Κυριακή 29 Μαρτίου 2020

Δ΄ Κυριακή των Νηστειών - Ιωάννου της Κλίμακος

Ο Άγιος Ιωάννης της Κλίμακας γεννήθηκε πιθανότατα το 523 μ.Χ. στη Συρία. Ήταν γιος πλούσιας και ευσεβούς οικογένειας. Σε νεαρή ηλικία, παρακολούθησε ανώτερο κύκλο μορφώσεως, ώστε να διακρίνεται ανάμεσα στους συνομήλικούς του. Εκείνος όμως, ενδιαφερόταν περισσότερο για την προσευχή, τις θεολογικές μελέτες, την συγγραφική εργασία και την άσκηση. Πήγε στο Όρος Σινά, κοντά στον φημισμένο αναχωρητή Μαρτύριο, ο οποίος καθοδήγησε πνευματικά τον νεαρό Ιωάννη. Μετά από τέσσερα χρόνια άσκησης, εκάρη μοναχός ενώ η φήμη των αρετών και της σοφίας του είχε ευρύτερα διαδοθεί. Γι' αυτό πολλοί μοναχοί και λαϊκοί, αλλά και αξιωματούχοι έρχονταν στη Μονή για να ζητήσουν τη συμβουλή του. Είχε και το χάρισμα της θαυματουργίας. Λόγω της διαβίωσής του στην Ιερά Μονή Σινά ονομάζεται και Σιναΐτης. Μετά το θάνατο του ηγούμενου της Μονής και κατόπιν απαιτήσεως των αδελφών δέχθηκε να γίνει Ηγούμενος της ιεράς Μονής Σινά για μερικά χρόνια. Η νοσταλγία, όμως, της ερημικής ζωής, έκανε τον Ιωάννη να αποσυρθεί πάλι στην έρημο και να αφοσιωθεί πάλι στις μελέτες του. Εκοιμήθη εν ειρήνη περί το 606 μ.Χ. και άφησε δύο σπουδαιότατα συγγράμματα, την «Κλίμακα» και τον «Λόγον προς τον Ποιμένα».
Η «Κλίμακα» περιλαμβάνει τριάντα λόγους περί αρετής, όπου ο καθένας λόγος περιλαμβάνει και μια αρετή, ξεκινώντας από τις πιο πρακτικές και ανεβαίνοντας σαν σκαλοπάτια κατέληξε στις θεωρητικά υψηλές. Στη πνευματική ζωή έχουμε βαθμίδες χαμηλές και υψηλές, καταστάσεις κατώτερες και ανώτερες. Γι' αυτό και το σύγγραμμα ονομάζεται Κλίμακα των αρετών. Στο έργο του αυτό ο συγγραφέας παρουσιάζει συστηματικά τις ιδέες του για την κοινοβιακή κυρίως, αλλά και για την ερημική ζωή, ταξινομώντας αυτές κατά τρόπο που δείχνει πορεία προς την ηθική τελείωση. Είναι γραμμένο σε κομψή ελληνική γλώσσα, καλοδουλεμένη με χάρη και μελωδικότητα. Έχει διαύγεια, γλαφυρότητα, παραστατικότητα και παρουσιάζει πλούτο εκφράσεως, καλαισθησία και ευγένεια. Στη διακόσμηση του λόγου με εικόνες και παρομοιώσεις ο ιερός συγγραφέας είναι απαράμιλλος. Πάσης φύσεως σχήματα λόγου αναδύονται καθώς και ωραίες και επιτυχημένες προσωποποιήσεις. Από την αρχή της Μεγάλης Τεσσαρακοστής το σύγγραμμά του διαβάζεται σε όλα τα ορθόδοξα μοναστήρια. Επειδή είναι παγκόσμιο κειμήλιο αναλύσεως όλων των παθών και των αρετών, η Εκκλησία τιμά ιδιαίτερα σε αυτή τη πνευματική περίοδο τον συγγραφέα άγιο Ιωάννη της Κλίμακας και το προτείνει για ανάγνωσμα. Η μνήμη του εορτάζεται στις 30 Μαρτίου και την Δ΄ Κυριακή των Νηστειών της Μεγάλης Τεσσαρακοστής.

