Πέμπτη 2 Απριλίου 2020

Όσιος Τίτος ο Θαυματουργός

Ο Όσιος Τίτος είχε ψυχή με θερμή αγάπη στο Θεό και τον πλησίον. Όπως ο Κύριος είχε πει στους μαθητές του, «ἐμὸν βρῶμά ἐστιν ἵνα ποιῶ τὸ θέλημα τοῦ πέμψαντός με» ( Ιωάν., δ' 34), δικό μου, δηλαδή, φαγητό είναι να πράττω το θέλημα Εκείνου (του Πατέρα Θεού) που με απέστειλε, έτσι συνέβαινε και στον όσιο Τίτο. Τροφή του ήταν να πράττει με κάθε τρόπο το θέλημα του ουρανίου Πατέρα και να χρησιμοποιεί τη ζωή του για την ηθική και πνευματική οικοδομή των αδελφών του.

Όταν έγινε μοναχός, έλαμψε με την φιλάδελφη συμπεριφορά του, την πραότητα και την επιείκεια. Ήταν χαρακτήρας που γνώριζε να παραβλέπει, να μακροθυμεί, να ανέχεται, να συνδιαλέγεται, να διαλύει τις παρεξηγήσεις, να κερδίζει γρήγορα την εμπιστοσύνη και να κατακτά τις καρδιές των άλλων. "Ετσι, έγινε πνευματικός ηγέτης μεγάλης αποδοχής και πλήθος λαϊκών και μοναχών ζητούσαν να ωφεληθούν από την συντροφιά του. Μάλιστα, ο Θεός αντάμειψε την καθαρότητα της ψυχής και της ζωής του με το χάρισμα να θαυματουργεί.

Αφού έμεινε σταθερός στην πίστη μέχρι τέλους της ζωής του, αποδήμησε στον Κύριο, αφήνοντας πίσω του πολλούς μιμητές.


Ἀπολυτίκιον
Ἦχος πλ. δ’.
Ἐν σοί Πάτερ ἀκριβῶς διεσώθη τό κατ᾽ εἰκόνα· λαβών γάρ τόν σταυρόν, ἠκολούθησας τῷ Χριστῷ, καί πράττων ἐδίδασκες, ὑπερορᾷν μέν σαρκός, παρέρχεται γάρ· ἐπιμελεῖσθαι δέ ψυχῆς, πράγματος ἀθανάτoυ· διό καί μετά Ἀγγέλων συναγάλλεται, Ὅσιε Τίτε τό πνεῦμά σου.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον
Ἦχος δ’. Ὁ ὑψωθεῖς ἐν τῷ Σταυρῷ.
Ἀνατεθεῖς ἀπὸ παιδὸς τῷ Κυρίῳ, ἀγγελικῶς ἐπολιτεύσω ἐν κόσμῳ, καὶ τῶν θαυμάτων εἴληφας τὴν χάριν ἐκ Θεοῦ, ὅθεν ἐχρημάτισας, Μοναζόντων ἀλείπτης, Τίτε παμμακάριστε, καὶ σοφὸς οἰκονόμος. Ἄλλα μὴ παύση Πάτερ ἐκτενῶς, ὑπὲρ τοῦ κόσμου, Θεὸν ἰλεούμενος.

Κοντάκιον
Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Ἐγκρατείας ἄνθραξι, σαυτόν καθάρας, ἀρετῶν ἐξήστραψας, φωτοειδεῖς μαρμαρυγάς, καταφαιδρύνων τούς ψάλλοντας· Χαίροις ὦ Τίτε, Πατέρων ἀγλάϊσμα.

Κάθισμα
Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Δακρύων τοῖς ῥεύμασι, καθάπερ δένδρον σοφέ, ἀεί πιαινόμενος, δικαιοσύνης καρπούς, πλουσίως ἐξήνθησας· ὅθεν σε συνελθόντες, ἐπαξίως τιμῶμεν, Τίτε θαυματοφόρε, ἀσκητῶν ὡραιότης, ἀλλὰ ταῖς ἱκεσίαις ταῖς σαῖς, πάντας περίσῳζε.

