Δευτέρα 27 Αυγούστου 2018

Το Απολυτίκιο ψάλλει ο αρχ. π. Νικόδημος Καβαρνός


Άγιος Φανούριος ο Νεοφανής, ο Μεγαλομάρτυρας

Ο Άγιος Φανούριος είναι από τους πιο αγαπητούς άγιους σε όλο τον ελληνικό λαό, που κάθε χρόνο τιμά και πανηγυρίζει την μνήμη του στις 27 Αυγούστου.

Αυτός ο τόσο αγαπητός άγιος θα μπορούσε να χαρακτηριστεί χωρίς αμφιβολία ως δώρο Θεού, διότι ήταν και παράμενε άγνωστος για πολλούς αιώνες. Έγινε γνωστός από την τυχαία εύρεση της εικόνας του τον 14ο αιώνα μ.Χ. στη Ρόδο, όταν έσκαβαν παλιά σπίτια στο νότιο μέρος του παλιού τείχους. Εκεί βρέθηκε αρχαίος ναός με πολλές κατεστραμμένες εικόνες και μεταξύ αυτών και η καλά διατηρημένη εικόνα επί της οποίας ο τότε μητροπολίτης Ρόδου Νείλος ο Β' ο Διασπωρινός (1355 - 1369 μ.Χ.) διάβασε το όνομα του Αγίου «ὁ ἅγιος Φανῶ».

Στην εικόνα, ο Άγιος παριστανόταν σαν νεαρός στρατιώτης, κρατώντας στο δεξιό του χέρι σταυρό, πάνω στον όποιο υπήρχε λαμπάδα αναμμένη, γύρω δε από την εικόνα τα 12 μαρτύρια του. Σε αυτά ο Μάρτυς παρουσιαζόταν: να στέκεται ανάμεσα σε στρατιώτες και να δικάζεται από τον ηγεμόνα· να πλήττεται απ’ αυτούς με πέτρες στο στόμα και την κεφαλή· να μαστιγώνεται πάλι απ’ αυτούς απλωμένος κατά γης· να κάθεται γυμνός και να ξέεται το σώμα του με σιδερένια νύχια· να είναι κλεισμένος στη φυλακή· να βασανίζεται μπροστά στο βήμα του ηγεμόνα· να καίεται στα μέλη του σώματος του με αναμμένες λαμπάδες· να είναι δεμένος σε μάγγανο και να βασανίζεται· να βρίσκεται ανάμεσα σε θηρία αβλαβής· να είναι ξαπλωμένος κατά γης και να πιέζεται το σώμα από ένα μεγάλο λίθο· να είναι μέσα σε ειδωλολατρικό ναό βαστάζοντας στις παλάμες του αναμμένα κάρβουνα και ο διάβολος να δραπετεύει στον αέρα με θρήνους· να στέκεται μέσα σε ένα καμίνι φωτιάς έχοντας υψωμένα τα χέρια σε σχήμα δεήσεως.

Τον αρχαίο ναό που βρέθηκε η εικόνα, ανοικοδόμησε, ύστερα από πολλές προσπάθειες, ο Νείλος και τον αφιέρωσε στο όνομα του Αγίου Φανουρίου, που όπως φαίνεται συνέταξε και την Ακολουθία του.

Ένα από τα πολλά θαύματα του Αγίου Φανουρίου είναι το εξιστορούμενο στη συνέχεια. Τα χρόνια εκείνα εξουσίαζαν την Κρήτη οι Ενετοί, οι οποίοι δεν επέτρεπαν την παρουσία Ορθοδόξου Αρχιερέως στη μεγαλόνησο. Τέσσερεις άνδρες για να λάβουν τη χειροτονία ταξίδευσαν από την Κρήτη στην Κορώνη της Πελοποννήσου και κατά την επιστροφή αιχμαλωτίστηκαν από τους Αγαρηνούς, οι οποίοι φόνευσαν τον ένα και τους άλλους τρεις μετέφεραν στα Παλάτια (Μίλητο).

