Πέμπτη 3 Δεκεμβρίου 2015

Το Απολυτίκιο ψάλλει ο αρχ. π. Νικόδημος Καβαρνός


Προφήτης Σοφονίας

Έζησε τον 7ο αιώνα π.Χ., επί βασιλέως Ιωσίου. Είναι ο ένατος από τους μικρούς λεγόμενους προφήτες και καταγόταν από τη φυλή του Συμεών ή κατ' άλλους του Λευΐ. Το όνομά του σημαίνει: ο Θεός κρύπτει, δηλαδή περιφρουρεί, προστατεύει. Το προφητικό του βιβλίο διαιρείται σε τρία μικρά κεφάλαια. Στο πρώτο απειλεί τους Ιουδαίους, που παρεξέκλιναν από τον Κύριο στην ειδωλολατρία. Στο δεύτερο προλέγει την καταστροφή της Γάζας, της Ασκαλώνος, της Αζώτου, της Δαμασκού, της Αιθιοπίας, της Ασσυρίας και άλλων ακόμα χωρών. Στο τρίτο ελέγχει την Ιερουσαλήμ για τη διαφθορά της, αλλά και την ονομάζει επιφανή, σαν κοιτίδα λυτρώσεως του ανθρωπίνου γένους. Τέλος, χαιρετίζει με αγαλλίαση τη μέλλουσα εμφάνιση του Κυρίου στη Σιών. Αλλά ο Θεός μίλησε με το Στόμα του προφήτη και να τι είπε για τους άνομους ανθρώπους: «Εξάρω τους ανόμους από προσώπου της γης, λέγει Κύριος... Και τους εκκλίνοντας από του Κυρίου και τους μη ζητούντας τον Κύριον και τους μη αντεχομένους του Κυρίου», Σοφονίας, Α' 3, 6. Θα ξεριζώσω λέει ο Κύριος τους ανόμους από το πρόσωπο της γης. Και θα τιμωρήσω αυτούς που παρεκκλίνουν από τις εντολές του Κυρίου, αυτούς που δεν ζητούν με την προσευχή τους τον Κύριο και δεν κρατούν Αυτόν σαν στήριγμα τους. Ο προφήτης Σοφονίας πέθανε ειρηνικά και τάφηκε στον τόπο των πατέρων του.


Ἀπολυτίκιον
Ήχος α'. Της ερήμου πολίτης.
Συνιείς φερωνύμως των μελλόντων την πρόγνωσιν, εκφαντορικώς προεκφαίνεις, την αιώνιον λύτρωσιν. Σιών γαρ βασιλέα τον Χριστόν, κηρύττεις Σοφονία εμφανώς· παρ' αυτού γαρ ελυτρώθημεν της αράς, Προφήτα οι βοώντες σοι· δόξα τω σε δοξάσαντι Θεώ, δόξα τω σε στεφανώσαντι, δόξα τω δωρουμένω διά σου, πάσι συγχώρησιν.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον
Ήχος β'
Του Προφήτου σου Σοφονίου την μνήμην, Κύριε εορτάζοντες, δι’ αυτού σε δυσωπούμεν· Σώσον τας ψυχάς ημών.

Τετάρτη 2 Δεκεμβρίου 2015

Ενα σύννεφο στα Καυσοκαλύβια

του Νώντα Σκοπετέα

Αρχές του Δεκεμβρίου. Ο Αη Νικόλας έρχεται με χιόνια φορτωμένος. Θάλασσες αφρισμένες κι οι ναυτικοί όλοι με την ευχή του στα χείλη. Νικολοβάρβαρα ζυγώνουν. Φυλλομετρώ το συναξάρι, το βαγγέλιο του πιστού…

Στο γύρισμα των σελίδων του ήχοι αγριεμένων κυμάτων, αντίφωνα αγέρηδων που μανιάζουν, βροχής ο χτύπος ο άμετρος, τρυπά τη γη. Τα μάτια μου εκστατικά μπροστά στο αγρίεμα του καιρού. Μυρίσματα από καυσόξυλα και τζάκια που φουντώνουν την πύρα τους, μετά της μέρας τον κάματο τον ιερό. Λίγο καψαλισμένο ψωμί με το πρώτο χρυσάφι απ τα λιόδεντρα σταγμένο πάνω του.

Τις αισθήσεις μου οδηγεί η μνήμη. Λιγοστά τα καταφύγιά μου. Στο γύρεμά τους καταλαβαίνω πως μόνο η αληθινή ζωή γεννά τη νοσταλγία. Μα υπάρχει κι ο αδελφός δόξα τω Θεώ! Εκείνος που δεν κράτησε τίποτα μόνο για τον εαυτό του. Που μοιράστηκε τις ευλογίες πολλαπλασιάζοντάς τις. Που τις έκοψε αντίδωρο και ψίχουλο το ψίχουλο χόρτασε μ΄αυτές μυριαρίθμητες πεινασμένες για Θεό ψυχές.

Αρχές του Δεκεμβρίου. Στο συναξάρι της δεύτερης μέρας του μια προσθήκη που σκόρπισε ελπίδα στα πέρατα της γης. Ενεπλήσθημεν χαράς! Τη αυτή ημέρα Αγίου Πορφυρίου του Καυσοκαλυβίτου. Τώρα τις αισθήσεις μου τις οδηγεί ο ταπεινός σκυφτός Γέροντας. Άλλος ένας ταπεινός Γίγαντας που θα πρόσθετε και ο Κυρ-Φώτης στην γνωστή χορεία των ηρώων του… Ορμή κυμάτων ξανά.

Των Καυσοκαλυβίων ο αρσανάς δεν φαίνεται απ τα θεριασμένα βουνά τους, που τον σκεπάζουν ολότελα. Απ το κοιμητήρι που οι λιγοστοί μοναχοί με τα μουσκεμένα κουκούλια και τα ράσα αποθέτουν στη γη το Αγιασμένο και πολυβασανισμένο σκήνωμα, δεν ξεχωρίζεις τίποτα! Σταγόνες χοντρές παγώνουν πιότερο τα πρόσωπα και σμίγονται με την αλμύρα των ματιών που ασταμάτητα κυλά. Μια ομίχλη σαν σύννεφο μπροστά σου περιμένει τον ταξιδευτή της.
Το χώμα που σκάφτηκε, μυρίπνοο κι αυτό ετοιμάζεται να μπλεχτεί με το μυρωμένο απ του Παναγίου Τάφου τα αρώματα σώμα του Πορφυρίου. Ίνα ώσι έν! Ίνα ώσι έν! Αντίλαλος στων Κυσοκαλυβίων τα βραχόσπαρτα μονοπάτια! Σκέπασε η γη τον Άγιο. Ταξίδεψε το σύννεφο!

Γαλήνεψε ο καιρός και φάνηκε το γαλάζιο του Θεού. Έμεινε παντοτινή η ευωδία και ο Ουρανός υποδέχθηκε το αλητόπαιδο του Χριστού! Είκοσι χρόνια κύλησαν από εκείνο τον χειμώνα. Αγρύπνια στη χάρη του. Ασπασμός στο λουλουδοστόλιστο εικόνισμά του. Το φρέσκο ξύλο σιγά- σιγά ρουφά τα χρώματα των χαρισμάτων του. Και εμείς τις μνήμες όσων τον είδαν και τον άκουσαν. Όσων ψηλάφισαν την Αγιότητά του. Ακούμε ξανά την φωνούλα του να ψέλνει τον Ικετήριο κανόνα του Ιησού, φιλάμε τα χεράκια του, αυτά που ακόμα άφθορα σώζονται, εκεί δίπλα στην αυτοσχέδια ξυλόσομπά του στα Καλίσια, στον Αη Γεράσιμο, στο ευωδιαστό παράπηγμά του στο Μήλεσι εκεί που θέτει ακόμα νου και μπολιάζει με ελπίδα. Φίλος σας ο Χριστός βρε, αδελφός και Πατέρας! Δεν βαστά την κόλαση στο χέρι!

Ένα απολυτίκιο ψέλνω, βγαλμένο γι αυτόν απ την ακάθαρτη ψυχή μου την μέρα που τ όνομά του γράφτηκε σιμά στον Θεηγόρο Προφήτη Αββακούμ.
Τι ανταποδώσωμεν τω Κυρίω για αυτόν που τόσο Τον εμεγάλυνε;
Τον θαυμάσιον μύστην Χριστού υμνήσωμεν, Μηλεσίου το κλέος και των Γερόντων φωνή, την βοήθειαν ημών και διόρασιν˙Τον αναπαύσαντα σοφώς τας ψυχάς των ασθενών, του πνεύματος συνεργεία. Πορφύριον Καυσοκαλυβίτην, επικαλέσωμεν άπαντες.

