασιλείας του Θεού, με ευχαριστούσε συνεχώς και αδιαλείπτως, μέχρι που ξαναήλθα στον εαυτό μου. Και βρέθηκα το πρωί που τελείωνε η έβδομη ημέρα, να είμαι έξω εκεί, μέσα στον κύκλο, παρακαλώντας θερμά για την κατάσταση της ψυχής της μητέρας μου και βεβαίως ύστερα να ευγνωμονώ τον Θεό συνεχώς.

Όταν ο άγιος εκείνος ασκητής με ρώτησε:

 -Τι είδες, παιδί μου, αυτό το βράδυ; διηγήθηκα όλα αυτά. Και βεβαίως αναλύθηκα σε λυγμούς και σε ευχαριστίες προς τον Θεό και Σωτήρα μας, για την άπειρη ευσπλαχνία.

 Του που έβγαλε την ψυχή της μάνας μου από τον Άδη. Το χέρι μου όμως που βούτηξε μέσα σ” αυτή την φοβερή κατακαιομένη λίμνη του πυρός, την βρωμερά και δυσώδη και μάλιστα μέχρι τον αγκώνα, ήταν όχι μόνο καμένο -διότι έκαιετο εκείνη η λίμνη- αλλά και βρωμούσε απαίσια.

 – Πάτερ μου, λέω, στον άγιο εκείνο Γέροντα και ασκητή σε παρακαλώ πάρα πολύ, κάνε κάτι και θεράπευσε το χέρι μου.

Κι εκείνος μου είπε:

 – Όχι! Μέχρι που να πεθάνεις, θα το δείχνεις! Είναι η απόδειξης, για το πόση δύναμη έχει η Θεία Λειτουργία, τα μνημόσυνα, τα τρισάγια, οι προσευχές με το κομποσκοίνι και οι ελεημοσύνες για έναν κεκοιμημένο. Και σχίζει το ράσο του ο μεγάλος εκείνος ασκητής και Γέροντας και μου λέει:

 -Τύλιξέ το. Ο τόπος τώρα θα ευωδιάζει. Και για εκείνους που θα αμφιβάλλουν, θα το ξετυλίγεις για να αποδεικνύεις την αλήθεια της ιστορίας της ψυχής της μητέρας σου.

 -Σεβασμιότατε, το τραβήξατε λίγο. Για δείτε το τώρα ολόκληρο! Και ξετύλιξε ολόκληρό το χέρι του. Κι ο δεσπότης δεν άντεξε την «βρώμα» κι έφυγε από το δωμάτιο. Τόσο φοβερή ήταν η δυσοσμία. Το ράσο όμως εκείνου του κεχαριτωμένου Γέροντος ήταν ράσο αγιασμένο, γι” αυτό είχε και τόση ευωδία.

ΟΙ ΣΥΜΒΟΥΛΕΣ ΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΑ ΕΥΣΕΒΙΟΥ ΓΙΑΝΝΑΚΑΚΗ (1910 –1995) ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑ ΘΕΟΝ ΖΩΗ

 Πόσο δυνατὸ εἶναι κανεὶς πραγματικὰ νὰ κινεῖται, νὰ σκέπτεται, νὰ ζεῖ, νὰ νταραβερίζεται, νὰ ἐργάζεται συνέχεια μὲ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, μὲ τὴν ἀγάπη τοῦ Κυρίου. Ὅλο ἀναμορφώνεται καὶ ὅλο ἀναγεννᾶται καὶ ἀνεβαίνει ἡ στάθμη τῆς ψυχῆς του καὶ ὅλο περισσότερο ἐπικοινωνεῖ μὲ τὸν Κύριο καὶ ἐπιτυγχάνει τὴ θέωση κατὰ τοὺς πατέρας τῆς Ἐκκλησίας.