Μερικοί λόγοι του, από την Κλίμακα:
1) Η ταπεινοφροσύνη είναι ουράνιος ανεμοστρόβιλος που μπορεί να ανεβάσει την ψυχή από την άβυσσο της αμαρτίας στα ύψη του ουρανού.
2) Μητέρα της πηγής είναι η άβυσσος των υδάτων πηγή δε της διακρίσεως η ταπείνωσις


Ἀπολυτίκιον
Ἦχος γ'. Θείας πίστεως.
Θεῖον κλίμακα, ὑποστηρίξας, τὴν τῶν λόγων σου, μέθοδον πάσι, Μοναστῶν ὑφηγητὴς ἀναδέδειξαι, ἐκ πρακτικῆς Ἰωάννη καθάρσεως, πρὸς θεωρίας ἀνάγων τὴν ἔλαμψιν. Πάτερ Ὅσιε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἠμὶν τὸ μέγα ἔλεος.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον
Ήχος πλ. δ'.
Ταῖς τῶν δακρύων σου ῥοαῖς, τῆς ἐρήμου τό ἄγονον ἐγεώργησας· καί τοῖς ἐκ βάθους στεναγμοῖς, εἰς ἑκατόν τούς πόνους ἐκαρποφόρησας· καί γέγονας φωστήρ τῇ οἰκουμένῃ, λάμπων τοῖς θαύμασιν, Ἰωάννη, Πατήρ ἡμῶν ὅσιε, πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ, σωθῆναι τάς ψυχάς ἡμῶν.

Κοντάκιον
Ἦχος α'. Χορὸς Ἀγγελικός
Καρπούς ἀειθαλεῖς, ἐκ τῆς βίβλου προσφέρων, διδάγματα σοφέ, καθηδύνεις καρδίας, τῶν τούτοις μετά νήψεως, προσεχόντων μακάριε· Κλίμαξ γάρ ἐστι, ψυχὰς ἀνάγουσα γῆθεν, πρὸς οὐράνιον, καί διαμένουσαν δόξαν, τῶν πίστει τιμῶντων σε.

Σάββατο 28 Μαρτίου 2020

Εὐαγγέλιον Κυριακής Δ΄ ΝΗΣΤΕΙΩΝ

ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ Θ´ 17 - 31
17 οὐδὲ βάλλουσιν οἶνον νέον εἰς ἀσκοὺς παλαιούς· εἰ δὲ μήγε, ῥήγνυνται οἱ ἀσκοί, καὶ ὁ οἶνος ἐκχεῖται καὶ οἱ ἀσκοὶ ἀπολλοῦνται· ἀλλὰ οἶνον νέον εἰς ἀσκοὺς βάλλουσι καινούς, καὶ ἀμφότεροι συντηροῦνται. 18 Ταῦτα αὐτοῦ λαλοῦντος αὐτοῖς ἰδοὺ ἄρχων εἷς προσελθὼν προσεκύνει αὐτῷ λέγων ὅτι Ἡ θυγάτηρ μου ἄρτι ἐτελεύτησεν· ἀλλὰ ἐλθὼν ἐπίθες τὴν χεῖρά σου ἐπ’ αὐτήν καὶ ζήσεται. 19 καὶ ἐγερθεὶς ὁ Ἰησοῦς ἠκολούθησεν αὐτῷ καὶ οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ. 20 Καὶ ἰδοὺ γυνὴ, αἱμορροοῦσα δώδεκα ἔτη, προσελθοῦσα ὄπισθεν ἥψατο τοῦ κρασπέδου τοῦ ἱματίου αὐτοῦ· 21 ἔλεγεν γὰρ ἐν ἑαυτῇ, Ἐὰν μόνον ἅψωμαι τοῦ ἱματίου αὐτοῦ, σωθήσομαι. 22 ὁ δὲ Ἰησοῦς ἐπιστραφεὶς καὶ ἰδὼν αὐτὴν εἶπε· Θάρσει, θύγατερ· ἡ πίστις σου σέσωκέ σε. καὶ ἐσώθη ἡ γυνὴ ἀπὸ τῆς ὥρας ἐκείνης. 23 Καὶ ἐλθὼν ὁ Ἰησοῦς εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ ἄρχοντος καὶ ἰδὼν τοὺς αὐλητὰς καὶ τὸν ὄχλον θορυβούμενον λέγει αὐτοῖς· 24 Ἀναχωρεῖτε· οὐ γὰρ ἀπέθανε τὸ κοράσιον ἀλλὰ καθεύδει· καὶ κατεγέλων αὐτοῦ. 25 ὅτε δὲ ἐξεβλήθη ὁ ὄχλος, εἰσελθὼν ἐκράτησε τῆς χειρὸς αὐτῆς, καὶ ἠγέρθη τὸ κοράσιον. 26 καὶ ἐξῆλθεν ἡ φήμη αὕτη εἰς ὅλην τὴν γῆν ἐκείνην. 27 Καὶ παράγοντι ἐκεῖθεν τῷ Ἰησοῦ ἠκολούθησαν αὐτῷ δύο τυφλοὶ κράζοντες καὶ λέγοντες· Ἐλέησον ἡμᾶς, υἱὲ Δαυῒδ. 28 ἐλθόντι δὲ εἰς τὴν οἰκίαν προσῆλθον αὐτῷ οἱ τυφλοί, καὶ λέγει αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· Πιστεύετε ὅτι δύναμαι τοῦτο ποιῆσαι; λέγουσιν αὐτῷ· Ναί, Κύριε. 29 τότε ἥψατο τῶν ὀφθαλμῶν αὐτῶν λέγων· Κατὰ τὴν πίστιν ὑμῶν γενηθήτω ὑμῖν. 30 καὶ ἀνεῴχθησαν αὐτῶν οἱ ὀφθαλμοί· καὶ ἐνεβριμήσατο αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς λέγων· Ὁρᾶτε μηδεὶς γινωσκέτω. 31 οἱ δὲ ἐξελθόντες διεφήμισαν αὐτὸν ἐν ὅλῃ τῇ γῇ ἐκείνῃ.

