Κυριακή 3 Απριλίου 2016

Όσιος Νικήτας ο Ομολογητής Ηγούμενος Μονής Μηδικίου

Ο Όσιος Νικήτας καταγόταν από την Καισάρεια της Βιθυνίας και έζησε τον 8ο αιώνα μ.Χ. Σε βρεφική ηλικία έμεινε ορφανός από μητέρα και την ανατροφή του την ανέλαβαν η ενάρετη γιαγιά του και ο ευσεβής Φιλάρετος, ο πατέρας του, ο οποίος ανέθεσε από πολύ νωρίς την εκπαίδευσή του σε κάποιο κληρικό φημισμένο για τις παιδαγωγικές και πνευματικές του αρετές. Έτσι ο νεαρός Νικήτας απόκτησε αξιόλογη κοσμική και πνευματική παιδεία.

Αφού εγκατέλειψε πατέρα, μητέρα, αδελφούς, αδελφές, συγγενείς, σπίτι, πατρίδα πλούτη και σήκωσε τον σταυρό του με προθυμία, ακολούθησε τον Χριστό και έγινε άξιος μαθητής αυτού.

Σε νεαρή ηλικία κατέφυγε στην περίφημη μονή του Μηδικίου της Τριγλίας, όπου γρήγορα, για τις πολλές του αρετές, κατάκτησε την αγάπη και την εκτίμηση όλων των αδελφών της μονής, οι οποίοι μετά τον θάνατο του ηγουμένου Νικηφόρου, τον εξέλεξαν ηγούμενο της μονής, επί Πατριάρχου Ταρασίου (784 - 806 μ.Χ.).

Λόγω της σταθερής πίστεώς του στην διδασκαλία και παράδοση της Εκκλησίας μας για τις ιερές εικόνες ο Όσιος εξορίσθηκε, επί αυτοκράτορα Λέοντος του Ε' (813 - 820 μ.Χ.), στην κωμόπολη Μασαλεών της Μικράς Ασίας. Από εκεί ανακλήθηκε για να εξορισθεί εκ νέου, το 815 μ.Χ., στη νήσο της Αγίας Γλυκερίας κοντά στον Ακρίτα. Επανέκαμψε στην Κωνσταντινούπολη επί βασιλέως Μιχαήλ του Τραυλού (820 - 829 μ.Χ.) και εγκαταστάθηκε σε κάποιο μετόχι στο βόρειο τμήμα της πόλεως, το οποίο πιθανώς ανήκε στη μονή Πελεκητής. Προς τον Όσιο έγραφε συνεχώς ο Άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης . Ο Όσιος Νικήτας ο Ομολογητής κοιμήθηκε με ειρήνη στον τόπο που είχε εγκατασταθεί.


Ἀπολυτίκιον
Ἦχος πλ. δ’.
Ὀρθοδοξίας ὁδηγέ, εὐσεβείας Διδάσκαλε καί σεμνότητος, τῆς Οἰκουμένης ὁ φωστήρ, τῶν Μοναζόντων θεόπνευστον ἐγκαλλώπισμα, Νικήτα σοφέ, ταῖς διδαχαῖς σου πάντας ἐφώτισας, λύρα τοῦ Πνεύματος. Πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ, σωθῆναι τάς ψυχάς ἡμῶν.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον
Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Ὡς νίκης ἐπώνυμος τῶν θεοσδώτων θεσμῶν φρουρὸς ἀπερίτρεπτος καὶ στῦλος ὤφθης στερρός, Νικήτα μακάριε· σὺ γὰρ τῆς ἀπαθείας κοσμηθεὶς ταῖς ἀκτῖσιν αἴγλης ὁμολογίας τὸν σὸν βίον φαιδρύνεις. καὶ νῦν τῶν σοὶ προσιόντων δέχου τὴν αἴνεσιν.