Όταν ο πνευματικός τους πατήρ, ονόματι Ιωνάς, πληροφορήθηκε το γεγονός, ταξίδεψε μέχρι τη Ρόδο και εκεί διαπραγματεύθηκε την απελευθέρωσή τους με τον άρχοντα Γεώργιο Πετρανή, ο οποίος είχε εμπορικές σχέσεις με τους τούρκους των Παλατίων. Λόγω όμως πολεμικών αναταραχών στην περιοχή η προσπάθεια να αφεθούν ελεύθεροι έγινε δυσχερέστερη. Ο Ιωνάς, κατά την εκκλησιαστική συνήθεια, επισκέφθηκε τον μακάριο Νείλο και εκείνος του έκανε λόγο για τον Άγιο Φανούριο και τα θαύματά του, προτρέποντάς τον να επικαλεστεί την αντίληψη και βοήθειά του για το πρόβλημα που τον απασχολούσε. Πράγματι ο πνευματικός έπραξε όπως τον προέτρεψε ο Μητροπολίτης και μετά μερικές μέρες έφθασε μήνυμα από τα Παλάτια ότι οι εξελίξεις ήταν θετικές. Οι αιχμάλωτοι Ιερείς με θαυμαστό τρόπο αφέθηκαν ελεύθεροι και ο πνευματικός τους πατήρ Ιωνάς από ευγνωμοσύνη προς τον Μεγαλομάρτυρα, επιστρέφοντας, μετέφερε στην Κρήτη αντίγραφο της Εικόνας του και τελούσε έκτοτε πανηγυρικά τη μνήμη του.

Η αγάπη και η τιμή με την οποία περιβάλλεται ο Άγιος Φανούριος έγινε αφορμή να δημιουργηθούν διάφορες ωραίες και ευλαβείς παραδόσεις στο λαό μας, ανάμεσα στις οποίες είναι και το εορταστικό έθιμο της «Πίττας του Αγίου Φανουρίου», ή της «Φανουρόπιττας» που γίνεται την παραμονή της εορτής του. Η πίτα αυτή είναι συνήθως μικρή και στρογγυλή σαν μικρός άρτος, μοιράζεται στους πιστούς και γίνεται άλλοτε για να φανερώσει κάποιο χαμένο αντικείμενο ή κάποια χαμένη υπόθεση ή ακόμα να φανερώσει την υγεία σε κάποιον ασθενή.Υπάρχει επίσης και παράδοση ότι με τη πίτα αυτή γίνεται μνεία της μητέρας του, αλλά άγνωστο για ποιο λόγο.



Ἀπολυτίκιον
Ἦχος δ΄. Ταχὺ προκατάλαβε.
Οὐράνιον ἐφύμνιον, ἐν γῇ τελεῖται λαμπρῶς, ἐπίγειον πανήγυριν νῦν ἑορτάζει φαιδρῶς, ἀγγέλων πολίτευμα· ἄνωθεν ὑμνῳδίαις εὐφημοῦσι τοὺς ἄθλους, κάτωθεν Ἐκκλησίᾳ τὴν οὐράνιον δόξαν· ἣν εὗρες πόνοις καὶ ἄθλοις τοῖς σοῖς Φανούριε ἔνδοξε.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον
Ἦχος α΄. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Φερωνύμως ἐκλάμψας, ἐκ τῆς Ῥόδου Φανούριε, ὡς φωστὴρ ἀεὶ καταυγάζεις, Ἐκκλησίας τὸ πλήρωμα· τὴν γνῶσιν φανεροῖς γὰρ τῶν κρυπτῶν, νοσήματα διώκεις χαλεπά, καὶ παρίστασαι ταχύτατος βοηθός, τῶν πίστει ἀναβοώντων· Δόξα τῷ σὲ δοξάσαντι Χριστῷ, δόξα τῷ σὲ φανερώσαντι, δόξα τῷ ἐνεργοῦντι διὰ σοῦ, μέγιστα θαύματα.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον
Ἦχος πλ. α΄. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Τὸν τῆς Ῥόδου προστάτην, καὶ μέγαν πρόμαχον, τὸν παραδόξως γνωσθέντα, τῇ Ἐκκλησίᾳ Χριστοῦ, τῶν Μαρτύρων τὸ λαμπρόν, κλέος Φανούριον, ἀνευφημήσωμεν πιστοί, ὅτι χάριν ἐκ Θεοῦ, δεξάμενος ἰαμάτων, φερωνύμως ὡς φῶς ἐκλάμπει, ἄδυτον πᾶσι τοῖς τιμῶσι αὐτόν.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον
Ἦχος δ΄. Ταχὺ προκατάλαβε.
Ὡς ἄστρον ἀνέτειλας, τῇ Ἐκκλησίᾳ Χριστοῦ, καὶ πάντας κατηύγασας, φανερωθεὶς θαυμαστῶς, Φανούριε ἔνδοξε· ὅθεν τοῖς εὐφημοῦσι, τὴν σὴν ἄθλησιν Μάρτυς, νέμεις τῶν σῶν θαυμάτων, τὴν σωτήριον χάριν, πρεσβεύων τῷ Κυρίῳ, ὑπὲρ τῶν ψυχῶν ἡμῶν.

