Παρασκευή 25 Μαρτίου 2016

Του Ευαγγελισμού, του Αρχιμ. Νικοδήμου Παυλόπουλου

«Σήμερον χαράς ευαγγέλια παρθενική πανήγυρις, τα κάτω τοις άνω συνάπτεται,

ο Αδάμ καινουργείται, η Εύα της πρώτης λύπης ελευθερούται».

Σήμερα, ευσεβείς χριστιανοί, πανηγυρίζει ο ουρανός και η γη με την ανάμνησι του Ευαγγελισμού της αγίας Θεοτόκου Παρθένου.

Σήμερα κατά τον όσιο Νικόδημο πανηγυρίζαμε την «αρχή και κεφαλή όλων των δεσποτικών εορτών».

Σήμερα κατά σύμπτωσι ευλογημένη εορτάζαμε το θαύμα της Συλλήψεως μέσα στα πλαίσια της ημερομηνίας και της ημέρας κατά τις οποίες πραγματοποιήθηκε, κατά τον αυτόν όσιο. «Ευηγγελίσθη δε η Θεοτόκος εν ήμερα δευτέρα ή κατ' άλλους εν Κυριακή».

Άλλα ας παρακολουθήσωμε το μυστήριο.

«Ο φιλάνθρωπος και ελεήμων θεός», σύμφωνα με την πρώτη ευχάριστη αγγελία πού είχε κάμει στους πρωτοπλάστους μετά την παράδοσί τους, κατά την οποία θα συνέτριβε ο γόνος της γυναικός, της Παρθένου Θεοτόκου Μητρός, την κεφαλή του όφεως, το κράτος και την εξουσία του διαβόλου, απέστειλε τον Αρχάγγελο Γαβριήλ προς την Μαρία την Παρθένο και Αγνή για να αναγγείλη την προάναρχη βούλη της Συλλήψεως και να σημανή τη χαρά στην ανθρωπότητα για τη σωτηρία από την αμαρτία και την αθλιότητα.

«Ως πατήρ φιλόστοργος — ο Θεός — θεωρών των χειρών αυτού το πλαστούργημα καταδουλούμενον, και τυραννούμενον υπό του διαβόλου, και προς τα πάθη της ατιμίας υπαγόμενον, και τη ειδωλολατρεία υποκείμενον», εσπλαγχνίστηκε το γένος των ανθρώπων και ενήργησε τον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου.

Και ο Θεός Λόγος, ο Υιός του Θεού, με άφατη αγάπη και άκρα συγκατάβασι «συν τη ασωμάτω φωνή», του Γαβριήλ— «χαίρε κεχαριτωμένη....Πνεύμα άγιον επελεύσεται επί σε και δύναμις υψίστου επισκιάσει σοι» — εσωματώθη και μάλιστα κατά τον ιερό Δαμασκηνό, «ου ταις κατά μικρόν προσθήκαις απαρτιζόμενου του σχήματος, αλλ' ύφ' εν τελειωθέντος». Μορφοποιήθηκε ευθύς μετά την αρχαγγελική φωνή μέσα στην αγία και αγνή γαστέρα της Παρθένου, αυτόματα και ολοκληρωτικά και όχι παίρνοντας το σχήμα του νηπίου σιγά - σιγά. Αυξανόταν μόνο κατά το βάρος και τον όγκο.

Ω μυστήριον! «ο τρόπος της κενώσεως άγνωστος, ο τρόπος της Συλλήψεως άφραστος».

Κατά τον ιερόν υμνογράφο ο Θεός Λόγος δεν απεκάλυψε τον τρόπο της Συλλήψεως ούτε σ' αυτές τις αγγελικές δυνάμεις, αλλά «δυνάμεις λαθών όσας υπερκοσμίους όσας εν γη» συνελήφθη στη γαστέρα της Παρθένου και Αγνής.

Ο Μάξιμος μάλιστα ο θεοφόρος και ομολογητής, δίδει απάντησι στην απορία, πώς ξέφυγε ο Θεός Λόγος την προσοχή των αγίων αγγέλων και αρχαγγέλων και κατέβηκε στη γη, και λέγει «επειδή τίνες απορούσιν ότι πώς λαθείν λέγεται τας ουράνιους δυνάμεις η του Κυρίου ενανθρώπησις, οπόταν ευρίσκωμεν ότι και αι προφητείαι αι προ του Κυρίου, δι' αγγέλλων γεγόνασι, και την σύλληψιν της Παρθένου ο Γαβριήλ ευαγγελίζεται, και τους ποιμένας άγγελοι μυσταγωγούσι; απόκρισις: ότι μεν ήδεισαν οι Άγγελοι την μέλλουσαν έσεσθαι επί σωτηρία των ανθρώπων του Κυρίου ενανθρώπισιν, ου δει αμφιβάλλειν, εκείνο δε έλαθεν αυτούς η ανεκλάλητος του Κυρίου σύλληψις, και ο τρόπος. Πώς όλος εν τω πατρί ων; Και όλος ων εν πάσι, και πάντα πληρών, όλος ην εν τη γαστρί της Παρθένου;». Δηλαδή πώς ξέφυγε την προσοχή των Αγγέλων η Σύλληψι του Θεού Λόγου την στιγμή πού αυτοί εγνώριζαν στους προφήτες το θέλημα του Θεού, ο δε Αρχάγγελος Γαβριήλ έφερε το μήνυμα της Συλλήψεως στην Παρθένο; Απάντησι. Ναι εγνώριζαν οι άγγελοι τη σύλληψι και τη σάρκωσι του Λόγου για τη σωτηρία του κόσμου, άλλα δεν εγνώριζαν τον τρόπο της Συλλήψεως και πώς ο αχώρητος θεός «εν μήτρα χωρείται γυναικός.

Άλλα «Ο Θεός όπου βούλεται νικάται φύσεως τάξις».

Γι΄ αυτό και η σοφία και αγάπη του Θεού επενόησε τον πιο μυστήριο τρόπο για να σώση τον κόσμο, να ένωση δηλαδή ολόκληρο το Λόγο Του, τον Υιό του, με ολόκληρη την ανθρώπινη φύσι για να χαρίση σε ολόκληρη την ανθρωπότητα τη σωτηρία. «Όλος γαρ όλον ανέλαβε με και όλος όλω ηνώθη ίνα τω όλω την σωτηρίαν χαρίσηται», διδάσκει ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός.

Και ο Ιερός Υμνογράφος δογματικά προσθέτει, «και ο Υιός του Θεού υιός ανθρώπου γίνεται, ίνα του χείρονος μεταλαβών, μεταδώ μοι του βελτίονος. Εψεύσθη πάλαι Αδάμ, και Θεός επιθυμήυας ου γέγονε άνθρωπος γίνεται Θεός, ίνα Θεόν τον Αδάμ απεργάσηται». Ναι αδελφοί μοι, ενώ ο πρώτος Αδάμ διαψεύστηκε και — παρά το ότι ήλπιζε με την παράβασι να γίνη θεός — δεν έγινε, ο δεύτερος Αδάμ ο Χριστός ενώ ήταν Θεός έγινεν άνθρωπος για να αποκαταστήση την αστοχία και ζημία του Αδάμ και «Θεόν αυτόν απεργάσηται».