  Λοιπόν ἐκεῖνο ποῦ ἀποτελεῖ κίνδυνο, μεγάλο κίνδυνο εἶναι ἡ συνήθεια, μεγάλο καὶ τρομερὸ κίνδυνο ἡ συνήθεια. Ἐμεῖς νὰ μὴν ἐπιτρέψουμε στὸν ἑαυτό μας νὰ συνηθίζει, εἴτε τὴ Λειτουργία, εἴτε τὴν ψαλτική, εἴτε τὸ Ποτήριο τῆς Ζωῆς εἴτε… νὰ μὴ τὸ συνηθίζουμε. Νὰ νοιώθουμε δέος κάθε φορᾶ ποῦ γίνεται Λειτουργία.

 Μὲ πολλὴ συγκίνηση καὶ συναίσθηση καὶ εὐγνωμοσύνη εἰς τὸν Θεὸν νὰ παρακολουθοῦμε. Θὰ μπορούσαμε πάντοτε ὡς γιὰ πρώτη φορὰ καὶ τελευταία φορὰ νὰ παρακολουθοῦμε τὴ Θεία Λειτουργία; Λοιπὸν εἶναι ὁ μεγαλύτερος κίνδυνος ἡ συνήθεια. Συνήθεια καὶ στὸν κανόνα καὶ στὴν προσευχὴ καὶ στὴ Λειτουργία καί, καί, καί.

Ὅταν προσπαθεῖ κανεὶς νὰ νοιώθει τὸν Κύριο κοντά του καὶ νὰ ζεῖ τὸ ἰδανικό του, δὲν γίνεται συνήθεια ποτέ. Μά, καὶ νὰ μὴν προλάβει, ἃς ποῦμε, νὰ κάνει τὸν κανόνα τοῦ ὅλον, ἂν κάνει κεῖνο τὸν κανόνα τὸν πιὸ λίγο καλά, παστρικά, καθαρά, μὲ πολλὴ συναίσθηση, τὸν δέχεται ὁ Θεὸς σὰν δέκα κανόνες. Νὰ εἶναι ὁ νοῦς καὶ ἡ σκέψις μᾶς εἰς τὸν Θεὸν καὶ νὰ νοιώθουμε ἐκεῖ τὸν Θεὸν κοντά μας. Ε, εὐλογεῖ, εὐλογεῖ τότε ὁ Κύριος καὶ ἁγιάζει.

  Η ζωή μας νὰ περπατάει ἔξω ἀπὸ ἀδυναμίες καὶ μακριὰ ἀπὸ ὑποχωρήσεις καὶ συμβιβασμούς. Νὰ ἐπιδιώκουμε βίον ἁγνὸν καὶ ζωὴ ὁλοκάθαρη καὶ Μυστηριακή. Νὰ μοσχοβολάει ἀπὸ προσευχή, ἀπὸ Λατρεία, ἀπὸ ἀγώνα πνευματικὸ καὶ ἅγιο. Ὥστε ὅλα αὐτὰ νὰ βεβαιώνουν ὅτι εἴμαστε σταθεροὶ στὴν κλήση μας, καὶ ὅτι κρατᾶμε δυνατὰ τὴν ἁγίαν παρακαταθήκην τῆς ζωῆς ποῦ μᾶς ἐνεπιστεύθη ὁ Κύριος.

  Ε, αὐτὲς οἳ ἀνθρώπινες ἀδυναμίες θέλουν περιφρόνηση, περιφρόνηση θέλουνε καὶ κατακέφαλα νὰ τὶς χτυπᾶμε. Νὰ μὴ μᾶς παρασύρουνε ποτὲ οἳ ἀνθρώπινες ἀδυναμίες. Νὰ πρυτανεύει τὸ καλλιεργημένο χωράφι καὶ νὰ πρυτανεύει ὁ καλὸς καὶ ἀγαθὸς ἐαυτός μας, διότι ἔχουμε καὶ καλά. Ἐργασία χρειάζεται, ἐργασία, ἐργασία, ἐργασία.

