Τρίτη 27 Δεκεμβρίου 2016
Άγιος Στέφανος ο Πρωτομάρτυρας και Αρχιδιάκονος
Ο Άγιος Στέφανος ήταν ένας από τους πιο διακεκριμένους μεταξύ των επτά διακόνων, που εξέλεξαν οι πρώτοι χριστιανοί για να επιστατούν στις κοινές τράπεζες των αδελφών, ώστε να μη γίνονται λάθη και τους χειροτόνησαν οι Άγιοι Απόστολοι. Αν και κουραστική η ευθύνη του επιστάτη για τόσους αδερφούς παρ’ όλα αυτά ο Στέφανος έβρισκε καιρό και δύναμη για να κηρύττει το Ευαγγέλιο του Χριστού. Και όπως αναφέρει η Αγία Γραφή: «Στέφανος πλήρης πίστεως καὶ δυνάμεως ἐποίει τέρατα καὶ σημεῖα μεγάλα ἐν τῷ λαῷ».(Πραξ. Αποστόλων, στ΄8-15, ζ΄1-60). Δηλαδή ο Στέφανος, που ήταν γεμάτος πίστη και χάρισμα ευγλωττίας δυνατό, έκανε μεταξύ του λαού μεγάλα θαύματα, που προκαλούσαν κατάπληξη και αποδείκνυαν την αλήθεια του χριστιανικού κηρύγματος.
Ο Στέφανος είχε αφιερώσει τη ζωή του στο κήρυγμα του ευαγγελικού λόγου και στη φιλανθρωπική δράση. Για τη προσφορά και τις αρετές του τιμήθηκε με το χάρισμα της θαυματουργίας. Με το χάρισμα αυτό θεράπευε ασθενείς και αποδείκνυε τη δύναμη του Χριστού. Με τη βαθιά θεολογική του κατάρτιση ανέτρεπε εύκολα τις κακοδοξίες των Ιουδαίων για το έργο του Χριστού, προκαλώντας την οργή και το φθόνο τους.
Οι Ιουδαίοι, όμως, καθώς ήταν προκατειλημμένοι, εξαπέλυσαν συκοφάντες ανάμεσα στο λαό, που διέδιδαν ότι άκουσαν το Στέφανο να βλαστημεί το Μωϋσή και το Θεό. Με αφορμή, λοιπόν, αυτές τις συκοφαντίες, που οι ίδιοι είχαν ενσπείρει, άρπαξαν με μίσος το Στέφανο και τον οδήγησαν μπροστά στο Συνέδριο, τάχα για να απολογηθεί. Η απολογία του Στεφάνου υπήρξε πρότυπο τόλμης και θάρρους. Χωρίς να φοβηθεί καθόλου, εξαπέλυσε λόγια - κεραυνούς εναντίον των Ιουδαίων. Και από υπόδικος, ορθώθηκε θυελλώδης ελεγκτής και κατήγορος. Τότε ακράτητοι από το μίσος οι Ιουδαίοι, τον έσυραν έξω από την πόλη, όπου τον θανάτωσαν με λιθοβολισμό. Εκεί φάνηκε και η μεγάλη συγχωρητικότητα του Στεφάνου προς τους εχθρούς του με τη φράση του, «Κύριε, μὴ στήσης αὐτοῖς τὴν ἁμαρτίαν ταύτην». Κύριε μη λογαριάσεις σ’ αυτούς την αμαρτία αυτή.
Ἀπολυτίκιον
Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Βασίλειον διάδημα, ἐστέφθη σὴ κορυφή, ἐξ ἄθλων ὧν ὑπέμεινας, ὑπὲρ Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ, Μαρτύρων Πρωτόαθλε· σὺ γὰρ τὴν Ἰουδαίων, ἀπελέγξας μανίαν, εἶδες σου τὸν Σωτῆρα, τοῦ Πατρὸς δεξιόθεν. Αὐτὸν οὖν ἐκδυσώπει ἀεί, ὑπὲρ τῶν ψυχῶν ἡμῶν.
Κοντάκιον
Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.
Ὁ Δεσπότης χθὲς ἡμῖν, διὰ σαρκὸς ἐπεδήμει, καὶ ὁ δοῦλος σήμερον, ἀπὸ σαρκὸς ἐξεδήμει· χθὲς μὲν γάρ, ὁ Βασιλεύων σαρκὶ ἐτέχθη, σήμερον δέ, ὁ οἰκέτης λιθοβολεῖται· δι᾽ αὐτὸν καὶ τελειοῦται, ὁ Πρωτομάρτυς καὶ θεῖος Στέφανος.
Κάθισμα
Ἦχος δ’. Κατεπλάγη Ἰωσὴφ.
Τὴν τοῦ Πνεύματος πηγήν, ἐν τῇ καρδίᾳ μυστικῶς, κεκτημένος τοῦ Χριστοῦ, ὁ Πρωτομάρτυς ἀληθῶς, τῶν Ἰουδαίων ἀπήλεγξε τὴν αὐθάδειαν, καὶ ἔδειξεν αὐτοῖς, τόν Υἱὸν τοῦ Θεοῦ, ἐκ σπέρματος Δαυΐδ, ἀναβλαστήσαντα, τῷ τῆς σοφίας καὶ χάριτος πληρώματι, πεπληρωμένος ὁ ἔνδοξος. Ἀλλ' ὦ Τρισμάκαρ, τοὺς σὲ τιμῶντας, σῷζε θείαις πρεσβείαις σου.
Ἕτερον Κάθισμα
Ἦχος α’. Τὸν τάφον σου Σωτὴρ.
Ἀπόστολε Χριστοῦ, Διακόνων ὁ πρῶτος, Πρωτόαθλε σοφέ, τῶν Μαρτύρων ἀκρότης, ὁ κόσμου τὰ πέρατα, ἁγιάσας τοῖς ἄθλοις σου, καὶ τοῖς θαύμασι, ψυχὰς ἀνθρώπων λαμπρύνας, τους τιμῶντάς σε, ῥῦσαι παντοίων κινδύνων, πανεύφημε Στέφανε.
Ὁ Οἶκος
Ὡς ἀστὴρ φαεινὸς σήμερον συνεξέλαμψε, τῇ Γεννήσει Χριστοῦ, ὁ Πρωτομάρτυς Στέφανος, ἀστράπτων καὶ φωτίζων τὰ πέρατα ἅπαντα, τῶν Ἰουδαίων μόνον ἠμαύρωσε τὴν πᾶσαν δυσσέβειαν, σοφίας λόγοις τούτους διελέγξας, ἀπὸ τῶν Γραφῶν διαλεγόμενος, καὶ πείθων τούτους, τὸν γεννηθέντα ἐκ τῆς Παρθένου Ἰησοῦν, Υἱὸν αὐτόν εἶναι Θεοῦ, κατῄσχυνε τούτων τὴν ἀσεβῆ κακουργίαν, ὁ Πρωτομάρτυς καὶ θεῖος Στέφανος.
