Παρασκευή 4 Δεκεμβρίου 2015

Το Απολυτίκιο ψάλλει ο αρχ. π. Νικόδημος Καβαρνός


Άγιος Σεραφείμ ο Νέος Ιερομάρτυρας

Ο Άγιος Σεραφείμ γεννήθηκε στο χωριό Μπεζούλια της επαρχίας Αγράφων και ανατράφηκε κατά Χριστόν από τους θεοσεβείς γονείς του, Σωφρόνιο και Μαρία. Αγάπησε τη μοναχική ζωή και πήγε στη Μονή της Υπεραγίας Θεοτόκου, την επονομαζόμενη Κορώνα ή Κρύα Βρύση και επιδόθηκε στην άσκηση της αρετής. Διακρίθηκε για την άσκησή του και έγινε ηγούμενος της Μονής. Αργότερα χειροτονήθηκε Αρχιεπίσκοπος Φαναριού και Νεοχωρίου.

Κατηγορήθηκε ότι πήρε μέρος στην επανάσταση του Διονυσίου Φιλοσόφου , συνελήφθη από τους Τούρκους, που μάταια προσπάθησαν να τον εξισλαμίσουν. Εξαγριωμένοι οι Τούρκοι μπροστά στη σταθερότητα της πίστης του ιερομάρτυρα, υπέβαλαν σ' αυτόν φρικτά βασανιστήρια, τα οποία μεγάλωναν, εφ' όσον ο Σεραφείμ διαρκώς αρνιόταν να προδώσει την ελληνοχριστιανική πίστη του. Αφού του έκοψαν τη μύτη και επανειλημμένα τον παρουσίασαν στον κριτή, αρνούμενος να αλλαξοπιστήσει, τον εκτέλεσαν στις 4 Δεκεμβρίου 1601 μ.Χ. με σουβλισμό και κατ' άλλους με απαγχονισμό.

O σοφολογιώτατος διδάσκαλος Xριστοφόρος Προδρομίτης συνέθεσε για τον Άγιο Σεραφείμ οκτωήχους Kανόνες, προσόμοιά και ιδιόμελα, τα οποία τυπώθηκαν μαζί με την Aκολουθία του.

Η τιμία κεφαλή του Αγίου Σεραφείμ, η οποία εναποτέθηκε στη Μονή της Κρύας Βρύσης, όπου είχε μονάσει ο Άγιος, παρά τις κακοποιήσεις και τις κακουχίες που υπέστει, αποτελεί ένα διαρκές θαύμα του Θεού, αφού «περιβάλλεται από το δέρμα, το οποίο σε μερικά μέρη έχει αποσπαστεί από τους πιστούς, για φυλαχτό και φέρει τα σημάδια του μαρτυρίου· ενώ το αριστερό μάτι του Αγίου είναι γαλήνια κλεισμένο, το δεξί φέρει εμφανή τα ίχνη κακοποιήσεων, καθώς επίσης εμφανέστατα φαίνεται και η αποκοπή της μύτης!». (Αρχιμανδρίτη Μακαρίου Τόγκα, «Η Ιερά Μονή Παναγίας Κορώνας - Βίος και Πολιτεία του Αγίου του Χριστού Νέου Ιερομάρτυρος Σεραφείμ, Αρχιεπισκόπου Φαναρίου και Νεοχωρίου, του Θαυματουργού (+ 1601)»· και «Ακολουθία...»· έκδοση Ι. Μητροπόλεως Καστορίας 2001).


Ἀπολυτίκιον
Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Τῶν Ἀγράφων τὸν γόνον, Φαναριοῦ τὸν πρόεδρον, καὶ Μονῆς Κορώνῃς τὸ κλέος Σεραφεὶμ εὐφημήσωμεν ἀθλήσας γὰρ λαμπρῶς ὑπὲρ Χριστοῦ, θαυμάτων ἐπομβρίζει δωρεᾶς καὶ λυτρούται νοσημάτων φθοροποιῶν, τοὺς πίστει ἀνακράζοντας· δόξα τῷ δεδωκότι σοι ἰσχύν, δόξα τῷ σὲ θαυμαστώσαντι, δόξα τῷ ἐνεργούντι διὰ σοῦ, πάσιν ἰάματα.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον
Ήχος δ'.
Οσίως τον βίον σου διεκπεράσας σοφέ, ποδήρει κεκόσμησαι ιεροσύνης φαιδρώς, Σεραφείμ αξιάγαστε` όθεν δικαιοσύνης τον χιτώνα φορέσας, νυν εν αγαλλιάσει, τω Χριστώ συναγάλλη, πρεσβεύων υπέρ πάντων ημών των ευφημούντων σε.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον
Ἦχος γ΄. Τὴν ἐν σαρκὶ ζωήν.
Τοῦ Ἀρχιποίμενος λαμπρὸν ἀπαύγασμα καί τοῦ ποιμνίου σου στῦλος καὶ καύχημα, θύτης καὶ θῦμα τοῦ Χριστοῦ ἐξέλαμψας ἐν τῷ κόσμῳ. ᾿Εν τοῖς μαρτυρίοις σου ᾿Εκκλησίαν ἐκόσμησας, Γένος χειμαζόμενον δαψιλῶς εὐηργέτησας· ὅθεν, Σεραφεὶμ ἱερώτατε, ἱκέτευε σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

Κοντάκιον
Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.
Τῶν Ἀγράφων κόσμημα καὶ Φαναρίου τὸν λύχνον, τῶν πιστῶν τὸ στήριγμα, Ἀρχιερέων τὸ κλέος, πρόφθασον ταῖς σαῖς δεήσεσι, ἀθλοφόρε. Σύντριψον τὰς τοῦ ἀλάστορος μεθοδείας, ἵν’ εὐφροσύνως γεραίρομεν τῇ σῇ ἀθλήσει, Σεραφεὶμ ἀξιάγαστε.

Ἕτερον Κοντάκιον
Ἦχος πλ. δ’. Τῇ ὑπερμάχῳ.
Τῆς Ἐκκλησίας τὸν ἀστέρα τὸν νεόφωτον καὶ Φαναρίου τὸν ποιμένα τὸν θεόκριτον Ἀνυμνήσωμεν ἐν ᾄσμασι θεοφθόγγοις· Ἀνατείλας γὰρ ἐσχάτως δι’ ἀθλήσεως καταυγάζει Ὀρθοδόξων τὰ πληρώματα, Χαίροις λέγοντα, Σεραφεὶμ ἀξιάγαστε.

Ἕτερον Κοντάκιον
Ήχος β'. Τα άνω ζητών.
Θυσία Θεώ προσάγων την αναίμακτον, ως ων ιερεύς της χάριτος πανένδοξε, εν οικείοις ύστερον σε αυτόν ιερεύσας αίμασι` διά τούτο διπλοίς εκ Θεού στεφάνοις, εστέφθης εις την άνω ζωήν.