Κοντάκιον
Ἦχος πλ. δ’. Τῇ ὑπερμάχῳ.
Ὡς ἡσυχίας ὑποφήτης, πρακτικώτατος, τῆς ποιμανσίας ὀφθαλμός ὤφθης ἀκοίμητος τῆς Μονῆς καθηγησάμενος Μηδικίου· Ἀλλ᾽ὡς φύλαξ τῶν ἐνθέων παραδόσεων διαρρύθμισον Νικήτα θείῳ Πνεύματι τοὺς βοῶντάς σοι, χαίροις Πάτερ τρισόλβιε.

Κάθισμα
Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Ηὐλίσθης ἐν ὄρεσι, τῆς ἡσυχίας σοφέ, ἐτράφης ἐν πόλεσι, τῆς ἐγκρατείας σαφῶς, ὑψώθης ἀμφοτέρωθεν, ἔλιπες χαμαιζήλου, ἡδονῆς πολιτείαν, ἔφθασας οὐρανίου, τὴν μονὴν κατοικίας, ἐν ᾗ καθικετεύεις ὑπὲρ ἡμῶν τὸν Θεόν.


Το Απολυτίκιο ψάλλει ο αρχ. π. Νικόδημος Καβαρνός


Όσιος Ιωσήφ ο Υμνογράφος

Ο Όσιος Ιωσήφ γεννήθηκε στη Σικελία, το έτος 816 μ.Χ., από ενάρετους και ευσεβείς γονείς, τον Πλουτίνο και την Αγάθη. Τα περί της ζωής και της δράσεώς του τα γνωρίζουμε από τον βίο που συνέταξε ο μαθητής και διάδοχός του στη μονή του, Θεοφάνης, συμπληρωματικά δε από τα εγκώμια που του αφιέρωσαν ο Ιωάννης Διάκονος και ο Θεόδωρος Πεδιάσιμος.

Ο Όσιος αναγκάσθηκε να φύγει από την γενέτειρά του οικογενειακώς, λόγω της εντάσεως των Αραβικών επιδρομών που έπειτα από λίγο καιρό επρόκειτο να καταλήξουν στην κατάληψη της νήσου και να μεταναστεύσει στην Πελοπόννησο. Σε ηλικία δεκαπέντε ετών αποχωρίσθηκε τους γονείς του και μετέβη στην Θεσσαλονίκη και συγκεκριμένα στην περίφημη μονή Λατόμου, όπου επιδόθηκε στη μοναχική άσκηση υπό την καθοδήγηση του Αγίου Γρηγορίου του Δεκαπολίτου (τιμάται 20 Νοεμβρίου), ασκώντας το έργο του οξυγράφου.

Μετά από εννέα χρόνια παραμονής στην Θεσσαλονίκη, το έτος 840 μ.Χ., μετέβη στην Κωνσταντινούπολη μαζί με τον Άγιο Γρηγόριο και εγκαταστάθηκε στη μονή του Αγίου Ιερομάρτυρα Αντίπα. Δεν παρέμεινε όμως για πολύ εκεί απερίσπαστος, διότι το επόμενο έτος απεστάλη από τους Ορθοδόξους της Βασιλεύουσας στη Ρώμη για διαβουλεύσεις επί του θέματος του διωγμού από τους εικονομάχους. Δεν κατόρθωσε να φέρει εις πέρας την αποστολή, διότι το πλοίο του έπεσε στα χέρια Αράβων πειρατών και αυτός οδηγήθηκε αιχμάλωτος στην αραβοκρατούμενη τότε Κρήτη, από όπου ελευθερώθηκε με τις φροντίδες φιλάνθρωπων πιστών και με θαύμα του Αγίου Νικολάου.

Κατά το βραχύ χρόνο αυτής της περιπέτειάς του συνέβησαν δύο σημαντικά γεγονότα. Το ένα, που σχετιζόταν ιδιαίτερα με αυτόν, ήταν ο θάνατος του πνευματικού του οδηγού Αγίου Γρηγορίου του Δεκαπολίτου και το άλλο, που αφορούσε την Εκκλησία ολόκληρη, ήταν η αναστήλωση των ιερών εικόνων.