Ερμηνευτική απόδοση

Ούτε πάλιν βάζουν οι συνετοί άνθρωποι νέον κρασί, που βράζει ακόμη, εις παλαιά ασκία, που δεν αντέχουν. Εάν δε και κάμουν αυτό, τα ασκιά σπάζουν και σχίζονται και έτσι το κρασί χύνεται και τα ασκιά αχρηστεύονται. Αλλά βάζουν τον νέον οίνον μέσα εις νέους ασκούς και έτσι διατηρούνται και τα δύο. (Την νέαν διδασκαλίαν μου δεν θα την βάλω στους παλαιούς τύπους και στους ανθρώπους των παλαιών τύπων, όπως είναι οι Φαρισαίοι, αλλά την μεταδίδω στους νέους ανθρώπους, όπως είναι οι μαθηταί μου, και την βάζω εις νέους τύπους και σχήματα)”. 18 Ενώ δε έλεγεν αυτά ο Ιησούς, ιδού ένας άρχων της συναγωγής ήλθε προς αυτόν, έσκυψεν έως το έδαφος, τον προσκύνησε με βαθύτατον σεβασμόν και του είπεν ότι “η κόρη μου προ ολίγου απέθανεν, αλλά έλα, βάλε το χέρι σου επάνω εις αυτήν και θα ζήση”. 19 Εσηκώθη ο Ιησούς και τον ηκολούθησε, καθώς και οι μαθηταί του. 20 Και ιδού, καθώς επροχωρούσαν, μία γυναίκα, που έπασχε από αιμορραγίαν δώδεκα έτη, επλησίασε από πίσω και ήγγισε με πίστιν την άκρη από το ένδυμα αυτού. 21 Διότι, έλεγε από μέσα της, και μόνον εάν εγγίσω το ένδυμα αυτού θα σωθώ από την ασθένειάν μου. 22 Ο δε Ιησούς εγύρισε, την είδε και της είπε· “θάρρος, κόρη μου· η πίστις, με την οποίαν ήγγισες το ένδυμά μου, σε έχει σώσει”. Και πράγματι από την ώραν εκείνην εθεραπεύθη η γυναίκα και έγινε τελείως υγιής. 23 Οταν δε ήλθε ο Ιησούς στο σπίτι του άρχοντος και είδε αυτούς, που με τους αυλούς των έπαιζαν πένθιμα και νεκρικά τραγούδια, και τον όχλον να θρηνή και να ολοφύρεται και να δημιουργή θόρυβον, είπε προς αυτούς. 24 “Πηγαίνετε· διότι η μικρή κόρη δεν απέθανε, αλλά κοιμάται”. Και εκείνοι τον περιγελούσαν, διότι ήξευραν πολύ καλά ότι η κόρη είχεν πεθάνει. 25 Οταν δε εδιώχθη ο όχλος έξω από την αίθουσαν, που ευρίσκετο η νεκρά, εισήλθεν ο Ιησούς, επιασε το χέρι της και αμέσως εκείνη ανεστήθη. 26 Και διεδόθη η φήμη περί της αναστάσεως της νεκράς κόρης εις όλην την χώραν εκείνην. 27 Και ενώ ο Ιησούς επερνούσε από εκεί, τον ηκολούθησαν δύο τυφλοί, οι οποίοι έκραζαν και έλεγαν· “σπλαγχνίσου μας, υιέ Δαυΐδ, και δος μας το φως των οφθαλμών μας”. 28 Οταν δε έφθασε στο σπίτι, τον επλησίασαν οι τυφλοί και είπε προς αυτούς ο Ιησούς· “πιστεύετε πράγματι, ότι ημπορώ εγώ να κάμω αυτό, που ζητείτε;” Λεγουν προς αυτόν· “ναι, Κυριε”. 29 Τοτε ήγγισε τα μάτια των, λέγων· “σύμφωνα με την πίστιν σας ας γίνη αυτό προς χάριν σας”. 30 Και αμέσως άνοιξαν οι οφθαλμοί των. Ο δε Ιησούς συνέστησεν εις αυτούς με αυστηρότητα και είπε· “προσέχετε, κανείς να μη μάθη το θαύμα”. 31 Αλλά εκείνοι εξελθόντες διέδωσαν το θαύμα και την φήμη του Ιησού εις όλην εκείνην την χώραν.