Ἕτερον Κάθισμα
Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Τὸν τοῦ βίου τάραχον, ἐγκαταλείψας, καὶ ἡσύχως ἅπαντα, ζήσας τὸν βίον σου σοφέ, πρὸς τὸν Θεὸν μεταβέβηκας, θαυματοφόρε Πατὴρ ἡμῶν ὅσιε.



Τετάρτη 1 Απριλίου 2020

Περί του Μεγάλου Κανόνος «Ψυχή μου, ψυχή μου, ανάστα τι καθεύδεις;»

Χωρίς καλά – καλά να το καταλάβουμε μπήκαμε κιόλας στην πέμπτη εβδομάδα της Μεγάλης Σαρακοστής. Μιας Σαρακοστής εντελώς διαφορετικής. Ο φόβος βλέπετε του κορονοϊού μας κρατάει στα σπίτια μας κι έτσι δεν έχουμε τη δυνατότητα να συμμετάσχουμε στις υπέροχες ακολουθίες των ημερών αυτών, αφού οι Ναοί μας παραμένουν κλειστοί. Ευτυχώς όμως που μπορούμε να παρακολουθήσουμε κάποια από τα εκκλησιαστικά δρώμενα στους τηλεοπτικούς και ραδιοφωνικούς μας δέκτες, όπως επίσης και στο διαδίκτυο. Ταυτόχρονα όμως ουδείς μπορεί να μας εμποδίσει στην κατ’ οίκον καλλιέργεια της ατομικής και οικογενειακής προσευχής. Κάποιες άλλωστε ακολουθίες των ημερών μπορούμε, αν θέλουμε, να τις διαβάσουμε ως προσευχή και κατά μόνας. Όπως τον Μεγάλο Κανόνα που, υπό άλλες συνθήκες, θα ετελείτο στους Ναούς μας την Τετάρτη το βράδυ της πέμπτης εβδομάδας των Νηστειών. Που φέτος, 1 Απριλίου, συμπίπτει και με τη γιορτή της μνήμης της Αγίας Μαρίας της Αιγυπτίας, που είναι όντως υπόδειγμα μετάνοιας.
Ας πούμε λοιπόν λίγα πράγματα για τον Μεγάλο Κανόνα. Το επίθετο Μέγας είναι αυτό που σαφώς σχετίζεται με την έκταση του κανόνα αλλά και με το πολύ μεγάλο και βαθύ σε νοήματα περιεχόμενό του. Ενώ λοιπόν όλοι οι άλλοι κανόνες που καθημερινά, στη διάρκεια του Όρθρου, διαβάζονται στους Ναούς μας περιλαμβάνουν κάτι παραπάνω από 30 τροπάρια, ο Μέγας Κανόνας φτάνει τα 250 τροπάρια. Ποιητής του Μεγάλου Κανόνα είναι ο Άγιος Ανδρέας, Αρχιεπίσκοπος Κρήτης, ο Ιεροσολυμίτης, που γιορτάζει στις 4 Απριλίου.
Ολόκληρος ο Μέγας Κανόνας, που είναι ένα πολύστροφο λειτουργικό ποίημα με πλούσια λυρικά στοιχεία, σαν ένας ποταμός κλαυθμού και δακρύων, πηγάζει από την Αγία Γραφή. Από αυτήν παίρνει της εμπνεύσεις του ο Άγιος Ανδρέας. Δεν αφήνει σχεδόν ούτε μία ιστορία της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης που να μην την συγκρίνει με την δικιά του ζωή. Άλλοτε, για τις καλές πράξεις των προσώπων της Αγίας Γραφής, κατηγορεί την ψυχή του, από πραγματική ταπείνωση, πως δεν της ακολούθησε και με ωραίο τρόπο προτρέπει σε κάθε άνθρωπο να μιμηθεί τα καλά έργα των Αγίων . Και άλλοτε, στις κακές πράξεις που αναφέρονται στην Αγία Γραφεί, κακίζει την ψυχή του που τις ακολούθησε και συμβουλεύει, με πολλή θέρμη, να αποφύγουμε την αμαρτία και το κακό και να επιστρέψουμε στο Θεό, πράγμα που μπορεί να γίνει με δάκρυα και έμπρακτη μετάνοια.