Μεγαλυνάριον
Πρῶτος Διακόνων ἀναδειχθείς, πρῶτος τοῦ Δεσπότου, ἐχρημάτισας μιμητής· ὅθεν Ἀθλοφόρων, πρωτεύων Πρωτομάρτυς, τύπος αύτοῖς ἐγένου, πρώταθλε Στέφανε.
Ο Στέφανος είχε αφιερώσει τη ζωή του στο κήρυγμα του ευαγγελικού λόγου και στη φιλανθρωπική δράση. Για τη προσφορά και τις αρετές του τιμήθηκε με το χάρισμα της θαυματουργίας. Με το χάρισμα αυτό θεράπευε ασθενείς και αποδείκνυε τη δύναμη του Χριστού. Με τη βαθιά θεολογική του κατάρτιση ανέτρεπε εύκολα τις κακοδοξίες των Ιουδαίων για το έργο του Χριστού, προκαλώντας την οργή και το φθόνο τους.
Οι Ιουδαίοι, όμως, καθώς ήταν προκατειλημμένοι, εξαπέλυσαν συκοφάντες ανάμεσα στο λαό, που διέδιδαν ότι άκουσαν το Στέφανο να βλαστημεί το Μωϋσή και το Θεό. Με αφορμή, λοιπόν, αυτές τις συκοφαντίες, που οι ίδιοι είχαν ενσπείρει, άρπαξαν με μίσος το Στέφανο και τον οδήγησαν μπροστά στο Συνέδριο, τάχα για να απολογηθεί. Η απολογία του Στεφάνου υπήρξε πρότυπο τόλμης και θάρρους. Χωρίς να φοβηθεί καθόλου, εξαπέλυσε λόγια - κεραυνούς εναντίον των Ιουδαίων. Και από υπόδικος, ορθώθηκε θυελλώδης ελεγκτής και κατήγορος. Τότε ακράτητοι από το μίσος οι Ιουδαίοι, τον έσυραν έξω από την πόλη, όπου τον θανάτωσαν με λιθοβολισμό. Εκεί φάνηκε και η μεγάλη συγχωρητικότητα του Στεφάνου προς τους εχθρούς του με τη φράση του, «Κύριε, μὴ στήσης αὐτοῖς τὴν ἁμαρτίαν ταύτην». Κύριε μη λογαριάσεις σ’ αυτούς την αμαρτία αυτή.
Ἀπολυτίκιον
Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Βασίλειον διάδημα, ἐστέφθη σὴ κορυφή, ἐξ ἄθλων ὧν ὑπέμεινας, ὑπὲρ Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ, Μαρτύρων Πρωτόαθλε· σὺ γὰρ τὴν Ἰουδαίων, ἀπελέγξας μανίαν, εἶδες σου τὸν Σωτῆρα, τοῦ Πατρὸς δεξιόθεν. Αὐτὸν οὖν ἐκδυσώπει ἀεί, ὑπὲρ τῶν ψυχῶν ἡμῶν.
Κοντάκιον
Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.
Ὁ Δεσπότης χθὲς ἡμῖν, διὰ σαρκὸς ἐπεδήμει, καὶ ὁ δοῦλος σήμερον, ἀπὸ σαρκὸς ἐξεδήμει· χθὲς μὲν γάρ, ὁ Βασιλεύων σαρκὶ ἐτέχθη, σήμερον δέ, ὁ οἰκέτης λιθοβολεῖται· δι᾽ αὐτὸν καὶ τελειοῦται, ὁ Πρωτομάρτυς καὶ θεῖος Στέφανος.
Κάθισμα
Ἦχος δ’. Κατεπλάγη Ἰωσὴφ.
Τὴν τοῦ Πνεύματος πηγήν, ἐν τῇ καρδίᾳ μυστικῶς, κεκτημένος τοῦ Χριστοῦ, ὁ Πρωτομάρτυς ἀληθῶς, τῶν Ἰουδαίων ἀπήλεγξε τὴν αὐθάδειαν, καὶ ἔδειξεν αὐτοῖς, τόν Υἱὸν τοῦ Θεοῦ, ἐκ σπέρματος Δαυΐδ, ἀναβλαστήσαντα, τῷ τῆς σοφίας καὶ χάριτος πληρώματι, πεπληρωμένος ὁ ἔνδοξος. Ἀλλ' ὦ Τρισμάκαρ, τοὺς σὲ τιμῶντας, σῷζε θείαις πρεσβείαις σου.
Ἕτερον Κάθισμα
Ἦχος α’. Τὸν τάφον σου Σωτὴρ.
Ἀπόστολε Χριστοῦ, Διακόνων ὁ πρῶτος, Πρωτόαθλε σοφέ, τῶν Μαρτύρων ἀκρότης, ὁ κόσμου τὰ πέρατα, ἁγιάσας τοῖς ἄθλοις σου, καὶ τοῖς θαύμασι, ψυχὰς ἀνθρώπων λαμπρύνας, τους τιμῶντάς σε, ῥῦσαι παντοίων κινδύνων, πανεύφημε Στέφανε.
Ὁ Οἶκος
Ὡς ἀστὴρ φαεινὸς σήμερον συνεξέλαμψε, τῇ Γεννήσει Χριστοῦ, ὁ Πρωτομάρτυς Στέφανος, ἀστράπτων καὶ φωτίζων τὰ πέρατα ἅπαντα, τῶν Ἰουδαίων μόνον ἠμαύρωσε τὴν πᾶσαν δυσσέβειαν, σοφίας λόγοις τούτους διελέγξας, ἀπὸ τῶν Γραφῶν διαλεγόμενος, καὶ πείθων τούτους, τὸν γεννηθέντα ἐκ τῆς Παρθένου Ἰησοῦν, Υἱὸν αὐτόν εἶναι Θεοῦ, κατῄσχυνε τούτων τὴν ἀσεβῆ κακουργίαν, ὁ Πρωτομάρτυς καὶ θεῖος Στέφανος.
Μεγαλυνάριον
Πρῶτος Διακόνων ἀναδειχθείς, πρῶτος τοῦ Δεσπότου, ἐχρημάτισας μιμητής· ὅθεν Ἀθλοφόρων, πρωτεύων Πρωτομάρτυς, τύπος αύτοῖς ἐγένου, πρώταθλε Στέφανε.