Ἀπόστολος Κυριακής Δ΄ ΝΗΣΤΕΙΩΝ

ΠΡΟΣ ΕΒΡΑΙΟΥΣ Ϛ´ 13 - 20
13 Τῷ γὰρ Ἀβραὰμ ἐπαγγειλάμενος ὁ Θεός, ἐπεὶ κατ’ οὐδενὸς εἶχε μείζονος ὀμόσαι, ὤμοσε καθ’ ἑαυτοῦ 14 λέγων· ἦ μὴν εὐλογῶν εὐλογήσω σε καὶ πληθύνων πληθυνῶ σε· 15 καὶ οὕτω μακροθυμήσας ἐπέτυχε τῆς ἐπαγγελίας· 16 ἄνθρωποι μὲν κατὰ τοῦ μείζονος ὀμνύουσι, καὶ πάσης αὐτοῖς ἀντιλογίας πέρας εἰς βεβαίωσιν ὁ ὅρκος· 17 ἐν ᾧ περισσότερον βουλόμενος ὁ Θεὸς ἐπιδεῖξαι τοῖς κληρονόμοις τῆς ἐπαγγελίας τὸ ἀμετάθετον τῆς βουλῆς αὐτοῦ, ἐμεσίτευσεν ὅρκῳ, 18 ἵνα διὰ δύο πραγμάτων ἀμεταθέτων, ἐν οἷς ἀδύνατον ψεύσασθαι Θεόν, ἰσχυρὰν παράκλησιν ἔχωμεν οἱ καταφυγόντες κρατῆσαι τῆς προκειμένης ἐλπίδος· 19 ἣν ὡς ἄγκυραν ἔχομεν τῆς ψυχῆς ἀσφαλῆ τε καὶ βεβαίαν καὶ εἰσερχομένην εἰς τὸ ἐσώτερον τοῦ καταπετάσματος, 20 ὅπου πρόδρομος ὑπὲρ ἡμῶν εἰσῆλθεν Ἰησοῦς, κατὰ τὴν τάξιν Μελχισεδὲκ ἀρχιερεὺς γενόμενος εἰς τὸν αἰῶνα.

