Τρίτη 2 Φεβρουαρίου 2021

Άγιος Γαβριήλ ο Οσιομάρτυρας ο εν Κωνσταντινουπόλει

Ο Άγιος Γαβριήλ καταγόταν από την Αλλώνη της Προικονήσου. Έγινε μοναχός και υπηρετούσε σαν κήρυκας της ενορίας του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως. Κατηγορήθηκε σαν υβριστής της μουσουλμανικής θρησκείας, φυλακίστηκε και βασανίστηκε στην Κωνσταντινούπολη. Παρέμεινε όμως σταθερός στην πίστη του και επειδή δεν δέχτηκε να γίνει μουσουλμάνος, αποκεφαλίστηκε στις 2 Φεβρουαρίου 1676 μ.Χ. Το λείψανο του Αγίου ρίχτηκε στη θάλασσα από τους Τούρκους. Το μαρτύριο του Αγίου συνέγραψε ο Ιωάννης Καρυοφύλλης.


Ο Άγιος Νικόδημος γράφει στο «Νέον Μαρτυρολόγιον» (1799 μ.Χ.):


«Οὗτος ὁ Ἀγγελώνυμος Μάρτυς Γαβριήλ, ἦν ἐκ χώρας λεγομένης Ἀλλώνης, τῆς ἐπαρχίας Προκοννήσου. Ἐγένετο δὲ Μοναχὸς ἐκ νεαρᾶς ἡλικίας, καὶ διάγων σωφρόνως, καὶ ἐναρέτως πολιτευόμενος, ἔφθασεν εἰς ἔφεσιν καὶ πόθον Μαρτυρικοῦ Στεφάνου· ὅθεν ἐλθὼν ἐν τῇ Βασιλευούσῃ, ἔγινε κῆρυξ τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας· πλησιαζούσης οὖν τῆς ἁγίας Τεσσαρακοστῆς, διελογίζετο καθ᾿ ἑαυτόν, μὲ τὶ τρόπο νὰ τύχῃ τοῦ ποθουμένου Μαρτυρίου, καὶ διανυκτερεύων, καὶ ἀγρυπνῶν ἔνδον τοῦ Πατριαρχικοῦ ναοῦ, ἐπεκαλεῖτο τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν, τὸν ὁποῖον ἐξ ὅλης ψυχῆς καὶ καρδίας, ἐκ νεότητος ἐπόθει διὰ νὰ φωτίσῃ τὸν τρόπον· μεταλαβὼν οὖν τῶν ἀχράντων μυστηρίων, ἐν μιᾷ τῶν ἡμερῶν ἐξῆλθε στοχαζόμενος κατὰ τὴν ὁδὸν καὶ περιερχόμενος ἐδῶ καὶ ἐκεῖ, ὥσπερ ἡ ᾀσματικὴ νύμφη ἴσως νὰ εὕρῃ ὃν ἐπόθει Νυμφίον Χριστόν. Ἀπαντήσας δὲ αὐτὸν ἕνας Ἀγαρηνός, κατὰ τὴν συνηθισμένην των θρασύτητα, ἔσπρωξε τὸν μάρτυρα, ὡς τάχα μὴ παραμερίσαντα ἀπὸ τὸν δρόμον διὰ νὰ τοῦ κάμῃ τόπον νὰ περάσῃ· ὁ δὲ Μάρτυς ἀντέσπρωξεν αὐτὸν καὶ τὴν θρησκείαν του ὕβρισε· οἱ δὲ ἐκεῖσε παρόντες Ἀγαρηνοὶ ἀκούσαντες τὰς ὕβρεις τοῦ Μάρτυρος, καὶ τὰς φωνὰς τοῦ ὁμοπίστου των, ὁποὺ τοὺς ἐκάλει εἰς ἐκδίκησιν, ἔτρεξαν καταπάνω τοῦ Μάρτυρος, καὶ πιάνοντες αὐτόν, καὶ δέρνοντες, καὶ σπρώχνοντες ἀνηλεῶς, τὸν ἔφεραν εἰς τὸν κριτήν· καὶ ὁ μὲν εἷς Ἀγαρηνὸς ἐβόα, καὶ ἐζήτει δίκην κατὰ τοῦ Μάρτυρος, διατὶ ὕβρισε τὴν πίστιν τους, οἱ δὲ λοιποὶ ἐμαρτύρουν δεινοπαθοῦντες· ὁ δὲ κριτὴς ἐπρόσταξε νὰ βάλλουν τὸν Μάρτυρα εἰς τὴν φυλακήν, δίδοντας καὶ τὴν κατ᾿ αὐτοῦ δίκην ἔγγραφον· τὸ ταχὺ ἐβγάνοντές τον ἀπὸ τὴν φυλακήν, τὸν ἔφεραν εἰς τὸν καϊμακάμη· (ὅτι ὁ Βασιλεὺς ἦτον μὲ τὸν Βεζύρην εἰς τὴν Ἀδριανούπολιν)· καὶ ἔδειξαν εἰς αὐτὸν τὸ τοῦ κριτοῦ γράμμα. Ὁ δὲ καϊμακάμης τὸν ἠρώτησεν ἀνίσως καὶ ἦναι ἀληθινὰ τὰ γραφόμενα, καὶ λεγόμενα κατ᾿ αὐτοῦ; ὁ δὲ Μάρτυς ἔλεγε, ναί, ἀληθινὰ εἶναι· τότε τοῦ λέγει ὁ καϊμακάμης, ἄφες ἄνθρωπε τὴν πίστιν ταύτην, καὶ ἔλα εἰς τὴν ἐδικήν μας· δὲν βλέπεις πόσην δόξαν, καὶ τὶ Βασίλειον ἔχει ἡ τοῦ Μωάμεθ θρησκεία; Ὁ δὲ Μάρτυς ἀπεκρίθη· μή μοι γένοιτο νὰ ἔλθω εἰς τόσην τρέλλαν, καὶ ἀγνωσίαν, ὥστε νὰ εἰπῶ ψιλὸν ἄνθρωπον τὸν Κύριόν μου Ἰησοῦν Χριστόν, τὸν ἀληθινὸν υἱὸν τοῦ Θεοῦ, καὶ ἀληθινὸν Θεόν· τὸν τέλειον Θεόν, καὶ τέλειον ἄνθρωπον· τὸν δὲ ἐδικόν σας τὸν Μωάμεθ νὰ ὀνομάσω ὅλως προφήτην! ἀλλὰ τὸν μὲν Ἰησοῦν μου ὁμολογῶ, καὶ πιστεύω πὼς εἶναι Θεὸς ἀληθινὸς ἐκ Θεοῦ ἀληθινοῦ, τὸν δὲ ἐδικόν σας Μωάμεθ κηρύττω πὼς δὲν εἶναι προφήτης, ἀλλὰ ἄνθρωπος ἰδιώτης, ἀγράμματος, πλαστολόγος, καὶ πολέμιος τοῦ σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ ἑπομένως τὸν ἐξουθενῶ, καὶ ἀποστρέφομαι καὶ αὐτόν, καὶ τὴν πίστιν του. Τοῦ λέγει ὁ καϊμακάμης, μήπως εἶσαι μεθυσμένος ἄνθρωπε, ἢ ἐβγῆκες ἀπὸ τὰς φρένας σου; καὶ ὁ Μάρτυς· οὔτε μεθύω, οὔτε τῶν φρενῶν μου ἐξίσταμαι, ἀλλὰ χάριτι τοῦ Χριστοῦ μου ὑγιεῖς ἔχω τὰς φρένας, ὡσὰν καὶ τὴν ψυχήν. Τότε ὁ καϊμακάμης τὸ ἥμερον τρέψας εἰς ἀγριότητα καὶ θυμοῦ ἔμπλεως γενόμενος ἅμα δὲ καὶ βλέπων τὸ ἀμετάθετον τοῦ Μάρτυρος, εἶπεν ὀργίλως, καὶ μανιωδῶς πρὸς τὸν ἔπαρχον, λάβε τὸν παρόντα, καὶ δὸς εἰς αὺτὸν τὸν θάνατον διὰ ξίφους. Λαβὼν δὲ τὸν Ἅγιον ὁ ἔπαρχος, παρέδωκε τῷ τζελάτῃ ὅστις δένοντάς τον τὸν ἐπῆγε εἰς τόπον λεγόμενον Παχτζὲ Καπισί, πλησίον τοῦ κουμερκίου· καὶ ἐκεῖ γονατίζοντας ὁ Ἅγιος καὶ προσευχόμενος χαριέστατα, καὶ κλίνοντας τὴν μακαρίαν αὐτοῦ κεφαλήν, ἀπετμήθη· καὶ ἡ μὲν Ἁγία, καὶ ὁλόφωτος αὐτοῦ ψυχή, ἀπῆλθεν εἰς τὸν ποθούμενον καὶ πολυέραστον νυμφίον της, τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν, ἵνα λάβῃ τὸν ἡτοιμασμένον παρ᾿ αὐτοῦ τρίπλοκον στέφανον, τῆς τε παρθενίας, τῆς ἀσκήσεως, καὶ τοῦ Μαρτυρίου, διὰ νὰ χαίρεται, καὶ νὰ ἀγάλλεται ἐν τῷ χορῷ τῶν παρθένων, καὶ ἀσκητῶν, καὶ Μαρτύρων· τὸ δὲ Μαρτυρικὸν αὐτοῦ καὶ σεβάσμιον λείψανον, μετὰ τρεῖς ἡμέρας οἱ ἐκεῖσε Ἀγαρηνοί, τὸ ἔρριψαν εἰς τὴν θάλασσαν, ὅτι οὐ ἴσχυσαν οἱ εὐσεβεῖς νὰ τὸ πάρουν διὰ χρημάτων· οὕτως ἐν ὀλίγῳ τελειωθεὶς ἐπλήρωσε χρόνους μακρούς, καὶ ὀλίγον κοπιάσας μὲ πολλὴν ζέσιν, καὶ προθυμίαν ἤρπασεν ὅλους τοὺς αἰῶνας, μὲ τὰ ἐν ἐκείνοις αἰώνια ἀγαθά· οὗ ταῖς πρεσβείαις ῥυσθείημεν τῆς κολάσεως, καὶ ἀξιωθείημεν τῆς Βασιλείας τῶν οὐρανῶν. Ἀμήν».