Δευτέρα 26 Δεκεμβρίου 2016
Η ΠΑΡΘΕΝΟΣ ΣΗΜΕΡΟΝ ΤΟΝ ΥΠΕΡΟΥΣΙΟΝ ΤΙΚΤΕΙ
Του κ.κ. Αναστασίου Αρχιεπισκόπου Τιράνων, Δυρραχίου και πάσης Αλβανίας
«Η Παρθένος σήμερον τον Υπερούσιον τίκτει»
Την έλευση το Λυτρωτού στον κόσμο, την ενσάρκωση του Θείου Λόγου, την ένωση ανθρωπίνης και θείας φύσεως γιορτάζουμε τα Χριστούγεννα. Στο ξεκίνημα της ιστορίας της ανθρωπότητος δόθηκε στον άνθρωπο από τον ίδιο τον Δημιουργό η λαχτάρα να προσεγγίσει τον Θεό, να μοιάσει με Αυτόν, να ενωθεί μαζί Του. Και όπως διηγείται από τις πρώτες σελίδες η Αγία Γραφή, αυτό τον πόθο εκμεταλλεύθηκε ο διάβολος για να παραπλανήσει τους πρωτοπλάστους. Παρακούσετε τον Θεό, αναζητήσετε την αυτοτέλειά σας και τότε «διανοιχθήσονται υμών οι οφθαλμοί» (θα ανοίξουν τα μάτια σας) «και έσεσθε ως θεοί» (Γεν. 3:4). Ακολουθώντας όμως οι πρωτόπλαστοι την πονηρή αυτή συμβουλή δεν έγιναν «ως θεοί», αλλά «διηνοίχθησαν οι οφθαλμοί των δύο και έγνωσαν ότι γυμνοί ήσαν (στ. 7). Κατάλαβαν ότι ήσαν γυμνοί, αδύνατοι και απροστάτευτοι. Και οι απόγονοί τους έζησαν σε μια περιπέτεια γεμάτη πόνο, συγκρούσεις, αποτυχίες και οδύνη.
Σε αυτήν την παρανοϊκή πορεία της ανθρωπότητος επεμβαίνει η αγάπη του Θεού. Ο Υπερούσιος με τη θέλησή Του σαρκούται προσλαμβάνοντας την ανθρώπινη φύση, για να οδηγήσει το ανθρώπινο γένος προς την ποθητή θέωση. Από την οδό όμως της ταπεινώσεως, της απαρνήσεως και της αγάπης, που θα φωτισθεί τελικά με τον ζωηφόρο Σταυρό και το υπέρλαμπρο φως της Αναστάσεως του Θεανθρώπου. Τη συγκλονιστική αυτή αλήθεια ψάλλει ο υμνογράφος με τρόπο περιεκτικό, απευθυνόμενος στην Υπεραγία Θεοτόκο, η οποία συνήργησε στην ενανθρώπιση του Θείου Λόγου. «Ισωθήναι πόθον μοι ενθείς όφις ο παμπόνηρος τω Πλαστουργώ, ως αιχμάλωτον ήρπασε• διά σου δε, Πάναγνε, ανακέκλειμαι θεωθείς αληθέστατα συ γαρ, Θεομήτωρ, τον εμέ θεώσαντα γεγέννηκας». («Πόθο μου φύτεψε το παμπόνηρο φίδι, να γίνω ίσος με τον Πλαστουργό• και με έπιασε αιχμάλωτο. Με τη δική σου όμως συνέργεια, Πάναγνε, κλήθηκα ξανά (στην πρώτη δόξα) και αληθινά θεώθηκα»). (Κανών Αγίου Νικολάου, α΄ ωδή).
Η πρώτη πλάνη, στην αρχή της ανθρώπινης ιστορίας, συνεχίσθηκε με διάφορες μορφές. Παρόμοιες διαβολικές προτροπές οδήγησαν την ανθρωπότητα στην καταστροφή. Κάθε είδους αλαζόνες ηγέτες πρότειναν κατά καιρούς τις δικές τους ιδέες και θεωρίες για να γίνουν οι άνθρωποι «ως θεοί». Συχνά διεκδίκησαν οι ίδιοι θεϊκές εξουσίες και ζήτησαν να κατευθύνουν την ανθρωπότητα στην ευδαιμονία με την ίδια βασική διάθεση: Μακριά από τον Θεό. Χωρίς Θεό. Το παλαιό αυτό σύνθημα πολύ συχνά ακούγεται και σήμερα με ποικίλες παραλλαγές. Με αποτέλεσμα την αιχμαλωσία στην αυτοκαταστροφή, τον ευτελισμό του ανθρωπίνου προσώπου, τη θεοποίηση παθών και υποδούλωση σε άνομα συμφέροντα.
Στην επικίνδυνη αυτή περιπέτεια, η Εκκλησία –το «Σώμα του Χριστού»– οφείλει να κινηθεί με τη σοφία, τη δύναμη και τις αρχές του Θεανθρώπου Χριστού ο οποίος είναι στο διηνεκές η Κεφαλή της. Να τονίζει την αξία του ανθρωπίνου προσώπου – ανεξαρτήτως φύλου, ηλικίας, καταγωγής, μορφώσεως. Να ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για τους αδικουμένους, τους φτωχούς και θλιβομένους. Να καλλιεργεί τον ειλικρινή σεβασμό στην αξιοπρέπεια του κάθε ανθρώπου ως «εικόνος Θεού», που έχει κληθεί να πορευθεί προς το «καθ’ ομοίωσιν», αξιοποιώντας την ελευθερία του με την αγάπη• για την ανύψωση ολοκλήρου του ανθρωπίνου γένους.
«Η Παρθένος σήμερον τον Υπερούσιον τίκτει»
Η ευαγγελική αφήγηση του γεγονότος της Γεννήσεως μάς καλεί να επικεντρώσουμε την προσοχή μας σε ένα ακόμη σημείο. Ο υπερούσιος, ο υιός του Θεού, ερχόμενος στον κόσμο αρνήθηκε ανέσεις, κατοικία, πλούτη και πολλά από όσα οι άνθρωποι θεωρούν απαραίτητα. Διάλεξε, όμως, ως αναγκαίο και επαρκές τη στοργή της Παναγίας μητέρας Του. Αυτός, ο οποίος ως Θεός είναι ενυπόστατη αγάπη, αποδέχεται τη μητρική αγάπη ως τον πιο αυθεντικό ανθρώπινο χαιρετισμό. Με τρυφερότητα η Παναγία «εσπαργάνωσεν αυτόν και ανέκλινεν αυτόν εν τη φάτνη» (Λουκ. 2:7). Στις βυζαντινές εικόνες το βρέφος Ιησούς δεν φαίνεται απλώς να δέχεται τις στοργικές φροντίδες της μητέρας Του, αλλά και να της ανταποδίδει τη θεϊκή του αγάπη. Υπάρχει αμοιβαιότητα.