Ανοίγεις τα χέρια σου στο Χριστό (Ένας τρόπος πνευματικής ζωής)-Συνομιλώντας με τον Όσιο Πορφύριο.

Συντομογραφίες:
Γ.Π.: Γέροντας Πορφύριος
Ε. : Επισκέπτης
Υ. : Υποτακτικός
– Γ.Π.: Η ζωή η πνευματική διέπεται από τρόπους. Καλά τα λέω; Ε, τάδε;
–Υ.: Όχι ακριβώς, αλλά θέλει τρόπους.

– Γ.Π.: Δηλαδή χρειάζονται τρόποι. Δηλαδή να! Σου έρχεται αυτό, ας πούμε (δηλ. ένας πειρασμός), τι πρέπει να κάνεις; Θα καθίσεις να σε βουτήξει, να σε σφίξει;
Χρειάζεται ένας τρόπος. Αλλά αυτόν τον τρόπο δεν μπορεί να τον έχω και εγώ και εσύ κι’ ο άλλος, κι’ ο άλλος. Είναι πάρα πολλοί τρόποι και κάθε ένας ευχαριστείται η κατορθώνει να κάνει ένα τρόπο, για να διώχνει το αντίθετο, τας ενοχλήσεις του αντιθέτου πνεύματος.
 Μέσα σε όλους τους τρόπους είναι και ένας τρόπος που λέγεται περιφρόνησις. Δηλαδή βλέπεις ότι έρχεται κάποιος, δηλαδή ο εχθρός, ο αντίθετος, το αντίθετο πνεύμα, έρχεται να σε βουτήξει κι εσύ κάνεις έτσι… Δεν το κοιτάζεις, δεν τρομοκρατείσαι, δεν σφίγγεσαι, δεν κάνεις έτσι να το βγάνεις από μέσα σου, αλλά κάνεις… ανοίγεις. Κάνεις έτσι… δηλαδή, πώς να πούμε; ενώ έρχεται το αντίθετο, εσύ ανοίγεις τας αγκάλας σου, ανοίγεις τα χέρια σου στο Χριστό. Ε! πως,ας πούμε, το παιδάκι, που βλέπει κάποιο θηρίο, κάποιο σκύλο, κάποιο άγριο να έρχεται: ουά μπαμπά! και τρέχει και αγκαλιάζει το μπαμπά του, και όταν τον πλησιάζει δεν φοβείται. Ε! λοιπόν αυτό είναι ένας τρόπος. Αλλά αυτός ο τρόπος που φαίνεται τόσο εύκολος (θέλει προσοχή). Δηλαδή αισθάνεσαι ότι έρχεται να σε καταλάβει, ε, λες τι πρέπει να γίνει; Μου είπε ο γέροντας να τον περιφρονώ τον λογισμό αυτόν. Ε…. πας να τον περιφρονήσεις. Όταν το καταλάβει εκείνος, αμέσως σε βουτάει, σε σφίγγει, σε καθηλώνει και… κάνεις εκείνο που θέλει αυτός, όχι αυτό που θέλεις εσύ… Με καταλάβατε; Τότε; «Ταλαίπωρος εγώ άνθρωπος». Τι πρέπει να κάνω; Το μυστικό είναι πώς μπορούμε, (να είμαστε όμως, πρέπει να είμαστε κι άξιοι), πώς μπορούμε, με τη θεία χάρη, να κάνουμε αυτό το άνοιγμα, οπότε και «εζήτησα αυτόν και ουχ ευρέθη ο τόπος αυτού». Μωρέ αυτό, τάδε, άμα τ’ ακούσεις καμμιά φορά να το ιδούμε που είναι, να δούμε και την εξήγησή του. Α, δεν μπορείς να το βρεις;
–Υ.: Μπορώ.
– Γ.Π: Άντε βρες το.
(Στο σημείο αυτό ο κρατών το μαγνητόφωνο απομακρύνεται για να βρει το χωρίο που ζήτησε ο Γέροντας και η ηχογράφησις διακόπτεται. Όταν επανήλθε ο Γέροντας μιλούσε για την μοναχική άσκηση. Έλεγε:)

– Γ.Π: Για να σταθείς εδώ, πρέπει να υπάρχει αγρυπνία, σωματική εργασία. Το ξέρετε; Αυτό (δεν κατορθώνεται όταν) δεν υπάρχει πολλή εργασία. Αυτά δεν έχει… (δεν πετυχαίνονται χωρίς ενθουσιασμό). Οπότε άμα γύρεις λίγο προς τα πίσω, κατά πίσω, γκούπ, κοιμάσαι κιόλας, πάν’ και τα ψαλτήρια, πάν’ και οι κανόνες.

– Ε.: Ε, πάει και η λειτουργία
– Γ.Π: Πάει κι η λειτουργία. Και είναι μια μεγάλη παγίδα του σατανά για τους ανθρώπους που λατρεύουν το Θεό. Τους φέρνει σε μια τέτοια κατάσταση και τα χάνουν όλα και το λένε: «δεν μπορώ στην εκκλησία, αποκοιμώμαι, δεν μπορώ». Είναι ένα είδος χαυνότητος, που ο άνθρωπος πράγματι τα χάνει. Αλλά είναι πειρασμική ενέργεια, παιδιά. Μεγάληπειρασμικήενέργεια! Λοιπόν…
Και ο λογισμός ο αντίθετος, όταν δεις το αντίθετο πνεύμα να έρχεται να σε εμποδίσει από την πνευματική αυτή εργασία, που κάνεις, ε… πρέπει να στρέψεις, όπως είπαμε, έτσι…

– Ε.:Άνοιγμα
– Γ.Π: Ε! Ν’ ανοίξεις, ν’ ανοίξεις.
Αυτό είναι που λέμε η φόρμα. Αν δεν κατορθώσεις, αν δεν κατορθώσεις αμέσως να γίνει αυτό το πράγμα… σε βούτηξε. Και εφόσον θα προσπαθείς να το διώξεις, αυτό θα σ’ έχει συλλάβει έτσι… και θα σ’ έχει εκεί. Εδώ θα πάς. Ταλαίπωρος εγώ άνθρωπος! Το’ χετε ακούσει αυτό, ε; Βοηθήστε με όμως. Το ηύρες, τάδε;
– Υ.: Μάλιστα «Είδον αυτόν υπερυψούμενον υπέρ τας κέδρους του λιβάνου»
– Γ.Π.: Τι είναι αυτό πάλαι…;
– Υ.: Γέροντα, εδώ λέει : «Και έτι ολίγον κι ου μη υπάρξει ο αμαρτωλός. Και ζητήσεις τον τόπον αυτού και ου μη ευρείς». Αυτό εννοείτε;
– Γ.Π.: Δεν… δεν… και εζήτησε αυτόν και ουχ ευρέθη ο τόπος αυτού. Τα μπερδεύω κιόλας. Μου ήρθε αυτό, το είπα. Εν πάση περιπτώσει και αυτό πάει λίγο. Ενώ έχω διάφορα. Πώς το λέει… για πέστο…
– Υ.:Και έτι ολίγον και ου μη υπάρξει ο αμαρτωλός. Και ζητήσεις τον τόπον αυτού και ου μη ευρείς. Δεν θάναι αυτό.
– Γ.Π.: Αυτό. Δεν πάει αυτό;
– Ε.:Μπορεί… κι αυτό;
– Γ.Π.: Ναι αλλά εγώ το ήξερα έτσι πιο ζωηρά.
– Υ.: Είναι σε άλλο μέρος αυτό;
– Γ.Π.: Ε, βρες το. Και εζήτησα αυτόν και ουχ ευρέθη ο τόπος αυτού. (Ψαλμ. 36,36)
– Υ.:Υπερυψώθη υπέρ τας κέδρους του Λιβάνου, λέει αυτό.