Στην αρχή του Μεγάλου Κανόνος ο Άγιος Ανδρέας εκφράζει την απορία του από ποιο παράπτωμα να αρχίσει στα τροπάρια που πρόκειται να ακολουθήσουν: «Πόθε άρξομαι θρηνείν τας του αθλίου μου βίου πράξεις;». «Από πού να αρχίσω να θρηνώ τις άθλιες πράξεις της ζωής μου; Και ποια, Θεέ μου, να βάλω πρώτη στην τωρινή θρηνωδία; Όμως, εσύ, ως εύσπλαχνος των αμαρτημάτων δος μου τη συγχώρεση». Και παρακάτω θα πει: «Δεν υπάρχει στη ζωή μου αμάρτημα που εγώ Σωτήρ μου δεν έκανα κατά νουν και λόγον και προαίρεσιν, και θέσει και γνώμη και πράξει, εξαμαρτήσας ως άλλος ουδείς πώποτε». Σαν κι’ εμένα δηλαδή ουδείς άλλος έχει αμαρτήσει. Η αρετή της αυτομεμψίας, που χαρακτηρίζει όλους τους Αγίους, καταγράφεται απ’ τον Άγιο Ανδρέα στους στίχους του Μεγάλου Κανόνα, με πολύ ωραίο τρόπο. Και μάλιστα, ευθύς αμέσως μετά, χαρακτηρίζει τη συνείδηση του κάθε ανθρώπου ως το πιο βίαιο πράγμα που υπάρχει στον κόσμο ώστε να ελέγχεται ο άνθρωπος για τις αμαρτίες του και να οδηγείται έτσι στη μετάνοια. «Εντεύθεν και κατεκρίθην, εντεύθεν κατεδικάσθην εγώ ο τάλας υπό της οικείας συνειδήσεως, ής ουδέν εν κόσμω βιαιότερον…» Αν ο άνθρωπος δε παραμέριζε την φωνή της συνειδήσεως του –που είναι η φωνή του Θεού μέσα μας- και έδινε σ’ αυτήν τη δέουσα σημασία προτού να φθάσει στην αλλοίωση, την αλλοτρίωση και την πώρωση, τελικά, της συνειδήσεως, τότε όλοι και όλα θα ήταν πολύ καλύτερα.
Πού διδακτικό είναι, μεταξύ των άλλων, και το τροπάριο από την ενάτη ωδή του Μεγάλου Κανόνα: «Ο Χριστός έγινε άνθρωπος και κάλεσε σε μετάνοια ληστές και πόρνες. Ψυχή μετάνιωσε, έχει κιόλας ανοίξει η πόρτα της Βασιλείας και πριν από σένα, ψυχή μου, προλαβαίνουν και την αρπάζουν φαρισαίοι και τελώνες και μοιχοί που έχουν, δια της μετανοίας, μεταποιηθεί».
Λέει σχετικά σε μία από τις διδασκαλίες του ο Γέρων Εφραίμ της Αριζόνας, ο Φιλοθεΐτης, που λίγο πριν λίγο τα Χριστούγεννα εκοιμήθη: «Πόσοι και πόσοι άνθρωποι, που εμείς τους έχουμε για τιποτένιους και για αμαρτωλούς , μια μέρα μπορεί να βρεθούν στη Βασιλεία του Θεού. Κι’ εμείς που παίρνουμε την καθέδρα του δικαστού και κρίνουμε, να βρεθούμε κατακριτέοι και να περάσουμε