  Νομίζω, εἴτε στὸν ἑαυτὸ μᾶς παρατηροῦμε ἀδυναμίες καὶ πέφτουμε, εἴτε στοὺς παραέξω, μπροστὰ στὴ δόξα καὶ τὸ μεγαλεῖο καὶ τὴ χαρὰ τοῦ Οὐρανοῦ, δὲν πρέπει νὰ στεκόμαστε καθόλου. Μπροστὰ στὴν ἁγίαν ἀποστολήν μας, ὄχι ἁπλῶς νὰ ξεχνᾶμε τὰ ἐλαττώματα καὶ τὶς ἀδυναμίες μας, ἀλλὰ οὐδόλως νὰ στέκουν στὴ σκέψη μας. Τελεία – τελεία – τελεία περιφρόνησις.

  Στη μετάνοια τοῦ Τελώνου νὰ στεκόμαστε. Οὔτε στὸ ἐλάχιστο νὰ μὴ νιώθει κάποιος ὅτι εἶναι καλύτερος ἀπὸ τὸν ἄλλο….

  Η ἓν μετάνοια ἀδελφὴ εἶναι σιωπηλή, εὐχάριστη, ταπεινή. Ἀκτινοβολεῖ. Δὲν ἐκφράζει γνώμη, δὲν σχολιάζει, δὲν ἐλέγχει. Οὔτε γιὰ τὸν κόσμο ποῦ ζεῖ στὴν ἁμαρτία ἐκφράζεται ἄσχημα. Λέει: «ἄραγε αὐτοὶ εἶχαν τὶς δικές μου εὐκαιρίες;» Καὶ συμπεριφέρεται μὲ ἐπιείκεια. Τότε ἀπολαμβάνει τὸν κανόνα της, τὴν προσευχή, τὴ λατρεία, τὴ συγχώρηση ποῦ ζητάει κάθε βράδυ.

  Μετάνοια ἴσον τελεία ἀλλαγή. Πρῶτα το ἔργο τῆς μετανοίας καὶ κατόπιν τῆς διακονίας. Ἅμα προηγεῖται ἡ μετάνοια εἶναι χαριτωμένος ὁ ἄνθρωπος. Τὸν ἑαυτὸ τοῦ παρακολουθεῖ καὶ ἐλέγχει. Ἀγωνίζεται γύρω ἀπὸ τὰ ἐλαττώματά του, καὶ λέει συνέχεια «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησαν μέ, τὸν ἁμαρτωλό»…. Λοιπὸν ἡ ἀφιερωμένη ψυχὴ ποῦ ζεῖ ἐν μετάνοια δὲν φοβᾶται κανένα δύσκολο σημεῖο. Ἀφήνει μὲ ἐμπιστοσύνη τὸν ἑαυτό της στὰ χέρια τοῦ Θεοῦ.

  Σας μεταφέρω μιὰ παραγγελία τοῦ οὐρανοῦ: Ἡ Νύμφη τοῦ Χρίστου νὰ εἶναι εἰρηνική, χαρούμενη καὶ αἰσιόδοξη, ὅσες δυσκολίες κι ἂν συναντάει.

 Νὰ καταφέρνει ὁ πνευματικὸς καὶ ἀφιερωμένος ἄνθρωπος νὰ εἶναι πάντοτε ξάστερος. Νὰ στέκεται παραπάνω ἀπὸ καταστάσεις, ἀπὸ κάτι ποῦ θὰ συμβεῖ, ἀπὸ δυσκολίες. Νὰ τὸ πνίγει μέσα του.

 Ἐφόσον ἐγκαταλείψαμε τὰ πάντα, θέλουμε δὲν θέλουμε θὰ περπατήσουμε στ’ ἀχνάρια τῶν Λγίων. Αὐτὸ καλούμεθα νὰ κάνουμε. Καὶ κατ’ ἀκολουθίαν δὲν μᾶς κουράζει καὶ δὲν μᾶς ἀπογοητεύει καμμιὰ δυσκολία. Διότι ἂν οἳ Μάρτυρες ἀντιμετώπισαν τὸ Μαρτύριο μὲ χαρὰ καὶ μὲ ἐνθουσιασμό, ἐμεῖς εἶναι νὰ στεκόμαστε σὲ τυχὸν μικροδυσκολίες;