Κάθισμα
Ήχος α'. Τον τάφον Σου Σωτήρ.
Ευφραίνου η κρηπίς, ιερεών ιδού γαρ, επέφανεν ημίν Σεραφείμ του γενναίου, η ένδοξος άθλησις, τους πιστούς καταυγάζουσα` όθεν σκίρτησον μετά ποιμένων βοώσα` δόξα αίνεσις, συ των Μαρτύρων υπάρχεις, Χριστέ ο Θεός ημών.

Ὁ Οἶκος
Ο υποφήτης των του Θεού μεγάλων μυστηρίων, το σκεύος το της εκλογής, Παύλος ο θεηγόρος, τον μέγαν διαγράφων Αρχιερέα Ιησούν, τον κατά την τάξιν Μελχισεδέκ τας θυσίας εκτελούντα` τοιούτος φησίν έπρεπεν ημίν Αρχιερεύς, όσιος, άκακος, αμίαντος, κεχωρισμένος από των αμαρτωλών, και υψηλότερος των ουρανών γενόμενος. Ταύτας ουν τας ιερατικάς αρετάς, ας ο Ιησούς φύσει εν εαυτώ είχε, τοις Μαθηταίς αυτού μετέδωκεν` εκ του πληρώματος γαρ αυτού, ημείς πάντες ελάβομεν` διό και τον Ιερομάρτυρα Αυτού, Σεραφείμ τον αοίδιμοντον γνησίως Αυτώ ακολουθήσαντα, διπλοίς στεφάνοις κατέστεψεν εις την άνω ζωήν.

Μεγαλυνάριον
Χρίσματι ἁγίῳ τελειωθείς, θερμῶς ἀναδέχῃ, τὸ μαρτύριον τοῦ Χριστοῦ· οὑ γὰρ ἐπῃσχύνθης, τὸν εὐαγῆ ἀγῶνα, ὦ Σεραφεὶμ διό σε, Χριστὸς ἐδόξασε.

Ἕτερον Μεγαλυνάριον
Ἀγράφων τὸν γόνον τὸν ἐκλεκτὸν καί τοῦ Φαναρίου τὸν ᾿Επίσκοπον τὸν σεπτόν, τὸν ἐν δυσχειμέροις καιροῖς τῷ δούλῳ Γένος πολλὰ προσενεγκόντα, ὕμνοις τιμήσωμεν.

Ἕτερον Μεγαλυνάριον
Τὸν τοῦ Φαναρίου πιστὸν φρουρὸν καὶ Χριστοῦ τῶν δούλων τὸν σοφώτατον ὁδηγόν, τὸ τῶν ᾿Επισκόπων ἀγλάϊσμα, τὸν νέον Σεραφεὶμ πάντες ἀνευφημήσωμεν.

Ἕτερον Μεγαλυνάριον
Οὐρανίαν τάξιν ὑποδηλῶν τῷ ὀνόματί σου καὶ τὸν κόσμον διακονῶν, ἀνάστασιν Γένους δεήσει μεθοδεύεις, θυσίαν ἐντυγχάνεις, Σεραφεὶμ ἔνδοξε.


Το Απολυτίκιο ψάλλει ο αρχ. π. Νικόδημος Καβαρνός


Αγία Βαρβάρα η Μεγαλομάρτυς

Η Αγία Βαρβάρα έζησε κατά τους χρόνους του αυτοκράτορος Μαξιμιανού (286 - 305 μ.Χ.) και ήταν κόρη του ειδωλολάτρη Διοσκόρου ο οποίος ήταν από τους πιο πλούσιους ειδωλολάτρες της Ηλιουπόλεως.

Ο πατέρας της λόγω της σωματικής ωραιότητας της Αγίας, την φύλαγε κλεισμένη εντός πύργου. Δεν γνωρίζουμε που διδάχθηκε τις χριστιανικές αλήθειες, καθώς ο πατέρας της ήταν φανατικός ειδωλολάτρης, λόγος για τον οποίο άλλωστε προσπάθησε να κρατήσει κρυφή την πίστη της στον Τριαδικό Θεό. Ένα τυχαίο περιστατικό, όμως, την πρόδωσε. Ο πατέρας της πληροφορήθηκε από τεχνίτες ότι η Αγία ζήτησε να τις ανοίξουν τρία παράθυρα στον πύργο όπου ήταν έγκλειστη, στο όνομα της Αγίας Τριάδος και, έτσι, βεβαιώθηκε ότι η κόρη του είχε γίνει Χριστιανή.

Εξοργίσθηκε τόσο που την κυνήγησε εντός του πύργου με το ξίφος του για να την φονεύσει. Η Αγία κατέφυγε στα όρη, αλλά ο πατέρας της την συνέλαβε και την παρέδωσε στον τοπικό άρχοντα, Μαρκιανό, κατηγορώντας την για την πίστη της. Όταν ανακρίθηκε, ομολόγησε με παρρησία την πίστη της στον Χριστό και καθύβρισε τα είδωλα. Μετά από φρικτά βασανιστήρια, διεπομπέφθη γυμνή στην πόλη και τέλος σφαγιάσθηκε από τον ίδιο τον πατέρα της. Την στιγμή όμως που είχε αποτελειώσει το έγκλημά του, έπεσε νεκρός χτυπημένος από κεραυνό κατά θεία δίκη.

Η σύναξη της Αγίας ετελείτο στο μαρτύριο αυτής, στον Βασιλίσκο πλησίον της αγίας Ζηναΐδος.

Τα Λείψανα της Αγίας Μεγαλομάρτυρος Βαρβάρας διαφυλάχθηκαν στην Κωνσταντινούπολη μέχρι τον 11ο αιώνα μ.Χ.., οπότε ένα μέρος τους μεταφέρθηκε στη Βενετία, όταν Δόγης ήταν Ο Πέτρος Β’ Orseol (991 – 1009 μ.Χ.). Τα Λείψανα μεταφέρθηκαν από την Πριγκίπισσα Μαρία Αργυροπούλα, η οποία νυμφεύθηκε τον γιό του Δόγη Πρίγκιπα Ιωάννη. (Σύμφωνα με μέρος των πηγών - Ιωάννη τον Διάκονο και Ανδρέα Δάνδολο - η Μαρία ήταν ανιψιά ή και αδελφή των Αυτοκρατόρων Βασιλείου Β’ του Βουλγαροκτόνου και Κωνσταντίνου Η’, όμως το πλέον πιθανό είναι να ήταν μία από τις αδελφές του μελλοντικού Αυτοκράτορα Ρωμανού Γ’).

Ο Πριγκιπικός Γάμος ευλογήθηκε στην Κωνσταντινούπολη από τον Οικουμενικό Πατριάρχη, με παρανύμφους τους Αυτοκράτορες. Μάλιστα η παραμονή του ζεύγους στη Βασιλεύουσσα παρατάθηκε μέχρι το 1004 μ.Χ. (εκεί γεννήθηκε και το πρώτο παιδί τους).