στην κόλαση!! Γι’ αυτό λοιπόν χρειάζεται πολλή προσοχή στα έργα μας και να αγωνιζόμαστε να ξεριζώσουμε τον εγωισμό, αυτό το φοβερό θηρίο που μας τρώει, το «εγώ»!! Αυτό φουντώνει μέσα μας και θυμώνουμε και οργιζόμαστε και κατακρίνουμε και απαιτούμε το ένα, απαιτούμε το άλλο και βρίζουμε και χλευάζουμε τον έναν και ταπεινώνουμε τον άλλον. Θηρίο!! Αυτό βοηθάει την κατάκριση, αυτό φουσκώνει τον λογισμό ότι κάτι κάνουμε, ότι είμαστε καλοί, ότι έχουμε αρετές και χίλια δυό άλλα. Η αφετηρία των καλών είναι η ταπεινοφροσύνη, η αφετηρία των κακών είναι ο εγωισμός…»
Γι’ αυτό ο Άγιος Ανδρέας στον Μεγάλο Κανόνα θα επισημάνει: «Ο τελώνης εσώζετο και η πόρνη ακολουθούσε τον δρόμο της σωφροσύνης. Αντίθετα, ο Φαρισαίος καυχώμενος κατακρίνονταν. Ο μεν τελώνης έλεγε ιλάσθητι μοι, η δε πόρνη φώναζε ελέησόν με. Ο Φαρισαίος όμως εκόμπαζε φωνάζοντας. Σ’ ευχαριστώ Θεέ μου, μαζί με άλλες λέξεις που ήταν το αποτέλεσμα της εγωιστικής διαστροφής του νού του».
Ωραιότατο είναι και το Κοντάκιο του Μεγάλου Κανόνα: «Ψυχή μου, ψυχή μου, ανάστα, τι καθεύδεις; Το τέλος εγγίζει και μέλλεις θορυβείσθαι. Ανάνηψον ούν, ίνα φείσηταί σου Χριστός ο Θεός, ο πανταχού παρών και τα πάντα πληρών».
«Ξύπνα λοιπόν ψυχή μου, γιατί κοιμάσαι; Είναι κοντά το τέλος γι’ αυτό πρόκειται να θορυβηθείς, να φοβηθείς. Μετάνιωσε όμως κι’ ο Χριστός, που είναι, ως Θεός, πανταχού παρών και τα πάντα πληρών, θα σε λυπηθεί και θα σε σώσει».
Λέει λοιπόν ο Γέρων Εφραίμ της Αριζόνας: «Κάθε μέρα να είμαστε με το εισιτήριο στο χέρι. Δεν γνωρίζουμε τι θα μας συμβεί. Κάποτε εξομολόγησα κάποιον στο νοσοκομείο με τα νεύματα και σε λίγο πέθανε. Κάτι καλό έκανε στη ζωή του και σώθηκε τελευταία στιγμή. Στη ζωή μου πέρασα πολλές ταλαιπωρίες και είδα ότι η Θεία Πρόνοια κατευθύνει τα πάντα προς το καλό του ανθρώπου. Να μη μας φεύγει η μνήμη του θανάτου».
Τούτες τις μέρες όπου, δια τον φόβο του φονικού κορονοϊού, είμαστε κλεισμένοι στα σπίτια μας, είναι μια ευκαιρία να συνειδητοποιήσουμε την ασημαντότητα μας και φθαρτότητα μας. Σήμερα είμαστε, αύριο δεν είμαστε. Άλλωστε «ως όναρ, ως άνθος ο χρόνος του βίου τρέχει. Τι μάτην ταραττόμεθα;»…
Ταυτόχρονα όμως, τούτες οι μέρες, αφού στην Εκκλησία δεν μπορούμε να πάμε, είναι και μια άλλη ευκαιρία να διαβάσουμε μόνοι μας τον Μεγάλο Κανόνα. Όσο κι’ αν μας φαίνεται δυσνόητος, σίγουρα στο τέλος κάτι θα μείνει και θα ηρεμήσει, θα γαληνέψει η ψυχή μας.