Κοντάκιον
Ἦχος γ΄. Ἡ Παρθένος σήμερον.
῾Ιερεῖς διέσωσας, αἰχμαλωσίας ἀθέου, καὶ δεσμὰ συνέθλασας, δυνάμει θείᾳ θεόφρον· ᾔσχυνας, τυράννων θράση γενναιοφρόνως· εὔφρανας, Ἀγγέλων τάξεις Μεγαλομάρτυς· διὰ τοῦτό σε τιμῶμεν, θεῖε ὁπλῖτα, Φανούριε ἔνδοξε.

Κάθισμα
Ἦχος πλ. α΄. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Μαρτυρίου τελέσας καλῶς τὸ στάδιον, καὶ Χριστὸν μεγαλύνας οἰκείοις μέλεσιν, οὐρανίων δωρεῶν λαμπρῶς τετύχηκας, καὶ παρέχεις τοῖς πιστοῖς, ὡς μεσίτης πρὸς Θεόν, βοήθειαν καθ' ἑκάστην, Φανούριε ἀθλοφόρε, τοῖς καταφεύγουσι τῇ σκέπῃ σου.

Ὁ Οἶκος
Ἤθλησας Μάρτυς ἀνδρικῶς, ἐν ἔτεσιν ἀδήλοις, καὶ ὑπερεῖδες νουνεχῶς, νεότητος τὸ ἄνθος, ὑπὲρ ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ, πλείστας βασάνους ὑποστάς, καὶ θάνατον γενναίως· ἀλλ' οἷς οἶδε κρίμασι Θεός, λήθης βυθοῖς, τὰ τῆς ἀθλήσεως τῆς σῆς, ἐκρύπτοντο τρόπαια· ἐν δὲ τῆ, Ῥόδῳ τῇ περιφήμῳ νήσῳ, ὁ ὑπὸ γῆν κεχωσμένος φανερωθεὶς ναός σου, ἐν ᾧ ἡ πάντιμος ὡς θησαυρὸς εἰκών σου, ἡ σὴ λαμπρὰ ἐγνώρισται ἄθλησις, καὶ πᾶσα ἡ Ἐκκλησία γνῶσιν ἔσχε τῶν ἀθλητικῶν σου ἀγώνων, καὶ τῆς πρὸς Χριστὸν λαμπρᾶς σου παῤῥησίας· ὅτι πᾶσιν ἐφαπλοῖς, τὴν θαυμαστήν σου προστασίαν, καὶ πολυειδῶν ἐξαίρεις κινδύνων καὶ θλίψεων, καὶ αἰχμαλώτους λυτροῦσαι, θεῖε ὁπλῖτα Φανούριε ἔνδοξε.