Ερμηνευτική απόδοση

 Εις δε τον Αβραάμ, όταν είχε δώσει ο Θεός τας μεγάλας υποσχέσεις, επειδή δεν είχε κανένα μεγαλύτερόν του-εφ' όσον αυτός είναι ο μόνος απειροτέλειος-δια να ορκισθή και να βεβαιώση έτσι κατά τον απόλυτον τρόπον τον Αβραάμ, ότι ασφαλώς και βεβαίως θα τας εκπληρώση, ωρκίσθη στον εαυτόν του 14 λέγων· “αληθώς και βεβαίως θα σε ευλογήσω πλουσίως και θα αυξήσω εις πλήθος πολύ και αναρίθμητον τους απογόνους σου”. 15 Και έτσι ο Αβραάμ επίστευσεν στον Θεόν, επερίμενε με ακλόνητον αναμονήν, και επέτυχε την εκπλήρωσιν της υποσχέσεως, (διότι αφ' ενός μεν απέκτησε υιόν εκ της Σαρρας, τον Ισαάκ, γενάρχην και αρχηγόν έθνους, εφ' ετέρου δε από την χώραν των πνευμάτων είδε την ενανθρώπησιν του Υιού του Θεού, του ευλογημένου Σωτήρος των ανθρώπων). 16 Διότι οι άνθρωποι ορκίζονται συνήθως στον Θεόν, τον μεγαλύτερον από όλους, και δίδεται όρκος, δια να σταματήση κάθε αντιλογία μεταξύ των και δια να επιβεβαιωθούν επισήμως τα λεγόμενα. 17 Δι' αυτό και ο Θεός, επειδή ήθελε με μεγαλυτέραν βεβαιότητα να δείξη στους κληρονόμους των υποσχέσεών του το αμετάκλητον και αμετακίνητον της αποφάσεως του, συγκατέβη να χρησιμοποιήση ως μέσον επιβεβαιώσεως τον όρκον. 18 Και έτσι με δύο πράγματα, τα οποία είναι αμετάκλητα και αμετακίνητα, δηλαδή με την υπόσχεσίν του και τον όρκον του, εις τα οποία είναι εντελώς αδύνατον να ψευσθή ποτέ ο Θεός, να έχωμεν την βεβαιότητα και το στήριγμα να κρατήσωμεν την ελπίδα, η οποία μας έχει προσφερθή. 19 Αυτήν δε την ελπίδα την έχομεν σαν άγκυραν της ψυχής ασφαλή και σταθεράν, η οποία εισέρχεται και μας κρατεί σταθερά ηνωμένους προς τον ουρανόν, τον οποίον ουρανόν εσυμβόλιζε το εκείθεν από το παραπέτασμα της σκηνής του μαρτυρίου τμήμα, τα Αγια των Αγίων. 20 Εις τον ουρανόν δε πρωτοπόρος χάρις ημών εισήλθεν ο Ιησούς, γενόμενος αρχιερεύς κατά τον τύπον του Μελχισεδεκ, όχι προσωρινός, αλλά αιώνιος.

Όσιος Διονύσιος ο Ελεήμων

Για τον Άγιο Διονύσιο τον Ελεήμονα, Μητροπολίτη Λαρίσης και κτίτορα της μονής του Αγίου Νικολάου Αναπαυσά των Μετεώρων, δεν διασώζονται αγιολογικά κείμενα, ακολουθίες, συναξάρια ή βίος.

Ο Άγιος Διονύσιος εικονίζεται σε τοιχογραφία του 1627 μ.Χ. στο αριστερό κλίτος του ναού των Αγίων Αναργύρων Τρικάλων, όπου κατά χρονολογική σειρά από αριστερά προς δεξιά τοιχογραφούνται επτά «Άγιοι Αρχιεπίσκοποι Λαρίσης». Ο Άγιος Θωμάς ο Γοριανίτης, ο Άγιος Κυπριανός ο Θαυματουργός, ο Άγιος Αντώνιος ο Λογιώτατος και Νέος Θεολόγος, ο Άγιος Βησσαρίων, ο Άγιος Διονύσιος ο Ελεήμων, ο Άγιος Μάρκος ο Ησυχαστής και ο Άγιος Βησσαρίων του Σωτήρος.

Η επιγραφή της τοιχογραφίας (ο Άγιος Διονύσιος ο Ελεήμων Αρχιεπίσκοπος [λαρίσης]), μαρτυρεί ότι ο Άγιος καταξιώθηκε στη συνείδηση του πιστού ποιμνίου του και συγκαταριθμήθηκε στην τιμητική χορεία των τοπικών Αγίων της περιοχής. Ακόμη, η επωνυμία Ελεήμων που του αποδόθηκε, αποδεικνύει αναντίρρητα την πλούσια προσφορά του, τόσο στον Εκκλησιαστικό όσο και στον κοινωνικό τομέα, ως φιλεύσπλαχνου διακόνου σε όσους βρίσκονταν σε χαμηλή κοινωνική κατάσταση και ως παρηγορητή σε εκείνους που έπασχαν.

Με βάση την χρονολογική σειρά των παραπάνω επτά Αγίων Μητροπολιτών της Λάρισας, η αρχιερατεία του Αγίου Διονυσίου του Ελεήμονος, πρέπει να τοποθετηθεί μετά το 1489 - 1490 μ.Χ. και πριν το 1499 μ.Χ. και οπωσδήποτε θα ήταν μικρής διάρκειας. Περί το έτος 1499 μ.Χ. ο Άγιος Διονύσιος παραιτήθηκε από το αξίωμά του και την θέση του κατέλαβε ο Άγιος Μάρκος ο Ησυχαστής. Μετά την παραίτησή του αποσύρθηκε και μόνασε στη μονή Αγίου Νικολάου του Αναπαυσά, της οποία υπήρξε και ο νεότερος κτίτορας.