Ακούσατε μυστήρια θαυμαστά και εξαίσια πού κρύβει η μεγάλη δεσποτική συνάμα δε και θεομητορική εορτή του Ευαγγελισμού;

Όλη η υπόθεσι τής σωτηρίας μας από τον Ευαγγελισμό της Παρθένου Μαρίας άρχισε, και η μόνη; Ικανή και «εν γυναιξίν ευλογημένη», πού «εύρε χάριν παρά Κυρίου» και τον Υιό του Θεού εβάστασεν, αναδείχθηκε η αγνή κόρη της Ναζαρέτ, η υπερευλογημένη και Δέσποινα Θεοτόκος.

Πόση χάρι γι΄ αυτό της το μοναδικό ρόλο της χρωστούμε; Κάθε χάρι και ευγνωμοσύνη. Και οι χαιρετισμοί πού πέντε Παρασκευές γύρω από τον Ευαγγελισμό της απευθύναμε και όλοι οι θεομητορικοί ύμνοι πού καθημερινά της αναπέμπαμε δεν είναι παρά ελάχιστα δείγματα της αφοσιώσεως και της τιμής πού της οφείλομε.

«Εὐαγγελίζου γῆ χαράν μεγάλην»

ου Μακαριωτάτου Ἀρχιεπισκόπου Κύπρου κ.κ. Χρυσοστόμου Β΄

Ὁ Εὐαγγελισμὸς τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, δηλαδὴ ἡ ἐνανθρώπηση τοῦ Υἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ, εἶναι τὸ μεγαλύτερο καὶ ἀνεπανάληπτο θαῦμα, ποὺ ἐπετέλεσε ἡ ἄπειρη ἀγάπη τοῦ Θεοῦ γιὰ τὴ σωτηρία τοῦ πεπτωκότος ἀνθρώπου.

Αὐτὸ τὸ μέγιστο θαῦμα εἶναι ἡ αἰτία καὶ ἡ ἀφορμὴ τῆς μεγαλύτερης χαρᾶς, ποὺ γεύθηκε ποτέ τὸ γένος τῶν ἀνθρώπων. Εἶναι τὸ «Εὐαγγέλιον», ἡ καλή ἀγγελία, τὸ πανευφρόσυνο μήνυμα, ποὺ διὰ τῆς Θεοτόκου ἔλαβε ὁλόκληρη ἡ ἀνθρωπότητα, ὅτι «σήμερον τῆς σωτηρίας ἡμῶν τὸ Κεφάλαιον... ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, Υἱὸς τῆς Παρθένου γίνεται» . Γι' αὐτό καὶ ἡ Ἁγία μας Ἐκκλησία ψάλλει: «Εὐαγγελίζου γῆ χαρὰν μεγάλην, αἰνεῖτε οὐρανοὶ Θεοῦ τὴν δόξαν».

Μέσα ἀπ' αὐτό τὸ πανθαύμαστο καὶ κοσμοχαρμόσυνο γεγονὸς τῆς ἐνσαρκώσεως τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, γίνεται φανερὴ ὄχι μόνο ἡ ἄπειρη ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ καὶ ἡ πανσοφία Του, ἡ παντοδυναμία Του καὶ ἡ «ἄκρα συγκατάβασις Αὐτοῦ» πρὸς τὸν ἄνθρωπο.

Εἶναι γνωστὸ ἀπὸ τὴν Ἁγία Γραφή ὅτι ὁ ἄνθρωπος δημιουργήθηκε «κατ' εἰκόνα καί καθ' ὁμοίωσιν» τοῦ Θεοῦ (βλ. Γέν. α΄, 26). Αὐτὸ σημαίνει ὅτι εἶχε προικισθεῖ μὲ ὅλα τὰ χαρακτηριστικὰ ποὺ ἔχει ὁ Θεὸς (σὲ ἀνάλογο βαθμὸ φυσικὰ) καὶ μὲ ἐλευθερία. Ὁ Δημιουργὸς ἐπιθυμοῦσε τὸ πλάσμα Του, ἐλεύθερα καὶ μὲ τὴ Θεία Χάρη, νὰ ἀξιοποιήσει τὰ χαρίσματα τοῦ «κατ' εἰκόνα», ὥστε νὰ φθάσει στὸ «καθ' ὁμοίωσιν». Ὁ ἄνθρωπος, ὅμως, κάνοντας κακὴ χρήση τῆς ἐλευθερίας του καὶ «ἐν τιμῇ ὤν οὐ συνῆκε, παρασυνεβλήθη τοῖς κτήνεσι τοῖς ἀνοήτοις καὶ ὡμοιώθη αὐτοῖς» (Ψαλμ. μθ΄, 13), ἀφοῦ προτίμησε τὸν δρόμο τῆς ἀνυπακοῆς καὶ τῆς χωρὶς τὸν Θεὸ θεώσεως. Ἔτσι, βρέθηκε δοῦλος τῆς ἁμαρτίας, τῶν παθῶν, τοῦ διαβόλου, τῆς φθορᾶς καὶ τέλος τοῦ θανάτου.

Ὁ Πανάγαθος Θεὸς, ὅμως, δὲν τὸν ἐγκατέλειψε. Ἀπὸ τὴν πρώτη στιγμὴ τῆς πτώσεως προλέγει ὅτι ἕνας ἀπόγονος τῆς γυναίκας, ποὺ θὰ γεννηθεῖ χωρὶς ἄνδρα, θὰ συντρίψει τήν κεφαλή τοῦ ὄφεως-διαβόλου καί θά σώσει τὸν πεπτωκότα ἄνθρωπο (βλ. Γέν. γ΄, 15). Μὲ τὸ «Πρωτευαγγέλιον» αὐτό, σκιαγραφεῖται, ἀπὸ τὴν ἀρχὴ ἤδη τῆς ἀνθρώπινης Ἱστορίας, τὸ πρόσωπο τῆς Παναγίας καὶ ὁ ρόλος της στὴν ἐν Χριστῷ σωτηρία.

Θέλοντας ὁ Θεὸς-Πατέρας νὰ ὁδηγήσει τὸ πλάσμα Του πάλι κοντά Του, χωρὶς νὰ παραβιάσει τὴν ἐλευθερία του, προνοεῖ, ὥστε, μετὰ τὴν ἄρνηση τοῦ πρώτου ἀνθρώπου νὰ ὑπακούσει στὸ θέλημά Του, ἕνας ἄλλος ἄνθρωπος νὰ ἀνταποκριθεῖ ἐλεύθερα στὸ κάλεσμά Του καὶ νὰ ἀποδεχθεῖ νὰ φέρει στὸν κόσμο τὸν Σωτῆρα.

Αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος ἦταν ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος, τὸν καθοριστικὸ ρόλο τῆς ὁποίας προανήγγειλαν καί προτύπωσαν χιλιάδες χρόνια πρὶν οἱ Προφῆτες μὲ πολλὲς συμβολικὲς εἰκόνες. Ὁ γνωστὸς ὕμνος, ποὺ ψάλλεται, ὅταν ἐνδύεται τὰ ἱερὰ ἄμφιά του ὁ ἀρχιερέας, στὸ μέσον τοῦ ἱεροῦ ναοῦ, συνοψίζει μὲ γλαφυρότητα τοὺς συμβολισμοὺς αὐτούς: «Ἄνωθεν (δηλαδὴ ἀπὸ παλιὰ) οἱ Προφῆται σὲ προκατήγγειλαν· στάμνον, ράβδον, πλάκα, κιβωτόν, λυχνίαν, ὄρος ἀλατόμητον, χρυσοῦν θυμιατήριον καὶ σκηνήν, πύλην ἀδιόδευτον, παλάτιον καὶ κλίμακα, καὶ θρόνον τοῦ Βασιλέως».

Ὅταν ὁ Ἀρχάγγελος Γαβριὴλ εὐηγγελίσθη στὴ Θεομήτορα τὴ σύλληψη καὶ γέννηση τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἐκείνη, λέγοντας πρὸς αὐτὸν «ἰδοὺ ἡ δούλη Κυρίου· γένοιτό μοι κατὰ τὸ ῥῆμα σου» (Λουκ. α΄, 38), ἀπεδέχθη ἐκ μέρους ὅλου τοῦ ἀνθρωπίνου γένους καὶ ἀπολύτως ἐλεύθερα νὰ συνεργήσει στὴ σωτηρία τοῦ κόσμου.

Χωρὶς αὐτὴ τὴν ἐλεύθερη συγκατάθεση τῆς Παναγίας μας νὰ συνεργήσει στὴν ἐνανθρώπηση τοῦ Υἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ, τὸ ἔργο τῆς σωτηρίας τοῦ κόσμου δὲν θὰ ἦταν δυνατὸν νὰ πραγματοποιηθεῖ!

Ἔτσι, λοιπόν, χάρις στὴν ὑπακοὴ τῆς Θεοτόκου, «ἐξαπέστειλεν ὁ Θεὸς τὸν Υἱὸν Αὐτοῦ» (Γαλ. δ΄, 4), ὁ Ὁποῖος «ἐν μορφῇ Θεοῦ ὑπάρχων... ἑαυτόν ἐκένωσε μορφήν δούλου λαβών, ἐν ὁμοιώματι ἀνθρώπων γενόμενος» (Φιλιπ. β΄, 6 - 7).

Τὸ γεγονὸς αὐτὸ ἀπετέλεσε, κατὰ τὸν ἅγιο Ἰωάννη τὸν Δαμασκηνὸ, «τὸ πάντων καινῶν καινότατον, τὸ μόνον καινὸν ὑπὸ τὸν ἥλιον» . Αὐτὸ τὸ γεγονός ἀνυμνεῖ καὶ ἡ Ἁγία μας Ἐκκλησία, ψάλλοντας: «Ὤ θαύματος καινοῦ, πάντων τῶν πάλαι θαυμάτων!».

Στὸ μέγιστο αὐτὸ θαῦμα ἐμπεριέχονται καί πολλὰ ἄλλα. Ἔτσι, βλέπουμε ὅτι:

Ὁ Ἄπειρος Θεὸς χωρεῖ στὴ μήτρα τῆς Θεοτόκου καὶ τὴν καθιστᾶ «Πλατυτέρα τῶν Οὐρανῶν»!
Ὁ Δημιουργὸς ἑνώνεται μὲ τὸ δημιούργημά Του!
Ὁ Πλάστης πλάττεται!
Ὁ Ἄναρχος ἄρχεται!
Ὁ Αἰώνιος καί Ἀΐδιος εἰσέρχεται στόν χρόνο!
Ὁ Ἀθάνατος ἑνώνεται μέ τόν θνητό!

Ὁ Μονογενής Υἱός τοῦ Θεοῦ, «ὁ ἐκ τοῦ Πατρός γεννηθείς πρό πάντων τῶν αἰώνων» χωρίς μητέρα, συλλαμβάνεται στήν κοιλία τῆς Παναγίας χωρίς πατέρα!

Ὁ Ἀσώματος, Ἄσαρκος καί Ἄϋλος Λόγος, λαμβάνει σῶμα, σάρκα καί ὕλη!
Ὅλος ὁ Θεός παραμένει στόν Οὐρανό (δηλαδή πανταχοῦ παρών) καί ταυτοχρόνως ὅλος σκηνώνει στή μήτρα τῆς Θεοτόκου!

Ὁ Τέλειος Θεός ἑνώνεται «ἀτρέπτως, ἀσυγχύτως καί ἀδιαιρέτως» μέ τόν τέλειο ἄνθρωπο καί, ἔτσι, συλλαμβάνεται «ἐκ Πνεύματος Ἁγίου καί Μαρίας τῆς Παρθένου» ὁ Θεάνθρωπος!

«Εὐαγγελίζου -λοιπόν- γῆ χαράν μεγάλην», διότι μέ τό μεγάλο θαῦμα τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου στήθηκε ἡ «κλῖμαξ ἡ ἐπουράνιος, δι' ἧς κατέβη ὁ Θεός» καί ἡ «γέφυρα ἡ μετάγουσα τούς ἐκ γῆς πρός οὐρανόν».
Μέ τόν Εὐαγγελισμό τῆς Θεοτόκου «χαρᾶς τά πάντα πεπλήρωται», ἀφοῦ «τό μεσότοιχον τοῦ φραγμοῦ» (Ἐφεσ. β΄, 14) μεταξύ τοῦ Θεοῦ καί τῶν ἀνθρώπων ἀρχίζει νά γκρεμίζεται!

Τά Χερουβείμ μέ τή «φλογίνην ρομφαίαν τήν στρεφομένην» (Γέν. γ΄, 24) ἀποχωροῦν ἀπό τήν πύλη τοῦ Παραδείσου καί ἀνοίγει ὁ δρόμος πρός τό «ξύλον τῆς ζωῆς»!

Ὁ «ἀπ' ἀρχῆς ἀνθρωποκτόνος» (Ἰωάν. η΄, 44) διάβολος νιώθει ἤδη τόν ἐνανθρωπήσαντα Θεό νά τοῦ συντρίβει τή γεμάτη κακία κεφαλή του (βλ. Γέν. γ΄, 14)!

Τό «καθ' ἡμῶν χειρόγραφον» (Κολ. β΄, 14) τῶν ἁμαρτιῶν μας ἀρχίζει νά σχίζεται, ἐνῷ πλησιάζει πλέον «τοῦ πεσόντος Ἀδάμ ἡ ἀνάκλησις καί τῶν δακρύων τῆς Εὔας ἡ λύτρωσις»!