π. Αλεξάνδρου Σμέμαν: Ο φόβος του θανάτου

Ο φόβος του θανάτου προέρχεται από τη βιασύνη, τη φασαρία, την τύρβη και όχι από την ευτυχία.
 Όταν κάποιος γυροφέρνει πολυάσχολος και ξαφνικά θυμηθεί τον θάνατο, ο θάνατος τότε του φαίνεται εντελώς παράλογος, απαίσιος.
Όταν όμως φτάσεις στην ησυχία, στην ευτυχία, στοχάζεσαι τον θάνατο και τον αποδέχεσαι με αρκετά διαφορετικό τρόπο.
   Επειδή ο ίδιος ο θάνατος βρίσκεται σ’ ένα ανώτερο, ‘σημαντικό’ επίπεδο, φαίνεται τρομακτικός μόνον όταν συνδέεται με τη συνηθισμένη, κατώτερη, αχρείαστη πολυπραγμοσύνη.
  Στην ευτυχία, στη γνήσια ευτυχία, αισθανόμαστε την παρουσία της αιωνιότητας στην καρδιά μας, έτσι ώστε η ευτυχία να ανοίγεται στον θάνατο.
  Και τα δύο μοιάζουν μεταξύ τους, και τα δύο αγγίζουν την αιωνιότητα.
 Στην πολυπραγμοσύνη δεν υπάρχει αιωνιότητα και γι’ αυτό η τύρβη απορρίπτει τον θάνατο.

  ‘Μετά των αγίων ανάπαυσον…’ – σημαίνει εν τω θανάτω, όπως τον αντιλαμβάνεται ο ευτυχισμένος άνθρωπος.

Όσιος Ευλόγιος ο διά Χριστόν σαλός

Ο Όσιος Ευλόγιος γεννήθηκε στην Γεωργία και έζησε κατά τους χρόνους της βασίλισσας Ταμάρα (1184 - 1213 μ.Χ.). Επειδή αγαπούσε τον Θεό και την μοναχική πολιτεία, έγινε μοναχός. Ο Θεός ευλόγησε την πνευματική του προσπάθεια και τη σαλότητά του και του χάρισε το προορατικό χάρισμα.

Μαζί με τον Όσιος Ιωάννη τον Φιλόσοφο, ακολούθησε την βασίλισσα Ταμάρα στη μάχη εναντίων του σουλτάνου Ρουκν-εντ-Διν στο Μπασιάνη, το έτος 1203 μ.Χ.

Ο Γεωργιανός στρατός, καθοδηγούμενος από τον βασιλέα Δαβίδ Σοσλάν, έφθασε στο μοναστήρι του Μπάρτζια, όπου οι Όσιοι Ευλόγιος και Ιωάννης, μαζί με την βασίλισσα, προσευχήθηκαν για την νίκη των Χριστιανών. Κατόπιν, οι Γεωργιανές δυνάμεις μεταφέρθηκαν στο Μπασιάνι, όπου βρισκόταν ο σουλτάνος με τον στρατό του, που τον αποτελούσαν 400.000 στρατιώτες. Η βασίλισσα, στην συνοδεία της οποίας ήταν και οι Όσιοι, κατέλυσε κοντά στο χωριό Κόζρχε και εκεί σταμάτησε, ενώ η προσευχή της ήταν αδιάλειπτη.

Μία ημέρα, ενώ οι Όσιοι Ευλόγιος και Ιωάννης ήταν μαζί με την βασίλισσα, ο Όσιος Ευλόγιος κοίταξε ψηλά, μετακινήθηκε από την θέση του και βγήκε από την σκηνή φωνάζοντας: «Ιδού η Χάρη του Κυρίου!» και ανηφόρισε προς την κορυφή ενός λόφου. Ο Όσιος Ιωάννης, που είχε παραμείνει με την βασίλισσα, είπε: «Ο σαλός είχε ένα όραμα και νομίζω ότι ήταν καλό». Φέρνοντας εκ των υστέρων στη μνήμη αυτή την ημέρα και ώρα, προκύπτει ότι εκείνη ακριβώς την στιγμή οι Γεωργιανοί πολεμιστές είχαν κατατροπώσει τον στρατό του σουλτάνου, που ήταν δέκα φορές μεγαλύτερος.