Στη Βενετία τα Λείψανα της Μεγαλομάρτυρος κατατέθηκαν στον Καθεδρικό Ναό του Αγίου Μάρκου. Ο Ιωάννης πέθανε από πανώλη στη Βενετία, το 1009 μ.Χ. Μετά τον θάνατό του δύο αδέλφια του, ο Επίσκοπος του Τορτσέλλο Όρσο και η Φιληκίτη, Ηγουμένη της Μονής του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου επίσης στο Τορτσέλλο, πέτυχαν την μεταφορά των Λειψάνων στη Μονή αυτή, όπου παρέμειναν μέχρι τον 18ο αιώνα μ.Χ.

Τα Λείψανα μεταφέρθηκαν και πάλι στο Ναό του Αγίου Μάρκου κατά την περίοδο των Ναπολεοντίων Πολέμων, όπου και σήμερα φυλάσσονται. Πάντως μέρος τους παρέμεινε και στη Μονή του Τορτσέλλο. Δεν είναι γνωστό πότε και κάτω από ποιες συνθήκες η Κάρα της Αγίας μεταφέρθηκε στο Μοντεκοτίνι της Ιταλίας, όπου σήμερα φυλάσσεται, όπως και το μέρος των Λειψάνων που φυλάσσεται στο Ρωμαιοκαθολικό Ναό του Ριέτι.

Επίσης, κατά το 12ο αιώνα μ.Χ., μέρος υπολοίπων λειψάνων της Αγίας μεταφέρθηκαν από την Κωνσταντινούπολη στο Μοναστήρι του Αγίου Μιχαήλ με τους Χρυσούς Τρούλους στο Κίεβο, όπου παρέμειναν ως το 1930 μ.Χ., όταν μεταφέρθηκαν εκ νέου στον Καθεδρικό Ναό του Αγ. Βλαδίμηρου στην ίδια πόλη.

Την 1η Ιουνίου 2003 μ.Χ., μετά από ενέργειες του Αρχιεπισκόπου Αθηνών Χριστοδούλου προς την Ρωμαιοκαθολική Επισκοπή της Βενετίας και τον Επίσκοπό της Άγγελο Scolla, δόθηκε μέρος των Λειψάνων της Αγίας στην Εκκλησία της Ελλάδος. Το Λείψανο παραλήφθηκε με τις δέουσες τιμές από τον Γενικό Διευθυντή της Αποστολικής Διακονίας Επίσκοπο Φαναρίου Αγαθάγγελο και κατατέθηκε στο ομώνυμο Προσκύνημα του Δήμου Αγίας Βαρβάρας Αττικής.

Η Αγία Βαρβάρα θεωρείται όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και σ΄ άλλες Χώρες Αγία προστάτις πυροβολικού. Στην Ελλάδα καθιερώθηκε ως Προστάτις του όπλου αυτού το 1828 μ.Χ. όπου και αναφέρεται η πρώτη σχετική τελετή με δοξολογία και παράθεση στη συνέχεια γεύματος όπου έλαβαν μέρος αξιωματικοί και οπλίτες πυρβολητές.

Στη Ορθόδοξη εικονογραφία η Αγία Βαρβάρα ζωγραφίζεται πολλές φορές μ’ ένα ποτήριο στο χέρι όντας προστάτιδα ενάντια στο αιφνίδιο θάνατο και μη θέλοντας να στερηθούν οι ετοιμοθάνατοι την θεία κοινωνία. Συχνά τη συναντούμε κοντά σ΄ έναν πύργο (με τρία παράθυρα) ή κρατώντας ένα βιβλίο (για τους ετοιμοθάνατους) ή ένα κλαδί φοίνικα.


Ἀπολυτίκιον
Ἦχος δ’.
Βαρβάραν τὴν Ἁγίαν τιμήσωμεν· ἐχθροῦ γὰρ τὰς παγίδας συνέτριψε, καὶ ὡς στρουθίον ἐῤῥύσθη ἐξ αὐτῶν, βοηθείᾳ καὶ ὅπλῳ τοῦ Σταυροῦ ἡ πάνσεμνος.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον
Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Τῆς Τριάδος τὴν δόξαν ἀνακηρύττουσα, ἐν τῷ λουτρῷ τρεῖς θυρίδας ὑπεσημήνω σοφῶς, κοινωνίαν πατρικὴν λιποῦσα πάνσεμνε, ὅθεν ἠγώνισαι λαμπρῶς, ὡς παρθένος εὐκλεής, Βαρβάρα Μεγαλομάρτυς. Ἀλλὰ μὴ παύση πρεσβεύειν, ἐλεηθήναι τᾶς ψυχᾶς ἠμῶν.

Κοντάκιον
Ἦχος δ’. Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ.
Τῷ ἐν Τριάδι εὐσεβῶς ὑμνουμένῳ, ἀκολουθήσασα σεμνὴ Ἀθληφόρε, τὰ τῶν εἰδωλων ἔλιπες σεβάσματα· μέσον δὲ τοῦ σκάμματος, ἐναθλοῦσα Βάρβαρα, τυράννων οὐ κατέπτηξας, ἀπειλὰς ἀνδρειόφρον, μεγαλοφώνως μέλπουσα ἀεί, Τριάδα σέβω τὴν μίαν θεότητα.

Κάθισμα
Ἦχος γ’. Τὴν ὡραιότητα.
Ἐν τῇ ἀθλήσει σου, πάντας ἐξέπληξας, ὅτι ὑπέμεινας, τὰς τῶν τυράννων πληγάς, δεσμὰ, βασάνους, φυλακάς, Βαρβάρα παναοίδιμε· Ὅθεν καὶ τὸν στέφανον, ὁ Θεός σοι δεδώρηται, ὅνπερ ἐπεπόθησας, ψυχικῶς καὶ προσέδραμες· αὐτὸς καὶ τὰς ἰάσεις παρέχει, πᾶσι τοῖς πίστει προσιοῦσί σοι.

Ἕτερον Κάθισμα
Ἦχος δ’. Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ.
Τὸν νυμφίον σου Χριστὸν ἀγαπήσασα, τὴν λαμπάδα σου φαιδρῶς εὐτρεπίσασα, ταῖς ἀρεταῖς διέλαμψας Πανεύφημε· ὅθεν εἰσελήλυθας, σὺν αὐτῷ εἰς τοὺς γάμους, τὸ στέφος τῆς ἀθλήσεως, παρ' αὐτοῦ δεξαμένη, ἀλλ' ἐκ κινδύνων λύτρωσαι ἡμᾶς, τοὺς ἐκτελοῦντας Βαρβάρα τὴν μνήμην σου.