«Εὐαγγελίζου γῆ χαράν μεγάλην», διότι τά θεμέλια τοῦ Ἅδη ἀρχίζουν νά τρέμουν καί οἱ πύλες του νά τρίζουν!

Ὁ θάνατος χάνει τήν παντοδυναμία του καί τό φῶς τῆς Ἀναστάσεως ἀρχίζει ν' ἀνατέλλει!

Οἱ γυναῖκες δέν νιώθουν πλέον νά τίς βαραίνει τό ὄνειδος τῆς Εὔας, ἀφοῦ μιά γυναίκα, ἡ Θεοτόκος, συνέλαβε τόν δεύτερο Ἀδάμ, τόν Σωτῆρα τοῦ κόσμου!

«Εὐαγγελίζου γῆ χαράν μεγάλην, αἰνεῖτε οὐρανοί Θεοῦ τήν δόξαν», διότι «ἰδού ἡ ἀνάκλησις νῦν ἐπέφανεν ἡμῖν· ὑπέρ λόγον ὁ Θεός, τοῖς ἀνθρώποις ἑνοῦται· ἀρχαγγέλου τῇ φωνῇ, ἡ πλάνη ἐκμειοῦται· ἡ Παρθένος γάρ δέχεται τήν χαράν· τά ἐπίγεια γέγονεν οὐρανός· ὁ κόσμος λέλυται τῆς ἀρχαίας ἀρᾶς. Ἀγαλλιάσθω ἡ κτίσις, καί φωναῖς ἀνυμνείτω. Ὁ ποιητής καί λυτρωτής ἡμῶν, Κύριε δόξα σοι».

Καλή ὑπόλοιπη Τεσσαρακοστή! Καλό Πάσχα!

Β' Χαιρετισμοί

Ακάθιστος Ύμνος - Β' Στάσις

Ἤκουσαν oἱ ποιμένες,
τῶν Ἀγγέλων ὑμνούντων,
τὴν ἔνσαρκον Χριστοῦ παρουσίαν·
καὶ δραμόντες ὡς πρὸς ποιμένα,
θεωροῦσι τοῦτον ὡς ἀμνὸν ἄμωμον,
ἐν γαστρὶ τῆς Μαρίας βοσκηθέντα,
ἥν ὑμνοῦντες εἶπον·
Χαῖρε, Ἀμνοῦ καὶ Ποιμένος Μῆτερ,
χαῖρε, αὐλὴ λογικῶν προβάτων.
Χαῖρε, ἀοράτων ἐχθρῶν ἀμυντήριον,
χαῖρε, Παραδείσου θυρῶν ἀνοικτήριον.
Χαῖρε, ὅτι τὰ οὐράνια συναγάλλεται τῇ γῇ,
χαῖρε, ὅτι τὰ ἐπίγεια συγχορεύει οὐρανοῖς.
Χαῖρε, τῶν Ἀποστόλων τὸ ἀσίγητον στόμα,
χαῖρε, τῶν Ἀθλοφόρων τὸ ἀνίκητον θάρσος.
Χαῖρε, στερρὸν τῆς πίστεως ἔρεισμα,
χαῖρε, λαμπρὸν τῆς Χάριτος γνώρισμα.
Χαῖρε, δι' ἧς ἐγυμνώθη ὁ Ἅδης,
χαῖρε, δι' ἧς ἐνεδύθημεν δόξαν.
Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

Θεοδρόμον ἀστέρα,
θεωρήσαντες Μάγοι,
τῇ τούτου ἠκολούθησαν αἴγλῃ·
καὶ ὡς λύχνον κρατοῦντες αὐτόν,
δι' αὐτοῦ ἠρεύνων κραταιὸν Ἄνακτα,
καὶ φθάσαντες τὸν ἄφθαστον,
ἐχάρησαν αὐτῷ βοῶντες·
Ἀλληλούια.

Ἴδον παῖδες Χαλδαίων,
ἐν χερσὶ τῆς Παρθένου,
τὸν πλάσαντα χειρὶ τοὺς ἀνθρώπους·
καὶ Δεσπότην νοοῦντες αὐτόν,
εἰ καὶ δούλου μορφὴν ἔλαβεν,
ἔσπευσαν τοῖς δώροις θεραπεῦσαι,
καὶ βοῆσαι τῇ Εὐλογημένῃ·
Χαῖρε, ἀστέρος ἀδύτου Μήτηρ,
χαῖρε, αὐγὴ μυστικῆς ἡμέρας.
Χαῖρε, τῆς ἀπάτης τὴν κάμινον σβέσασα,
χαῖρε, τῆς Τριάδος τοὺς μύστας φωτίζουσα.
Χαῖρε, τύραννον ἀπάνθρωπον ἐκβαλοῦσα τῆς ἀρχῆς,
χαῖρε, Κύριον φιλάνθρωπον ἐπιδείξασα Χριστόν.
Χαῖρε, ἡ τῆς βαρβάρου λυτρουμένη θρησκείας,
χαῖρε, ἢ τοῦ βορβόρου ρυομένη τῶν ἔργων.
Χαῖρε πυρὸς προσκύνησιν παύσασα,
χαῖρε, φλογὸς παθῶν ἀπαλλάττουσα.
Χαῖρε, πιστῶν ὁδηγὲ σωφροσύνης,
χαῖρε, πασῶν γενεῶν εὐφροσύνη.
Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

Κήρυκες θεοφόροι,
γεγονότες οἱ Μάγοι,
ὑπέστρεψαν εἰς τὴν Βαβυλῶνα,
ἐκτελέσαντές σου τὸν χρησμόν,
καὶ κηρύξαντές σε τὸν Χριστὸν ἅπασιν,
ἀφέντες τὸν Ἡρώδην ὡς ληρώδη,
μὴ εἰδότα ψάλλειν·
Ἀλληλούια.

Λάμψας ἐν τῇ Αἰγύπτῳ,
φωτισμὸν ἀληθείας ἐδίωξας,
τοῦ ψεύδους τὸ σκότος·
τὰ γὰρ εἴδωλα ταύτης Σωτήρ,
μὴ ἐνέγκαντά σου τὴν ἰσχὺν πέπτωκεν,
οἱ τούτων δὲ ρυσθέντες,
ἐβόων πρὸς τὴν Θεοτόκον·
Χαῖρε, ἀνόρθωσις τῶν ἀνθρώπων,
χαῖρε, κατάπτωσις τῶν δαιμόνων.
Χαῖρε, τὴν ἀπάτης τὴν πλάνην πατήσασα,
χαῖρε, τῶν εἰδώλων τὴν δόξαν ἐλεγξασα.
Χαῖρε, θάλασσα ποντίσασα Φαραὼ τὸν νοητόν,
χαῖρε, πέτρα ἡ ποτίσασα τοὺς διψῶντας τὴν ζωὴν.
Χαῖρε, πύρινε στῦλε ὁδηγῶν τοὺς ἐν σκότει,
χαῖρε, σκέπη τοῦ κόσμου πλατυτέρα νεφέλης.
Χαῖρε, τροφὴ τοῦ μάνα διάδοχε,
χαῖρε, τρυφῆς ἁγίας διάκονε.
Χαῖρε, ἡ γῆ τῆς ἐπαγγελίας,
χαῖρε, ἐξ ἧς ρέει μέλι καὶ γάλα.
Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

Μέλλοντος Συμεῶνος,
τοῦ παρόντος αἰῶνος,
μεθίστασθαι τοῦ ἀπατεῶνος,
ἐπεδόθης ὡς βρέφος αὐτῷ,
ἀλλ' ἐγνώσθης τούτω καὶ Θεὸς τέλειος·
διόπερ ἐξεπλάγη σου τὴν ἄρρητον σοφίαν,
κράζων·
Ἀλληλούια.