  Συναντήσαμε ἐμεῖς δυσκολίες ποῦ συνάντησε ὁ Παῦλος; Μπορεῖ νὰ εἴμαστε λίγο ἀδύνατοι καὶ μᾶς στοιχίζει. Ἔτσι, παιδί μου, θὰ μᾶς κάνει μεγάλο παράπονο ὁ Κύριος. «Βρὲ παιδί μου», θὰ πεῖ «ἐγὼ πάνω στὸ Σταυρὸ παραπονέθηκα; Δέχτηκα καρφιά. Παραπονέθηκα ἐγώ; Παρουσιάστηκα σκυθρωπὸς καὶ κατηφὴς καί… καί… καὶ ἀπογοητευμένος; Ἔσυ, γιατί, παιδί μου; Γιατί ἀφήνεις τὸν ἑαυτό σου καὶ ἀπογοητεύεσαι»;

 Νὰ λέμε: «Εἶσαι καλὴ δυσκολία, ἦλθες νὰ μὲ ὠφελήσεις. Ἦλθες νὰ μὲ γεμίσεις μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ, μὲ τὴ δύναμη τοῦ Κυρίου. Καὶ τί εἶσαι σὺ δυσκολία μπροστὰ στὸ Σταυρὸ τοῦ Κυρίου; Λοιπὸν ἔτσι νομίζω· ὡς Πνευματικὸς μικρὸς καὶ ταπεινός, αὐτὸ ἔχω νὰ καταθέσω. Καὶ δὲν πρέπει νὰ ἀφήνουμε τὸ κάθε τί ποῦ λέμε ἀπαρατήρητο καὶ νὰ μὴν τὸ ἐφαρμόζουμε. Διότι θὰ μοῦ ζητήσει λόγο ὁ Θεὸς ἐκεῖ πάνω. Θὰ μοῦ πεῖ: «τί ἔκανες ἐκεῖ κάτω; Γιατί δικαιολογοῦσες τὶς δυσκολίες τῆς καθεμιᾶς καὶ προχωροῦσε ὁ καιρὸς μὲ τὰ ἐλαττώματά της;».

 Λοιπόν, παρακαλῶ τὸ δύσκολο νὰ τὸ βλέπουμε εὔκολο καὶ τὸν πειρασμὸ νὰ τὸν βλέπουμε ὡς εὐκαιρία γιὰ νὰ ὠφελούμεθα. Νὰ ἔχουμε πιὸ πολλὴ Χάρη, πιὸ πολὺ πλοῦτο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τῆς δυνάμεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Νὰ λέμε: «δόξα Σοί, ὁ Θεός», νὰ εὐχαριστοῦμε τὸν Θεὸ γιὰ τὴν κάθε δύσκολη στιγμή. Γιατί μᾶς δίνει τὴν εὐκαιρία νὰ κάνουμε κάτι, νὰ παρουσιάσουμε κάτι.

  Να ἐνισχύσουμε λίγο περισσότερο τὸν ἑαυτό μας καὶ νὰ καταλάβουμε ὅτι τὰ δύσκολα σημεῖα εἶναι οἳ πλατιοὶ δρόμοι καὶ οἱ λεωφόροι ποὺ μᾶς ὁδηγοῦν στὸν Οὐρανὸ καὶ στὸν Παράδεισο. Νὰ τὸ ζεῖ αὐτὸ ὁ ἀφιερωμένος ἄνθρωπος. Ἡ δυσκολία εἶναι τὸ ὡραιότερο, τὸ ἁγιώτερο, τὸ πιὸ εὐχάριστο γεγονὸς γιὰ τὸ Χριστιανό. Καθ’ ὃν χρόνον ὁ Λπόστολος Παῦλος τὸ ἐπαναλαμβάνει «Χαίρω ἐν τοῖς παθήμασιμου».