– Γ.Π.: Και εζήτησα αυτόν και ουχ, βρε παιδιά μου. Και εζήτησα αυτόν και ουχ ευρέθη ο τόπος. Εν πάση περιπτώσει είναι ένα μυστικό. Δηλαδή αισθάνεσαι ότι θα έρθει αυτό και κάνεις έτσι… αμέσως. Πρέπει να προλάβεις να κάνεις έτσι. Να! Να σάς πω ένα δικό μου. Μιά μέρα, (έχω εδώ ένανε ο οποιος δεν μου κάνει υπακοή καθόλου) λοιπόν και μια μέρα τουλέω: Άκουσε, παιδί μου, να κάνεις αυτό.Λέει: Όχι, δεν μπορώ να το κάνω αυτό. Του λέω: Σε παρακαλώ, κάντο προς χάριν μου. (Ήτανε κάποια ανάγκη να μου κάνει, καταλάβατε;) Και εκεί λοιπόν που του έλεγα, αυτός, μου λέει: Αυτό δεν το επιτρέπει η επιστήμη, δεν είναι έτσι που το λέεις, δεν μπορώ εγώ να το κάνω. Η επιστήμη το λέει έτσι. Του λέω: ρε παιδί μου, την επιστήμη θα κοιτάξουμε τώρα; Κάνε μια υπακοή σε μένα. «-Όχι, δεν μπορώ.» Εκείνη τη στιγμή λοιπόν πάει ενικήθηκα και μου ήρθε ν’ αγανακτήσω. Αλλά εκεί, εκεί που πήγε να με κάνει έτσι για να αγανακτήσω, έκανα έτσι: «Θεέ μου, συγχώρεσέ με και δός φώτιση στον άνθρωπό σου, στην ψυχή που την κατέχει ο πειρασμός. Άρχισα να προσεύχομαι και να συγκινούμαι! Δηλαδή το μυστικό είναι… εκεί που ήταν να ξεσπάσει έτσι, το πρόλαβα και δεν οργίστηκα. Είναι δική μου αυτή, η… αυτή θέλω να πω, η πείρα. Πώς να το πω… κακό είναι που το λέω;

– Ε.:Ο τρόπος.
– Γ.Π.: Ο τρόπος. Κακό είναι που το λέω; τι είναι αυτά που λέει. Δεν είναι σωστά. Σωστά είναι, για δεν είναι σωστά; Μπορεί να το πει κανείς ότι πήγα να πάθω αυτό και με τη χάρη τού Κυρίου το γλύτωσα και τόκανα έτσι; Το μετέτρεψα με τη χάρη τού Θεού; Είναι αμαρτία;
– Υ.:Εφόσον είναι προς διδασκαλίαν, Γέροντα, και προς σωτηρίαν γιατί να είναι αμαρτία; Εκ της πείρας δεν ωμιλούν οι πατέρες;
– Γ.Π.: Εγώ να σάς πω, ασχολούμενος με την υπακοή έχω στερηθεί από διαβάσματα. Μόνο μέσ’ στην Εκκλησία. Εκείνα. Δεν έχω διαβάσει. Τους συναξαριστάς του Δουκάκη μου είχανε πάρει και διάβαζα εκεί οι Γέροντες μου. Αλλά θέλω να σας πω ότι, έ, δεν ήξερα πατέρες, ότι ο Άγιος Χρυσόστομος έχει τόσα συγγράμματα, ο Άγιος Βασίλειος, ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, με ακούτε;
– Ε.:Μάλιστα

– Γ.Π.: Και τώρα έμαθα ότι έχουν βγει τα συγγράμματα κι ότι υπάρχουν. Τότε που; στα ασκητήρια των Καυσοκαλυβίων τι είχαμε; Είχαμε αυτά τα… τους βίους των Αγίων, τους Συναξαριστάς του Δουκάκη, κάτι, ε, τέτοια πράγματα, ερμηνείες ας πούμε.
Και ιδίως εκεί είχαμε τον Ευεργετινό, το Λαυσαϊκό, τα Γεροντικά και κάτι τέτοια. Λοιπόν και τώρα να μη μου φύγει αυτό που θέλω να πω. Μου ‘φυγε.
– Υ.:Είπατε ότι τώρα μάθατε ότι οι πατέρες εξεδόθησαν.
– Γ.Π.: Α! ναι. Λοιπόν και τώρα εγώ είμαι και τυφλός. Και ούτε και μπορώ να διαβάσω. Λοιπόν και από τη λαχτάρα που είχα, παράγγειλα έτσι κι ένας καλός χριστιανός μάλλον εκεί μου έφερε τους πατέρας. Κι’ έφτιαξα μια βιβλιοθήκη και τους βάλαμε εκεί πέρα. Τα συγγράμματα των πατέρων, Χρυσοστόμου, Βασιλείου, Γρηγορίου Θεολόγου, Γρηγορίου, ξεύρω κι’ εγώ, εκεί είναι. Πόσα είναι, ρε τάδε…
– Υ.:Καμμιά εκατοστή τόμοι που έχουν εκδοθεί τώρα.

– Γ.Π.: Ε, λοιπόν ακούτε. Και τα έβαλα εκεί και χαίρομαι έτσι να λέω ότι έχω εδώ τους πατέρας και ικανοποιούμαι ψυχικά χωρίς να ξέρω τι λένε. Κεκρυμμένοι θησαυροί. Αλλά, ε, έβαλα όμως και να μου διαβάσουνε, και παίρνει ένα βιβλίο του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, τώρα τα Χριστούγεννα, των Θεοφανείων, λοιπόν, και μου διαβάσανε (δεν αντέχω και πολύ στο διάβασμα ν’ ακούω, το μυαλό μου κουράζεται, διότι δεν στέλνει η καρδιά μου αίμα επάνω να… πάρει δύναμη το μυαλό. Πως να σας το πω: οξυγόνο, πως το λένε). Και θέλω να σας πω, παιδιά, ένα πολύ σπουδαίο. Τους έβαλα και μου διαβάσανε κι εκεί σε ένα σημείο έλεγε ότι… «Θα με ακούσετε», έλεγε μέσα ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, «θα με ακούσετε, αδελφοί μου, εγώ σας μιλάω με το πνεύμα του Θεού αυτή τη στιγμή. Το πνεύμα του Θεού με φωτίζει και θα σας πω αυτά που θα σας πω τώρα». Λοιπόν κι όταν το άκουσα: Πω, πω! λέω, πως τα λέει! Με τι εγωισμό! Και όταν λοιπόν άνοιξα λίγο έτσι και συνέχισα και παρακάτω είπε κάτι άλλο, τότε αισθάνθηκα τι μεγάλη ταπείνωση που είχε ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, πολύ μεγάλη ταπείνωση! Διαβάστε, παιδιά, πάρτε το βιβλίο του κι ιδέστε που λέει αυτό το πράγμα και θα ιδείτε τι ταπείνωση που έχει αυτός. Και όμως στην έκφρασή του παρουσιάζεται με ένα εγωισμό τάχα, που δεν είναι καθόλου εγωισμός. Είναι μια απλότητα και μια μεγάλη ταπείνωση κι αγιωσύνη που έχει και τα λέει με τόσο, έτσι, απλό τρόπο. Και μου έκανε μεγάλη εντύπωση αυτό το πράγμα. Τάδε, τόχεις διαβάσει;

– Υ.:Όχι, Γέροντα
– Γ.Π.: Βέβαια, στον Άγιο Γρηγόριο το Θεολόγο. Τώρα τις καλές μέρες ήτανε ή στα Θεοφάνεια ή στο Πάσχα, δεν θυμάμαι. Τόχετε ακούσει;
– Ε.:Όχι.
– Γ.Π.: Ναι αλλά κείνο το μυστήριο, κείνο μου ‘κανε εντύπωση. Τώρα που τα λέμε εδώ το θυμήθηκα. Αυτά που ανοίξαμε, ναι, θέλουνε πολλή συζήτηση. Άλλη φορά. Θα έρθω επάνω. Τώρα το καλοκαίρι είναι καλά, αλλά το χειμώνα εκεί πέρα πρέπει να έχω σόμπα.
– Ε.:Ο,τι θέλετε, Γέροντα.