Μεγαλυνάριον
Χαίροις ὁ ἐν Ῥόδῳ φανερωθείς, καὶ ἐξανατείλας, ὥσπερ ἥλιος ἐξ αὐτῆς, πᾶσαν καταυγάζων, Χριστοῦ τὴν Ἐκκλησίαν, θαυμάτων σου τῷ πλήθει, Μάρτυς Φανούριε.

Ἕτερον Μεγαλυνάριον
Χαίροις ὦ Φανούριε ἀθλητά, ὁ πᾶσι παρέχων, τὰ αἰτήματα συμπαθῶς· χαίροις εὐσεβούντων, ὁ μέγας ἀντιλήπτωρ, καὶ πάσης Ἐκκλησίας, θεῖον ἀγλάισμα.

Κυριακή 26 Αυγούστου 2018

Νά βασιλεύει ἡ ἀγάπη

«Πάντα ὑμῶν ἐν ἀγάπῃ γινέσθω»

Ἡ σημερινὴ ἀποστολικὴ περικοπὴ εἶναι ἡ κατακλείδα τῆς Α´ πρὸς Κορινθίους Ἐπιστολῆς, ὁ ἐπίλογος, οἱ τελευταῖες νουθεσίες τοῦ ἀποστόλου Παύλου πρὸς τοὺς Χριστιανοὺς τῆς Κορίνθου. Ἡ περικοπὴ εἶναι μεστὴ ἀπὸ θαυμάσια πνευματικὰ νοήματα. Μεταξὺ τῶν ἄλλων ὁ Ἀπόστολος προτρέπει τοὺς Κορινθίους: Ὅλα ὅσα κάνετε, ἂς γίνονται μὲ ἀγάπη, τοὺς λέει. Ἡ προτροπὴ αὐτὴ ἀπευθύνεται βέβαια καὶ σὲ μᾶς.

Ἂς δοῦμε λοιπὸν σὲ ποιὲς περιπτώσεις εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθεῖ αὐτὴ καὶ πόσο ὠφελεῖ καὶ ἐμᾶς καὶ τοὺς ἄλλους.

1. Πάντοτε ἐφαρμόσιμη

Ἡ θεόπνευστη αὐτὴ ἐντολὴ μπορεῖ νὰ ἐφαρμοσθεῖ κυριολεκτικὰ σὲ κάθε περίσταση, τὴν κάθε στιγμὴ τῆς καθημερινῆς μας ζωῆς. Μποροῦμε π.χ. νὰ ἐπιτελοῦμε τὴν ἐργασία μας μὲ ἀγάπη, μὲ τὴ σκέψη ὅτι ὠφελοῦμε τοὺς συν­ανθρώπους μας. Ὁ καταστηματάρχης, ὅταν ἔχει ἀγάπη, συνεργάζεται ἁρμονικὰ μὲ τοὺς ὑπαλλήλους του καὶ εἶναι λογικὸς στὶς ἀπαιτήσεις του ἀπὸ αὐτούς· εἶναι ἐπίσης ἐξυπηρετικὸς στὸν κάθε πελάτη. Ὁ γιατρὸς παρομοίως δείχνει εἰλικρινὲς ἐνδιαφέρον γιὰ τοὺς ἀσθενεῖς του καὶ ἔχει συναίσθηση τῆς μεγάλης εὐθύνης του γιὰ τὴ θεραπεία τους. Ὁ ἐκπαιδευτικὸς φροντίζει γιὰ τὴ μόρφωση καὶ ἀγωγὴ τῶν μαθητῶν του. Ἀπὸ ἀγάπη μάλιστα μπορεῖ νὰ φέρεται κάποτε καὶ αὐστηρά, μὲ στόχο τὴν ὠφέλεια τῶν μαθητῶν του. Ἀλλὰ καὶ ὁ τεχνίτης, ὁ γεωργός, ὁ ὁποιοσδήποτε ἐπαγγελματίας μπορεῖ νὰ ἀσκήσει τὴν ἐργασία του μὲ ἀγάπη.