Τη μητρική θαλπωρή στηρίζει και ενισχύει σιωπηλά, με σύνεση και καλοσύνη, «ο δίκαιος Ιωσήφ» προσφέροντας την ανθρώπινη προστασία στον νεογέννητο Χριστό και την Πανάχραντη Μητέρα Του. Αναλαμβάνει να διαφυλάξει το Θείο Βρέφος, καθώς το περιβάλλον Του από αδιάφορο και αφιλόξενο εξελίσσεται σε επιθετικό και επικίνδυνο. Στους κατατρεγμούς και τις διώξεις ασφαλίζουν το ανυπεράσπιστο Θείο Νήπιο δύο αγιασμένοι εκπρόσωποι του ανθρωπίνου γένους.
Η Παναγία και ο Ιωσήφ Τον σώζουν, ξενιτευόμενοι στην Αίγυπτο• αυτοί στον κατάλληλο χρόνο τον επαναφέρουν στην αγία γη, τον οδηγούν δωδεκαετή σε προσκύνημα στην Ιερουσαλήμ. Σ’ αυτούς υποτάσσεται ο Χριστός ως παιδί• «και ην υποτασσόμενος αυτοίς» (Λουκ. 2:51). Ο αρχικός λοιπόν ανθρώπινος πυρήνας, στον οποίο αναπτύσσεται ο Θεάνθρωπος κατά τήν πρώτη φάση τής επίγειας ζωής Του, είναι το οικογενειακό περιβάλλον. Την οικογένεια στη συνέχεια ευλογεί στην αρχή της δημόσιας δράσεώς Του ο Χριστός με το πρώτο Του θαύμα στην Κανά της Γαλιλαίας. Αυτή γίνεται το κύτταρο της κοινωνίας που εμπνέει η χριστιανική πίστη.
Ωστόσο, η γενικότερη ιδεολογική και πνευματική σύγχυση στις ημέρες μας, περιφρονώντας τις θεόσδοτες αξίες ζωής, έχει οδηγήσει και την οικογένεια σε πολύπλευρη κρίση. Πώς να υπάρξει οικογενειακή αρμονία χωρίς αμοιβαία πιστότητα, κατανόηση, συγχωρητικότητα, αφοσίωση και αυταπάρνηση. Αλλες ιδέες και τάσεις δηλητηριάζουν τις οικογενειακές σχέσεις, ακόμα και τις πιο φυσικές και ιερές, παιδιών και γονέων. Ολο και συχνότερα ακούμε για συγκρούσεις μέσα στην οικογένεια, ακόμα και για οικογενειακή βία, που δυναμιτίζουν τη συνοχή και την ειρήνη της και τραυματιζουν ψυχικά μεγάλους και μικρούς. Οταν όμως διαταράσσεται ο βασικός αυτός κοινωνικός πυρήνας –ο οικείος οίκος– που θωρακίζει τον άνθρωπο και εξασφαλίζει την ανάπτυξή του, τότε πληγώνεται βαθιά ο ίδιος ο άνθρωπος ως προσωπικότητα• και ακολουθεί μία ευρύτερη κοινωνική παρακμή.
«Η Παρθένος σήμερον τον Υπερούσιον τίκτει»
Ας γεμίσει, αδελφοί μου, η καρδιά μας δοξολογία και ευγνωμοσύνη για την έλευση του Θείου Λόγου στην ανθρωπότητα. Και ο νους μας ας μην παύσει να αναλογίζεται τις λυτρωτικές συνέπειες του γεγονότος.
Παράλληλα, ας αναλογισθούμε σοβαρότερα την ιερότητα της οικογένειας. Η τόνωση της οικογενειακής αλληλεγγύης και στοργής αποτελεί ουσιαστική έκφραση της πίστεως και ευγνωμοσύνης μας προς τον Κύριό μας. Ας ζητήσουμε από τον Χριστό και την Παναγία Μητέρα Του να μας χαρίζουν κάτι από τη δική τους αυθεντική αγάπη• και ας την ανταποδώσουμε προσφέροντάς την, στη διάρκεια του νέου έτους, τόσο στο οικογενειακό μας περιβάλλον όσο και στην ευρύτερη κοινωνία στην οποία ζούμε. Ευλογημένα Χριστούγεννα!
«Η Παρθένος σήμερον τον Υπερούσιον τίκτει»
Την έλευση το Λυτρωτού στον κόσμο, την ενσάρκωση του Θείου Λόγου, την ένωση ανθρωπίνης και θείας φύσεως γιορτάζουμε τα Χριστούγεννα. Στο ξεκίνημα της ιστορίας της ανθρωπότητος δόθηκε στον άνθρωπο από τον ίδιο τον Δημιουργό η λαχτάρα να προσεγγίσει τον Θεό, να μοιάσει με Αυτόν, να ενωθεί μαζί Του. Και όπως διηγείται από τις πρώτες σελίδες η Αγία Γραφή, αυτό τον πόθο εκμεταλλεύθηκε ο διάβολος για να παραπλανήσει τους πρωτοπλάστους. Παρακούσετε τον Θεό, αναζητήσετε την αυτοτέλειά σας και τότε «διανοιχθήσονται υμών οι οφθαλμοί» (θα ανοίξουν τα μάτια σας) «και έσεσθε ως θεοί» (Γεν. 3:4). Ακολουθώντας όμως οι πρωτόπλαστοι την πονηρή αυτή συμβουλή δεν έγιναν «ως θεοί», αλλά «διηνοίχθησαν οι οφθαλμοί των δύο και έγνωσαν ότι γυμνοί ήσαν (στ. 7). Κατάλαβαν ότι ήσαν γυμνοί, αδύνατοι και απροστάτευτοι. Και οι απόγονοί τους έζησαν σε μια περιπέτεια γεμάτη πόνο, συγκρούσεις, αποτυχίες και οδύνη.