Το Απολυτίκιο ψάλλει ο αρχ. π. Νικόδημος Καβαρνός


Πέμπτη 24 Μαρτίου 2016

Στιχηρά Εσπερινού - Ευαγγελισμός

Η Παναγία μητέρα μας

του Γέροντος Ιωσήφ του Βατοπαιδινού

Όλα τα κτίσματα έχουν προσφέρει, το κάθε ένα με τη σειρά του, τον τρόπο της εξυπηρετήσεως τους στο -θέμα της σαρκώσεως του Θεού Λόγου. Εκείνο δε πού προσφέραμε εμείς, η ανθρώπινη φύση, ως αντιπροσφορά για το μέγιστο δώρο της θείας κενώσεως του Ιησού μας, το κατ' εξοχήν τελειότατον των δώρων, είναι η Παναγία μητέρα Του και μητέρα όλων μας.

Έτσι εδώ έγινε κάτι το απερίγραπτο. Πώς ευρέθη η ικανότητα σε αυτήν την Κόρη, ούτως ώστε να μπορέσει να εξυπηρέτηση έναν τέτοιο σκοπό, όπου όλα τα υπόλοιπα κτίσματα δεν ήσαν πλέον ικανά να προσφέρουν αυτό πού έλειπε; Εάν ο άνθρωπος δεν είχε την δυνατότητα να προσφέρη την Παναγία ως δώρο, τότε θα μπορούσε να πή κανείς ότι εματαιώνετο το θέμα της θείας οικονομίας, έτσι η σωτηρία του ανθρώπου, η επιστροφή και επαναφορά των κτισμάτων στην θέση τους και η αποκατάσταση στην ισορροπία της διεφθαρμένης κτίσεως, δεν θα εγίνετο.

Αυτό το επίτευγμα πού η ανθρώπινη φύση κατόρθωσε, είναι το μεγαλύτερο πού έγινε και δεν πρόκειται ποτέ να επαναληφθή. Διεθέσαμε αυτό το μεγάλο δώρο στο να κολακεύσωμε, τρόπον τινά, την θείαν αγάπη για να μας πλησίαση.

Άπαξ δοθείσα η χαριτωμένη αυτή Κόρη, η οποία τώρα είναι Θεοτόκος, μένει πλέον στο διηνεκές να έχη ιδιαιτέραν θέση έναντι στον Θεό και σε μας. Μέσω της δικής της μεσολαβήσεως ο Υιός του Θεού απέκτησε την ανθρωπινή φύση και έγινε ταυτοχρόνως Θεάνθρωπος. Ότι είχε, αυτή του το έδωσε όλο, αφού του πρόσφερε ολόκληρη την ανθρώπινη φύση της. Έτσι και Αυτός με την σειρά Του της μετέδωσε την θέωση, όσο μπορεί βέβαια να χωρέση η ανθρώπινη φύση. Διότι να την μεταβολή σε κατά φύσιν Θεόν ήταν αδύνατο. Κατά Χάριν όμως την εθέωσε στο σημείο εκείνο πού, κατά τους θεολόγους της Εκκλησίας, να μην της λείπη τίποτα.

Με την προσφορά μας αυτή κατορθώσαμε και ανεβήκαμε και εμείς και πλησιάσαμε τον Θεό. Διότι έχομε από την δική μας φύση πλέον, τέτοιας μορφής συγγένεια, μέσω αυτής της Κόρης, πού απεκτήσαμε τον θεανθρωπισμό σε τέτοιο αναφαίρετο και πλούσιο σημείο, ώστε να είμεθα όντως «κληρονόμοι του Θεού και συγκληρονόμοι του Υιού Αυτού».

Γι΄ αυτό και η Εκκλησία μας μετά τα Χριστούγεννα, πού εορτάζει την εξ αυτής άσπορο Γέννηση του Θεού Λόγου, εορτάζει την Σύναξή της. Την παρουσιάζει στην θέση της μητρότητας πλέον και τιμά την προσφορά της, πού συνήργησε σαν κανένας άλλος στο υπέρτατον αυτό μυστήριο.

Και κοιτάξετε με ποια σοφία η Θεία Πρόνοια αναμόρφωσε την «παλαιωθείσαν» εικόνα! Ο διάβολος κατόρθωσε να πλανέση το ένα εκ των δύο όντων πού εδημιούργησε ο Θεός. Επλάνεσε την γυναίκα και την έκανε όργανο απάτης και αφορμή καταστροφής. Η Θεία Πρόνοια οικονόμησε να συγκεντρωθή σ' αυτή την αγνή Κόρη ολόκληρη η αρετή της ανθρώπινης τελειότητας, ούτως ώστε το όργανο της απώλειας και της απάτης να γίνη τώρα όργανο σωτηρίας και επιστροφής. Και όχι μόνο να γίνη, αλλά να παραμείνη στον αιώνα.

Στην θέση πού ευρίσκεται τώρα η Δέσποινα μας Θεοτόκος, θεωθείσα πλέον, απέκτησε και ολόκληρη την μητρότητα, διότι είναι η πηγή της πραγματικής και αδιάφθορου μητρότητος. Η πρώτη Εύα, σαν πρώτη μητέρα, απώλεσε την αξία της μητρότητος, εφ' όσον μαζί με μας γέννησε και τον θάνατο και μαζί του την έχθρα, το μίσος, την φθορά, την καταστροφή. Δεν είχε πλέον προσωπικότητα μητρότητος. Η Δέσποινα μας Θεοτόκος με το αδιάφθορον της αγνότητας της, ολοκλήρωσε την μητρότητα στην εντέλεια. Όπως στον Θεό Πατέρα ευρίσκεται ολόκληρος η πατρική στοργή, ώστε «ουδέ του ιδίου Υιού να φεισθή», αλλά «υπέρ πάντων ημών» να παραδώση Αυτόν, έτσι και τώρα στα σπλάχνα της Δέσποινας μας Θεοτόκου, της Θεωθείσης αυτής Κόρης, ευρίσκεται ολόκληρος η προσωπικότης, ολόκληρος η θέση της τελείας μητρότητος.