Ο Όσιος Ευλόγιος κοιμήθηκε με ειρήνη.

Όσιος Ιωάννης ο Φιλόσοφος εκ Γεωργίας

Ο Όσιος Ιωάννης (Σκιαβτέλι) έζησε μεταξύ του 12ου και 13ου αιώνα μ.Χ. στη Γεωργία. Σπούδασε Θεολογία, φιλοσοφία και ιστορία στην ακαδημία του Γελατά (βόρεια Γεωργία). Έπειτα έγινε μοναχός και για πολλά χρόνια ασκήτεψε στο περίφημο μοναστήρι του Μπάρτζια (νότια Γεωργία), σε ένα απομονωμένο κελί. Εκεί ο Όσιος Ιωάννης έζησε μία αυστηρή ασκητική ζωή, συνεχώς αφιερωμένος σε θεολογικές αναζητήσεις διά της προσευχής και εντρύφησε στην ερμηνεία της Αγίας Γραφής. Μετά από συνεχείς πνευματικές προσπάθειές του κατόρθωσε να φθάσει σε ένα υψηλό βαθμό πνευματικής τελειώσεως και δέχθηκε το χάρισμα του λόγου, το οποίο φανερώθηκε στην ποιητική του δημιουργικότητα.

Στο μοναστήρι του Μπάρτζια, κατά τα έτη 1210 - 1214 μ.Χ., ο Όσιος Ιωάννης έγραψε μία αξιοσημείωτη ωδή, υπό τον τίτλο «Δούλος Χριστού», στην οποία σκιαγραφείται η εικόνα του Χριστιανού, που είναι πιστός στους Κανόνες της Αγίας Ορθοδόξου Εκκλησίας. Στο έργο αυτό ο μοναχός αυτοαποκαλείται συχνά περιπλανώμενος και δούλος Χριστού. Μεγάλο μέρος της ωδής αφιερώνεται στον Γεωργιανό αυτοκράτορα Άγιο Δαβίδ Γ', τον Αποκαταστάτη (τιμάται 26 Ιανουαρίου) και στην Γεωργιανή αυτοκράτειρα Ταμάρα τη Μεγάλη (τιμάται 1 Μαΐου και Κυριακή των Μυροφόρων).

Η θεολογική σημασία της ωδής «Δούλος Χριστού», είναι ειδικά εμφανής σε εκείνους τους στίχους, όπου ο ποιητής αφιερώνει προσευχές στο Όνομα της Υπεραγίας Τριάδος για να ευχαριστήσει τη Θεία Παντοδυναμία και τη Θεία Πρόνοια, που χάρισε στους ανθρώπους το Μυστήριο της Θείας Οικονομίας. Μιλώντας για την σειρά της δημιουργίας του κόσμου από τον Θεό, ο Όσιος Ιωάννης γράφει, σε αντιστοιχία με τα έργα του Αγίου Διονυσίου του Αρεοπαγίτου, σχετικά με τις Θείες και Εκκλησιαστικές Ιεραρχίες.

Ο Όσιος Ιωάννης κοιμήθηκε σε βαθύ γήρας με ειρήνη.

Όσιος Γερόντιος ο Κανονάρχης

Ο Όσιος Γερόντιος έζησε κατά τον 14ο αιώνα μ.Χ. και ασκήτεψε στη Λαύρα των Σπηλαίων του Κιέβου, όπου του είχε ανατεθεί το διακόνημα του Κανονάρχου. Διακρίθηκε για τον ασκητικό του βίο και την υπακοή του.

Ο Όσιος Γερόντιος κοιμήθηκε με ειρήνη και ενταφιάσθηκε στη Λαύρα του Κιέβου.