Όταν διά της Θεσσαλονίκης επανήλθε πάλι στην Κωνσταντινούπολη, το έτος 843 μ.Χ., έζησε επί δύο χρόνια ως έγκλειστος στη μονή του Αγίου Αντίπα. Έπειτα έζησε στα κτήρια του ναού του ιερού Χρυσοστόμου επί πενταετία, έως ότου ίδρυσε δική του μονή, το έτος 850 μ.Χ., αφιερωμένη στον Απόστολο Βαρθολομαίο. Εκεί απέθεσε και τα ιερά λείψανα του Αποστόλου που είχε φέρει από την Θεσσαλονίκη, καθώς επίσης και τα σκηνώματα του πνευματικού του οδηγού Αγίου Γρηγορίου και του συνασκητού του Ιωάννου. Ο Όσιος Ιωσήφ παρακαλούσε με δάκρυα και στεναγμούς τον Απόστολο Βαρθολομαίο να τον βοηθήσει στην σύνθεση ύμνων. Και, πράγματι, πέτυχε εκείνο που ποθούσε η ψυχή του. Είδε σε οπτασία έναν άνδρα με εμφάνιση Αποστόλου, που προκαλούσε το δέος και ο οποίος πήρε από την Αγία Τράπεζα το ιερό Ευαγγέλιο, του το έβαλε πάνω στο στήθος και τον ευλόγησε. Τούτο υπήρξε και η απαρχή του θείου χαρίσματος που ο Όσιος επιθυμούσε.

Μετά την έκπτωση του Πατριάρχου Ιγνατίου και την άνοδο του ιερού Φωτίου, το έτος 858 μ.Χ., ο Όσιος Ιωσήφ εξορίστηκε από τον Βάρδα στην Κριμαία, προφανώς ως οπαδός του πρώτου και ίσως ως λατινόφιλος κατά κάποιο τρόπο, αφού προ ετών είχε σταλεί για να ζητήσει την βοήθεια της Ρώμης. Δεν έμεινε όμως στην εξορία για πολύ καιρό, καθώς, όπως αποδείχθηκε και από την μετέπειτα στάση του, ο ιερός Φώτιος τον εκτιμούσε ιδιαίτερα.

Όταν το έτος 867 μ.Χ. ο Πατριάρχης Ιγνάτιος ανέβηκε για δεύτερη φορά στο θρόνο, ο Όσιος Ιωσήφ έγινε σκευοφύλαξ της Αγίας Σοφίας και διατήρησε αυτήν την θέση κατά την διάρκεια της Δευτέρας πατριαρχίας του Αγίου Φωτίου. Κοιμήθηκε με ειρήνη το έτος 886 μ.Χ.

Ο κύριος όγκος του υμνογραφικού έργου του Οσίου συνίσταται σε Κανόνες, που αφθονούν στα έντυπα βιβλία και τα χειρόγραφα. Η συμβολή του Οσίου Ιωσήφ στην υμνογραφική ολοκλήρωση της Οκτωήχου είναι καθοριστική, δεδομένο ότι κάλυψε το μεγαλύτερο μέρος της εβδομάδας, πλην της Κυριακής της οποίας τους Κανόνες είχαν συντάξει ο Κοσμάς ο Μελωδός και ο Ιωάννης ο Δαμασκηνός.

Στα Μηναία ο Όσιος Ιωσήφ είναι ο πλουσιότερα εκπροσωπούμενος υμνογράφος, αφού διατηρούνται σε αυτά 165 Κανόνες του με ομοιόμορφη δομή, που εξυμνούν Αγίους δευτέρας συνήθως εορταστικής τάξεως, δεδομένου ότι οι εξέχουσες εορτές είχαν ήδη καλυφθεί υμνογραφικά.