Και τώρα μετά παρρησίας προσερχόμεθα σ' αυτόν τον θρόνον της Χάριτος της μητρότητος και σαν υιοί προς την μανούλα μας την ικετεύαμε και είναι αδύνατο να μην μας ακούση. Είναι αδύνατον διότι πώς γίνεται στην τελειότητα της μητρότητος να κλείσουν τα σπλάχνα, όταν φωνάζουν και ζητούν τα παιδιά;

Δεν είναι δύσκολο να δανεισθούμε από την οικογενειακή μας πείρα, ζωντανά παραδείγματα της μητρικής ιδιότητος. Αντικρίσαμε κάποτε να μεταβάλλεται η στοργή και η αγάπη της μητέρας εξ αιτίας της αταξίας και σκληρότητας του παιδιού, ώστε να πάρη την θέση της αγάπης η απειλή. Όταν όμως το παιδί πόνεσε, ταπεινώθηκε και έκλαψε, μεταβλήθη αμέσως η οργή της μητέρας σε συμπάθεια και φίλτρο και όλο το δυσάρεστο το αντικατέστησε η μητρική αγκάλη. Εάν αυτά υπάρχουν μέσα στην ευτελή, την ατελή, την διαβεβλημένη, την ασθενή ανθρώπινη φύση, σε πόση έκταση ευρίσκονται αυτά μέσα στην τελειότητα της πνευματικής, της θεοπρεπούς μητρότητος;

Έχοντες αυτήν την μητέρα σαν εχέγγυο και ισταμένην μεταξύ ημών και του Θεού, έχομε την τελεία ελπίδα ότι καμμιά προσδοκία μας, καμμιά επιθυμία μας εν Θεώ, κανένα αίτημα μας, αλλά και καμμιά ανάγκη τωρινή και μέλλουσα είναι δυνατόν να μην ικανοποιηθούν. Διότι, όταν τρέχωμε στην μητρικήν της αγάπη, δεν μπορεί να αρνηθή, δεν θέλει να το κάνη. Αρκεί φυσικά από μέρους μας να γίνεται ή ελαχίστη προσπάθεια, να στεκώμεθα σαν λογικά όντα πάνω στην βάση του προορισμού μας. Και έτσι, έχοντας την Δέσποινα μας Θεοτόκο σαν εγγύηση, καθ' ότι έγινε αφορμή της σωτηρίας μας, λύνομε κάθε πρόβλημα μας και στο παρόν και στο μέλλον.

Άρα λοιπόν τί απόκειται σε μας; Να ερευνήσωμε βαθύτερα την υίική μας πλέον κατάσταση απέναντι της, να την αγαπήσωμε ειλικρινέστερα, πιστότερα, υπολογίζοντες την πραγματική της θέση και να είμεθα βέβαιοι ότι το θέμα όλων μας των προβλημάτων είναι ήδη λελυμένο διότι, είναι μεσίτης μεταξύ ημών και του Υιού της, διότι, πλέον γι΄ αυτήν ο Θεός, ο Σωτήρ του κόσμου, ο Χριστός, δεν είναι Κύριος και Θεός μόνον, αλλά είναι και ο κατά φύσιν Υιός της. Και δεν είναι δυνατόν, όπως έχομε πείρα, να πλησίαση η ιδανική μητέρα τον ιδανικόν υιόν ζητώντας του κάποια χάρη και αυτός να της αρνηθή. Αυτό δεν γίνεται.

Εκείνο το όποιο απομένει σε μας είναι να ερεθίσωμε μέσα μας ο,τιδήποτε υπάρχει έναντι της μητρικής της αγάπης και ο,τιδήποτε άφορα αυτό, στην υμνολογία της, στην ευχαριστία της, στην δοξολογία της, στην παράκληση της, στην επίκληση της, ακόμα και σε κάθε άλλο το όποιον ευρίσκεται και αρμόζει στον θεοπρεπή χαρακτήρα της.

Αυτή είναι κατάφορτη με όλες τις αρετές. Ιδιαίτερα όμως περισσεύει η ταπεινοφροσύνη και η αγνότης, γι' αυτό λέγεται Αειπάρθενος. Δεν είναι μόνο Αειπάρθενος στο ότι πράγματι ήταν Παρθένος και δεν εγνώρισε ούτε καν την έννοια του ανδρός, αλλά και μέσα στην αγνότατη της ύπαρξη δεν συνελήφθη η αμαρτία ούτε κατά διάνοιαν. Ούτε στον αγνό ψυχικό της κόσμο εισήλθε η φθορά και η αμαρτία. Και έτσι ακριβώς είναι και μένει Παναγία και Αειπάρθενος.

Στους νέους, στους αγάμους, στους μοναχούς, πού το κέντρο της ιδιότητος τους είναι η παρθενία απευθύνομαι. Όποιος θέλει να την τίμηση, ας κάνη περισσότερη προσφορά κρατώντας την αγνότητα του. Να πώς δοξάζεται αυτή.

Το δεύτερο στοιχείο πού την χαρακτηρίζει - αν και είναι πλήρης από αρετές - είναι ειδικά η ταπεινοφροσύνη. Όταν ήλθε ο Αρχάγγελος και της είπε καθαρά: «Χαίρε, Μαρία, ευρήκες χάριν από τον Θεό και συ θα γίνης μητέρα του Θεού», δεν υπερηφανεύθη και να σκεφθή, «ώστε λοιπόν, εγώ θα είμαι πλέον μητέρα του Θεού;» Άλλα απάντησε ταπεινά. «Ιδού η δούλη Κυρίου, γένοιτο μοι κατά το ρήμα σου». Αρπάζει την πρακτική ταπείνωση, ονομάζοντας τον εαυτό της «δούλην Κυρίου» και προσφέρει την απόλυτη υποταγή, «γένοιτο μοι κατά το ρήμα σου». «Αμέσως τώρα, τί προστάζεις, Κύριε μου; Έτοιμη είμαι».

Βλέπετε με ποιο χειρισμό; Με δυο άπλες λέξεις, με δυο άπλες κινήσεις αυτό το τρυφερό κοριτσάκι, όπως ήτο τότε, προσέφερε όλη την δύναμη της τελειότητας της αρετής. Ταπείνωση και υποταγή. Αυτές οι αρετές είναι και για μας οι βάσεις. Διότι αυτές συγκροτούν το κεφάλαιο της ιδιότητος μας της πρακτικής - για μας τουλάχιστον τους μοναχούς - μέσω του οποίου και προσωπικά θα κρατήσωμε την μοναχική μας ιδιότητα, αλλά και στους συνανθρώπους μας και στην Εκκλησία θα φανούμε ποίοι είμεθα και θα δώσωμε το παράδειγμα και την γραμμή πλεύσεως στο υπόλοιπο χριστεπώνυμο πλήρωμα.

Όποιος λοιπόν θέλει να τίμηση την Πανάχραντο μας Δέσποινα και να την προκαλέση να σκορπίση πάνω του την μητρική της στοργή, θα καλλιεργήση αυτές τις αρετές, την ταπείνωση και την υποταγή. Όσο για την αγνότητα, δεν θα μιλήσω, διότι αλοίμονο αν δεν υπάρχη στον μοναχό αγνότης! Τότε χάθηκαν όλα τα κεφάλαια!