Ὁ Οἶκος
Τὴν νυμφευθεῖσαν τῷ Χριστῷ διὰ τοῦ μαρτυρίου, Βαρβάραν συνελθόντες τιμήσωμεν ἀξίως, ὅπως αὐτῆς ταῖς προσευχαῖς λύμης ψυχοφθόρου λυτρωθέντες, καὶ λοιμοῦ, σεισμοῦ τε καὶ καταπτώσεως, τὸν βίον ἐν εἰρήνῃ διέλθωμεν, καταξιωθέντες μετὰ πάντων τῶν Ἁγίων, τῶν ἀπ' αἰῶνος Θεῷ εὐαρεστησάντων, διάγειν ἐν φωτί, καὶ μέλπειν ἀξίως, ἐθαυμάστωσας Σῶτερ τὰ σὰ ἐλέη πᾶσι τοῖς πίστει ὁμολογοῦσι, Τριάδα σέβω τὴν μίαν θεότητα.

Μεγαλυνάριον
Πατέρα λιποῦσα τὂν δυσσεβῆ, ἐδείχθης θυγάτηρ, Βασιλέως τῶν οὐρανῶν, ὑπὲρ οὗ προθύμως, ἀθλήσασα Βαρβάρα, λυτροῦσαι πάσης νόσου, τοὺς προσιόντας σοι.

Ἕτερον Μεγαλυνάριον
Τον θείον κοσμήτορα της Χριστού Εκκλησίας πάντες Ιωάννην Δαμασκηνόν ύμνοις συν τη θεία σεπτή καλλιπαρθένω Βαρβάρα επαξίως ανευφημήσωμεν.


Πέμπτη 3 Δεκεμβρίου 2015

Μάθε νὰ περιμένεις

Εἶδες τί μου’ πές; “Θέλω ν’ ἀλλάξει τὸ παιδί μου. Νὰ τὸ δῶ, κι ἃς πεθάνω”. Δὲν ξέρω ἂν θὰ τὸ δεῖς ἀλλαγμένο πρὶν πεθάνεις. Μπορεῖ νὰ τὸ δεῖς ἀφοῦ πεθάνεις. Μπορεῖ ὁ Θεὸς νὰ θέλει νὰ κάνεις τόση ὑπομονή, ποῦ νὰ μὴν προλάβεις νὰ τὸ δεῖς ἀλλαγμένο ὅπως τὸ θὲς ἐσύ. Ἀλλὰ θὰ τὸ δεῖ ὁ Κύριος καὶ θὰ τὸ δεῖς κι ἐσὺ ἀπὸ κεῖ ποῦ θὰ ‘σαί, στὴν αἰώνια ζωή. Θέλει ὅμως πολλὴ ὑπομονή. Νὰ περιμένεις τὴν ἀπάντηση στὴν προσευχὴ ποῦ μόλις χθὲς ἔκανες. Ἔκανες χθὲς προσευχή; Θὰ περιμένεις. Πότε; Μὴν ἀνησυχεῖς. Ὅταν τὸ βέλος τῆς προσευχῆς σου φτάσει τὴν καρδιὰ τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν τρυπήσει καὶ τὴ ματώσει ἀπὸ ἀγάπη, τότε θὰ δεῖς τὸ ἀποτέλεσμα. Πότε ἔριξες τὸ βέλος τῆς προσευχῆς; Χτές; Τότε περίμενε. Ταξιδεύει. Καμιὰ προσευχὴ δὲν πάει χαμένη. Καμία προσευχὴ δὲν μένει ἀναπάντητη. Θέλει ὅμως ὑπομονή. Νὰ περιμένεις.