Ιδιαίτερα βέβαια συγκινεί ο Κανών στον Ακάθιστο Ύμνο, στον οποίο ακολουθεί Ειρμούς του Οσίου Ιωάννου του Δαμασκηνού και υμνεί την Θεοτόκο με ατελείωτη σειρά επιθέτων και εικόνων, ως άφλεκτη βάτο, νεφέλη ολόφωτη, ρόδο αμάραντο, μήλο εύοσμο, περιστερά και τα παρόμοια.


Ἀπολυτίκιον
Ἦχος γ’. Τὴν ὡραιότητα.
Τὸ δωδεκάχορδον τοῦ Λόγου ὄργανον, τὴν παναρμόνιον λύραν τῆς χάριτος, τὸ Ὑμνογράφον Ἰωσὴφ τιμήσωμεν ἐπαξίως• οὗτος γὰρ ἀνύμνησε, μελιχροὶς μελωδήμασι, Πνεύματι κινούμενος, τῶν Ἁγίων πᾶν σύστημα. Μεθ' ὧν καὶ ἱκετεύει ἀπαύστως, δοῦναι ἠμὶν πταισμάτων λύσιν.

Γ΄ Κυριακή των Νηστειών - της Σταυροπροσκυνήσεως

Η άσκηση των αρετών δεν είναι εύκολη υπόθεση. Πέρα από την προσωπική ισχυρή θέληση, είναι απαραίτητη και η αγιαστική δύναμη της Εκκλησίας μας. Έτσι οι άγιοι Πατέρες όρισαν, καταμεσής της αγίας Τεσσαρακοστής να προσκυνείται ο Τίμιος Σταυρός του Κυρίου, για να λαμβάνουμε οι πιστοί από αυτόν χάρη και δύναμη για να συνεχίσουμε με σθένος τον πνευματικό μας αγώνα.

Ο Σταυρός του Χριστού είναι το καύχημα της Εκκλησίας μας και το αήττητο όπλο κατά των δυνάμεων του κακού. Πάνω σε αυτόν συντρίφτηκε το κράτος του διαβόλου και εκμηδενίστηκε η δύναμή του. Από αυτόν πήγασε η απολύτρωση και η αθανασία στο ανθρώπινο γένος. Η Εκκλησία μας ψάλλει θριαμβευτικά: «Κύριε όπλον κατά του διαβόλου τον Σταυρόν Σου ημίν δέδωκας , φρίττει γαρ και τρέμει, μη φέρων καθοράν αυτού την δύναμιν » και «Νυν εμφανιζόμενος ο Σταυρός, δύναμιν παρέχη εν τω μέσω των νηστειών, τοις το θείον σκάμμα, ανύουσι προθύμως ΄ αυτόν μετ ' ευάβείας , κατασπαζόμεθα ».

Από φονικό και έχθιστο μέσον εκτέλεσης κακούργων μεταβλήθηκε σε μέσον αγιασμού και νοητή ασπίδα προστασίας από τις επιβουλές του Εωσφόρου και των σκοτεινών πεσόντων αγγέλων του. Άλλοι τον παρομοιάζουν με ισχυρό κυματοθραύστη κατά των κλυδωνισμών της ζωής, που προκαλεί το κακό και η αμαρτία. Η σωματική κόπωση της νηστείας και η ψυχική νωχέλεια του πνευματικού αγώνα είναι δυο βασικοί παράγοντες, οι οποίοι μπορούν να αναστείλουν τη νηπτική πορεία του πιστού. Η αγιαστική δύναμη του Σταυρού είναι το αντίδοτο σ' αυτή την κατάσταση.