Ἀκόμη καὶ τὰ ἔργα τῆς προσφορᾶς καὶ ἐλεημοσύνης εἶναι ἀνάγκη νὰ τὰ κάνουμε μὲ ἀγάπη. Νὰ ἐλεοῦμε καὶ νὰ διακονοῦμε ὄχι ἀπὸ καθῆκον, ψυχρὰ ἢ μὲ γογγυσμό, ἀλλὰ μὲ εἰλικρινὴ διάθεση προσφορᾶς, καὶ ἀπὸ ἀληθινὴ συμπάθεια στὸ πρόβλημα τοῦ πλησίον μας. Αὐτὴ εἶναι ἡ πραγματικὴ ἐλεημοσύνη.

Ὅποιος ἔχει ἀγάπη, εἶναι τίμιος στὶς συν­αλλαγές του, ἀνεκτικὸς καὶ ἀνεξίκακος στὶς διαφορές του μὲ τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους, σεβαστικὸς στοὺς μεγαλύ­τερους, συγκαταβατικὸς στοὺς νεότερους, πράος, εὐγενικός, φιλάνθρωπος.

Οἱ Ἅγιοι ἐνεργοῦσαν μὲ ἀγάπη ἀκόμη καὶ στὰ πιὸ μικρά. Ὁ σύγχρονός μας ἅγιος Πορφύριος, μελετοῦσε μὲ ἐπιμέλεια τὸ μάθημα μουσικῆς ποὺ ἔκανε, διότι δὲν ἤθελε νὰ στενοχωρήσει τὴ δασκάλα του, ἡ ὁποία, ὅπως ἔλεγε, ἦταν ἁγία!

2. Λύνει ὅλα τὰ προβλήματα

Ἂν εἴχαμε ἀγάπη σὲ ὅλα ὅσα κάναμε, θὰ εἴχαμε λύσει ὅλα τὰ προβλήματά μας· θὰ ἤμασταν πανευτυχεῖς· καὶ ἡ κοινωνία μας θὰ ἦταν Παράδεισος. Αὐτὸ ἐπισημαίνει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος ἑρμηνεύοντας τὸν λόγο αὐτό. Ὅλα τὰ θέματα μὲ τὰ ὁποῖα ἀσχολήθηκε ὁ ἅγιος Ἀπόστολος στὴν παρούσα ἐπιστολή, εἶχαν προκύψει «ἐκ τοῦ ταύτην ἠμελῆσθαι»· ἐπειδὴ οἱ πιστοὶ τῆς Κορίνθου εἶχαν ἀμελήσει τὴν ἀγάπη, γράφει ὁ Ἅγιος. Διότι ἂν καλλιεργοῦσαν τὴν ἀγάπη, οὔτε διαιρέσεις θὰ ὑπῆρχαν μεταξύ τους, οὔτε θὰ κατέφευγαν στὰ δικαστήρια καὶ μάλιστα τῶν εἰδωλολατρῶν, οὔτε οἱ δυνατοὶ στὴν πίστη Χριστιανοὶ θὰ σκανδάλιζαν τοὺς ἀδύνατους τρώ­γοντας τὰ εἰδωλόθυτα, οὔτε θὰ ἐπιδίωκαν τὰ πιὸ ἐντυπωσιακὰ χαρίσματα(*).

Ὅταν ὅλα τὰ κάνουμε μὲ ἀγάπη, τότε μπαίνει στὴν ἄκρη ἡ ἰδιοτέλεια, ὁ ἐγωι­σμός, ποὺ εἶναι ἡ αἰτία κάθε ἁμαρτίας. Ἡ ἀγάπη περιλαμβάνει ὅλες τὶς ἀρετές. Ἐ­κεῖνος ποὺ ἀσκεῖ τὴν ἀγάπη πρὸς ὅλους, πολεμάει συγχρόνως καὶ ὅλα τὰ πάθη· καὶ ὅ,τι κάνει, τὸ κάνει μὲ πολλὴ χαρὰ καὶ μεράκι, μὲ πολλὴ Χάρι. Χαίρον­ται τὰ ἔργα του οἱ ἄνθρωποι ἀλλὰ καὶ ὁ Θεός. Ὅλα τότε γίνονται προσευχή, εὐάρεστη θυσία στὸν Θεό.