Άγιος Ιορδάνης ο εκ Τραπεζούντας

Ο Άγιος Ιορδάνης καταγόταν από την Τραπεζούντα και όταν παντρεύτηκε εγκαταστάθηκε στον Γαλατά της Κωνσταντινούπολης. Τότε ήταν 40 χρονών.


Κάποτε λοιπόν, διασκέδαζε με κάποιους Οθωμανούς συμπατριώτες του, παίζοντας μαζί τους ένα παιγνίδι. Σε κάποια στιγμή, ένας συμπαίκτης του, είπε κοροϊδευτικά στα ελληνικά: «Άγιε Νικόλα ψωριάρη, βοήθησε με να νικήσω». Ο Ιορδάνης τότε, απάντησε παρόμοια εις βάρος όμως του Μωάμεθ. Την επόμενη μέρα, ένας από την παρέα του τον κατηγόρησε σαν υβριστή της θρησκείας του Μωάμεθ.


Οδηγήθηκε λοιπόν στον Βεζίρη και πιέστηκε να δεχθεί τον μουσουλμανισμό για να αποφύγει την τιμωρία του θανάτου. Ο Ιορδάνης, όμως, παρέμεινε σταθερός στην αγάπη του προς τον «γλυκύτατο Ιησού» και έτσι οδηγήθηκε από τον έπαρχο στο Κουτζούκ Καραμάνι, τον τόπο της εκτέλεσης. Ενώ ήταν έτοιμος ο δήμιος να αποκεφαλίσει τον μάρτυρα, έφθασε αγγελιοφόρος του Βεζίρη και είπε μυστικά στον Ιορδάνη: «Ο Βεζίρης σε συμβουλεύει να λυπηθείς τη ζωή σου και πες φανερά ότι τουρκεύεις και έπειτα πήγαινε όπου θέλεις να ζήσεις χριστιανικά». Ο Ιορδάνης απάντησε: «Ευχαριστώ τον Βεζίρη, αλλά αυτό δεν θα το κάνω ποτέ». Έτσι ο δήμιος έκοψε το κεφάλι του ένδοξου αυτού μάρτυρα, στην Κωνσταντινούπολη στις 2 Φεβρουαρίου του 1650 μ.Χ. (κατ' άλλους το 1651 μ.Χ.). Τη νύκτα πήγαν οι συγγενείς και οι φίλοι του στον έπαρχο, και αφού του έδωσαν αρκετά χρήματα, πήραν το ιερό λείψανο του και το έθαψαν ευλαβικά στην τοποθεσία Μπέγιογλου.