Επίσης ο Άγιος Διονύσιος Λαρίσης μνημονεύεται πολλές φορές στο «Σύγγραμμα Ἱστορικόν» ή «Χρονικὸν τῶν Μετεώρων», το οποίο πρέπει να γράφτηκε λίγο μετά το έτος 1529 μ.Χ. Σύμφωνα λοιπόν, με το κείμενο αυτό, ο Άγιος Διονύσιος ήταν εκείνος που πρώτος έδωσε τον τίτλο του ηγουμένου στον «πατέρα» της μονής Μεταμορφώσεως του Μετεώρου, ιερομόναχο Ιωάσαφ, ο οποίος δεν είχε καμία σχέση προς τον ομώνυμο κτίτορα της μονής βασιλέα Ιωάννη Ούρεση Παλαιολόγο - Ιωάσαφ μοναχό, και κατόπιν τον χειροτόνησε Επίσκοπο Φαναρίου.

Ο Όσιος Διονύσιος κοιμήθηκε οσίως με ειρήνη, την Μεγάλη Πέμπτη του έτους 1510 μ.Χ.

Άγιος Boyan ο επονομαζόμενος Enravota πρίγκιπας των Βουλγάρων

Ο Άγιος Boyan (Μποϋάν) ο επονομαζόμενος Enravota (Ενραβωτά) ήταν υιός του βασιλέως της Βουλγαρίας Ομουρτάγ (816 - 831 μ.Χ.), την εποχή κατά την οποία οι Βούλγαροι ήταν ακόμη στο σκοτάδι της ειδωλολατρίας. Ενώ ήταν πρωτότοκος, μετά τον θάνατο του πατέρα του, δεν έγινε βασιλέας, αλλά η εξουσία πέρασε στον μικρότερο αδελφό του Μαλαμίρ.

Από την αρχή του 9ου αιώνα μ.Χ., δηλαδή από τότε που άρχισε η βασιλεία του φιλοπόλεμου Κρούμμου (803 - 814 μ.Χ.), οι Χριστιανοί διώκονταν, ιδιαίτερα στις περιοχές που είχαν αποσπασθεί από τους Βυζαντινούς.

Όταν ο αδελφός του Αγίου ανέκτησε την εξουσία, θέλησε να βεβαιωθεί ότι ο Boyan δεν είχε ασπασθεί την χριστιανική πίστη. Γι' αυτό του πρότεινε να συμμετάσχει σε ένα ειδωλολατρικό θυσιαστικό συμπόσιο. Στην άρνηση του Αγίου να θυσιάσει στα είδωλα, ο βασιλέας διέταξε τον διά αποκεφαλισμού θάνατό του. Ήταν περί το έτος 833 μ.Χ.

Σύμφωνα με την μαρτυρία του Θεοφύλακτου, Αρχιεπισκόπου Αχρίδος (1090 - 1126 μ.Χ.), ο πρίγκιπας Boyan κατά την στιγμή του μαρτυρίου του προφήτευσε τα ακόλουθα: «Αυτή η πίστη, για την οποία σήμερα πεθαίνω, θα διαδοθεί στην χώρα των Βουλγάρων. Εσείς μάταια προσπαθείτε να την καταστρέψετε με τον θάνατό μου. Το σημείο του Σταυρού θα υπάρχει παντού. Θα ανεγερθούν ναοί καθαροί και αγνοί προς τιμήν του αληθινού Θεού και ιερείς καθαροί και αγνοί θα Τον διακονήσουν. Τα είδωλα και οι βωμοί σας θα καταστραφούν, σαν να μην υπήρξαν ποτέ».

Τρία χρόνια αργότερα ο βασιλέας Μαλαμίρ πέθανε. Ο απόγονος του Αγίου Boyan βαπτίσθηκε Χριστιανός, το έτος 865 μ.Χ., και ανακήρυξε την ορθόδοξη πίστη ως πίστη του κράτους.