***

Ὅλα ὅσα κάνετε, ἂς γίνονται μὲ ἀγάπη. Ποιὸς μιλᾶ; Ὁ ἀπόστολος Παῦλος· ὁ ἄν­θρωπος τοῦ ὁποίου ὅλη ἡ ζωὴ ἀπὸ τότε ποὺ γνώρισε τὸν Χριστό, ἦταν προσφο­ρὰ ἀγάπης. Νουθετοῦσε τὸν κά­θε πι­στὸ μὲ δάκρυα, λυπόταν μὲ τὴν πτώση τοῦ καθενός, ἔπασχε γιὰ τὰ προβλήματα τῆς κάθε τοπικῆς Ἐκκλησίας. Ἡ καρδιά του φλεγόταν ἀπὸ ἀγάπη γιὰ τὸν Θεὸ καὶ τὸν συνάνθρωπο, χωροῦσε ὅλη τὴν οἰκουμένη, χωροῦσε τὸν Θεό. Ἂς τὸν παρακαλέσουμε νὰ ἀνάψει καὶ στὴ δική μας καρδιὰ ἡ φλόγα τῆς ἀγάπης. Γιατὶ αὐτὴ εἶναι ἡ μόνη δύναμη ποὺ μπορεῖ νὰ ἀλλάξει τὸν κόσμο, σ᾿ αὐτὴν βρίσκεται τὸ μυστικὸ τῆς εὐτυχίας καὶ τῆς αἰώνιας σωτηρίας μας.

Οσία Μαρία Ιβάνοβνα του Ντιβέεβο η Δια Χριστόν Σαλή

Η Οσία Μαρία γεννήθηκε στο χωριό Γκολέτκοβα της επαρχίας Ταμπόφ της Ρωσίας. Σε ηλικία 13 χρόνων έμεινε ορφανή και από τους δυο γονείς της Ζαχαρία και Πελαγία και πήγε να μείνει με την οικογένεια του μεγαλύτερου της αδελφού. Εκεί δεν την ήθελαν, λόγω κυρίως του γεγονότος ότι παραμελούσε τον εαυτό της και ένοιωθαν προσβεβλημένοι από το όλο παρουσιαστικό της. Ποτέ δεν χτενιζόταν και τα ρούχα της αποτελούνταν κυρίως από κουρέλια. Είχε επίσης από πολύ μικρή μια τάση να συμπεριφέρεται παράξενα.

Έτσι έφυγε και άρχισε να περιπλανιέται μεταξύ των περιοχών του Σάρωφ, του Ντιβέγεβο και του Αρντάτωφ. Πάντοτε μισόγυμνη και πεινασμένη φορώντας κατεστραμμένα παπούτσια χειμώνα-καλοκαίρι. Τα βράδια τα περνούσε στο δάσος προσευχόμενη και ήταν σχεδόν πάντοτε λασπωμένη.

Συχνά επισκεπτόταν το μοναστήρι του Ντιβέγεβο και εκεί όσες καλογριές τη λυπόντουσαν της έδιναν καθαρά ρούχα, τα οποία σε λίγες μέρες ή Μαρία απαλλασσόταν δίνοντας τα στους φτωχούς. Υπήρχαν όμως και οι μοναχές εκείνες πού την έδιωχναν κακήν κακώς. Ποτέ δεν παραπονέθηκε για κανέναν και για τίποτα.

Από κάποιο χρονικό σημείο και μετά τη δέχτηκαν στο μοναστήρι οπού εκάρη μοναχή. Εκεί συνέχισε να προσποιείται τη σαλή για να κρύβει τις αρετές της, ιδίως το προορατικό χάρισμα που ο Κύριος μας της έδωσε. Άρχισαν σιγά-σιγά να την επισκέπτονται διάφοροι που άκουσαν γι’ αυτήν και ζητούσαν συμβουλή για κάποιο πρόβλημα τους ή για να πάρουν πνευματικές νουθεσίες.