Το μαρτύριο του Αγιού συνέγραψαν ο Ι. Καρυοφύλλης, Μέγας Λογοθέτης της Μεγάλης Εκκλησίας και ο Μελέτιος Συρίγου.


Άγιος Αγαθόδωρος

Ο Άγιος Αγαθόδωρος μαρτύρησε στα Τύανα (σημερινή Nίδρα ή Nίγδελι) της Καππαδοκίας. Στην αρχή του ξερρίζωσαν τα δόντια, έπειτα του έκοψαν τη γλώσσα, και κατόπιν του αφαίρεσαν με ξυράφι το δέρμα. Αλλά η πίστη του προς τον Χριστό, έμεινε ακέραια και ακλόνητη, καταντροπιάζοντας τους άγριους βασανιστές. Τέλος πέθανε, αφού του διαπέρασαν τα μυαλά με πυρωμένα σουβλιά, από τα όποια όμως φλογερώτερος απέμεινε ο ζήλος της ευσέβειας και της αγάπης του προς τον Χριστό.

Απολυτίκιο ψάλλει ο αρχ. π. Νικόδημος Καβαρνός

 


Υπαπαντή του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού

ο γεγονός αυτό εξιστορεί ο ευαγγελιστής Λουκάς στο κεφάλαιο Β', στ. 22-35. Συνέβη σαράντα μέρες μετά τη γέννηση του παιδιού Ιησού. Σύμφωνα με το Μωσαϊκό νόμο, η Παρθένος Μαρία, αφού συμπλήρωσε το χρόνο καθαρισμού από τον τοκετό, πήγε στο Ναό της Ιερουσαλήμ μαζί με τον Ιωσήφ, για να εκτελεσθεί η τυπική αφιέρωση του βρέφους στο Θεό κατά το «πάν άρσεν διανοίγον μήτραν (δηλαδή πρωτότοκο) άγιον τω Κυρίω κληθήσεται» και για να προσφέρουν θυσία, που αποτελούνταν από ένα ζευγάρι τρυγόνια ή δύο μικρά περιστέρια. Κατά τη μετάβαση αυτή, δέχθηκε τον Ιησού στην αγκαλιά του ο υπερήλικας Συμεών . Αυτό το γεγονός αποτελεί άλλη μια απόδειξη ότι ο Κύριος Ιησούς Χριστός δεν ήλθε να καταργήσει τον Μωσαϊκό νόμο, όπως ισχυρίζονταν οι υποκριτές Φαρισαίοι και Γραμματείς, αλλά να τον συμπληρώσει, να τον τελειοποιήσει.


Κατά την ολονυκτία της Υπαπαντής στην Κωνσταντινούπολη, οι βασιλείς συνήθιζαν να παρευρίσκονται στο Ναό των Βλαχερνών. Η συνήθεια αυτή εξακολούθησε μέχρι τέλους της βυζαντινής αυτοκρατορίας.



Ἀπολυτίκιον  

Ἦχος α’.

Χαῖρε Κεχαριτωμένη Θεοτόκε Παρθένε, ἐκ σοῦ γὰρ ἀνέτειλεν ὁ Ἥλιος τῆς δικαιοσύνης, Χριστὸς ὁ Θεὸς ἠμῶν, φωτίζων τοὺς ἐν σκότει. Εὐφραίνου καὶ σὺ Πρεσβῦτα δίκαιε, δεξάμενος ἐν ἀγκάλαις τὸν ἐλευθερωτὴν τῶν ψυχῶν ἠμῶν, χαριζόμενον ἠμὶν καὶ τὴν Ἀνάστασιν.


Κοντάκιον

Ἦχος α’.

Ὁ μήτραν παρθενικὴν ἁγιάσας τῷ τόκῳ σου, καὶ χεῖρας τοῦ Συμεὼν εὐλογήσας ὡς ἔπρεπε, προφθάσας καὶ νῦν ἔσωσας ἠμᾶς Χριστὲ ὁ Θεός. Ἀλλ' εἰρήνευσον ἐν πολέμοις τὸ πολίτευμα, καὶ κραταίωσον Βασιλεῖς οὖς ἠγάπησας, ὁ μόνος φιλάνθρωπος.


Ὁ Οἶκος

Τῇ Θεοτόκῳ προσδράμωμεν, οἱ βουλόμενοι κατιδεῖν τὸν Υἱὸν αὐτῆς, πρὸς Συμεὼν ἀπαγόμενον, ὃν περ οὐρανόθεν οἱ Ἀσώματοι βλέποντες, ἐξεπλήττοντο λέγοντες· θαυμαστὰ θεωροῦμεν νυνὶ καὶ παράδοξα, ἀκατάληπτα, ἄφραστα, ὁ τὸν Ἀδὰμ δημιουργήσας βαστάζεται ὡς βρέφος, ὁ ἀχώρητος χωρεῖται ἐν ἀγκάλαις τοῦ Πρεσβύτου, ὁ ἐπὶ τῶν κόλπων ἀπεριγράπτως ὑπάρχων τοῦ Πατρὸς αὐτοῦ, ἑκὼν περιγράφεται σαρκί, οὐ Θεότητι, ὁ μόνος φιλάνθρωπος.


Μεγαλυνάριον

Σήμερον ἡ Πάναγνος Μαριάμ, τῷ Ναῷ προσάγει, ὥσπερ βρέφος τὸν Ποιητήν, ὃν ἐν ταῖς ἀγκάλαις, ὁ Πρέσβυς δεδεγμένος, Θεὸν αὐτὸν κηρύττει, κἂν σάρκα εἴληφε.


Δευτέρα 1 Φεβρουαρίου 2021

"ΑΝΟΙΓΕΣΘΩ Η ΠΥΛΗ".ΔΟΞΑΣΤΙΚΟ ΕΣΠΕΡΙΝΟΥ ΥΠΑΠΑΝΤΗΣ

Τα χέρια του Ιερέα στη ζωή μας! Αρχιμ. Καλλίνικος Μαυρολέων

Όταν έμπαινε στο Ναό της Ιερουσαλήμ η Παναγία μας, κρατώντας στην αγκαλιά της βρέφος 40 ημερών τον Ιησού, μαζί με τις άλλες μητέρες που έρχονταν εκεί για να καθαριστούν μετά τον τοκετό και να παρουσιάσουν τα πρωτότοκά τους παιδιά, κανένας δεν μπορούσε να διακρίνει κάτι το ξεχωριστό σ’ αυτό το παιδί! Μόνο ένας, ο πρεσβύτης Συμεών, ειδοποιημένος από το Άγιο Πνεύμα, έτρεξε να υποδεχτεί Εκείνον που τόσα χρόνια περίμενε πρώτα να δει με τα σωματικά του μάτια κι έπειτα να πεθάνει…

Η πολυπόθητη στιγμή είχε φτάσει! Πήρε στα χέρια του το βρέφος, τον Ιησού, και ζήτησε από το Θεό τώρα πια να πεθάνει, αφού είδαν τα μάτια του το σωτήρα όλου του κόσμου, το Χριστό!



Κι αυτή η συγκλονιστική στιγμή ζωντανεύει στο διάβα των αιώνων κάθε φορά που ένα αντρόγυνο φέρνει στο Ναό το νεογέννητο παιδί της, για να “σαραντίσει” όπως λέμε, για να διαβάσει, δηλαδή, ο ιερέας ειδικές ευχές στη μητέρα του παιδιού και να πιάσει στα χέρια του, όπως και τότε ο Πρεσβύτης Συμεών, το μικρό παιδί…