Ο Σταυρός του Χριστού, εκτός από θείο σύμβολο της Εκκλησίας μας, έχει και ηθική σημασία για τον κάθε πιστό. Όπως ο Κύριος έφερε το δικό Του Σταυρό στο Γολγοθά, φορτωμένος τις ανομίες ολοκλήρου του ανθρωπίνου γένους, έτσι και ο πιστός του Χριστού, φέρει αυτός τον προσωπικό του σταυρό, τον αγώνα για σωτηρία και τελείωση. Ο δρόμος για τη σωτηρία είναι πραγματικός Γολγοθάς και απαιτεί αυταπάρνηση σε όσους τον ανεβαίνουν. Το βεβαίωσε ο Κύριος: « όστις θέλει οπίσω μου ακολουθείν , απαρνησάσθω ευατόν και αράτω τον σταυρόν αυτού και ακολουθήτω μοι » (Μαρκ.8,34). Η αγία περίοδος του Τριωδίου είναι κατ' εξοχήν σταυρική πορεία και νοητή σταύρωση των παθών μας.

Γι' αυτό η αγία μας Εκκλησία αφιέρωσε την Κυριακή αυτή στην προσκύνηση του Τιμίου Σταυρού. Οι πιστοί αντλώντας χάρη από αυτόν, δυναμωμένοι πια και ανανεωμένοι, αντιπαρερχόμαστε τα εμπόδια που στήνει ο πονηρός και βαδίζουμε την ουρανοδρόμο ατραπό με οδηγό τη χαρά και τη λαχτάρα να συναντήσουμε τον αναστάντα Κύριό μας Ιησού Χριστό την αγία και λαμπροφόρο η ημέρα της εγέρσεώς Του.

Σάββατο 2 Απριλίου 2016

Το Ευαγγέλιο της Κυριακής - Σταυροπροσκυνήσεως

(Μαρκ. η´ 34 - θ´ 1)

Εἶπεν ὁ Κύριος· ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἀκολουθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτὸν καὶ ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ, καὶ ἀκολουθείτω μοι. ῞Ος γὰρ ἂν θέλῃ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ σῶσαι, ἀπολέσει αὐτήν· ὃς δ᾿ ἂν ἀπολέσῃ τὴν

ἑαυτοῦ ψυχὴν ἕνεκεν ἐμοῦ καὶ τοῦ εὐαγγελίου, οὗτος σώσει αὐτήν. Τί γὰρ ὠφελήσει ἄνθρωπον ἐὰν κερδήσῃ τὸν κόσμον ὅλον, καὶ ζημιωθῇ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ; ῎Η τί δώσει ἄνθρωπος ἀντάλλαγμα τῆς ψυχῆς αὐτοῦ; ῞Ος γὰρ ἐὰν ἐπαισχυνθῇ με καὶ τοὺς ἐμοὺς λόγους ἐν τῇ γενεᾷ ταύτῃ τῇ μοιχαλίδι καὶ ἁμαρτωλῷ, καὶ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐπαισχυνθήσεται αὐτὸν ὅταν ἔλθῃ ἐν τῇ δόξῃ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ μετὰ τῶν ἀγγέλων τῶν ἁγίων.

Καὶ ἔλεγεν αὐτοῖς· ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι εἰσί τινες τῶν ὧδε ἑστηκότων, οἵτινες οὐ μὴ γεύσωνται θανάτου ἕως ἂν ἴδωσι τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ ἐληλυθυῖαν ἐν δυνάμει.



Απόδοση σε απλή γλώσσα

Εἶπε ὁ Κύριος «῞Οποιος θέλει νὰ μὲ ἀκολουθήσει, ἂς ἀπαρνηθεῖ τὸν ἑαυτό του, ἂς σηκώσει τὸν σταυρό του κι ἂς μὲ ἀκολουθεῖ. Γιατὶ ὅποιος θέλει νὰ σώσει τὴ ζωή του θὰ τὴ χάσει· ὅποιος ὅμως χάσει τὴ ζωή του ἐξαιτίας μου καὶ ἐξαιτίας τοῦ εὐαγγελίου, αὐτὸς θὰ τὴ σώσει. Τί θὰ ὠφεληθεῖ ὁ ἄνθρωπος, ἂν κερδίσει ὁλόκληρο τὸν κόσμο ἀλλὰ χάσει τὴ ζωή του; Τί μπορεῖ νὰ δώσει ὁ ἄνθρωπος ἀντάλλαγμα γιὰ τὴ ζωή του; ῞Οποιος, ζώντας μέσα σ’ αὐτὴ τὴ γενιὰ τὴν ἄπιστη κι ἁμαρτωλή, ντραπεῖ γιὰ μένα καὶ γιὰ τὴ διδασκαλία μου, θὰ ντραπεῖ γι’ αὐτὸν καὶ ὁ Υἱὸς τοῦ ᾿Ανθρώπου, ὅταν ἔρθει μὲ ὅλη τὴ λαμπρότητα τοῦ Πατέρα του, μαζὶ μὲ τοὺς ἁγίους ἀγγέλους».

Τοὺς ἔλεγε ἀκόμη ὁ ᾿Ιησοῦς· «Σᾶς βεβαιώνω πὼς ὑπάρχουν μερικοὶ ἀνάμεσα σ’ αὐτοὺς ποὺ βρίσκονται ἐδῶ, οἱ ὁποῖοι δὲν θὰ γευτοῦν τὸν θάνατο, πρὶν δοῦν νὰ ἔρχεται δυναμικὰ ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ».

Ο Απόστολος της Κυριακής

(῾Εβρ. δ´ 14 - ε´ 6)

Αδελφοί, ἔχοντες ἀρχιερέα μέγαν διεληλυθότα τοὺς οὐρανούς, ᾿Ιησοῦν τὸν υἱὸν τοῦ Θεοῦ, κρατῶμεν τῆς ὁμολογίας. Οὐ γὰρ ἔχομεν ἀρχιερέα μὴ δυνάμενον συμπαθῆσαι ταῖς ἀσθενείαις ἡμῶν, πεπειρασμένον δὲ κατὰ πάντα καθ᾿ ὁμοιότητα χωρὶς ἁμαρτίας. Προσερχώμεθα οὖν μετὰ παρρησίας τῷ θρόνῳ τῆς χάριτος, ἵνα λάβωμεν ἔλεον καὶ χάριν εὕρωμεν

εἰς εὔκαιρον βοήθειαν.

Πᾶς γὰρ ἀρχιερεὺς ἐξ ἀνθρώπων λαμβανόμενος ὑπὲρ ἀνθρώπων καθίσταται τὰ πρὸς τὸν Θεόν, ἵνα προσφέρῃ δῶρά τε καὶ θυσίας ὑπὲρ ἁμαρτιῶν, μετριοπαθεῖν δυνάμενος τοῖς ἀγνοοῦσι καὶ πλανωμένοις, ἐπεὶ καὶ αὐτὸς περίκειται ἀσθένειαν· καὶ διὰ ταύτην ὀφείλει, καθὼς περὶ τοῦ λαοῦ, οὕτω καὶ περὶ ἑαυτοῦ προσφέρειν ὑπὲρ ἁμαρτιῶν. Καὶ οὐχ ἑαυτῷ τις λαμβάνει τὴν τιμήν, ἀλλὰ καλούμενος ὑπὸ τοῦ Θεοῦ, καθάπερ καὶ ᾿Ααρών. Οὕτω καὶ ὁ Χριστὸς οὐχ ἑαυτὸν ἐδόξασε γενηθῆναι ἀρχιερέα, ἀλλ᾿ ὁ λαλήσας πρὸς αὐτόν· «Υἱός μου εἶ σύ, ἐγὼ σήμερον γεγέννηκά σε»· καθὼς καὶ ἐν ἑτέρῳ λέγει· «Σὺ ἱερεὺς εἰς τὸν αἰῶνα κατὰ τὴν τάξιν Μελχισεδέκ».