Σε αυτήν την παρανοϊκή πορεία της ανθρωπότητος επεμβαίνει η αγάπη του Θεού. Ο Υπερούσιος με τη θέλησή Του σαρκούται προσλαμβάνοντας την ανθρώπινη φύση, για να οδηγήσει το ανθρώπινο γένος προς την ποθητή θέωση. Από την οδό όμως της ταπεινώσεως, της απαρνήσεως και της αγάπης, που θα φωτισθεί τελικά με τον ζωηφόρο Σταυρό και το υπέρλαμπρο φως της Αναστάσεως του Θεανθρώπου. Τη συγκλονιστική αυτή αλήθεια ψάλλει ο υμνογράφος με τρόπο περιεκτικό, απευθυνόμενος στην Υπεραγία Θεοτόκο, η οποία συνήργησε στην ενανθρώπιση του Θείου Λόγου. «Ισωθήναι πόθον μοι ενθείς όφις ο παμπόνηρος τω Πλαστουργώ, ως αιχμάλωτον ήρπασε• διά σου δε, Πάναγνε, ανακέκλειμαι θεωθείς αληθέστατα συ γαρ, Θεομήτωρ, τον εμέ θεώσαντα γεγέννηκας». («Πόθο μου φύτεψε το παμπόνηρο φίδι, να γίνω ίσος με τον Πλαστουργό• και με έπιασε αιχμάλωτο. Με τη δική σου όμως συνέργεια, Πάναγνε, κλήθηκα ξανά (στην πρώτη δόξα) και αληθινά θεώθηκα»). (Κανών Αγίου Νικολάου, α΄ ωδή).
Η πρώτη πλάνη, στην αρχή της ανθρώπινης ιστορίας, συνεχίσθηκε με διάφορες μορφές. Παρόμοιες διαβολικές προτροπές οδήγησαν την ανθρωπότητα στην καταστροφή. Κάθε είδους αλαζόνες ηγέτες πρότειναν κατά καιρούς τις δικές τους ιδέες και θεωρίες για να γίνουν οι άνθρωποι «ως θεοί». Συχνά διεκδίκησαν οι ίδιοι θεϊκές εξουσίες και ζήτησαν να κατευθύνουν την ανθρωπότητα στην ευδαιμονία με την ίδια βασική διάθεση: Μακριά από τον Θεό. Χωρίς Θεό. Το παλαιό αυτό σύνθημα πολύ συχνά ακούγεται και σήμερα με ποικίλες παραλλαγές. Με αποτέλεσμα την αιχμαλωσία στην αυτοκαταστροφή, τον ευτελισμό του ανθρωπίνου προσώπου, τη θεοποίηση παθών και υποδούλωση σε άνομα συμφέροντα.
Στην επικίνδυνη αυτή περιπέτεια, η Εκκλησία –το «Σώμα του Χριστού»– οφείλει να κινηθεί με τη σοφία, τη δύναμη και τις αρχές του Θεανθρώπου Χριστού ο οποίος είναι στο διηνεκές η Κεφαλή της. Να τονίζει την αξία του ανθρωπίνου προσώπου – ανεξαρτήτως φύλου, ηλικίας, καταγωγής, μορφώσεως. Να ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για τους αδικουμένους, τους φτωχούς και θλιβομένους. Να καλλιεργεί τον ειλικρινή σεβασμό στην αξιοπρέπεια του κάθε ανθρώπου ως «εικόνος Θεού», που έχει κληθεί να πορευθεί προς το «καθ’ ομοίωσιν», αξιοποιώντας την ελευθερία του με την αγάπη• για την ανύψωση ολοκλήρου του ανθρωπίνου γένους.
«Η Παρθένος σήμερον τον Υπερούσιον τίκτει»
Η ευαγγελική αφήγηση του γεγονότος της Γεννήσεως μάς καλεί να επικεντρώσουμε την προσοχή μας σε ένα ακόμη σημείο. Ο υπερούσιος, ο υιός του Θεού, ερχόμενος στον κόσμο αρνήθηκε ανέσεις, κατοικία, πλούτη και πολλά από όσα οι άνθρωποι θεωρούν απαραίτητα. Διάλεξε, όμως, ως αναγκαίο και επαρκές τη στοργή της Παναγίας μητέρας Του. Αυτός, ο οποίος ως Θεός είναι ενυπόστατη αγάπη, αποδέχεται τη μητρική αγάπη ως τον πιο αυθεντικό ανθρώπινο χαιρετισμό. Με τρυφερότητα η Παναγία «εσπαργάνωσεν αυτόν και ανέκλινεν αυτόν εν τη φάτνη» (Λουκ. 2:7). Στις βυζαντινές εικόνες το βρέφος Ιησούς δεν φαίνεται απλώς να δέχεται τις στοργικές φροντίδες της μητέρας Του, αλλά και να της ανταποδίδει τη θεϊκή του αγάπη. Υπάρχει αμοιβαιότητα.
Τη μητρική θαλπωρή στηρίζει και ενισχύει σιωπηλά, με σύνεση και καλοσύνη, «ο δίκαιος Ιωσήφ» προσφέροντας την ανθρώπινη προστασία στον νεογέννητο Χριστό και την Πανάχραντη Μητέρα Του. Αναλαμβάνει να διαφυλάξει το Θείο Βρέφος, καθώς το περιβάλλον Του από αδιάφορο και αφιλόξενο εξελίσσεται σε επιθετικό και επικίνδυνο. Στους κατατρεγμούς και τις διώξεις ασφαλίζουν το ανυπεράσπιστο Θείο Νήπιο δύο αγιασμένοι εκπρόσωποι του ανθρωπίνου γένους.
Η Παναγία και ο Ιωσήφ Τον σώζουν, ξενιτευόμενοι στην Αίγυπτο• αυτοί στον κατάλληλο χρόνο τον επαναφέρουν στην αγία γη, τον οδηγούν δωδεκαετή σε προσκύνημα στην Ιερουσαλήμ. Σ’ αυτούς υποτάσσεται ο Χριστός ως παιδί• «και ην υποτασσόμενος αυτοίς» (Λουκ. 2:51). Ο αρχικός λοιπόν ανθρώπινος πυρήνας, στον οποίο αναπτύσσεται ο Θεάνθρωπος κατά τήν πρώτη φάση τής επίγειας ζωής Του, είναι το οικογενειακό περιβάλλον. Την οικογένεια στη συνέχεια ευλογεί στην αρχή της δημόσιας δράσεώς Του ο Χριστός με το πρώτο Του θαύμα στην Κανά της Γαλιλαίας. Αυτή γίνεται το κύτταρο της κοινωνίας που εμπνέει η χριστιανική πίστη.
Ωστόσο, η γενικότερη ιδεολογική και πνευματική σύγχυση στις ημέρες μας, περιφρονώντας τις θεόσδοτες αξίες ζωής, έχει οδηγήσει και την οικογένεια σε πολύπλευρη κρίση. Πώς να υπάρξει οικογενειακή αρμονία χωρίς αμοιβαία πιστότητα, κατανόηση, συγχωρητικότητα, αφοσίωση και αυταπάρνηση. Αλλες ιδέες και τάσεις δηλητηριάζουν τις οικογενειακές σχέσεις, ακόμα και τις πιο φυσικές και ιερές, παιδιών και γονέων. Ολο και συχνότερα ακούμε για συγκρούσεις μέσα στην οικογένεια, ακόμα και για οικογενειακή βία, που δυναμιτίζουν τη συνοχή και την ειρήνη της και τραυματιζουν ψυχικά μεγάλους και μικρούς. Οταν όμως διαταράσσεται ο βασικός αυτός κοινωνικός πυρήνας –ο οικείος οίκος– που θωρακίζει τον άνθρωπο και εξασφαλίζει την ανάπτυξή του, τότε πληγώνεται βαθιά ο ίδιος ο άνθρωπος ως προσωπικότητα• και ακολουθεί μία ευρύτερη κοινωνική παρακμή.