– Γ.Π.: Λοιπόν έτσι χάρηκα πολύ που ήρθατε κι αισθάνθηκα έτσι τού μοναστηριού σας τη χάρη και την αγάπη σας και τας ταπεινάς μου ευχάς στον γέροντα, ευχαριστώ πάρα πολύ και πηγαίνετε, έτσι, στην ευλογία τού Θεού και στο διακόνημά σας, να προλάβετε οι άνθρωποι να προσκυνήσουν, να πάρουν δύναμη από τον Τίμιο Σταυρό. Η χάρις τού Τιμίου και Ζωοποιού Σταυρού, η αήττητος και ακατάλυτος και θεία δύναμις τού Τιμίου και Ζωοποιού Σταυρού μη εγκαταλείπης ημάς τους αμαρτωλούς. Και άμα κι’ αυτό που σας είπα, αν θέλετε να το φυλάξετε. Μεγάλη υπόθεσις είναι. Δηλαδή να τρέχετε στην ακολουθία και ν’ ακούτε τα μεγαλεία που είναι μέσα στους κανόνας των μεγάλων Ποιητών, που έχουν φτιάξει τους κανόνας των Αγίων, των μαρτύρων, των οσίων, των προφητών. Ακούστε τους κανόνας να δείτε τι ωραία πράγματα που λέγουν. Πού να φτάσει η Κλίμακα κι όλα τάλλα πατερικά! Εκεί μέσα είναι θησαυροί βάθους και σοφίας και γνώσεως Θεού. Το παραδέχεσθε;

– Ε.:Ναι, Γέροντα, ναι.
– Γ.Π.: Ε, πάρτε διαβάστε κανόνες, έτσι μόνοι σας. Πάρτε εκεί κανόνες και διαβάστε να δείτε τι ωραία πράγματα! Ε, να! Πού αλλού, εσείς, η ψυχή σας, θα ευφρανθεί; Μέσα σ’ αυτά τα μεγαλεία τού Θεού. Κι όταν τα διαβάζετε, σιγά – σιγά θα έρθει η χάρις κι όταν έρθει η χάρις, τότε σαν τον απόστολο Παύλο που έλεγε ταλαίπωρος εγώ άνθρωπος, αλλά όταν ήρθε η χάρις, πάνε όλα Πρωτύτερα ήτανε… δεν μπορούσε να κάνει το καλό, ήτανε ανίκανη η ψυχή του να κάνει το καλό. Πήγαινε να κάνει το καλό κι όμως έκανε το κακό. Ουχ ο θέλω καλό, τούτο ποιώ. Το θυμόσαστε; Ε, άλλα μετά όμως, έτσι όπως πήγαινε σιγά-σιγά ήρθε η χάρις, δεν ξέρω, θα πω μια λέξη: ενέσκηψε. Καλά το λέω, τάδε;
– Υ.:Καλά το λέτε.

– Γ.Π.: Ενέσκηψε η χάρις τού Θεού μέσα στις ψυχές των, μέσα στην ψυχή του. Του ενέσκηψε η Χάρις, ο Χριστός. Και τότε άρχισε να φωνάζει με ενθουσιασμό: «ζω δε ουκέτι εγώ, ζει δε εν εμοί Χριστός. Εμοί δε το ζειν Χριστός». Πάει. Εμπήκε μέσα στην επίγεια εκκλησία, την άκτιστη επίγεια εκκλησία πλέον και δεν υπήρχε γι’ αυτόν ούτε θάνατος ούτε τίποτα. Είχε ενωθεί με τον Χριστό και τότε εφώναζε με μεγάλη χαρά γι’ αυτό το πράγμα που του έδωσε ο Θεός. Το φώναζε, όπου κι αν πήγαινε, το φώναζε: «Παιδιά, θα σάς πω. Πρωτύτερα εταλάνιζα τον εαυτό μου, δεν μπορούσα, ήθελα να κάνω το καλό κι όμως έκανα το κακό. Ήμουν ανίκανος να πράξω το καλό, δεν μπορούσα. Τώρα όμως, παιδιά μου, το αντίθετο έγινε. Είμαι ανίκανος, κατέστην ανίκανος να κάνω το κακό. Δεν μπορώ να το κάνω. Δεν μπορώ να κάνω το κακό τώρα. Ανίκανος. Πρωτύτερα να κάνω το καλό, ανίκανος τώρα να κάνω το κακό. Δεν μπορώ». Και πώς μπορούμε να το πούμε; Εμ, δεν πάει. Αντεστράφησαν οι όροι. Να, τότε ανίκανος να κάνει το καλό, τώρα με το Χριστό που ήρθε μέσα του κι έγινε ένθεος η ψυχή του πλέον, δεν μπορούσε. Δεν είναι να του πεις πάρε ένα δισεκατομμύριο άνθρωπε, υπόγραψε ότι αν είναι. Ναι, δεν πιάνει, δεν πάει, δεν μπορεί να το κάνει. Με καταλαβαίνετε; Δεν μπορεί να το σκεφτεί. Δεν, δεν μπορεί. Δεν μπορεί να το βαστήξει μέσα του αυτό το αντίθετο. Με καταλάβατε; Ε, δεν μπορούσε. Δηλ. θέλω να πούμε, που λέμε: δύσκολα. Δεν είναι δύσκολα, παιδιά, αυτά που λέει το ευαγγέλιο κι αυτά που θέλει ο Χριστός. Είναι όλα, όχι δύσκολα, ευκολώτατα όλα, όλα. «Ο γάρ ζυγός μου χρηστός». Πώς το λέει ένα άλλο; Λέει: Και αι εντολαί αυτού…

– Ε.:«βαρείαι ουκ εισίν».
– Γ.Π.: Τι, έτσι τα λένε αυτοί; Παραμύθια είναι; Ε, ε… δεν είναι βαρειά. Είναι όλα εύκολα, κι όλα χαρούμενα κι όλα… τι, δεν, δεν είδες κει πέρα που είπα εκείνο «Επιποθεί και εκλείπει η ψυχή μου εις τας αυλάς του Κυρίου». Λιώνει η ψυχή μου στην αγάπη σου Χριστέ μου. Κι ακούς εκεί πέρα κάτι λέξεις, ότι: Τιτρώσκομαι, τιτρώσκομαι της σης αγάπης εγώ. Δεν ξέρω αν τα λέω και καλά όμως. Γιατί δυστυχώς δε, δε… εκεί πέρα έμαθα και διαβάζω εγώ, στο Άγιο Όρος. Δεν ήξερα να διαβάσω. Ήξερα και συλλάβιζα μόνο, όταν πήγα. Είχα πάει πολύ μικρός.

– Ε.: Πόσο χρονών, Γέροντα;
– Γ.Π.: Ε, δώδεκα με δεκατρίο χρονού.
– Ε.: Και φύγατε πόσο χρονών;
– Γ.Π.: Ε, έφυγα έπειτα, να, είκοσι χρόνου. Αρρώστησα κι έφυγα απ’ αλλοιώς δεν έφευγα. Μάζευα σαλιγκάρια και άστα από εκεί την έπαθα. Τι ήθελα να πω… Αυτά ήτανε, παιδιά μου. Αυτό είναι να με αξιώσει ο Θεός να έρθω να μπω εκεί μέσα, να αισθανθώ έτσι αυτό το μεγαλείο. Όταν μπαίνετε μέσα ν’ ανοίγει η ψυχούλα σας έτσι στην αγάπη του Θεού. Δεν μπορείτε εκεί πέρα.

– Υ.:Γέροντα, μήπως κουραστείτε, μιλάτε μια ώρα…
– Γ.Π.: Ναι, θέλω να πω ότι εκεί δεν μπορείς, άμα μπεις μέσα κι έχεις επίγνωση κι έχεις αγάπη Θεού, δεν μπορείς. Εκεί άλλος γίνεσαι. Είναι έτσι. Σε καθηλώνουν εκεί. Ο αγιασμός σε καθηλώνει. Τόσες ψυχές αγιασμένες που προσηύχοντο κατά καιρούς. Στο καλό. Ναι, αλλά τι θα κάνετε εκεί πάνω στη θεία Μεταμόρφωση άμα πάτε; Ανοίχτε τα χεράκια σας και πέστε: να με συγχωρέσει ο Κύριος κι εμένα τον ταπεινό, εκεί μέσα που είναι τόσο αγιασμένος ο τόπος. Καλά δεν το λέω; Είναι πολύ αγιασμένο το Μοναστήρι σας. Όλα τα Μοναστήρια είναι αγιασμένα, αλλά δεν ξέρω, αυτό το αισθάνομαι πολύ. Έχει… Μιά φορά παλαιά ήτανε άνθρωπος καλός εκεί, που είχε μαζέψει ψυχές εκλεκτές, οι οποίες έχουνε πάει κει πάνω τώρα, στο κοιμητήρι. Αυτό είναι το μεγαλείο του Μοναστηριού.
– Ε.:Το όνομά του Γέροντα;
– Γ. Π.: Ε, δεν ξέρω να σου πω τώρα. Τι να το μάθετε; Έχετε ακούσει πώς ήτο κάποιος εκεί;
– Ε.:Γι’ αυτό ρωτάω.
– Ε.: Δεν έχουμε ακούσει.
– Γ.Π.: Δηλαδή έτσι, πως να πούμε, διαπρεπής άνθρωπος στην πνευματικότητα;
– Ε.:Ηγούμενος;
– Γ.Π.: Εμ, εκεί γέροντας ήταν, δεν ξέρω εγώ. Άντε στο καλό τώρα.
– Ε.: Λοιπόν την ευχή σας, ευχαριστούμε πάρα πολύ.
– Γ.Π.: Δεν μπορώ τώρα, συγχωράτε με.