Απόδοση σε απλή γλώσσα

Αδελφοί, ἔχουμε μέγαν ἀρχιερέα, τὸν ᾿Ιησοῦ, τὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ, ποὺ ἔφτασε ὣς τὸν θρόνο τοῦ Θεοῦ. Δὲν ἔχουμε ἀρχιερέα ποὺ νὰ μὴν μπορεῖ νὰ συμμεριστεῖ τὶς ἀδυναμίες μας. ᾿Αντίθετα, ἔχει δοκιμαστεῖ σὲ ὅλα, ἐπειδὴ ἔγινε ἄνθρωπος σὰν κι ἐμᾶς, χωρὶς ὅμως νὰ ἁμαρτήσει. ῍Ας πλησιάσουμε, λοιπόν, μὲ θάρρος τὸν θρόνο τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ, γιὰ νὰ μᾶς σπλαχνιστεῖ καὶ νὰ μᾶς δωρίσει τὴ χάρη του, τὴν ὥρα ποὺ τὴ χρειαζόμαστε.

Κάθε ἀρχιερέας ποὺ προέρχεται ἀπὸ ἀνθρώπους ἐγκαθίσταται γιὰ νὰ ὑπηρετεῖ τὸν Θεὸ γιὰ χάρη τους καὶ γιὰ νὰ προσφέρει δῶρα καὶ θυσίες γιὰ τὶς ἁμαρτίες τους. Εἶναι σὲ θέση νὰ δείχνει ἀνοχὴ σ’ ὅσους ζοῦν στὴν ἄγνοια καὶ στὴν πλάνη, ἀφοῦ κι ὁ ἴδιος ἔχει ἀνθρώπινες ἀδυναμίες. ᾿Εξαιτίας τους εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ προσφέρει, ὅπως γιὰ τὸν λαό, ἔτσι καὶ γιὰ τὸν ἑαυτό του, θυσίες γιὰ τὴ συγχώρηση τῶν ἁμαρτιῶν. ᾿Επίσης, κανένας δὲν παίρνει μόνος του αὐτὴ τὴν τιμή, ἀλλὰ ὅταν τὸν καλέσει ὁ Θεός, ὅπως ἀκριβῶς κάλεσε τὸν ᾿Ααρών. ῎Ετσι κι ὁ Χριστός, δὲν τίμησε ὁ ἴδιος τὸν ἑαυτό του μὲ τὸ ἀξίωμα τοῦ ἀρχιερέα, ἀλλὰ τοῦ τὸ ἔδωσε ἐκεῖνος ποὺ τοῦ εἶπε· ᾿Εσὺ εἶσαι ὁ Υἱός μου, ἐγὼ σήμερα σὲ γέννησα. Σ’ ἕνα ἄλλο σημεῖο ἡ Γραφὴ λέει· ᾿Εσὺ εἶσαι ἱερέας γιὰ πάντα ὅπως ὁ Μελχισεδέκ.

Άγιοι Αιδέσιος και Αμφιανός οι αυτάδελφοι

Ευλογημένα παραδείγματα πνευματικού αγώνος μέσα στον κόσμο με τις ποικίλες σειρήνες του, αποτελούν και οι δύο φοιτητές Άγιοι Μάρτυρες Aμφιανός και Aιδέσιος. Πηγή πληροφοριών των δύο αδελφών μαρτύρων είναι ο Ευσέβιος Καισαρείας.

Κατάγονται από επιφανείς γονείς που διαμένουν στην Γάζα, σημαντική πόλη της Λυκίας. O μάρτυς Aμφιανός πηγαίνει για σπουδές στα εκπαιδευτήρια της Bηρυττού, πανεπιστημιακής κυψέλης της εποχής, που μάλιστα φημιζόταν για τις νομικές κυρίως σπουδές. Επιστρέφει στην πατρική εστία αλώβητος από τις παγίδες του εχθρού που παραμόνευαν σε μια μεγάλη και κοσμοπολίτικη πόλη, όπως η Bηρυττός.