Όσιος Ησύχιος ο Ιεροσολυμίτης

Ο Όσιος Ησύχιος έζησε και ασκήτεψε στην Παλαιστίνη κατά τον 5ο αιώνα μ.Χ. και διακρίθηκε στην συγγραφή πνευματικών κειμένων. Υπήρξε γέννημα και θρέμμα των Ιεροσολύμων. Αφού μελέτησε σε βάθος την Αγία Γραφή, πλούτισε σε γνώσεις για τον Θεό. Ακολούθως, αφού αναχώρησε και έγινε μοναχός, ζούσε στην έρημο επισκεπτόμενος τους Οσίους Πατέρες που ευρίσκονταν εκεί και συλλέγοντας από τον καθένα τα άνθη της αρετής ως φιλόπονη μέλισσα. Επειδή όμως δεν ήταν δυνατόν να διαφύγει της προσοχής, τόση αρετή, αφού εξαναγκάστηκε από τον τότε Αρχιερέα των Ιεροσολύμων, χειροτονήθηκε Πρεσβύτερος. Και προσμένοντας επάνω στον Τάφο του Κυρίου και στους άλλους τόπους, στους οποίους ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός υπέμεινε τα Άγια Πάθη για χάρη μας, άντλησε πηγές γνώσεως και σοφίας. Γι' αυτό ερμήνευσε και διασαφήνισε κάθε Γραφή και προέβη σε ωφέλεια πολλών.

Στα στοιχεία αυτά του Συναξαρίου, ο Θεοφάνης στη Χρονογραφία του προσθέτει την πληροφορία ότι η χειροτονία του Οσίου Ησυχίου σε πρεσβύτερο, τελέσθηκε αμέσως μόλις αναδείχθηκε στον αρχιεπισκοπικό θρόνο της Αλεξανδρείας ο Άγιος Κύριλλος (412 μ.Χ.). Ο δε Κύριλλος Σκυθοπολίτης, ο οποίος γνωρίζει τα πράγματα από την τοπική παράδοση, πλην των χαρακτηρισμών για τον Όσιο, «πρεσβύτερος και της Εκκλησίας διδάσκαλος», «πεφωτισμένος», «θεολόγος», «φωστήρ», παρέχει και την είδηση, ότι κατά τον εγκαινιασμό του ναού της μονής του Ευθυμίου από τον Πατριάρχη Ιουβενάλιο (422 - 458 μ.Χ.), το 428 ή 429 μ.Χ., στην συνοδεία αυτού παρίστατο και ο Όσιος Ησύχιος προς μεγάλη χαρά του Αγίου Ευθυμίου.

Ο Όσιος αναμείχθηκε ενεργά στους δογματικούς αγώνες της εποχής κοντά στο πλευρό του Αγίου Κυρίλλου Αλεξανδρείας, του οποίου την αντινεστοριακή πολιτική ακολούθησε, όπως συνάγεται και από το τμήμα της Εκκλησιαστικής Ιστορίας του, το οποίο παρατίθεται στα Πρακτικά της Ε' Οικουμενικής Συνόδου (553 μ.Χ.).

Ο Όσιος, αφού έγινε σε όλους γνωστός και αξιοθαύμαστος και υπηρετούσε τον Θεό με κάθε τρόπο, κοιμήθηκε με ειρήνη και ανέβηκε με χαρά προς τον Κύριο. Ο τάφος του εδεικνύετο ακόμη περί το έτος 570 μ.Χ. στην ανατολική πύλη των Ιεροσολύμων, όπου υπήρχε παρεκκλήσι προς τιμήν του, γίνονταν λατρευτικές συνάξεις και διανέμονταν στους πτωχούς δώρα.

Ως έργα του Οσίου Ησυχίου θεωρούνται τα: «Ὑπόμνημα εἰς τὸ Λευιτικόν», «Ὑπόμνημα εἰς τὸν Ἰώβ», «Ἑρμηνεία Ψαλμῶν», «Ἑρμηνεία εἰς τὸν Ἠσαΐαν», «Στιχηρὸν τῶν Ἰβ' Προφητῶν», «Ἑρμηνεία εἰς τᾶς ὠδᾶς», «Συναγωγὴ ἀποριῶν καὶ ἐπιλύσεων», «Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία», «Ὁμιλίαι».

Άγιος Ευστράτιος ο Νηστευτής ο Οσιομάρτυρας

Ο Όσιος Ευστράτιος, απόγονος μιας πλούσιας οικογένειας του Κιέβου, διέθεσε στους πτωχούς όλα τα πλούτη του και εγκαταβίωσε στη Λαύρα των Σπηλαίων του Κιέβου, όπου αφιερώθηκε στην άσκηση και τη νηστεία. Στις εικόνες περιγράφεται με ανοιχτού χρώματος μαλλιά, αραιή γενειάδα, ντυμένος με το μοναχικό ράσο και ανυπόδητος.