Και σεις λοιπόν, εκεί πού ευρίσκεσθε, μπορείτε να πήτε έναν δικό της ύμνο. Ψάλλετε ένα τροπάριο δικό της. Φέρτε στα χείλη σας την ευωδιά του ονόματος της.

Είδατε τί είπε μόνη της; Μόλις επλήσθη Πνεύματος Αγίου, άρχισε να προφητεύη για τον εαυτό της, ότι: «Ιδού γαρ από του νυν μακαριούσι με πάσαι αι γενεαί».

Αυτό της το φανέρωσε η Χάρις του Αγίου Πνεύματος πού κατοίκησε μέσα της μόνιμα. Την ανάγκασε να το πη. Εδανείσθη τα χείλη της η ενοικούσα σε αυτήν Χάρις του Αγίου Πνεύματος, σαν ένας μουσουργός πού κινεί τις χορδές για να παραγάγη μέλος. Και άρχισε να λέη μέσα της ταπεινά: «Ιδού γαρ από του νυν μακαριούσι με πάσαι αι γενεαί, ότι εποίησέ μοι μεγαλεία ο δυνατός».

Βέβαια μεγαλεία! Εφ' όσον κατοίκησε μέσα της ολόκληρο το πλήρωμα της θεότητος σωματικώς, τί άλλο μπορούσε να γίνη; Μία ακτίνα Χάριτος, μία μόνον ακτίνα εάν επιλάμψη σε ολόκληρη την κτίση, είναι ικανή αυτή και μόνη να την μεταφέρη σε θέση θεότητος, κατά Χάριν. Εδώ όμως, σ' αυτήν δεν πήγε απλώς ακτίνα Χάριτος. Κατοίκησε μέσα της ολόκληρο το πλήρωμα της Θεότητος σωματικώς.

Αυτά ήθελα να ενθυμίσω σήμερα στην αγάπη σας και να σας κάνω θερμούς και φλογερούς απέναντι της δικής της αγάπης. Διότι έχομε και ένα ζωντανό παράδειγμα, του αειμνήστου μας Γέροντα, πού τόσο πολύ τον αγαπούσε, γιατί και αυτός την αγάπησε. Ήταν αδύνατον, αν ήταν εδώ ο αείμνηστος και άκουγε αυτά, να μην χύση άφθονα δάκρυα. Μόνο πού άκουγε το όνομα της, σκιρτούσε σαν μωρό! Άλλα του έδειξε τόσες φορές την αγάπη της αισθητά και τον αξίωσε να φυγή την ήμερα πού και αυτή έφυγε οπό τον κόσμον αυτόν.

Η Χάρις της και οι πρεσβείες της και πάντων των αγίων να ενισχύουν και μας. Αμήν.

Ἅγιος Κύριλλος Ἀλεξανδρείας: Τί σημαίνει “ἡ ἐκ Θεοῦ τιμωρία”

Ἄγ. Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας – Ἡ ἐκ Θεοῦ τιμωρία σημαίνει τὴν ἐκ Θεοῦ ἐγκατάλειψη.
(ἀπόσπασμα ἀπὸ τὴν Ἑρμηνεία εἰς τὸν Ἠσαΐαν)