Περιμένουν μερικοὶ νὰ δοῦν ἀποτέλεσμα τὴν ἴδια ὥρα. Κάνεις προσευχὴ τώρα, θέλεις αὔριο νὰ δεῖς ἀποτέλεσμα. Μπορεῖ νὰ γίνει κι αὐτό. Ἀλλὰ ὅταν πιάσεις τὸ κομποσκοίνι στὸ χέρι σου μὴν περιμένεις κι ἀμέσως τοὺς καρπούς. Πολλοὶ πᾶνε στὸ ἅγιο Ὅρος μ’ ἕνα κομποσκοίνι στὸ χέρι καὶ θέλουν νὰ δοῦν τὸ Θεὸ μὲ μιὰ ἀγρυπνία ποῦ θὰ κάνουν. Θέλουν νὰ δοῦν τὸ ἄκτιστο φῶς μὲ μιᾶς νύχτας προσευχή. Δὲν γίνεται ἔτσι. Θέλει πολλὴ ὑπομονή, θέλει πολλὴ ἀπαντοχὴ καὶ νὰ λὲς “Κύριε, ὅποτε θὲς ἐσύ. Ἐγὼ θὰ περιμένω. Ὑπομένων, ὑπέμεινα τὸν Κύριον καὶ προσέσχε μοὶ καὶ εἰσήκουσε τῆς δεήσεως μού”. Μὲ πρόσεξε ὁ Κύριος, μὲ κοίταξε, μὲ ἄκουσε, ἀλλὰ πρῶτα πρέπει νὰ περιμένω. Εἶναι ὡραία νὰ περιμένεις τὸ Θεὸ καὶ νὰ κάνεις ὑπομονὴ στὰ θέματα αὐτὰ τὰ θεϊκά.
Ὁ ἅγιος Ἀμμωνᾶς ξέρεις πόσο καιρὸ περίμενε νὰ ἀπαλλαγεῖ ἀπὸ τὸ θυμό; Κάθε μέρα τὸ ζήταγε ἀπ’ τὸ Θεό. Καὶ ξέρεις πόσο περίμενε; Ὀκτὼ χρόνια. Ὅλα αὐτὰ τὰ χρόνια ἐξακολουθοῦσε νὰ θυμώνει, καὶ πάλευε, καὶ ξανὰ καὶ ξανά, καὶ προσευχή, καὶ πάλι ὑπομονὴ καὶ πάλι ὑπομονή. Καὶ τὸν ὄγδοο χρόνο ἦρθε ὁ Κύριος καὶ τὸν ἀπάλλαξε. Γιὰ σκέψου νὰ ‘χὲ ἀπελπιστεῖ τὸν ἕβδομο χρόνο καὶ νὰ ‘λέγε “Ἐ, δὲ συνεχίζω. Δὲ πάει ἄλλο αὐτὴ ἡ ἱστορία. Ἕνα, δύο, τέσσερα, πέντε, ἕξι, ἑφτὰ χρόνια ὑπομονή. Ε, δὲ βγαίνει τίποτα”. Κι ὅμως. Ἔκανε ὑπομονὴ ἀκόμα ἕνα χρόνο, ἔφτασε τὰ ὀκτὼ καὶ ἦρθε ἡ ἀπαλλαγὴ καὶ ἡ λύτρωσή του. Καὶ μετὰ ἡ καρδιὰ τοῦ ἔγινε τόσο ἤρεμη ποῦ δὲν ξαναθύμωσε ποτὲ στὴ ζωή του. Ἐσὺ θυμώνεις; Θυμώνεις. Κι ἐγὼ θυμώνω λίγο. Ὄχι πάρα πολύ, ἀλλὰ θυμώνω κι ἐγώ. Λοιπὸν θέλεις νὰ ζήσεις κι ἐσὺ αὐτὸ τὸ θαῦμα; Τότε ξεκίνα ἀπὸ σήμερα νὰ κάνεις προσευχὴ μὲ ὑπομονή. Ζήτα ἀπ’ τὸ Θεὸ νὰ σοὺ πάρει τὸ θυμό. Ζήτα το σὲ κάθε θεία Λειτουργία. Καὶ μὴ μοῦ λὲς “Τί νὰ πάω νὰ κάνω στὴν Ἐκκλησία”. Ε, νά. Αὐτὸ νὰ κάνεις. Ἂν θυμώνεις νὰ πηγαίνεις κάθε Κυριακὴ νὰ παρακαλᾶς τὸ Θεὸ νὰ σοὺ πάρει τὸ θυμό. Καὶ μόνο γι’ αὐτὸ νὰ πηγαίνεις Ἐκκλησία, ἔχεις σοβαρὸ λόγο νὰ πηγαίνεις στὸ Ναὸ τοῦ Θεοῦ. Καὶ νὰ λὲς “Κύριε, χάρισέ μου τὴν πραότητα, τὴν ἠρεμία, νὰ μὴν ἁρπάζομαι, νὰ μὴ μὲ βλέπουν τὰ παιδιά μου καὶ τρέμουν, νὰ μὴ μὲ βλέπει ἡ γυναίκα μου στὸ σπίτι καὶ τὴ στεναχωρῶ καὶ δημιουργῶ αὐτὸ τὸ κλίμα τὸ βαρὺ μὲ τὶς φωνές, μὲ τὸ θυμὸ καὶ τὰ νεῦρα μου. Κύριε, πάρε μου τὸ θυμό”. Τὸ ξέρω ὅτι τὸ ζήτησες. Πόσες φορές; “Ε, πόσες φορὲς νὰ τὸ ζητήσω;”. Πολλές. Ὀκτὼ χρόνια ὁ ἅγιος Ἀμμωνᾶς. Ἐσὺ πόσο καιρὸ τὸ ζήτησες. Γιὰ πόσο καιρὸ εἶπες στὸν Κύριο “Ἀπάλλαξε μέ, Κύριε, ἀπ’ αὐτὸ τὸ πάθος”. Ἀπ’ τὸ θυμό, τὴν ὀργή, τὴν ἀσωτεία, ἡ μέθη, τὸ κάπνισμα, τὴν κλοπή, τὸ ψέμα, τὴν περιέργεια. Ὅ,τι ἔχεις, ζῆτα τὸ ἀπ’ τὸ Θεὸ καὶ μετὰ κᾶνε ὑπομονή. Καὶ ξέρεις γιατί νὰ κάνεις ὑπομονὴ κι ἐσὺ ὅπως ἔκανε ὁ ἅγιος Ἀμμωνᾶς καὶ κάθε ἅγιος; Διότι Αὐτὸς τὸν Ὁποῖο ὑπομένεις καὶ καρτερᾶς, δὲν εἶναι ἕνας τυχαῖος ἀλλὰ εἶναι ὁ ἅγιος Θεός, ποῦ δὲν εἶπε ποτὲ ψέματα, ἀλλὰ μένει πιστὸς στὶς ὑποσχέσεις καὶ τὴν ἀγάπη του. Καὶ θὰ ‘ρθεῖ ὁ Θεὸς κάποια στιγμὴ καὶ θὰ σὲ βοηθήσει καὶ θὰ γίνεις κι ἐσὺ ἤρεμος σὰν πρόβατο καὶ δὲ θὰ ξαναθυμώσεις ποτὲ καὶ δὲ θὰ ξαναπιεὶς ποτέ, δὲ θὰ ξανακαπνίσεις ποτέ, θὰ ἀπαλλαγεῖς ἀπ’ τὰ πάθη σου καὶ θὰ γίνεις καινούριος ἄνθρωπος. Θέλει ὑπομονὴ καὶ προσευχή. Νὰ περιμένεις ν’ ἀλλάξει κι ὁ σύντροφός σου πρὸς τὸ καλύτερο. Μὴ βιάζεσαι. Μὴ θὲς νὰ γίνουν ἀποτοσμα σήμερα ὅλα καλύτερα. Τὰ λάθη ποῦ ἔχει ἡ γυναίκα σου δὲ τὰ φορτώθηκε ὅλα σὲ ἕνα μήνα. Εἶναι λάθη μιᾶς ζωῆς. Εἶναι χαρακτήρας ποῦ χαράκτηκε, γι’ αὐτὸ λέγεται χαρακτήρας. Ὁ Χαρακτήρας ἔχει χαραχτεῖ μέσα μας ἀπ’ τὰ παιδικά μας χρόνια. Δὲ μποροῦμε σὲ μιὰ στιγμὴ νὰ τὰ ἀλλάξουμε αὐτά. Μερικὰ ζευγάρια δίνουν διορία ὁ ἕνας στὸν ἄλλον, “Ἂν δὲν τὰ ‘χοῦμε βρεῖ σ’ ἕνα χρόνο, θὰ χωρίσουμε”. Μὰ κάτσε, βρὲ παιδί μου. Πῶς θὰ χωρίσεις. Περίμενε, κᾶνε ὑπομονή. “Τι ὑπομονή, πάτερ;”. Μὰ χαρακτήρας εἶναι αὐτός. Ἀλλάζει ἔτσι εὔκολα; Περίμενε.
Θυμᾶμαι κάποιον ποῦ ἔκανε δίαιτα. Καὶ τοῦ ἔλεγε ὁ γιατρὸς ὅτι τὰ βαθύτερα στρώματα λίπους χάνονται πολὺ πιὸ δύσκολα. Τὰ τελευταῖα κιλά, ἂν κάνεις δίαιτα, τὰ χάνεις πολὺ πιὸ δύσκολα ἀπ’ ὅ,τι χάνεις τὰ πρῶτα. Ξέρεις γιατί; Γιατί αὐτὸ τὸ στρῶμα λίπους ὑπάρχει μέσα μας ἐδῶ καὶ πολλὲς δεκαετίες. Καὶ μὲ τὴ δίαιτα κάνουμε αὐτὸ ἀκριβῶς: γυρνᾶμε πίσω καὶ πᾶμε νὰ κάψουμε παλιὰ στρώματα λίπους. Ἃς ποῦμε, εἶναι κάποιος σήμερα ἐνενήντα κιλὰ καὶ θέλει νὰ φτάσει τὰ ὀγδόντα. Ὀγδόντα κιλά, ὅμως, ἤτανε πρὶν ἀπὸ ἀρκετὰ χρόνια. Ἔχει περάσει καιρὸς ἀπὸ τότε ποῦ ἦταν γιὰ τελευταία φορὰ ὀγδόντα κιλά. Πῆρε βάρος, πῆγε ἐνενηνταένα, πῆγε ἐνενηνταπέντε, ἀνέβηκαν τὰ κιλά του. Γιὰ νὰ φτάσει ξανὰ στὰ ὀγδόντα κιλά, πρέπει νὰ σκάψει μέσα του αὐτὸ τὸ λίπος καὶ νὰ φτάσει πίσω, πίσω. Καὶ νὰ φτάνει σὲ κείνη τὴν παλιὰ χρονιὰ ποῦ ἦταν ὀγδόντα κιλά. Κι εἶναι δύσκολο νὰ φύγει αὐτὸ τὸ λίπος.
Ἔτσι καὶ μὲ τὴν ψυχή μας. Ἔχει πιάσει λίπος. Τὰ πάθη ἔχουν δημιουργήσει μιὰ ἐπίστρωση μέσα μας ποῦ δὲ φεύγει εὔκολα.
Πρέπει νὰ κάνεις ὑπομονὴ γιὰ τὸν ἄνθρωπό σου. Νὰ κάνεις χῶρο στὴν καρδιὰ τοῦ ἄλλου, νὰ τὸν ἀφήσεις νὰ σκεφτεῖ, νὰ ἀποφασίσει, ἀκόμα καὶ νὰ φύγει γιὰ λίγο ἂν θέλει, τροπικά. Ή καὶ τοπικά, ἂν δὲν ἀντέχει ἀλλιῶς. Ναί, ἄσε νὰ φύγει. Νὰ πάει νὰ κάτσει λίγο στὴ μάνα της, στὸν πατέρα της ἢ νὰ φύγεις κι ἐσύ, νὰ πᾶς κάπου γιὰ λίγο μόνος. Νὰ σκεφτεῖς, νὰ ἠρεμήσεις, νὰ πάρεις τὸ χρόνο σου. Δὲν μπορεῖ νὰ ἀπαιτεῖς τὴν ἀγάπη τοῦ ἄλλου καὶ νὰ λὲς “Θὰ μοῦ φερθεῖς καλά, θὰ μὲ σέβεσαι”. Αὐτὰ δὲ γίνονται μὲ καταπίεση. Αὐτὰ γίνονται μόνο μὲ ἐλευθερία. Γι’ αὐτό, δῶσε στὸν ἄνθρωπό σου χρόνο, χῶρο, ὑπομονή.
Μοῦ τὸ’ πὲς καὶ συγκινήθηκα, “Πάτερ, μ’ ἄφησε ἡ κοπέλα ποῦ ἀγαπῶ καὶ ἤμασταν ἀρραβωνιασμένοι τόσα χρόνια. Κι ἐγὼ τί νὰ ‘κάνα; Τὴν ἤθελα πολύ. Ἀλλὰ ἤξερα ὅτι ἡ ἀγάπη δὲν ἀπαιτεῖται. Δὲν μπορεῖ νὰ ἀπαιτήσω τὴν ἀγάπη, νὰ πῶ σὲ κάποια “ἀγάπα μὲ μὲ τὸ ζόρι, ἐπειδὴ ἐγὼ τὸ θέλω”. Καὶ ξέρετε τί ἔκανα; Τὴν ἄφησα νὰ φύγει. Καὶ τώρα κάθομαι καὶ περιμένω. Ὑπομένω ἀγαπώντας. Ὑπομένω πονώντας. Ὑπομένω προσευχόμενος”.

Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο “Ἀγάπη γιὰ πάντα”
τοῦ π. Ἀνδρέα Κονάνου

Γέροντας Πορφύριος Καυσοκαλυβίτης: Ζητήσαμε συγγνώμη; Τελείωσε. Ὁ Θεὸς ὅλα τα συγχωρεῖ μὲ τὴν ἐξομολόγηση

Μπορεῖ νὰ σοῦ πεῖ ὁ πνευματικός: «Πὼς θὰ ἤθελα νὰ ἤμασταν σὲ ἕνα ἥσυχο μέρος, νὰ μὴν εἶχα ἀσχολίες καὶ νὰ μοῦ ἔλεγες τὴ ζωή σου ἀπὸ τὴν ἀρχή, ἀπὸ τότε ποὺ αἰσθάνθηκες τὸν ἑαυτό σου· ὅλα τα γεγονότα ποὺ θυμᾶσαι καὶ ποιὰ ἦταν ἡ ἀντιμετώπισή τους ἀπὸ σένα, ὄχι μόνο τα δυσάρεστα ἀλλὰ καὶ τὰ εὐχάριστα, ὄχι μόνο τὶς ἁμαρτίες ἀλλὰ καὶ τὰ καλά. Καὶ τὶς ἐπιτυχίες καὶ τὶς ἀποτυχίες. Ὅλα. Ὅλα ὅσα ἀπαρτίζουν τὴν ζωή σου».
Πολλὲς φορὲς ἔχω μεταχειρισθεῖ αὐτὴ τὴ γενικὴ ἐξομολόγηση καὶ εἶδα θαύματα πάνω σ’ αὐτό. Τὴν ὥρα ποὺ λὲς στὸν ἐξομολόγο, ἔρχεται ἡ θεία χάρις καὶ σὲ ἀπαλλάσσει ἀπὸ ὅλα τα ἄσχημα βιώματα καὶ τὶς πληγὲς καὶ τὰ ψυχικὰ τραύματα καὶ τὶς ἐνοχές· διότι, τὴν ὥρα ποὺ τὰ λὲς ὁ ἐξομολόγος εὔχεται θερμὰ γιὰ τὴν ἀπαλλαγή σου.
Ἃς μὴ γυρίζουμε πίσω στὶς ἁμαρτίες ποὺ ἔχουμε ἐξομολογηθεῖ. Ἡ ἀνάμνηση τῶν ἁμαρτιῶν κάνει κακό. Ζητήσαμε συγγνώμη; Τελείωσε. Ὁ Θεὸς ὅλα τα συγχωρεῖ μὲ τὴν ἐξομολόγηση. Κι ἐγὼ σκέπτομαι ὅτι ἁμαρτάνω. Δὲν βαδίζω καλά. Ὅ,τι ὅμως μὲ στενοχωρεῖ, τὸ κάνω προσευχή, δὲν τὸ κλείνω μέσα μου, πάω στὸ πνευματικό, τὸ ἐξομολογοῦμαι, τελείωσε! Νὰ μὴ γυρίζομε πίσω καὶ νὰ λέμε τί δὲν κάναμε. Σημασία ἔχει τί θὰ κάνομε τώρα, ἀπ’ αὐτὴ τὴ στιγμὴ καὶ ἔπειτα.