  Μας καλεῖ ἡ δυσκολία νὰ προσευχηθοῦμε περισσότερο καὶ νὰ γονατίσουμε περισσότερο καὶ νὰ ἔλθουμε περισσότερο κοντὰ στὸν Κύριο, γιὰ νὰ γνωρίσουμε τὸν ἑαυτό μας. Οἳ ἀδυναμίες εἶναι ἐκεῖνες οἳ ὅποιες πολύ μας βασανίζουν. Διότι δὲν στεκόμαστε στὸ μεγαλεῖο του ξεκινήματός μας καὶ τοῦ ἰδανικοῦ μας…. Ἂν ἔχετε ταξιδέψει μὲ ἀεροπλάνο, θὰ εἴδατε κάτω τὶς πεδιάδες, τὰ ποτάμια, τοὺς δρόμους, τὰ χωριά. Ἔτσι εἶδε ὁ Παῦλος τὸν Παράδεισο! Λοιπόν, τί ὡραῖο νὰ ζοῦμε ἀπὸ ἐδῶ αὕτη τὴν Πολιτεία, ποῦ μᾶς περιμένει!


 Σύντομο βιογραφικὸ καὶ πατρικὲς νουθεσίες τοῦ πολυχαρισματούχου Γέροντος Εὐσεβίου Γιαννακάκη (1910-1995), ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ», Θεσσαλονίκη 2009

Άγιος Ισχυρίων ο μάρτυρας και οι συν αυτώ

 Ο Άγιος Μάρτυς Ισχυρίων καταγόταν από την Αίγυπτο και ήταν αξιωματικός. Μαρτύρησε, το 250 μ.Χ., επί αυτοκράτορος Δεκίου (249 - 251 μ.Χ.), μαζί με πέντε από τους στρατιώτες του, επειδή ομολόγησαν την πίστη τους στον Χριστό. Η Εκκλησία τιμά, επίσης, τη μνήμη του στις 22 Δεκεμβρίου.

Άγιος Σίος ο οσιομάρτυρας ο εκ Γεωργίας

 Ο Άγιος Σίος (Γκαρεγκέλι) έζησε στη Γεωργία το 17ο και 18ο αιώνα μ.Χ. Ασκήτεψε θεοφιλώς στην έρημο του Οσίου Δαβίδ στην ανατολική Γεωργία και τελειώθηκε μαρτυρικά από τους Μουσουλμάνους του Καυκάσου, το 1700 μ.Χ.

Άγιος Φορτουνάτος

 Ο Άγιος Φορτουνάτος ήταν πρεσβύτερος στην πόλη Τερριτά κοντά στο Σπολέτο της Ιταλίας. Διακρίθηκε για τη φιλανθρωπία και το χάρισμα της θαυματουργίας, το οποίο του δώρισε ο Κύριος. Κοιμήθηκε με ειρήνη, το 400 μ.Χ.

Όσιος Ρουαδανός της Κορνουάλης

 Ο Όσιος Ρουαδανός καταγόταν από τη Βρετάνη και έζησε τον 6ο αιώνα μ.Χ. Ασκήτεψε θεοφιλώς στην περιοχή του Ταβίστοκ, της Κορνουάλης και της Βρετάνης και κοιμήθηκε με ειρήνη στην πόλη Λοκρονάν στη Βρετάνη.

Άγιοι Ρεβεριανός και Παύλος και οι συν αυτοίς

 Οι Άγιοι Ιερομάρτυρες Ρεβεριανός, που ήταν Επίσκοπος, και Παύλος ο πρεσβύτερος κατάγονταν από την Ιταλία και έζησαν τον 3ο αιώνα μ.Χ. Απεστάλησαν για να κηρύξουν το Ευαγγέλιο στη Γαλλία. Συνελήφθησαν στην περιοχή του Αουτούν και μαρτύρησαν, το 272 μ.Χ., μαζί με άλλους Χριστιανούς, επί αυτοκράτορος Αυρηλιανού (270 - 275 μ.Χ.).