Όσιος Ευθύμιος Σαυζδαλίας

Ο Όσιος Ευθύμιος ο Θαυματουργός γεννήθηκε το έτος 1316 μ.Χ. στην πόλη Νίζνιυ-Νόβγκοροντ της Ρωσίας, μια μικρή πόλη τοποθετημένη στην συμβολή των ποταμών Βόλγα και Όκα, στο πριγκιπάτο της Σουζδαλίας. Ήταν τα χρόνια του ταταρικού ζυγού και των εσωτερικών πολέμων ανάμεσα στους Ρώσους πρίγκιπες. Ο Όσιος από την παιδική του ηλικία εξεδήλωσε την δίψα του για τα γράμματα και την αγάπη του προς τον μοναχικό βίο. Στην παιδική του ηλικία, υπό την καθοδήγηση του εφημέριου του χωριού του, άρχισε να μαθαίνει να διαβάζει και να γράφει, για να είναι σε θέση να διαβάζει τις θείες Γραφές και τα έργα των Αγίων Πατέρων.

Με το πέρασμα του καιρού, στην ψυχή του νεαρού ωρίμασε η απόφαση να αφιερώσει τελείως την ζωή του στον Θεό. Αναζήτησε, λοιπόν, έναν πνευματικό καθοδηγητή που θα μπορούσε να τον οδηγήσει στην οδό της τελειώσεως. Την πνευματική καθοδήγησή του ανέλαβε ο Άγιος Διονύσιος, μοναχός στη μονή των Σπηλαίων του Νιζνέγκοροντ και μετέπειτα Αρχιεπίσκοπος Σουζδαλίας (15 Οκτωβρίου).

Ο τελευταίος πρίγκιπας της Σουζδαλίας, Μπόρις, το έτος 1351 μ.Χ. αποφάσισε να ιδρύσει στην γενέτειρά του ένα μοναστήρι και για τον σκοπό αυτό επιθυμούσε να λάβει την ευλογία του ηγουμένου της μονής της Αναλήψεως, Αγίου Διονυσίου. Αφού έλαβε την ευλογία, ο πρίγκιπας ζήτησε να του αποστείλουν ένα μοναχό για να επιτηρεί την κατασκευή και την οργάνωση του μοναστηριού. Ο πρίγκιπας επέστρεψε στη Σουζδαλία, με την ευλογία και την υπόσχεση του Αγίου Διονυσίου ότι θα τον βοηθήσει.

Στο μεταξύ, ο Άγιος Διονύσιος επέλεξε ανάμεσα από τους μαθητές του όχι μόνο αυτόν που θα έστελνε στη Σουζδαλία, αλλά και άλλους μοναχούς για να τους στείλει σε άλλα μέρη, ώστε να διακονήσουν την Εκκλησία και τον λαό και να διαδοθεί ο μοναχισμός. Αφού κλήθηκε η αδελφότητα, ο Άγιος Διονύσιος διάλεξε δώδεκα μοναχούς από τους πιο δυνατούς στην πίστη και ζηλωτές και τους απέστειλε σε όλες τις βορειοανατολικές περιοχές της Ρωσίας. Ο Όσιος Ευθύμιος, που ήταν την εκείνη την εποχή τριάντα έξι ετών, ανέλαβε την υποχρέωση αν πάει στη Σουζδαλία, στον πρίγκιπα Μπόρις.

Η κατασκευή του ναού ολοκληρώθηκε το έτος 1352 μ.Χ. και ήταν τόσο περίλαμπρος που προκαλούσε τον θαυμασμό όλων. Ο πρίγκιπας Μπόρις διακόσμησε εικονογραφικά το ναό με δικά του έξοδα. Ο ναός εγκαινιάσθηκε επίσημα, αλλά η κατασκευή του ήταν μονάχα η αρχή του καθήκοντος που είχε ανατεθεί στον Όσιο Ευθύμιο. Πράγματι, απέμενε να κατασκευασθούν τα κελιά για τους μοναχούς, η τραπεζαρία, διάφορα άλλα προσκτίσματα, καθώς και τα τείχη που θα ξεχώριζαν τη μονή από τον λοιπό κόσμο. Μέχρι εκείνη την στιγμή ο Ευθύμιος ήταν ένας απλός μοναχός, αλλά τώρα που θα γινόταν ο πνευματικός οδηγός της μονής, χειροτονήθηκε από τον Επίσκοπο πρώτα διάκονος και έπειτα πρεσβύτερος, για να τοποθετηθεί αργότερα αρχιμανδρίτης της μονής.