ΕΚΔΟΣΙΣ ΙΕΡΟΥ ΓΥΝΑΙΚΕΙΟΥ ΗΣΥΧΑΣΤΗΡΙΟΥ Η ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΙΣ ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΟΣ

Αγία Μυρώπη

Η Αγία Μυρώπη (ή Μερόπη) ήταν από τις πιο γενναίες γυναίκες, που μαρτύρησαν στα πρώτα χρόνια της χριστιανικής Εκκλησίας. Έζησε στα μέσα του 3ου αιώνα μ.Χ. και γεννήθηκε στην πόλη Έφεσο. Έχασε νωρίς τον πατέρα της και ανατράφηκε στην πίστη του Χριστού από τη μητέρα της, που καταγόταν από τη Χίο (λέγεται μάλιστα ότι στην Έφεσο, η Αγία πήγαινε καθημερινά στον τάφο της Αγίας Ερμιόνης , θυγατέρας του αποστόλου Φιλίππου και έπαιρνε το αναβλύζον απ' αυτόν μύρο και τον έδινε με αφθονία στους πιστούς, γι' αυτό και ονομάστηκε Μυρώπη).

Όταν ο Δέκιος εξαπέλυσε άγριο διωγμό κατά των χριστιανών, η Μυρόπη με τη μητέρα της άφησε την Έφεσο και πήγαν στη Χίο, όπου ευεργετούσαν απόρους ασθενείς. Αλλά ο διωγμός εξαπλώθηκε και στην ειρηνική Χίο και μεταξύ των θυμάτων ήταν και ο Άγιος Ισίδωρος . Ο ειδωλολάτρης άρχοντας Νουμέριος, διέταξε να μείνει άταφο το σεπτό λείψανο του μάρτυρα. Αλλά η Μυρώπη, αφού διέφυγε της προσοχής του φύλακα, μαζί με τις υπηρέτριές της, πήρε το λείψανο και το έθαψε με μεγάλη ευλάβεια. Τότε ο Νουμέριος διέταξε να τιμωρηθεί αυστηρά ο φρουρός.

Η είδηση συντάραξε την φιλοδίκαια και ειλικρινή κόρη. Γι' αυτό και παρουσιάστηκε χωρίς δισταγμό και είπε όλη την αλήθεια στον άρχοντα. Ο Νουμέριος, χωρίς να συγκινηθεί από την ευψυχία της Μυρώπης, γεμάτος θυμό και εκδίκηση, διέταξε να τιμωρηθεί η Μυρώπη μέχρι θανάτου. Τότε οι στρατιώτες την ξάπλωσαν στη γη και την έδειραν σκληρά με χοντρά ραβδιά. Η ανδρεία της Μυρώπης υπέμεινε τις θανατηφόρες πληγές, χωρίς κραυγή και λιποψυχία.

Εύψυχη με τη θεία χάρη, έμεινε ακλόνητη στην πίστη. Και παρέδωσε μετά από λίγο το πνεύμα της στη φυλακή, ανεβαίνοντας στα αθάνατα σκηνώματα των δικαίων.




Ἀπολυτίκιον
Ήχος α`. Της ερήμου πολίτης.
Καλλιμάρτυς Μυρόπη, και Χριστού Νύμφη άφθορε, νυν Αυτώ παρεστώσα ως ωραία και πάγκαλος, ως λίθους φαιδρούς και διαυγείς, τα στίγματα φέρουσα σαρκός, και αιμάτων την πορφύραν ως βασιλίς περικειμένη ένδοξε, δυσώπει αυτόν υπέρ ημών, των εκ πόθου ευφημούντων σου, ύμνοις επινικίοις και ωδαίς την θείαν άθλησιν.

Κοντάκιον
Ήχος γ`. Η Παρθένος σήμερον.
Φερωνύμως άφθονα, ω Αθληφόρε Μυρόπη, μύρα βρύεις χάριτας, τας των θαυμάτων και νέμεις, άπασι τοις δεομένοις και εκζητούσι, πίστει τε και ευλαβεία προσερχομένοις, τη σορώ σου τη πανσέπτω, ήτις κατέχει Μάρτυς την κόνιν την σην.

Κάθισμα
Ήχος δ`. Επεφάνης σήμερον.
Αικισμών ταις στίγμασι, πεποικιλμένη, και βαφαίς αιμάτων σου, πεφοινιγμένη νοερώς, Χριστού εν δόξη παρίστασαι, τω θείω θρόνω, Μυρόπη αοίδιμε.

Ὁ Οἶκος
Ως νυμφευθείσα τω Χριστώ διά βίου καθαρότητι, και αθλήσεως λαμπρότητα, καλλιπάρθενε Μυρόπη αξιάγαστε, θαυμάτων χάριτας βρύεις φερωνύμως ως μύρα, και νέμεις πάσι τοις πίστει και πόθω, τη παντίμω σορώ σου προσιούσι` ανεκφοίτητος γαρ εν αυτή μένει η του Αγίου Πνεύματος χάρις, ως εν εαυτή κατεχούση, την ιεράν κόνιν την σην.


Το Απολυτίκιο ψάλλει ο αρχ. π. Νικόδημος Καβαρνός


Όσιος Πορφύριος ο Καυσοκαλυβίτης ο διορατικός και θαυματουργός

Ο όσιος Γέρων Πορφύριος, κατά κόσμον Ευάγγελος Μπαϊρακτάρης, γεννήθηκε στις 7 Φεβρουαρίου 1906 μ.Χ., στην Εύβοια, στο χωριό Άγιος Ιωάννης της επαρχίας Καρυστίας. Οι γονείς του, Λεωνίδας Μπαϊρακτάρης και Ελένη, το γένος Αντωνίου Λάμπρου, ήταν ευσεβείς και φιλόθεοι άνθρωποι. Ο πατέρας του, μάλιστα, ήταν ψάλτης στο χωριό και είχε γνωρίσει προσωπικά τον Άγιο Νεκτάριο. Η οικογένειά του ήταν πολυμελής και οι γονείς, φτωχοί γεωργοί, δυσκολεύονταν να τη συντηρήσουν. Γι’ αυτό ο πατέρας υποχρεώθηκε να φύγει στην Αμερική, όπου δούλεψε στην κατασκευή της διώρυγας του Παναμά.

Ο μικρός Ευάγγελος ήταν το τέταρτο παιδί της οικογένειας. Φύλαγε πρόβατα στο βουνό και είχε παρακολουθήσει μόνο την πρώτη τάξη του δημοτικού, όταν αναγκάστηκε και αυτός λόγω της μεγάλης φτώχειας να πάει στη Χαλκίδα για να δουλέψει. Ήταν μόλις επτά χρονών. Εργάστηκε δύο τρία χρόνια σ ἕνα κατάστημα. Μετά πήγε στον Πειραιά, όπου δούλεψε δύο χρόνια στο παντοπωλείο ενός συγγενούς.

Στα δώδεκά του χρόνια έφυγε κρυφά για το Άγιον Όρος, με τον πόθο να μιμηθεί τον Άγιο Ιωάννη τον Καλυβίτη, τον οποίο είχε ιδιαίτερα αγαπήσει, όταν παλαιότερα είχε διαβάσει το βίο του. Η χάρις του Θεού τον οδήγησε στην καλύβη του Αγίου Γεωργίου Καυσοκαλυβίων και στην υποταγή δύο Γερόντων, του Παντελεήμονος, ο οποίος ήταν και πνευματικός, και του Ιωαννικίου, αδελφών κατά σάρκα. Αφοσιώθηκε στους δύο Γέροντες, που κατά κοινή ομολογία ήταν ιδιαίτερα αυστηροί, με μεγάλη αγάπη και με πνεύμα απόλυτης υπακοής.