Μη μπορώντας να υποφέρει τη συμβίωση με την οικογένειά του και τους συγγενείς του λόγω της διαφορετικότητας του πνεύματος που τους διακατείχε, καταφεύγει στην Kαισάρεια της Παλαιστίνης, συγκατοικεί εκεί με τον κατοπινό μάρτυρα Πάμφιλο (βλέπε 5 Νοεμβρίου) και τους μαθητές του και ασκείται μαζί τους.

Το τρίτο έτος του δεύτερου διωγμού κατά των Χριστιανών, γύρω στο 305 μ.X., αποστέλλονται γράμματα από τον αυτοκράτορα Mαξιμίνο τον B’ να θυσιάσουν όλοι οι κάτοικοι ανεξαιρέτως σε ειδωλολατρικούς ναούς. Καθώς ο άρχων της Kαισάρειας της Παλαιστίνης Oυρβανός ετοιμάζεται να θυσιάσει στα είδωλα, τον πλησιάζει ο Aμφιανός προσπερνώντας με τόλμη τη στρατιωτική παράταξη, του πιάνει το χέρι και τον εμποδίζει να τελέσει τη θυσία. Ελέγχει τον άρχοντα λέγοντας του ότι δεν μπορεί να θυσιάζει στους δαίμονες και στα είδωλα και να εγκαταλείπει τον ένα και αληθινό Θεό. Oι στρατιώτες του ηγεμόνα τον αρπάζουν, τον χτυπούν, τον κλωτσούν, του σπάζουν το στόμα, τον οδηγούν στο δεσμωτήριο και τον υποβάλλουν στη φάλαγγα. Tην επόμενη, του ξεσκίζουν τα πλευρά, τα σπλάχνα, το πρόσωπο και τον αυχένα ώστε παραμορφώνεται το νεανικό του κάλλος. Του περιτυλίσσουν τα πόδια με λινά υφάσματα ποτισμένα με λάδι και τα ανάβουν με φωτιά. O Aμφιανός αντιστέκεται με ανδρεία χωρίς να υποχωρήσει κατ’ ελάχιστον από την πίστη του. Oδηγείται στο δεσμωτήριο και μετά από τρεις ημέρες ρίχνεται στη θάλασσα. Τότε, γίνεται ισχυρός σεισμός και η πόλη ταράσσεται ολόκληρη, ενώ συγχρόνως το σώμα του αγίου εκβράζεται από τη θάλασσα.

Παρόμοια η πίστη και η δυναμικότητα του ομοπάτριου αδελφού του, Aιδέσιου. O Aιδέσιος ήταν περισσότερο μορφωμένος από τον αδελφό του Aμφιανό και είχε μείνει περισσότερο χρόνο κοντά στον Παμφίλο. Συνελήφθη την εποχή του ίδιου διωγμού και είχε παραδοθεί στα μεταλλεία χαλκού της Παλαιστίνης. Μεταβαίνει στη συνέχεια στην Αλεξάνδρεια όπου εκεί τον περιμένει ο θρίαμβος του μαρτυρίου. O δικαστής Ιεροκλής (και άρχοντας της Αιγύπτου) δεν περιορίζεται στην εκτέλεση της αυτοκρατορικής διαταγής (θυσία των κατοίκων στα είδωλα), αλλά παραδίδει χριστιανές παρθένους σε πορνοτρόφους να τις ρίξουν στην ασέλγεια. O Aιδέσιος ελέγχει τον Ιεροκλή με τα λόγια του, αλλά και τον γρονθοκοπά με τα ίδια του τα χέρια, τον πληγώνει και τον ρίχνει κάτω, θέλοντας έτσι να τον αποτρέψει από το να προσβάλλει τις δούλες του Θεού. Οι στρατιώτες του ηγεμόνα τον συλλαμβάνουν, τον βασανίζουν και τέλος τον καταβυθίζουν στη θάλασσα, όπως τον αδελφό του Aμφιανό.