Άγιος Αγγελής ο Νεομάρτυρας γιατρός από το Άργος

Ο Άγιος Αγγελής ο Νεομάρτυρας μαρτύρησε στη Χίο. Η καταγωγή του ήταν από το Άργος της Πελοποννήσου και ζούσε στο Κουσάντασι (Έφεσο) της Μικράς Ασίας. Εργαζόταν ως πρακτικός γιατρός. Ήταν άνθρωπος ήσυχος, ευλαβής, φιλακόλουθος και ελεήμων.

Κάποια μέρα σε μια συνάντηση έτυχε να βρίσκεται ένας Γάλλος άθεος, ο οποίος χλεύαζε τη χριστιανική πίστη. Ο Αγγελής με παρρησία αντέκρουσε τα επιχειρήματα του Φράγκου. Του πρότεινε μάλιστα να μονομαχήσουν, εκείνος πάνοπλος και ο άγιος μόνο με ένα ξύλο, πιστεύοντας πως θα τον νικήσει με τη δύναμη της πίστης. Ο Γάλλος δέχτηκε. Έκαναν μάλιστα και έγγραφη συμφωνία στην πρεσβεία. Ο Αγγελής έτρεξε στον πνευματικό του, εξομολογήθηκε και ζήτησε την ευχή του. Ο πνευματικός πάσχισε να τον αποτρέψει, αλλά ο Αγγελής επέμενε. Έτσι, ο ιερέας του έδωσε τελικά ευλογία.

Ο Αγγελής έμεινε άγρυπνος όλη τη νύχτα προσευχόμενος και ζητώντας από το Θεό να τον ενισχύσει εναντίον του βλάσφημου Γάλλου. Μ’ αυτό τον τρόπο προετοιμάστηκε πνευματικά για τη μονομαχία. Όμως, ο Θεός δεν επέτρεψε να γίνει τελικά ανθρωποκτονία. Αφού κοινώνησε ο Αγγελής των αχράντων Μυστηρίων, εμφανίστηκε μπροστά στο Γάλλο. Τότε τρόμος και δειλία κυρίευσε τον Φράγκο και μπροστά σε όλους εγκατέλειψε καταντροπιασμένος τη μονομαχία. Έτσι, νικητής ανακηρύχθηκε ο άγιος.

Μετά το γεγονός αυτό, ο Αγγελής κλείστηκε στον εαυτό του. Έμενε διαρκώς στο σπίτι του. Μόνο δύο φίλοι του τον επισκέπτονταν, του έφερναν τροφή και προσπαθούσαν να του διώξουν τη μελαγχολία και την υποχονδρία, όπως νόμιζαν. Αυτός όμως, τους έλεγε να μην κοπιάζουν μάταια, διότι είχε αποφασίσει να μαρτυρήσει για το Χριστό. Νυχθημερόν φανταζόταν τα στίγματα του Χριστού στο σώμα του. Τον κατέτρωγε δυστυχώς η υπερηφάνεια, ότι τάχα νίκησε τον αντίπαλο λόγω της μεγάλης πίστης του. Βρίσκοντας τότε ευκαιρία ο ανθρωποκτόνος διάβολος, του υπέβαλε την ιδέα να τουρκέψει για να μαρτυρήσει στη συνέχεια.

Έτσι, το Σάββατο του Λαζάρου του έτους 1813 μ.Χ., πήγε στους Τούρκους ζητώντας να γίνει μουσουλμάνος. Οι Τούρκοι αρχικά τον έδιωχναν με βρισιές, ύστερα όμως, μπροστά στην επιμονή του, τον δέχθηκαν. Αμέσως μετά την εξώμοσή του, άρχισε να κάνει διάφορες παράλογες πράξεις, ώστε να τον οδηγήσουν στο δικαστήριο, να ομολογήσει τον Χριστό και να μαρτυρήσει. Όμως, δεν έγινε έτσι, αλλά τον έδιωξαν ως τρελό και τον έστειλαν στη Χίο.

Στη Χίο συνέχισε την παράξενη συμπεριφορά. Σε κάθε εκκλησία που συναντούσε έμπαινε μέσα και με λυγμούς έκανε μετάνοιες, χτυπούσε αλύπητα το κεφάλι του στο δάπεδο, τόσο που ο χτύπος ακουγόταν μακριά και ύστερα ασπαζόταν με πολλή ευλάβεια τις εικόνες.

Συμμετείχε στις ακολουθίες λέγοντας τόσο κατανυκτικές προσευχές στον Χριστό, την Παναγία και τους αγίους, ώστε όλοι θαύμαζαν, πώς είχε προσαρμόσει τόσο ωραία και είχε αποστηθίσει όλες εκείνες τις ευχές, οι οποίες προκαλούσαν στους υπολοίπους δάκρυα και συμπάθεια προς τον μάρτυρα. Άλλοτε πάλι, έδινε λειτουργίες στους ιερείς και ελεημοσύνες στους φτωχούς, ώστε να δέονται στο Θεό γι’ αυτόν. Στους Χριστιανούς έλεγε, να προσεύχονται στο Θεό, για να φέρει εις πέρας τον αγώνα του. Αν τον επαινούσαν για την επιθυμία του αυτή, αγρίευε, έβριζε και γινόταν απειλητικός. Προκαλούσε και με άλλους τρόπους τους Τούρκους, για να τους ερεθίσει, ώστε να καταφέρει το σκοπό του.

Κάποτε, ενώ ήταν περίοδος ραμαζανιού, κάθισε κάτω από ένα τούρκικο σπίτι, έπινε νερό και κάπνιζε. Κατέβηκε λοιπόν κάτω ο σπιτονοικοκύρης και έδειρε τον Αγγελή. Άλλοτε πάλι, ενώ ήταν ραμαζάνι, κάθισε μπροστά στην πόρτα του δικαστηρίου, άπλωσε το μαντήλι του, έτρωγε και έπινε κρασί. Κανείς όμως, δεν ασχολήθηκε μαζί του.

Συχνά πήγαινε στον τάφο του αγίου Μακαρίου Νοταρά (βλέπε 17 Απριλίου), καθοδηγητή πολλών νεομαρτύρων και προσευχόταν με δάκρυα αγκαλιάζοντας το μνημείο, ώστε με τις πρεσβείες του αγίου, να αξιωθεί να μαρτυρήσει. Άλλοτε πήγαινε σε ένα εξωκλήσι, όπου συναντιόταν με έναν πνευματικό. Προσευχόταν με πολλή κατάνυξη και συντριβή, μένοντας για πολλή ώρα εκστατικός, λες και αρπαζόταν ο νους του σε θεία θεωρία. Όμως, δεν αποκάλυπτε τις πνευματικές του εμπειρίες αλλά προσποιούταν το σαλό.

Έχοντας πλέον συνειδητοποιήσει ότι ξεγελάστηκε από τον δόλιο δαίμονα, αναγνώρισε την ανθρώπινη αδυναμία του και μετενόησε ειλικρινώς αναθέτοντας όλη του την ελπίδα στον Θεό τότε λοιπόν, ο Θεός τον αξίωσε για εκείνο, που τόσο σφοδρά επιθυμούσε.