Έγινε μοναχός σε ηλικία δεκατεσσάρων ετών και πήρε το όνομα Νικήτας. Μετά από δύο χρόνια έγινε μεγαλόσχημος. Λίγο αργότερα ο Θεός του δώρισε το διορατικό χάρισμα.

Στα δεκαεννέα του χρόνια ο Γέροντας αρρώστησε πολύ σοβαρά, γεγονός που τον ανάγκασε να εγκαταλείψει οριστικά το Άγιον Όρος. Επέστρεψε τότε στην Εύβοια, όπου εγκαταβίωσε στη Μονή του Αγίου Χαραλάμπους Λευκών. Ένα χρόνο αργότερα, το έτος 1926 μ.Χ., σε ηλικία είκοσι ετών, χειροτονήθηκε ιερέας στον Άγιο Χαράλαμπο Κύμης από τον Πορφύριο Γ’ , Αρχιεπίσκοπο Σινά, ο οποίος του έδωσε το όνομα Πορφύριος. Στα είκοσι δύο του έγινε πνευματικός-εξομολόγος και λίγο αργότερα αρχιμανδρίτης. Για ένα διάστημα εργάστηκε ως εφημέριος στους Τσακαίους, χωριό της Εύβοιας.

Στην Εύβοια, στην Ιερά Μονή Αγίου Χαραλάμπους, έζησε δώδεκα χρόνια, διακονώντας τους ανθρώπους ως πνευματικός και εξολόγος, και τρία χρόνια στην Άνω Βάθεια, στην εγκαταλελειμμένη Μονή του Αγίου Νικολάου.

Το 1940 μ.Χ., παραμονές του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, ο Γέροντας Πορφύριος εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, όπου ανέλαβε καθήκοντα εφημερίου και πνευματικού στην Πολυκλινική Αθηνών. Όπως ο ίδιος έλεγε, έζησε εκεί τριάντα τρία χρόνια σαν μία μέρα, ασκώντας ακαταπόνητα το πνευματικό έργο και ανακουφίζοντας τον πόνο και την ασθένεια των ανθρώπων.

Από το 1955 μ.Χ. είχε εγκατασταθεί στα Καλλίσια, όπου είχε μισθώσει από την Ιερά Μονή Πεντέλης το εκεί ευρισκόμενο μονύδριο του Αγίου Νικολάου με την αγροτική περιοχή που το περιέβαλλε, την οποία καλλιεργούσε με μεγάλη επιμέλεια. Εδώ, παράλληλα εξασκούσε το πλούσιο πνευματικό του έργο.

Το καλοκαίρι του 1979 μ.Χ., εγκαταστάθηκε στο Μήλεσι με το όνειρο να χτίσει μοναστήρι. Εκεί ζούσε στην αρχή σε ένα τροχόσπιτο κάτω από ιδιαίτερα αντίξοες συνθήκες και μετά σε ένα απέριττο κελλάκι από τσιμεντόλιθους, όπου και υπέμενε αγόγγυστα τις πολλές δοκιμασίες της υγείας του. Το 1984 μ.Χ. μεταφέρθηκε σε κτίσμα του υπό ανέγερση μοναστηριού, για την ολοκλήρωση του οποίου ο Γέροντας, παρόλο που ήταν πολύ άρρωστος και τυφλός, εργαζόταν ακατάπαυστα και ακαταπόνητα. Με τη θεμελίωση του Καθολικού της Μονής Μεταμορφώσεως, στις 26 Φεβρουαρίου 1990 μ.Χ., αξιώθηκε να δει το όνειρό του να γίνεται πραγματικότητα.

Τα τελευταία χρόνια της επίγειας ζωής του άρχισε να προετοιμάζεται για την κοίμησή του. Επιθυμούσε να αποσυρθεί στο Άγιον Όρος, στα αγαπημένα του Καυσοκαλύβια, όπου μυστικά και αθόρυβα, όπως έζησε, θα έδιδε την ψυχή του στο Νυμφίο της. Πολλές φορές τον άκουσαν να λέει: «Επιδιώκω και τώρα που εγήρασα να πάω και να πεθάνω εκεί πάνω».

Πράγματι, τον Ιούνιο του 1991 μ.Χ., προαισθανόμενος το τέλος του, και μη θέλοντας να κηδευθεί με τιμές, αναχώρησε για το καλύβι του Αγίου Γεωργίου στα Καυσοκαλύβια του Αγίου Όρους, όπου είχε καρεί μοναχός πριν από περίπου 70 χρόνια και στις 4:31΄ το πρωί της 2ας Δεκεμβρίου 1991 μ.Χ. παρέδωσε το πνεύμα στον Κύριο, που τόσο αγάπησε στη ζωή του.

Τα τελευταία λόγια που ακούστηκαν από το στόμα του ήταν από την αρχιερατική προσευχή του Κυρίου, αυτά που τόσο αγαπούσε και πολύ συχνά επαναλάμβανε: «ἵνα ὦσιν ἓν».

Στην αγιοκατάταξη του Γέροντος Πορφυρίου προχώρησε η Αγία και Ιερά Σύνοδος του Οικουμενικού Πατριαρχείου, κατά την συνεδρίαση της 27ης Νοεμβρίου 2013 μ.Χ., υπό τον Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο.

Τα κύρια χαρακτηριστικά του
Τα κύρια χαρακτηριστικά του Γέροντος Πορφυρίου σε όλη τη ζωή του ήταν η άκρα ταπείνωσή του, η τέλεια αγάπη του στον Χριστό και τον συνάνθρωπο, η αίσθηση του ότι ανήκει στην Εκκλησία, με μία απόλυτη υπακοή σ΄ αυτήν εν Χριστώ και με μία απόλυτη ενότητα με όλους και η βίωση της αθανασίας και της ελευθερίας από τον φόβο και την κόλαση από αυτή εδώ τη ζωή. Σ΄ αυτά πρέπει να προστεθούν η αγόγγυστη υπομονή του στους αφόρητους πόνους, η σοφή διάκρισή του, η ασύλληπτη διόρασή του, η απέραντη φιλομάθειά του, η εκπληκτική ευρύτητα των γνώσεων του που ήταν καρπός της Χάρης και δώρο Θεού και όχι αποτέλεσμα σπουδής, η ανεξάντλητη φιλοπονία και εργατικότητα του, η αδιάλειπτη ταπεινή και για τον λόγο αυτόν αποτελεσματική προσευχή του, το ακραιφνώς ορθόδοξο, αλλά όχι φανατικό φρόνημά του, οι επιτυχείς συμβουλές του, η πολυμέρεια των διδαχών του, η βαθύτατη ευλάβειά του, το ιεροπρεπέστατο των ακολουθιών που τελούσε, και η μεγάλη φροντίδα του να κρατηθεί μυστική η εκτεταμένη προσφορά του.

Τα ουσιώδη
Προσπαθώντας να εμβαθύνουμε στα ουσιώδη στοιχεία που συγκροτούσαν την προσωπικότητα του Γέροντος Πορφυρίου καταλήξαμε στο συμπέρασμα ότι αυτά ήταν: πρώτον, η ένταξή του στην Εκκλησία κατά έναν ουσιαστικό και όχι τυπικό τρόπο, δεύτερον, η απέραντη αγάπη του στον Χριστό και δι΄ Αυτού στον συνάνθρωπο, που συνοδευόταν από αγία ταπείνωση, τρίτον, η βίωση της εν Χριστώ μυστικής χαράς και τέταρτον η βίωση της εν Χριστώ αθανασίας.

α) Η ένταξη στην Εκκλησία
Ο Γέρων Πορφύριος έλεγε μαζί με όλους τους Αγίους ότι ο Χριστός πρέπει να είναι μέσα στην Εκκλησία. Αυτό σημαίνει ενωμένος με τον Χριστό και με όλους τους ανθρώπους του Χριστού και προπαντός με τον αρχιερέα Του, που επέχει τόπο και τύπο Χριστού. Αλλά αυτό, το να είναι κανείς μέσα στην Εκκλησία δεν είναι κάτι τυπικό. Αυτό άλλωστε πρέπει να σημαίνει η διαθήκη του, στην όποια μας εύχεται να μπούμε στην επίγεια άκτιστη Εκκλησία του Θεού, παρ΄ όλον που επιφανειακά σκεπτόμενοι θα του απαντούσαμε ότι είμαστε ήδη στην Εκκλησία, αφού είμαστε βαπτισμένοι.