Μόλις ο Όσιος έγινε μοναχός, άρχισε να αγωνίζεται κατά των σαρκικών παθών και του διαβόλου με τα όπλα του φωτός, την αγρυπνία, την προσευχή και προπαντός την χριστομίμητη νηστεία. Με τον αγώνα και την σκληρή εγκράτεια, ταπείνωσε τους δαίμονες και εξουδετέρωνε τις προσβολές τους. Πάντοτε θυμόταν ότι ο Κύριός του, ο Ιησούς Χριστός, με την σαρανταήμερη νηστεία και την προσευχή Του κατέβαλε τον πονηρό, ενώ αντίθετα ο πρωτόπλαστος Αδάμ, λόγω της αποτυχίας του στο να φανεί εγκρατής, έπεσε και εξορίσθηκε από τον Παράδεισο. Έτσι ο γενναίος Ευστράτιος έλιωσε πραγματικά το σώμα του με την αυστηρή νηστεία, αλλά μαζί με αυτό έλιωσε και τα πάθη και διέλυσε τις δαιμονικές πλεκτάνες. Γι' αυτό επονομάσθηκε Νηστευτής.

Ο Βίος του Οσίου Ευστρατίου περιγράφει, με ιδιαίτερη επιμέλεια, τις περιστάσεις του μαρτυρίου του. Στις 20 Ιουλίου του έτους 1096 μ.Χ., η Λαύρα των Σπηλαίων του Κιέβου, έγινε ξαφνικά στόχος επιθέσεως των Πολόφσκυ, οι οποίοι καθοδηγούμενοι από τον Μπονγιάκ τον Φιλάργυρο, λεηλάτησαν τη μονή και αιχμαλώτισαν μοναχούς και εργάτες αυτής και τους πούλησαν ως σκλάβους στην Βυζαντινή πόλη Χερσόνησο, στην Ταυρίδα.

Ο Όσιος Ευστράτιος και άλλοι πενήντα αιχμάλωτοι αγοράστηκαν από ένα Εβραίο της Χερσονήσου, ο οποίος, για να τους εξαναγκάσει να ασπασθούν την ιουδαϊκή πίστη τους άφησε να υποφέρουν από την πείνα και τη δίψα. Καθώς η αποδοχή του Ιουδαϊσμού σήμαινε απελευθέρωση από την σκλαβιά, μετά από έξι χρόνια σκληρής δουλείας, οι αιχμάλωτοι ήταν έτοιμοι να αρνηθούν τον Χριστό. Ο Όσιος Ευστράτιος, όμως, τους έπεισε να μην αρνηθούν την υπόσχεση που έδωσαν με το βάπτισμα. Μετά από δέκα τέσσερις ημέρες όλοι πέθαναν από πείνα και δίψα, εκτός από τον Όσιο Ευστράτιο, που είχε συνηθίσει στις πολυήμερες νηστείες. Ο ιδιοκτήτης λοιπόν, οργισμένος, τον κατηγόρησε για τον θάνατο των συντρόφων του και διέταξε να σταυρωθεί ανήμερα του Χριστιανικού Πάσχα. Σύμφωνα με τον Βίο, ο Όσιος Ευστράτιος έζησε για δεκαπέντε ακόμα ημέρες επάνω στον σταυρό και βρήκε την δύναμη να συζητήσει με τον Εβραίο ιδιοκτήτη εάν ο σταυρικός θάνατος ήταν ατιμία ή προνόμιο και να προφητέψει για τους δουλοκτήτες του μία επικείμενη θεομηνία. Μόλις το είπε αυτό, μαχαιρώθηκε.

Οι ανόσιοι σταυρωτές κατέβασαν το ιερό λείψανο από τον σταυρό και το έριξαν στην θάλασσα. Η ανεξερεύνητη οικονομία του Θεού μετέφερε το τίμιο σκήνωμα θαυματουργικά, χωρίς ανθρώπινη μεσολάβηση, στα σπήλαια της Λαύρας του Κιέβου. Εκεί το βρήκαν με κατάπληξη και δέος οι μοναχοί, εκείνοι που είχαν σωθεί και είχαν επιστρέψει στη μονή μετά από το πέρασμα των Πολόφσκυ και το ενταφίασαν με τιμές και δοξολογίες. Στον τόπο αυτό παραμένει μέχρι σήμερα, άφθορο και δοξασμένο, επιτελώντας αναρίθμητα θαύματα στους πιστούς.