Ο πρίγκιπας Μπόρις συνεισέφερε με γενναιοδωρία στην κατασκευή της μονής, δωρίζοντας χρυσό και ασήμι για το επιχρύσωμα των τρούλων του ναού και άλλα υλικά. Ο Όσιος φρόντιζε για το ιερό αυτό έργο με την εργασία, την άσκηση, τα δάκρυα και την αδιάλειπτη προσευχή.

Όσο αυστηρός ήταν με τον εαυτό του, ο Όσιος Ευθύμιος, τόσο φιλεύσπλαχνος ήταν προς τους άλλους. Το μοναστήρι του, τοποθετημένο στα περίχωρα μια μεγάλης πόλεως, που ήταν σταυροδρόμι πολλών οδών, ήταν ανοικτό για όλους. Ο ηγούμενος δεν αρνιόταν ποτέ να βοηθήσει όποιον του το ζητούσε. Ο ξένος εύρισκε κοντά του καταφύγιο, ο φτωχός ελεημοσύνη, ο πεινασμένος τροφή. Η ελεημοσύνη και γενναιοδωρία του σε ορισμένους φαινόταν υπερβολική και έτσι αναγκαζόταν να ελεεί στα κρυφά, για να μην διεγείρει παράπονα εκ μέρους της αδελφότητας και την οδηγήσει σε πειρασμούς. Εξαγόρασε τα χρέη αυτών που δεν είχαν τα μέσα να αποπληρώσουν τους οφειλέτες τους και συχνά χάριζε τα χρέη που άλλοι όφειλαν στη μονή. Εξέθετε τους άδικους και διεφθαρμένους δικαστές, προστατεύοντας από καταχρήσεις όλους όσοι είχαν άδικα καταδικασθεί και παρακαλούσε να συμπεριφέρονται στους αληθινούς εγκληματίες με επιείκεια και φιλευσπλαχνία. Κάθε αμαρτωλός που αναζητούσε την σωτηρία, εύρισκε σε αυτόν τον οδηγό της μετάνοιας. Με την προσευχή του θεράπευε ασθενείς και δίωκε τα δαιμόνια.

Όταν ο Όσιος ένιωσε ότι το τέλος του είναι πλέον κοντά, κάλεσε όλους τους μοναχούς και ευλόγησε τον καθένα ξεχωριστά. Τους εμπιστεύθηκε όλους στα χέρια του Θεού. Τους ασπάσθηκε πατρικά και ζήτησε συγγνώμη από όλους. Στην συνέχεια κοινώνησε των Αχράντων Μυστηρίων και παράδωσε την ψυχή του στον Άγιο Θεό. Ο Όσιος Ευθύμιος κοιμήθηκε με ειρήνη το έτος 1404 μ.Χ., σε ηλικία ογδόντα οκτώ ετών. Οι μοναχοί ενταφίασαν το ιερό λείψανό του κάτω από τα τείχη του ναού της Μεταμορφώσεως, στο μνήμα που κατά την κατασκευή του ναού, ο Όσιος είχε κτίσει με τα ίδια του τα χέρια.

Μετά την κοίμησή του, ο Όσιος Ευθύμιος συνέχισε να προστατεύει το μοναστήρι, όπως μαρτυρούν τα πολλά θαύματα που έλαβαν χώρα πλησίον του τάφου του. Στις 4 Ιουλίου 1507 μ.Χ., με την ευκαιρία της ανακατασκευής του ναού, τα ιερά λείψανά του βράθηκαν άφθαρτα.