Στα χέρια του Ιερέα! Αλήθεια, έχετε ποτέ αναρωτηθεί πόσο μεγάλη σχέση έχει η ζωή μας με τα χέρια του ιερέα; Η πρώτη έξοδος του νεογέννητου παιδιού από το σπίτι του γίνεται την ημέρα του σαραντισμού. Το παιδί μας κάνει την πρώτη επίσκεψή του στο σπίτι του Ουράνιου Πατέρα Του! Εκεί θα το πρωτοπιάσει ο ιερέας στα χέρια του και θα το οδηγήσει στον πρώτο του εκκλησιασμό. Θα το βάλει μπροστά στις εικόνες του τέμπλου, μετά μέσα στο Ιερό Βήμα, αν είναι αγόρι. Θα εκφωνήσει τα λόγια του Συμεών “Νυν απολύεις με Δέσποτα” και θα το παραδώσει στη μητέρα του.

Αργότερα, πάλι θα φέρει η μητέρα το παιδί στο Ναό. Τώρα για τη βάφτισή του, τη δεύτερη γέννα του από την κολυμβήθρα, την κοιλιά της άλλης Μάνας, της Εκκλησίας! Πάλι θα πιάσει στα χέρια του το παιδί ο ιερέας, να το αλείψει με λάδι αρχικά, να το βαπτίσει στο νερό, να το ντύσει, να το κουρέψει, να το χρίσει, τέλος, με το άγιο Χρίσμα, δίνοντάς του τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος, αναδεικνύοντάς το γνήσιο παιδί της Εκκλησίας.



Στη συνέχεια, όχι μόνο τρεις φορές, όπως πολύ λανθασμένα πιστεύουν και κάνουν μερικοί, αλλά πολλές φορές, πάλι έχοντας στο χέρι του τη λαβίδα θα του μεταδίδει τη θεϊκή τροφή… Το Σώμα και το Αίμα του Χριστού κι όχι το μελάκι ή το χρυσό δοντάκι, όπως πάλι εντελώς ανόητα λένε κάποιοι στα παιδιά, αλλά τον ίδιο το Χριστό, ολοζώντανο, θα βάζει με το τίμιο χέρι του ο ιερέας στο στόμα του παιδιού, για να συγχωρούνται οι αμαρτίες του και να ζει αιώνια! Γιατί τέτοια είναι αυτή η ζωή, η νέα ζωή που πήρε με το βάπτισμα, αιώνια! Χωρίς τέλος, χωρίς ημερομηνία λήξεως!

Κι όσο θα μεγαλώνει θα το μάθει ο νονός ή η νονά του, ότι όταν θα λερώσει με τις αμαρτίες, τις κακίες, τις ζήλειες, τα ψέματα, τις κλεψιές, της ψυχής το λευκό φόρεμα, που απέκτησε με τη Βάπτισή του, τότε πάλι θα τρέξει στον ιερέα! Για να του ομολογήσει τα σφάλματά του, με ειλικρίνεια και μετάνοια πραγματική, για ν’απλώσει πάλι κι εκείνος μετά με το χέρι του το πετραχήλι πάνω του, να του διαβάσει τη συγχωρητική ευχή, να τον σκεπάσει ολόκληρο η Χάρη του Θεού!

Όταν έρθει η ευλογημένη ώρα του γάμου, πάλι ο ιερέας θα πιάσει τα χέρια των νέων πια κι ώριμων παιδιών μας, θα τα ευλογήσει εξ ονόματος του ίδιου του Χριστού, Εκείνου που φέρνει τον ένα στον άλλο κοντά και ενώνει τα διαιρεμένα και θα τα ενώσει σφιχτά, τόσο σφιχτά, ώστε κανένας να μην  μπορεί να μπει ανάμεσά τους, κανένας να μην μπορεί να χωρίσει αυτό το αντρόγυνο. Με τα χέρια του πάλι θα στεφανώσει το γαμπρό και τη νύφη, για τον αγώνα που έκαναν να φθάσουν αγνοί μέχρι το γάμο, θα τους δώσει αργότερα να πιουν κρασί από το κοινό ποτήρι, με τα χέρια του  ύστερα θα τους σύρει στο χορό του Ησαΐα, στο χορό της γαμήλιας χαράς! Και λίγο πριν τελειώσει το μυστήριο του γάμου, πάλι με τα χέρια του θ’αναλάβει τα στέφανά τους και θα χωρίσει τα χέρια τους, βάζοντας ανάμεσά τους το Ευαγγέλιο, δείχνοντάς τους ταυτογχρόνως, ότι μόνο αν ο Χριστός παραμένει ανάμεσά τους κι αγωνιστούν για να εφαρμόζουν όλες τις ημέρες της ζωής τους το λόγο Του, θ’ αξιωθούν να πάρουν και τα στεφάνια του Παραδείσου, τη μεγάλη κείνη ημέρα και την επιφανή!