Κάποτε την επισκέφτηκε ένα μικρό αγόρι και η Μαρία είπε: «Κοίταξε, ήρθε ο ιερέας Αλέξιος». Το παιδί αργότερα έγινε ιερομόναχος με το όνομα αυτό. Όταν κάποτε την επισκέφτηκε ο πατήρ Αλέξιος η οσία του είπε: «Δεν τρώω κρέας. Άρχισα να τρώω χορταρικά και τώρα είμαι καλύτερα». Τα λόγια αυτά ήταν για εκείνον, που είχε αρχίσει να τρώει κρέας μετά από κάποια αρρώστια του. Της έβαλε μετάνοια και έκοψε το κρέας.

Άλλοτε την επισκέφτηκε μια κυρία από το Μούρομ και μόλις την είδε της είπε ότι κάπνιζε σαν φουγάρο. «Δεν μπορώ να το κόψω, καπνίζω και τη νύχτα, ακόμα και πριν τη Θεία Λειτουργία» της απάντησε. Τότε η Μαρία είπε στη συγκελλιώτισσά της να πάρει την ακριβή ταμπακέρα της και να την πετάξει στη φωτιά. Μετά από καιρό πήραν ένα γράμμα από την κυρία αύτη που έκφραζε την ευγνωμοσύνη της, αναφέροντας ότι από τότε που τους επισκέφτηκε ούτε που σκέφτεται το τσιγάρο.

Μια άλλη φορά την επισκέφτηκαν κάποιες μοναχές, εξαδέλφες του Μίσα Αρτσιμπούσεβα και τη ρώτησαν γι' αυτόν. Η οσία τους είπε ότι ο Μίσα έμπλεξε τελευταία με μια γύφτισσα. Μετά αφού συναντήθηκαν και τον ρώτησαν σχετικά, τους εξήγησε ότι ενώ ποτέ δεν κάπνιζε, τελευταία αγόρασε ένα πακέτο τσιγάρα που είχαν για μάρκα μια «γύφτισσα».

Μετά την μεταπολίτευση στη Ρωσία από την Κομμουνιστική Επανάσταση του 1917 μ.Χ., η Μαρία άρχισε να χρησιμοποιεί πολύ άσχημη γλώσσα, θέλοντας έτσι να υποδείξει τα νέα δεινά της Εκκλησίας από το νέο καθεστώς. Οι υπόλοιπες μοναχές σκανδαλιζόμενες τη ρώτησαν πώς ήταν δυνατόν μια καλογριά να μην μιλάει ευγενικά και η Μαρία απάντησε: «Υπό τον Τσάρο Νικόλαο αυτό ήταν εύκολο, για δοκιμάστε το και με τους Σοβιετικούς».

Η Μαρία Ιβάνοβνα κοιμήθηκε ειρηνικά το 1927 μ.Χ.

Όσιος Αδριανός εκ Ρωσίας

Το κοσμικό του όνομα του Οσίου Ανδριανού ήταν Ανδρέας Ζαβαλίσιν. Όταν ανακάλυψε στην παγωμένη έρημο τον Όσιο Αλέξανδρο του Σβιρ , έγινε μαθητής του. Μόνασε στην περιώνυμη Μονή Βαλαάμ και ασκήθηκε σε μία χερσόνησο της Λίμνης Λαντόγκας, όπου ίδρυσε μονή. Υπήρξε πνευματικός της Πριγκίπισσας Άννας, κόρης του Τσάρου Ιβάν Δ' του Τρομερού.

Τελειώθηκε μαρτυρικά το 1549 μ.Χ., από ληστές που του επετέθηκαν, ενώ επέστρεφε από την Μόσχα. Το ασκητικό και μαρτυρικό του σώμα ενταφιάσθηκε στη Μονή του, στο Ναό του Αγίου Νικολάου.