Πράγματι είμεθα μέσα στην Εκκλησία, αλλά τόσο μόνο όσο είναι μέσα στην Ελλάδα ο ξένος ταξιδιώτης που πέρασε τα σύνορα της κατά ένα-δύο βήματα. Αυτός, αν και είναι στην Ελλάδα τυπικά και ουσιαστικά και μπορεί να ταξιδέψει παντού σ΄ αυτήν και να τη γνωρίσει όλη, όμως είναι σαν να μην είναι, αφού μόνο δυο βήματα πέρασε στο έδαφός της και τίποτε δεν ξέρει ακόμη από Ελλάδα. Έτσι και ο Χριστιανός που μια φορά πέρασε την πόρτα της Εκκλησίας και μπήκε μέσα σ΄ αυτήν, είναι ουσιαστικά σαν να μην μπήκε, άμα δεν προχωράει διαρκώς βαθύτατα σ΄ αυτήν μέχρι να φθάσει στον θρόνο του Θεού.

Ο Γέροντας είχε δει στην πράξη ότι η Χάρη του Θεού ενεργεί μέσα στην Εκκλησία, ότι οι πιστοί πρέπει να είναι μεταξύ τους ενωμένοι σαν ένα σώμα, το σώμα του Χριστού, ότι κανείς δεν μπορεί να σωθεί όταν ζητά μόνο την ατομική του σωτηρία, ότι η ενότητα ως αίτημα, πόθος και βίωμα του πιστού είναι βασικό στοιχείο της Εκκλησίας και προϋπόθεση της σωτηρίας και ότι η αγάπη, που ωθεί την ψυχή στην ενότητα, είναι απαραίτητη, για να μπει κανείς στην κοινότητα που συνιστά την επίγεια άκτιστη Εκκλησία και να σωθεί εκεί.

β) Η αγάπη
Η κινητήρια δύναμη για τη δημιουργία συμμέτοχων στην ύπαρξη και στη χαρά, για τη μετάδοση της ζωής, είναι η αγάπη. Αυτός που σκέπτεται ότι ο νέος άνθρωπος θα του στερήσει κάτι από την άνεσή του και τη χαρά του δεν σκέπτεται όπως ο Θεός, ο οποίος δημιούργησε το ανθρώπινο Γένος, παρ΄ όλον ότι αυτό Τον παρεπίκρανε (ανθρωποπαθώς μιλώντας). Η μόνη διάθεση, λοιπόν, που αρμόζει σε ανθρώπους πλασμένους εικόνα και καθ΄ ομοίωσιν Θεού, είναι η αγάπη, δηλαδή το άνοιγμα της καρδιάς στο άλλο πρόσωπο, στο Σύ του Θεού και στο σύ του συνανθρώπου.

Υπάρχουν πολλοί τρόποι με τους όποιους προσπαθεί η Εκκλησία να πείσει τους ανθρώπους να βαδίσουν στον σωστό δρόμο. Όμως ο βασιλικός δρόμος της ευαίσθητης, ποιητικής και ευγενικής ψυχής που σου υπεδείκνυε ο Γέρων Πορφύριος είναι ο δρόμος της αγάπης, του θείου έρωτα προς τον Ιησού Χριστό και η ανιδιοτέλεια, δηλαδή η αδιαφορία για το αν η αγάπη σου στον Χριστό συνεπάγεται χαρές ή οδύνες. Είναι δρόμος γεμάτος αρχοντιά και ανωτερότητα, χωρίς μιζέριες, υπολογισμούς και φόβους, λεβέντικος και άξιος του θείου μεγαλείου και της απόλυτης εμπιστοσύνης στη φιλική διάθεση του Χρίστου που μας αγαπά.

Αυτό συνεπάγεται και μία ωραία μεθόδευση του πνευματικού αγώνα του χριστιανού, την οποία συχνά-πυκνά και με πολλά παραδείγματα ανέπτυσσε. Ας θυμηθούμε μερικά:

- Όταν είσαι σ΄ ένα κατασκότεινο δωμάτιο, μη χτυπάς το σκοτάδι για να το διώξεις. Δεν φεύγει έτσι. Άνοιξε το παράθυρο στο φως, δηλαδή δώσου στην αγάπη του Χριστού και τότε χωρίς κόπο φεύγει το σκοτάδι.
- Όταν έρχεται ο κακός λογισμός, η μελαγχολική σκέψη, ο φόβος, ο πειρασμός να σε καταλάβει, μην πολεμάς μαζί τους να τα διώξεις. Άνοιξε τα χέρια σου στην αγάπη του Χριστού και σε παίρνει στην αγκαλιά του και χάνονται αυτά μόνα τους.
- Όταν ο κήπος της ψυχής σου είναι γεμάτος αγκάθια (πάθη), μην προσπαθείς να τα ξεριζώσεις και βρίσκεσαι διαρκώς τραυματισμένος και μολυσμένος από την ασχολία σου μαζί τους. Δώσε όλη τη δύναμη σου στα λουλούδια της ψυχής σου, πότισέ τα, και τότε τ΄ αγκάθια θα ξεραθούν μόνα τους. Και το καλύτερο λουλούδι είναι η αγάπη σου στον Χριστό. Αν ποτίσεις αυτήν και αναπτυχθεί, όλα τα αγκάθια μαραίνονται.

γ) Η χαρά
Ο Γέρων Πορφύριος αγαπούσε όλους με την αγάπη του Χριστού που είναι μοναδική για τον καθένα. Αλλά η πλούσια καρδιά του Χριστού και όσων ομοιώθηκαν μ΄ Αυτόν, μπορεί ν΄ αγαπά με μοναδικό τρόπο τον κάθε άνθρωπο, που είναι εικόνα του αγαπημένου Χριστού. Και η αγάπη αυτή ελκύει τη Θεία Χάρη, που επιπίπτει στον αγαπώντα σαν χαρά μεγάλη και ανεξάντλητη. Αυτός που αγαπά είναι χαρούμενος, γιατί η αγάπη είναι δόσιμο και το δόσιμο συνεπάγεται τη μακαριότητα, όπως είπε ο Κύριος («μακάριόν ἐστι μᾶλλον διδόναι ἢ λαμβάνειν», Πράξ. 20,35). Έτσι ζούσε ο Γέροντας στη χαρά που κανείς, ούτε οι πόνοι ούτε οι θλίψεις, δεν αφαιρεί από εκείνον που είναι δοσμένος στην αγάπη του Χριστού. Ο Γέροντας Πορφύριος, ζώντας μέσα στην αγάπη του Χριστού είχε διαπιστώσει εμπειρικά αυτό που γράφει ο Άγιος Ιωάννης ο Ευαγγελιστής: «ἡ τελεία ἀγάπη ἔξω βάλλει τὸν φόβον» (Α’ Ίω. 4,18) και γι΄ αυτό λέει σε μια ηχογραφημένη συνομιλία του με έμφαση και με γεμάτη πραότητα βεβαιότητα «Ο φίλος, ο αδελφός (ο Χριστός)…! Πώς το φωνάζει αυτό όμως…! και πόσο…! Τί βάθος κρύβεται μέσα σ’ αυτό…! Πολύ βάθος! Δηλαδή είναι το θάρρος. Δεν θέλει τον φόβο ο Χριστός, δεν τόνε θέλει τον φόβο!»