Ἐρμηνεύοντας τὸ Ἠσαΐας 1.8: «ἐγκαταλειφθήσεται ἡ θυγάτηρ Σιῶν ὡς σκηνὴ ἐν ἀμπελώνι καὶ ὡς ὀπωροφυλάκιον ἐν σικυηράτω, ὡς πόλις πολιορκουμένη·» ὁ Ἄγ. Κύριλλος Ἀλεξανδρείας λέγει: Ἐλεεινὴ ἡ κατάσταση. Πῶς δηλαδὴ δὲν εἶναι ἄξια γιὰ θρήνους καὶ κραυγές; Γιατί ἐκείνη ποὺ ἦταν κόρη στὸ παρελθὸν καὶ εἶχε τιμηθεῖ μὲ αὐτὴ τὴν ὀνομασία καὶ ἦταν κατὰ κάποιο τρόπο κάτω ἀπὸ τὴν προστασία τοῦ φιλοστοργότατου Πατέρα, τοῦ Θεοῦ, ἐκείνη ποὺ μεθοῦσε ἀπὸ τὴν φροντίδα καὶ τὴν ἀγάπη του καὶ ἦταν στεφανωμένη ἀπὸ αὐτὸν μὲ ἀτέλειωτες τιμὲς καὶ δόξες καὶ νικοῦσε ἐκείνους ποὺ τὴν ἀντιμάχονταν καὶ ἀποτελοῦνταν ἀπὸ τὸ ἀμέτρητο πλῆθος ἐκείνων ποὺ κατοικοῦσαν σ’ αὐτήν, ἡ παμμακάρια καὶ περιβόητη Σιῶν, δηλαδὴ ἡ Ἱερουσαλήμ, λέγει ὅτι θὰ ἐγκαταλειφθεῖ, δηλαδὴ θὰ γίνει ἔρημη.
Καὶ θὰ μείνει γυμνὴ κι ἀπὸ τὴν δύναμη ἐκείνου ποὺ τὴν ἔσωζε κι ἀπὸ τοὺς κατοίκους της. Καὶ θὰ ἐγκαταλειφτεῖ ἔτσι, σὰν καλύβα στὸ ἀμπέλι καὶ ἀποθήκη ὀπωρικῶν στὸ μποστάνι καὶ σὰν πόλη ποὺ πολιορκεῖται. Οἱ ὁρισμένοι δηλαδὴ φύλακες τοῦ ἀμπελώνα, ὅταν ἀκόμη τὰ τσαμπιὰ εἶναι ἀγουρίδες, παρέχουν πάρα πολὺ μεγάλη ἀσφάλεια, καὶ τρομοκρατώντας τοὺς κλέφτες ποὺ θέλουν νὰ τὰ κόψουν, καὶ διώχνοντας τὰ διάφορα ἀγρίμια.
Εἶναι συνήθεια νὰ τὸ κάνουν αὐτὸ καὶ οἱ φύλακες τῶν κτημάτων ὀπωρικῶν ἢ οἱ ἰδιοκτῆτες. Ὅταν ὅμως τρυγηθοῦν τὰ σταφύλια καὶ πατηθοῦν καὶ κουβαληθεῖ ἡ σοδειὰ ἀπὸ τοὺς ὀπωρῶνες, σταματᾶ στὸ ἑξῆς ἡ ὑπηρεσία τῶν φυλάκων, οἱ ὁποῖοι, ἐγκαταλείποντας ἀκόμα καὶ τὶς καλύβες τους, ἀφήνουν ἐλεύθερη τὴν εἴσοδο σὲ ὅσους θέλουν νὰ περιεργασθοῦν ὅτι ἔχει ἀπομείνει.
Κάτι τέτοιο ἔγινε, μᾶς διδάσκει ὁ προφητικὸς λόγος, καὶ μὲ τὴν ταλαίπωρη Σιῶν. Ὅσο ἀκόμα δηλαδὴ εἶχε τοὺς καρποὺς τῆς δικαιοσύνης ὁ Θεὸς τὴν ἔκρινε ἄξια της ἀσφάλειας, τῆς φύλαξης καὶ κάθε φροντίδας του. Γιατί εἶπε «θὰ γίνω τεῖχος πύρινο, λέγει ὁ Κύριος γύρω ἀπὸ αὐτὴν καὶ δόξα της μὲ τὴν παρουσία μου ἀνάμεσά της» (Ζάχ. 2.9). Ψάλει βέβαια καὶ ὁ μακάριος Δαβίδ: «Νά, δὲν θὰ νυστάξει οὔτε θὰ κοιμηθεῖ αὐτὸς ποὺ φυλάσσει τὸν Ἰσραὴλ» (Ψάλμ. 120.30).
Ἐπειδὴ ὅμως, μολονότι ὁ Ἰσραὴλ ἦταν ἀμπελώνας τοῦ Κυρίου Σβαὼθ καὶ ἀξιώθηκε νὰ τοῦ γίνει ἀνάχωμα καὶ φραγμός, ὅμως ἔβγαλε ἀγκάθια, γι’ αὐτὸ τὸν παρέδωσε ὁ Θεὸς σὲ ἐκείνους ποὺ συνηθίζουν νὰ βλάπτουν? γιατί λέγει: «θὰ χαλάσω τὸν φράκτη καὶ θὰ ἀφεθεῖ σὲ διαρπαγή? θὰ γκρεμίσω ἐπίσης τὸν τοῖχο του καὶ θὰ καταπατηθεῖ, καὶ θὰ ἐγκαταλείψω τὸν ἀμπελώνα μου ὥστε νὰ κλαδευθεῖ καὶ νὰ σκαφθεῖ» (Ἡσ. 5.5-6). Γι’ αὐτὸ καὶ τὸν κατέστρεψε κάπρος ἀπὸ τὸ δάσος καὶ ὄνος ἄγριος τὸν κατέφαγε. Ὅτι ἄφησε ὁ Θεὸς τὸν ἀμπελώνα του καὶ τὸν ἐγκατέλειψε, τὸ διδάσκει ὁ Σωτήρας λέγοντας? «Ἱερουσαλήμ, Ἱερουσαλήμ, σὺ ποὺ σκοτώνεις τοὺς προφῆτες καὶ λιθοβολεῖς τοὺς ἀπεσταλμένους σὲ σένα, πόσες φορὲς θέλησα νὰ μαζέψω τὰ παιδιά σου, ὅπως ἡ ὄρνιθα μαζεύει τὰ μικρά της κάτω ἀπὸ τὰ φτερά της, καὶ δὲν θελήσατε. Νὰ ἀφήνετε πιὰ τὸ σπίτι σᾶς ἔρημο» (Ματθ. 23.37-8).
Τὸ προανήγγειλε αὐτὸ καὶ μὲ τὴν φωνὴ τοῦ προφήτη λέγοντας? «Ἐγκατέλειψα τὸ σπίτι μου, ἄφησα τὴν κληρονομία μου. Παρέδωκα τὴν ἀγαπημένη ψυχή μου στὰ χέρια τῶν ἐχθρῶν της. Ἔγινε γιὰ μένα ἡ κληρονομιά μου σὰν τὸ λιοντάρι στὸ δάσος, ἔβγαλε φωνὴ ἐναντίον μου γι’ αὐτὸ καὶ τὴν μίσησα» (Ἱερ. 12.7-8)
Ἀναφέρει κάπου ὁ Ἰώσηπος, ὁ ὁποῖος διεκτραγώδησε τὰ παθήματα τῶν Ἰουδαίων, ὄοτι ὅταν ἐπρόκειτο νὰ γίνει ἅλωση τῆς Ἱερουσαλήμ, ἄκουγαν οἱ ἱερεῖς μέσα στὸν ναὸ μιὰ φωνὴ σὰν νὰ φώναζαν ἄγγελοι? Φεύγομε ἀπὸ ἐδῶ.
Ὅτι βέβαια ὅταν πολιορκοῦσαν τὴν πόλη, ὅλοι ὅσοι ἦταν μέσα ζητοῦσαν κάποιο τρόπο νὰ φύγουν, πῶς μποροῦμε ν’ ἀμφιβάλουμε; Ἀπὸ αὐτὸ μποροῦμε νὰ συμπεράνουμε γιὰ τὰ παθήματα τῆς χώρας τῶν Ἰουδαίων. Πραγματικὰ ἦταν πολυπόθητο γιὰ τοὺς πολιορκούμενους νὰ μπορέσουν νὰ σώσουν καὶ μόνο τὴν ζωή τους, ἐνῶ γιὰ τὴν περιουσία τους ἢ καὶ τὴν ἴδια τὴν πόλη δὲν ἔδειχναν κανένα ἐνδιαφέρον.
Πρέπει ὅμως νὰ γνωρίζουμε, ὅτι πολλὲς φορὲς συμβαίνει καὶ ἡ ἴδια ἡ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου νὰ ἐγκαταλείπεται ἀπὸ τὸν Θεό, ἂν δὲν θέλει νὰ ἐκτελέσει ὀρθὰ τὶς ἐντολές του, καὶ κλίνοντας τὸν αὐχένα στὰ δεσποτικὰ προστάγματα, νὰ ἀποδώσει τοὺς καρποὺς τῆς εὐσεβείας σ’ αὐτόν. Ἂν καὶ χρημάτισε υἱὸς ἢ θυγατέρα τοῦ Θεοῦ, ἂν καὶ ἔγινε Σιῶν, ποὺ σημαίνει παρατηρητήριο, δηλαδὴ ποὺ ἔχει ὑψηλὴ διάνοια καὶ καθαρώτατο νοῦ, ποὺ μπορεῖ νὰ βλέπει τὰ μυστήρια, ἔπειτα πράττοντας ὅσα δὲν ἔπρεπε, φαίνεται νὰ παροργίζει τὸν ἅγιο  τοῦ Ἰσραήλ? γι’ αὐτὸ θὰ ἐγκαταλειφθεῖ ἀπὸ αὐτὸν καὶ σὰν ἀφρούρητο ἀμπέλι θὰ παραδοθεῖ στὸν Σατανᾶ καὶ μὲ τὰ πάθη τῆς σάρκας θ’ ἀναδειχθεῖ ἔρημος ἀπὸ κάθε ἀρετὴ καὶ γυμνὸς ἀπὸ τὶς τιμὲς τῆς ἀγαθῆς διαβίωσης καὶ γεμάτος ἀπὸ κάθε κακό.
(Ἄγ. Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας, Ἔργα, ΕΠΕ τ. 16 σσ. 35-41).