«Η Παρθένος σήμερον τον Υπερούσιον τίκτει»
Ας γεμίσει, αδελφοί μου, η καρδιά μας δοξολογία και ευγνωμοσύνη για την έλευση του Θείου Λόγου στην ανθρωπότητα. Και ο νους μας ας μην παύσει να αναλογίζεται τις λυτρωτικές συνέπειες του γεγονότος.
Παράλληλα, ας αναλογισθούμε σοβαρότερα την ιερότητα της οικογένειας. Η τόνωση της οικογενειακής αλληλεγγύης και στοργής αποτελεί ουσιαστική έκφραση της πίστεως και ευγνωμοσύνης μας προς τον Κύριό μας. Ας ζητήσουμε από τον Χριστό και την Παναγία Μητέρα Του να μας χαρίζουν κάτι από τη δική τους αυθεντική αγάπη• και ας την ανταποδώσουμε προσφέροντάς την, στη διάρκεια του νέου έτους, τόσο στο οικογενειακό μας περιβάλλον όσο και στην ευρύτερη κοινωνία στην οποία ζούμε. Ευλογημένα Χριστούγεννα!
ΕΓΚΩΜΙΟΝ ΕΙΣ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΓΙΑΝ ΘΕΟΤΟΚΟΝ
Θεὸς τὸ τεχθὲν ἡ δὲ Μήτηρ Παρθένος
Σήμερον ἀνοίγεται ἡ πύλη τοῦ Βασιλέως τῆς δόξης, ἣν ὁ Ὕψιστος μόνος διώδευσε, καὶ μόνην ἐσφραγισμένην ἐφύλαξε. Σήμερον ὁ ἄναρχος ἄρχεται καὶ ὁ Λόγος σημειοῦται. Σήμερον ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ ἡνώθησαν, λεχθέντος τοῦ Χριστοῦ. Σήμερον Θεὸς ἐπὶ γῆς παραγέγονε, καὶ ἄνθρωπος εἰς οὐρανοὺς ἀναβέβηκε. Σήμερον ὁρᾶται πυράς, ὁ φύσει ἀόρατος διὰ τὸν ἄνθρωπον.
Σήμερον τίκτει ἡ παρθένος τὸν ποιητὴν τοῦ παντός· ἡ Γῆ προσφέρει σπήλαιον καὶ οὐρανοὶ τὸν ἀστέρα· Ἀστὴρ μηνύει Χριστόν, τὸν ἥλιον τοῖς ἐν σκότει καθημένοις· οἱ μάγοι τὰ δῶρα, οἱ ποιμένες τὸ θαῦμα, οἱ Ἄγγελοι τὸν ὕμνον. Σήμερον ὁ χρόνιος ἐλύθη δεσμός, τῆς καταδίκης τοῦ Ἀδάμ. Ὁ παράδεισος ἡμῖν ἠνεῴχθη, ὁ ὄφις κατηργήθη. Διότι ἣν πρῴην ἠπάτησε, νῦν ἐθεάσατο, τοῦ Δημιουργοῦ γενομένην μητέρα. Σήμερον ἡ πάναγνος Θεοτόκος Μαρία συγκαλεῖ ἡμᾶς ἐν τῷ ναῷ, ὡς πότε ὁ Ἀστὴρ τοὺς Μάγους ἐν τῷ Σπηλαίῳ. Σήμερον ἁγιάζει ἡμᾶς τὸ ἀμόλυντον τῆς παρθενίας κειμήλιον ὁ λογικὸς τοῦ δευτέρου Ἀδὰμ Παράδεισος· τὸ ἐργαστήριον τῆς ἑνώσεως τῶν φύσεων· ἡ πανήγυρις τοῦ αἰωνίου συναλλάγματος, ἡ Θεοχώρητος παστάς, ἐν ᾗ ὁ Λόγος ἐνυμφεύσατο τὴν σάρκα· ἡ ἔμψυχος τῆς φύσεως βάτος, ἣν τὸ τῆς θείας ἀκτῖνος πῦρ οὐ κατέφλεξεν· ἡ ὄντως κούφη νεφέλη ἡ τὸν ἐπὶ τῶν Χερουβὶμ μετὰ σώματος βαστάσασα. Ὁ τοῦ ἐξ οὐρανοῦ ὑετοῦ καθαρώτατος πόκος, ἐξ οὗ ὁ ποιμὴν τὸ πρῶτον ἐνεδύσατο. Μαρία ἡ δούλη καὶ μήτηρ· ἡ Παρθένος καὶ λογικὸς Οὐρανός, ἡ μόνη Θεοῦ πρὸς ἀνθρώπους γέφυρα· ὁ φρικτὸς τῆς οἰκονομίας ἱστός, ἐν ᾧ ἀῤῥήτως ὑφάνθη ὁ τῆς ἑνώσεως χιτών· ὁ ὅπερ ἱστουργὸς μὲν τὸ πνεῦμα τὸ ἅγιον, ἔριθος δὲ ἐξ ὕψους ἐπισκιάσασα δύναμις· ἔριον δὲ τὸ ἀρχαῖον τοῦ Ἀδὰμ κώδιον· κρόκη δὲ ἡ τῆς Παρθένου ἀμόλυντος σάρξ· κερκὶς δὲ ἡ ἀμέτρητος τοῦ φορέσαντος χάρις· τεχνίτης δὲ ὁ δι᾿ ἀκοῆς ἀσπηδήσας Λόγος. Οὐκ ὑπῃσχύνθη ὁ φιλάνθρωπος τὴν ἐκ γυναικὸς ὠδῖνα. Διότι ζωὴ ἦν τὸ πραγματευόμενον. Διότι εἰμὴ Παρθένος ἔμεινεν ἡ Μήτηρ, ψιλὸς ἄνθρωπος ὁ τεχθείς, καὶ οὐ παράδοξος ὁ τόκος· εἶδε καὶ μετὰ τόκον ἔμεινε Παρθένος, πῶς οὐχὶ καὶ Θεός, καὶ τὸ μυστήριον ἄφραστον; Ἐκεῖνος ἀφράστως ἐγεννήθη, ὁ καὶ τῶν θυρῶν κεκλεισμένων εἰσελθὼν ἀκωλύτως. Οὗ τὴν συζυγίαν τῶν φύσεων ἰδὼν ὁ Θωμᾶς, ἀνέκραξε λέγων· ὁ Κύριός μου καὶ ὁ Θεός μου. Μάθωμεν λοιπὸν πρῶτον τὴν οἰκονομίαν καὶ τὴν αἰτίαν τῆς παρούσης καὶ τότε δοξάσωμεν τὴν δύναμιν τοῦ σαρκωθέντος, ἐπειδὴ ὤφειλεν ἐξ ἁμαρτιῶν ἡ τῶν ἀνθρώπων φύσις, καὶ ἠπόρει πρὸς τὸ χρέος. Διότι διὰ τοῦ Ἀδὰμ πάντες τῇ ἁμαρτία ἐχειρογραφήσαμεν· δούλους ἡμᾶς κάτειχεν ὁ διάβολος· τὰς ὠνὰς ἡμῶν περιέφερε, χάρτης καὶ χρησμένος τῷ πολυπαθεῖ ἡμῶν σώματι· εἰστήκει ὁ κακὸς τῶν παθῶν πλαστογράφος ἐπισείων ἡμῖν τὸ χρέος καὶ ἀπαιτῶν ἡμᾶς τὴν δίκην, ἔδει λοιπὸν δυσὶν θύτερον ἢ πάντες ἡμάρτομεν· ἢ τοιοῦτον ἵνα δοθῇ πρὸς ἀντίδοσιν τίμημα, ὅπερ πᾶν τῷ χρέει ὑπῆρχε δικαίωμα πρὸς παραίτησιν. Ἄνθρωπος τοῦ σῶσαι ἡμᾶς οὐκ ἠδύνατο· ὅτι ὑπέκειτο τῷ χρέει τῆς ἁμαρτίας. Ἄγγελος δὲ ἐξαγοράσαι τὴν ἀνθρωπότητα οὐκ ἴσχυσεν· ὅτι ἠπόρει τοῦ λύτρου. Λοιπὸν Θεὸς ἀναμάρτητος ὑπὲρ τῶν ἡμαρτηκότων ὤφειλε ἀποθάνῃ· ὅτι αὕτη ὑπελείπετο τοῦ κακοῦ ἡ λύσις.
Σήμερον ἀνοίγεται ἡ πύλη τοῦ Βασιλέως τῆς δόξης, ἣν ὁ Ὕψιστος μόνος διώδευσε, καὶ μόνην ἐσφραγισμένην ἐφύλαξε. Σήμερον ὁ ἄναρχος ἄρχεται καὶ ὁ Λόγος σημειοῦται. Σήμερον ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ ἡνώθησαν, λεχθέντος τοῦ Χριστοῦ. Σήμερον Θεὸς ἐπὶ γῆς παραγέγονε, καὶ ἄνθρωπος εἰς οὐρανοὺς ἀναβέβηκε. Σήμερον ὁρᾶται πυράς, ὁ φύσει ἀόρατος διὰ τὸν ἄνθρωπον.
Σήμερον τίκτει ἡ παρθένος τὸν ποιητὴν τοῦ παντός· ἡ Γῆ προσφέρει σπήλαιον καὶ οὐρανοὶ τὸν ἀστέρα· Ἀστὴρ μηνύει Χριστόν, τὸν ἥλιον τοῖς ἐν σκότει καθημένοις· οἱ μάγοι τὰ δῶρα, οἱ ποιμένες τὸ θαῦμα, οἱ Ἄγγελοι τὸν ὕμνον. Σήμερον ὁ χρόνιος ἐλύθη δεσμός, τῆς καταδίκης τοῦ Ἀδάμ. Ὁ παράδεισος ἡμῖν ἠνεῴχθη, ὁ ὄφις κατηργήθη. Διότι ἣν πρῴην ἠπάτησε, νῦν ἐθεάσατο, τοῦ Δημιουργοῦ γενομένην μητέρα. Σήμερον ἡ πάναγνος Θεοτόκος Μαρία συγκαλεῖ ἡμᾶς ἐν τῷ ναῷ, ὡς πότε ὁ Ἀστὴρ τοὺς Μάγους ἐν τῷ Σπηλαίῳ. Σήμερον ἁγιάζει ἡμᾶς τὸ ἀμόλυντον τῆς παρθενίας κειμήλιον ὁ λογικὸς τοῦ δευτέρου Ἀδὰμ Παράδεισος· τὸ ἐργαστήριον τῆς ἑνώσεως τῶν φύσεων· ἡ πανήγυρις τοῦ αἰωνίου συναλλάγματος, ἡ Θεοχώρητος παστάς, ἐν ᾗ ὁ Λόγος ἐνυμφεύσατο τὴν σάρκα· ἡ ἔμψυχος τῆς φύσεως βάτος, ἣν τὸ τῆς θείας ἀκτῖνος πῦρ οὐ κατέφλεξεν· ἡ ὄντως κούφη νεφέλη ἡ τὸν ἐπὶ τῶν Χερουβὶμ μετὰ σώματος βαστάσασα. Ὁ τοῦ ἐξ οὐρανοῦ ὑετοῦ καθαρώτατος πόκος, ἐξ οὗ ὁ ποιμὴν τὸ πρῶτον ἐνεδύσατο. Μαρία ἡ δούλη καὶ μήτηρ· ἡ Παρθένος καὶ λογικὸς Οὐρανός, ἡ μόνη Θεοῦ πρὸς ἀνθρώπους γέφυρα· ὁ φρικτὸς τῆς οἰκονομίας ἱστός, ἐν ᾧ ἀῤῥήτως ὑφάνθη ὁ τῆς ἑνώσεως χιτών· ὁ ὅπερ ἱστουργὸς μὲν τὸ πνεῦμα τὸ ἅγιον, ἔριθος δὲ ἐξ ὕψους ἐπισκιάσασα δύναμις· ἔριον δὲ τὸ ἀρχαῖον τοῦ Ἀδὰμ κώδιον· κρόκη δὲ ἡ τῆς Παρθένου ἀμόλυντος σάρξ· κερκὶς δὲ ἡ ἀμέτρητος τοῦ φορέσαντος χάρις· τεχνίτης δὲ ὁ δι᾿ ἀκοῆς ἀσπηδήσας Λόγος. Οὐκ ὑπῃσχύνθη ὁ φιλάνθρωπος τὴν ἐκ γυναικὸς ὠδῖνα. Διότι ζωὴ ἦν τὸ πραγματευόμενον. Διότι εἰμὴ Παρθένος ἔμεινεν ἡ Μήτηρ, ψιλὸς ἄνθρωπος ὁ τεχθείς, καὶ οὐ παράδοξος ὁ τόκος· εἶδε καὶ μετὰ τόκον ἔμεινε Παρθένος, πῶς οὐχὶ καὶ Θεός, καὶ τὸ μυστήριον ἄφραστον; Ἐκεῖνος ἀφράστως ἐγεννήθη, ὁ καὶ τῶν θυρῶν κεκλεισμένων εἰσελθὼν ἀκωλύτως. Οὗ τὴν συζυγίαν τῶν φύσεων ἰδὼν ὁ Θωμᾶς, ἀνέκραξε λέγων· ὁ Κύριός μου καὶ ὁ Θεός μου. Μάθωμεν λοιπὸν πρῶτον τὴν οἰκονομίαν καὶ τὴν αἰτίαν τῆς παρούσης καὶ τότε δοξάσωμεν τὴν δύναμιν τοῦ σαρκωθέντος, ἐπειδὴ ὤφειλεν ἐξ ἁμαρτιῶν ἡ τῶν ἀνθρώπων φύσις, καὶ ἠπόρει πρὸς τὸ χρέος. Διότι διὰ τοῦ Ἀδὰμ πάντες τῇ ἁμαρτία ἐχειρογραφήσαμεν· δούλους ἡμᾶς κάτειχεν ὁ διάβολος· τὰς ὠνὰς ἡμῶν περιέφερε, χάρτης καὶ χρησμένος τῷ πολυπαθεῖ ἡμῶν σώματι· εἰστήκει ὁ κακὸς τῶν παθῶν πλαστογράφος ἐπισείων ἡμῖν τὸ χρέος καὶ ἀπαιτῶν ἡμᾶς τὴν δίκην, ἔδει λοιπὸν δυσὶν θύτερον ἢ πάντες ἡμάρτομεν· ἢ τοιοῦτον ἵνα δοθῇ πρὸς ἀντίδοσιν τίμημα, ὅπερ πᾶν τῷ χρέει ὑπῆρχε δικαίωμα πρὸς παραίτησιν. Ἄνθρωπος τοῦ σῶσαι ἡμᾶς οὐκ ἠδύνατο· ὅτι ὑπέκειτο τῷ χρέει τῆς ἁμαρτίας. Ἄγγελος δὲ ἐξαγοράσαι τὴν ἀνθρωπότητα οὐκ ἴσχυσεν· ὅτι ἠπόρει τοῦ λύτρου. Λοιπὸν Θεὸς ἀναμάρτητος ὑπὲρ τῶν ἡμαρτηκότων ὤφειλε ἀποθάνῃ· ὅτι αὕτη ὑπελείπετο τοῦ κακοῦ ἡ λύσις.
Άγιος Ευθύμιος ο Ομολογητής, επίσκοπος Σάρδεων
Ο Σ. Ευστρατιάδης, στο Αγιολόγιό του, αναφέρει για τον Άγιο αυτόν τα εξής: «Ἤκμασεν ἐπὶ τῆς βασιλείας Κωνσταντίνου καὶ Εἰρήνης (780 - 797 μ.Χ.), γεννηθεὶς ἐν Λυκαονίᾳ καὶ σπουδάσας ἐν Ἀλεξάνδρειᾳ. Μετὰ τὴν ἀποπεράτωσιν τῶν σπουδῶν αὐτοῦ κατέφυγεν εἰς μονήν τινα ἀποκαρεῖς μοναχὸς καὶ διαπρέψας ἐν τῇ μοναχικῇ πολιτείᾳ· διὰ δὲ τὴν ἀρετὴν καὶ τὴν παιδείαν αὐτοῦ προεβιβάσθη εἰς τὸν μητροπολιτικὸν θρόνον τῶν Σάρδεων, λαβὼν μέρος ἐν τῇ κατὰ τῶν εἰκονομάχων ἀθροισθείσῃ ἐν Νίκαιᾳ τὸ δεύτερον Ἑβδόμῃ οἰκουμενικῇ συνόδῳ (787 μ.Χ.), ἐν ᾗ τὴν ὀρθὴν τῆς ἐκκλησίας δόξαν μετὰ παῤῥησίας καὶ θάῤῥους καθωμολόγησε καὶ ὑπέγραψε (ἴδε Mansi, τ. XII, σ. 1087-1088). Τὰ ἐξαιρετικὰ αὐτοῦ προσόντα ἐκτιμῶντες οἱ βασιλεῖς ἐνεπιστεύθησαν αὐτῷ διαφόρους δημοσίας ἀποστολάς, ἀλλ᾿ ἐπὶ τῆς βασιλείας Νικηφόρου Α´ (802 - 811 μ.Χ.), ἐπὶ καταγγελίᾳ γενομένη παρὰ ἀνωτέρου ὑπαλλήλου ἐν Σάρδεσι ὅτι ἔκειρε μοναχὴν κόρην, ἣν ἐζήτει οὗτος εἰς γάμον, ὁ Εὐθύμιος ἐξωρίσθη εἰς τὴν νῆσον Παττάλαραν λίαν ταλαιπωρηθεῖς. Ἐκ τῆς ἐξορίας ἐπανῆλθεν εἰς Κωνσταντινούπολη (814 μ.Χ.), ἀλλὰ καὶ πάλιν μετὰ τὴν ἔκρηξιν τῆς εἰκονομαχίας ἐπὶ Λέοντος τοῦ Ἰσαύρου (813 - 820 μ.Χ.), ὀπαδὸς τῆς ἐναντίας ταχθεῖς μερίδος, ἐξωρίσθη εἰς Ἀσσὸν (παρὰ τὸ Ἀδραμύτιον), ἔνθα παρέμεινε μέχρι τοῦ θανάτου τοῦ Λέοντος ἀνακληθεῖς ὑπὸ Μιχαὴλ τοῦ Τραυλοῦ (820 - 829 μ.Χ.)· ἀλλὰ καὶ τοῦτον καταβροντήσας δι᾿ ὧν κατὰ πρόσωπον αὐτοῦ εἶπεν, «εἰ τὶς οὐ προσκυνεῖ τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστὸν εἰκόνι περιγραπτὸν ἤτω ἀνάθεμα», ἐξώργισε καὶ ἠνάγκασε νὰ ἐξορίσει αὐτὸν εἰς τὸν Ἀκρίταν, ἔνθα ἐνέκλεισεν αὐτὸν εἰς ζοφερωτάτην φυλακὴν ἐκεῖ διὰ βουνεύρων τυπτόμενος καὶ ἐκ τῶν πληγῶν ἐξογκωθεῖς ὡς ἀσκὸς ὀκτὼ ἡμέρας μετὰ τὴν ἄθλησιν, πρὸς Κύριον ἐξεδήμησε».
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)