Κι αν το παιδί μας δεν πάρει το δρόμο του γάμου κι αποφασίσει να αφιερωθεί “ψυχή τε και σώματι” στο Θεό, τότε πάλι στα χέρια του Ιερέα θα δώσει τρεις φορές το ψαλίδι για τον κείρει μοναχό! Τα χέρια του ιερέα θα τον ντύσουν τα μοναχικά ενδύματα! Κι αν προχωρήσει και στην ιεροσύνη, τα χέρια του Αρχιερέα τώρα θα του μεταδώσουν τη Χάρη του Παναγίου Πνεύματος, που θεραπεύει τα ασθενή και τα ελλείποντα αναπληρώνει! Θα τον ντύσουν τα ιερατικά άμφια, θα του παραδώσουν στα δικά του χέρια την “καλήν παρακαταθήκην”, το Σώμα του Χριστού, που θα του ζητήσει ο ίδιος ο Χριστός την ημέρα της δευτέρας Παρουσίας Του!

Τέλος, όταν θα έρθει η ώρα να κλείσουμε κι εμείς τα μάτια μας εδώ στη γη και να τ’ανοίξουμε στην άλλη ζωή, στην ποθεινή μας πατρίδα, πάλι ο ιερέας θα πάρει με τα χέρια του το χώμα να ραντίσει το άψυχο πια σώμα μας, λέγοντας τα λόγια του ίδιου του Θεού “γη ει και εις γην απελεύση”, χώμα είσαι δηλαδή και πάλι στο χώμα γυρνάς, θα ρίξει πάνω μας το λάδι η το κρασί και θα βάλει στο στόμα μας έναν κέρινο μικρό σταυρό, για να βρεθεί στα χείλη μας η καλή απολογία όταν θα συναντήσουμε τον Κύριό μας Ιησού Χριστό…

Πόσο μεγάλη στ’ αλήθεια σημασία δεν έχουν για τη ζωή μας, και την εδώ και την πέρα του τάφου, τα χέρια του Ιερέα! Γι’αυτό να τα φιλούμε ευλαβικά! Να τα ασπαζόμαστε αναλογιζόμενοι κάθε φορά τα πάρα πολλά που χρωστούμε σ’αυτά τα χέρια!

Και να προσευχόμαστε για τους ιερείς μας και για τους αρχιερείς μας αδελφοί! Όπως κι εκείνοι υψώνουν νύχτα και ημέρα τα χέρια τους στις δικές τους προσευχές και μεταφέρουν τις προσευχές μας στο Θεό, τα αιτήματά μας, τα βάσανά μας, τα προβλήματά μας, το καθετί που μας απασχολεί, έτσι κι εμείς να μην ξεχνάμε να ζητάμε γι’αυτούς το φωτισμό, τη δύναμη, τη χάρη, την προστασία του Θεού… Γιατί μεγάλο έργο και βαρύ αναλογεί στον καθένα τους!

Κι ακόμη, να προσευχόμαστε ν’ αναδεικνύει κι άλλους εργάτες στον αμπελώνα Του ο Κύριός μας, γιατί ο θερισμός είναι πολύς και οι εργάτες ολίγοι! Γιατί οι χώρες είναι έτοιμες για θερισμό, γιατί διψάνε οι ψυχές των ανθρώπων για Χριστό, γιατί κι άλλα πρόβατα έχει, που δεν έχουν ακόμη ποιμένα, γιατί είναι έτοιμο το δείπνο Του στη  Βασιλεία των ουρανών και πρέπει να γεμίσουν όλες οι θέσεις!