Αφού παρέμεινε έξι μήνες στη Χίο, προετοιμαζόμενος πνευματικά, με συντετριμμένη πλέον καρδιά εισήλθε στο στάδιο του μαρτυρίου. Μια μέρα ξυρίζει τα γένια του και πηγαίνει στο τελωνείο. Μόλις τον είδαν οι Τούρκοι απορημένοι τον ρώτησαν γιατί ξύρισε τα γένια του. Εκείνος τους απάντησε, πως όσο ήταν Τούρκος τα άφηνε, επειδή οι Τούρκοι τα έχουν περί πολλού. Τώρα όμως που ξαναέγινε Χριστιανός, τα έκοψε ως περιττά και άχρηστα, επειδή εδώ οι Χριστιανοί συνήθιζαν να ξυρίζονται.

Προσπάθησαν να τον συνετίσουν. Βλέποντας όμως ότι δε γίνεται τίποτα, τον έκλεισαν σιδηροδέσμιο στο κάστρο. Όλη τη νύχτα τον βασάνιζαν. Την άλλη μέρα τον οδήγησαν στον διοικητή του νησιού, όπου είχαν συγκεντρωθεί και οι αγάδες. Επεχείρησαν με υποσχέσεις και απειλές να τον μεταπείσουν. Θέλησαν να τον ανεβάσουν βιαίως στο τζαμί σέρνοντάς τον και χτυπώντας τον άσπλαχνα. Όμως, ο μάρτυρας φώναζε πως ήταν καλύτερα γι’ αυτόν να τον θανατώσουν εκείνη τη στιγμή, παρά να ανέβει στο Τζαμί, διότι ήταν πλέον και πάλι Χριστιανός.

Επειδή ο Αγγελής έμενε σταθερός στο Χριστό, τον έκλεισαν και πάλι στη σκοτεινή φυλακή με τα πόδια στο τουμπρούκι. Την άλλη μέρα, 3 Δεκεμβρίου του 1813 μ.Χ. μη καταφέρνοντας να του αλλάξουν γνώμη, τον οδήγησαν στη θέση Βουνάκι, όπου τον απεκεφάλισαν.

Το μαρτυρικό του λείψανο τρία μερόνυχτα έμεινε στον τόπο της εκτέλεσης. Οι Χριστιανοί προσπαθούσαν να πάρουν κάτι από τα ενδύματα του μάρτυρα ή από το αίμα του, δίνοντας χρήματα στους φρουρούς. Ένας Χριστιανός πρότεινε χιλιάδες γρόσια να πάρει το άγιο λείψανο για ταφή, αλλά οι Τούρκοι δε δέχτηκαν. Επειδή κάποιος ιερέας άρπαξε την τιμία κάρα του αγίου και την καταφιλούσε μπροστά στους Τούρκους, σκλήρυναν τη στάση τους και σήκωσαν το άγιο λείψανο μαζί με την κεφαλή και το χώμα, που είχε βραχεί από το αίμα και τα έριξαν στο πέλαγος σε 25 οργυιές βάθος. Τη νύχτα προσπάθησαν κάποιοι φιλομάρτυρες Χριστιανοί να τα βγάλουν αλλά δεν το κατόρθωσαν.


Ἀπολυτίκιον
Ήχος α'. Χορός αγγελικός.
Χορός αγγελικός Αγγελή Νεομάρτυς, και δήμος Αθλητών, επεκρότησαν άνω, την σην υπέρ της πίστεως, καρτερίαν και ένστασιν, και το πνεύμα σου μετ` ευφροσύνης λαβόντες, ανεβίβασαν, εις ουρανού μετά δόξης, Χριστώ τω Θεώ ημών.

Κοντάκιον
Ήχος γ'.
Ιεράν προσθήκην σε, η των Μαρτύρων χορεία, Αγγελή εδέξατο, εν ουρανώ γηθομένη, ηθλήσας και νυν νομίμως γενναιόφρον, ήσχυνας το των τυράννων άθεον θράσος, και το στέφος εκομίσω, της αφθαρσίας, ξίφει την κάραν τμηθείς.

Κάθισμα
Ήχος γ'. Την ωραιότητα.
Ρείθροις αιμάτων σου, την γην επίανας, αλλά και θάλασσαν συ καθηγίασας, τω σώματι σου Αγγελή, ο έρριπται απηνεία, και δεινή ωμότητι, εν αυτή του δικάζοντος, όθεν δυσωπούμεν σε, τους εν γη και τους πλέοντας, περίσωζε εκ παντός κινδύνου, τη θεία σου Αθλητά επισκέψει.

Ὁ Οἶκος
Την άνω ζωήν την αγήρω και άληκτον, πόθω επιτεύξασθαι, αγγελώνυμε, και αγγελόφρον Αγγελή, Νεομάρτυς του Χριστού αξιάγαστε, την κάτω την φθαρτήν και επίκηρον νουνεχώς καταλέλοιπας, δι ο εθελουσίως φέρων σ` αυτόν, παρέδωκας τη ωμότητι και ιταμότητι των τυράννων, και το αυτόν άθεον θράσος, και οφρύν την επηρμένη κατέρραξας, τω απτοήτω σου παραστήματι και τη ευτολμία των λόγων σου, δι ων την μεν εκείνων ασέβειαν ήλεγξας, τον δε Χριστόν τρανώς εκήρυξας, Θεόν τέλειον και τέλειον άνθρωπον, παρ ου το στέφος της αφθαρσίας είληφας, υπέρ Αυτόύ ξίφει την κάραν τμηθείς.

Μεγαλυνάριον
Χαίροις Αθλοφόρε νέε Χριστού, Αγγελή τρισμάκαρ, συν Αγγέλων νυν τοις χοροίς, και τοις των Μαρτύρων, και πάντων των Αγίων, ως παρεστώς τω θρόνω, του Παντοκράτορος.

Ἕτερον Μεγαλυνάριον
Ύμνοις τε και άσμασιν ευλαβώς, ως Χριστού σε φίλον, ευφημούμεν και κοινωνόν, θείων παθημάτων, αυτού και του θανάτου, σύμμορφον γεγονότα Αγγελή ένδοξε.

Ἕτερον Μεγαλυνάριον
Τω Χριστώ συνήφθης αποτμηθείς, την τιμίαν κάραν αξιάγαστε Αγγελή, και συζείς εκείνω και δοξάζεις μάκαρ, εις πάντα τους αιώνας αγαλλιώμενος.

Ἕτερον Μεγαλυνάριον
Μη παύση δεόμενος Αθλητά, του Θεού των όλων, υπέρ πάντων των ευσεβώς, σε μακαριζόντων ως Μάρτυρα Κυρίου, ως έχων παρρησίαν, Αγγελή ένδοξε.