Το Λείψανό του ανακομίσθηκε αδιάφθορο το 1551 μ.Χ. Μετά την Επανάσταση του 1917 μ.Χ., δεν υπάρχουν πληροφορίες για την τύχη του.

Άγιος Ανδριανός

Ο Άγιος Αδριανός έζησε στα χρόνια του βασιλιά Λικινίου (313 μ.Χ.). Καταγόταν από τη Ρώμη και ήταν γιος του Πρόθου βασιλιά της Ρώμης, που βασίλευσε το 276 μ.Χ. Ο Αδριανός διέμεινε, μαζί με τον αδελφό του Δομέτιο - επίσκοπο αργότερα του Βυζαντίου μετά τον Τίτο - στο Βυζάντιο. Ποθώντας να μαρτυρήσει για τον Χριστό, πήγε στη Νικομήδεια και ήλεγξε τον Λικίνιο, διότι μάταια ταλαιπωρούσε τα ρωμαϊκά στρατεύματα προφασιζόμενος ότι διώκει τους χριστιανούς. Όποτε ο Λικίνιος τον βασάνισε με διάφορους τρόπους και στο τέλος τον αποκεφάλισε. Ο δε αδελφός του Δομέτιος, πήρε το άγιο λείψανο του και το έθαψε στην Αργυρόπολη, που βρίσκεται κοντά στο Βυζάντιο. Εκεί επίσης βρίσκονταν και τα άγια λείψανα των Μαρτύρων Αδριανού και Ναταλίας, μαζί με αυτά του Αποστόλου Στάχυος, που έκανε πρώτος επίσκοπος Βυζαντίου μετά τον πρωτόκλητο Ανδρέα.

Όσιος Τιθόης

Ο Όσιος Τιθόης απεβίωσε ειρηνικά.

Ο Όσιος Νικόδημος ο Αγιορείτης αναφέρει στον Συναξαριστή του:

Περί του Oσίου τούτου Tιθόη έλεγεν ο Aββάς Mατόης, ότι τόσον ακατηγόρητος ήτον ο αοίδιμος, ώστε οπού δεν εύρισκεν άνθρωπος να ανοίξη το στόμα του διά να τον κατηγορήση εις κανένα πράγμα. Eπειδή καθώς το καθαρόν και άδολον χρυσάφι ζυγιάζεται με την ζυγαρίαν, και δεν έχει κανένα ελάττωμα, έτζι ήτον και ο Aββάς Tιθόης (σελ. 692 του Eυεργετινού). Περί του Aββά Tιθόη τούτου γράφεται εις τον Παράδεισον των Πατέρων, ότι ήτον φίλος άκρος της ησυχίας. Όθεν καθήμενός ποτε εις το κλύσμα, όπου και άλλοι εκάθηντο, στοχαζόμενος ότι ευρίσκεται εις την ησυχίαν, λέγει τω μαθητή του, απόλυσον το νερόν εις τους φοίνικας τέκνον. O δε μαθητής του λέγει, εις το κλύσμα εσμέν Aββά. Λέγει ο γέρων, εις το κλύσμα τι ποιώ; Άρον με πάλιν εις το όρος. Oύτος ο Aββάς Tιθόης είπε και το αξιομνημόνευτον τούτο απόφθεγμα· «Ξενιτεία εστί, το κρατήσαι άνθρωπος το εαυτού στόμα».

Όθεν εκ της άκρας ησυχίας εις τόσην τελειότητα έφθασεν ο αοίδιμος, ώστε οπού γράφεται εν τω αυτώ Παραδείσω των Πατέρων, ότι όταν επροσηύχετο, εάν δεν επρόφθανε να κατεβάση τας χείρας του, αρπάζετο ο νους του εις θείας αρπαγάς. Όθεν όταν ετύχαινε να προσεύχεται μαζί με άλλους αδελφούς, εσπούδαζε να κατεβάζη ογλίγωρα τας χείρας του, ίνα μη αρπαχθή ο νους του και αργοπορήση εις την προσευχήν, και ούτω γνωρισθή εις τους άλλους η αρετή του.