δ) Η αθανασία
Η νίκη πάνω στον θάνατο, η αίσθηση και η βεβαιότητα της αθανασίας είναι ένα βίωμα κοινό σε όλους τους Αγίους και στον Γέροντα Πορφύριο. Λέγει στην προαναφερθείσα ηχογραφημένη συνομιλία του: «Ο άνθρωπος του Χριστού πρέπει ν΄ αγαπήσει τον Χριστό, κι όταν αγαπήσει τον Χριστό απαλλάττεται από τον διάβολο, από την κόλαση και από τον θάνατο». Δεν είναι αυτά λόγια ειπωμένα από κάποιον που συνέλαβε αυτή την αλήθεια με τη σκέψη του. Είναι λόγια βγαλμένα από ένα αληθινό προσωπικό βίωμα και γι΄ αυτό έχουν την αξία μαρτυρίας αυτόπτη μάρτυρα. Δεν αλλάζει το πράγμα από το γεγονός ότι ο Γέροντας Πορφύριος από ταπείνωση και βαθιά αίσθηση της ανθρώπινης ασθένειάς μας λέγει ότι δεν έχει φθάσει σε αυτή την κατάσταση. Μάλλον ενισχύεται η αξιοπιστία του, διότι δεν είναι πλέον ένας που νομίζει ότι έφθασε κάπου. «Δεν έχω φθάσει, αυτό ζητάω, αυτό θέλω. Και στη σιωπή μου και παντού προσπαθώ να ζήσω σ΄ αυτά. Δεν τα ζω όμως, …προσπαθώ. Δηλαδή, πως να σου πω, πως να σας πώ; Δεν έχω πάει σ΄ ένα μέρος, έτσι… ή πήγα μια φορά, το είδα, τώρα δεν είμαι εκεί, αλλά το θυμάμαι, το λαχταράω, το θέλω. Να τώρα, αυτή τη στιγμή, αύριο, μεθαύριο, κάθε στιγμή μούρχεται και το θέλω. Θέλω να πάω εκεί, το ζητάω. Δεν είμαι όμως εκεί… Ναι, αλλά ζω μέσα σ΄ αυτή την προσπάθεια…»

Βεβαιοί ο Άγιος Γρηγόριος ότι το ευρείν τον Θεόν έγκειται εις το αεί Αυτόν ζητείν. Δεν υπάρχει καλύτερη και εγκυρότερη επιβεβαίωση ότι ο Γέρων Πορφύριος βρήκε τον Θεό, και ότι ο δρόμος της αγάπης που μας υποδεικνύει είναι ο συντομότερος, ο ασφαλέστερος και ο καλύτερος για να μας βρει και μας ο Θεός και να περιμαζέψει τον καθένα μας, σαν το ένα απολωλός πρόβατο, με χαρά και με αγάπη και να μας οδηγήσει από αυτήν εδώ τη ζωή στην επίγεια άκτιστη Εκκλησία Του, που είναι χώρα αγάπης, χαράς, ειρήνης και αθανασίας.

Επιστολή Γέροντος Πορφυρίου προς τα πνευματικά του παιδιά

«Αγαπητά πνευματικά μου παιδιά.

Τώρα που ακόμα έχω τας φρένας μου σώας θέλω να σας πω μερικές συμβουλές. Από μικρό παιδί όλο στις αμαρτίες ήμουνα. Και όταν με έστελνε η μητέρα μου να φυλάξω τα ζώα στο βουνό, γιατί ο πατέρας μου, επειδή ήμασταν φτωχοί είχε πάει στην Αμερική για να εργαστεί στην διώρυγα του Παναμά, για εμάς τα παιδιά του, εκεί, που έβοσκα τα ζώα συλλαβιστά διάβαζα τον βίο του αγίου Ιωάννου του Καλλυβίτου και πάρα πολύ αγάπησα τον Άγιο Ιωάννη και έκανα πάρα πολλές προσευχές σαν μικρό παιδί που ήμουνα 12-15 χρονών δεν θυμάμαι ακριβώς καλά και θέλοντας να τον μιμηθώ με πολύ αγώνα έφυγα από τους γονείς μου κρυφά και ήλθα στα Καυσοκαλύβια του Αγίου Όρους και υποτάκτηκα σε δυο γεροντάδες αυταδέλφους τον Παντελεήμονα και τον Ιωαννίκιο. Μου έτυχε να είναι πολύ ευσεβείς και ενάρετοι και τους αγάπησα πάρα πολύ και γι’ αυτό με την ευχή τους τους έκανα άκρα υπακοή. Αυτό με βοήθησε πάρα πολύ, αισθάνθηκα και μεγάλη αγάπη και προς τον Θεό και πέρασα πάρα πολύ καλά. Αλλά, κατά παραχώρηση του Θεού, για τις αμαρτίες μου αρρώστησα πολύ και οι Γεροντάδες μου μου είπαν να πάω στους γονείς μου στο χωριό μου εις τον Άγιον Ιωάννη Ευβοίας. Και ενώ από μικρό παιδί είχα κάνει πολλές αμαρτίες όταν ξαναπήγα στον κόσμο συνέχισα τις αμαρτίες οι οποίες μέχρι και σήμερα έγιναν πάρα πολλές. Ο κόσμος όμως με πήρε από καλό και όλοι φωνάζουνε ότι είμαι άγιος. Εγώ όμως αισθάνομαι ότι είμαι ο πιο αμαρτωλός άνθρωπος του κόσμου. Όσα ενθυμόμουνα βεβαίως τα εξομολογήθηκα, αλλά γνωρίζω ότι γι αυτά που εξομολογήθηκα με συγχώρησε ο Θεός, αλλ’ όμως τώρα έχω ένα συναίσθημα ότι και τα πνευματικά μου αμαρτήματα είναι πάρα πολλά και παρακαλώ όσοι με έχετε γνωρίσει να κάνετε προσευχή για μένα διότι και εγώ όταν ζούσα πολύ ταπεινά έκανα προσευχή για σας, αλλ’ όμως τώρα που θα πάω για τον ουρανό έχω το συναίσθημα ότι ο Θεός θα μου πεί: τι θέλεις εσύ εδώ; Εγώ ένα έχω να του πω. Δεν είμαι άξιος Κύριε για εδώ, αλλ’ ότι θέλει η αγάπη σου ας κάμει για μένα. Από εκεί και πέρα δεν ξέρω τι θα γίνει. Επιθυμώ όμως να ενεργήσει η αγάπη του Θεού. Και πάντα εύχομαι τα πνευματικά μου παιδιά να αγαπήσουν το Θεό, που είναι το πάν, για να μας αξιώσει να μπούμε στην επίγειο άκτιστο εκκλησία του. Γιατί από εδώ πρέπει να αρχίσουμε. Εγώ πάντα είχα την προσπάθεια να προσεύχομαι και να διαβάζω τους Ύμνους της Εκκλησίας, την Αγία Γραφή και τους βίους των Αγίων μας και εύχομαι και εσείς να κάνετε το ίδιο. Εγώ προσπάθησα με τη χάρη του Θεού να πλησιάσω τον Θεό και εύχομαι και εσείς να κάνετε το ίδιο. Παρακαλώ όλους σας να με συγχωρέσετε για ότι σας στεναχώρησα.

Ιερομόναχος Πορφύριος
Εν Καυσοκαλυβίοις τη 4/7 Ιουνίου 1991»


Ἀπολυτίκιον
Ἦχος πλ. α´. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Ἰχνηλάτης τῶν πάλαι πατέρων γέγονας, Ἁγιωνύμου τοῦ Ὄρους ἀσκήσας Σκήτῃ σεπτῇ, Τριάδος τῆς Ζωαρχικῆς, τῶν Καυσοκαλυβίων, ἄβυσσος θείων δωρεῶν, λυτήρ δεινῶν ἀσθενειῶν, ἐδείχθης ὦ θεοφόρε. Πορφύριε οἰκουμένης, πάσης, ποιμήν ἡμῶν καί στήριγμα.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον
Ἦχος α´. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
(Ὑπὸ Εὐαγγέλου Καραδήμου)
Τῆς Εὐβοίας τὸν γόνον, Οἰκουμένης ἀγλάϊσμα (πρώτη γραφή: πανελλήνων τὸν Γέροντα), τῆς Θεολογίας τὸν μύστην καὶ Χριστοῦ φίλον γνήσιον, Πορφύριον τιμήσωμεν, πιστοί, τὸν πλήρη χαρισμάτων ἐκ παιδός. Δαιμονῶντας γὰρ λυτροῦται, καὶ ἀσθενεῖς ἰᾶται πίστει κράζοντας· δόξα τῷ δεδωκότι σοι ἰσχύν, δόξα τῷ σὲ ἁγιάσαντι, δόξα τῷ ἐνεργοῦντι διὰ σοῦ πᾶσιν ἰάματα.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον
Ἦχος πλ. α´. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
(Ὑπὸ Χαραλάμπους Μπούσια)
Προγιγνώσκειν τὸ μέλλον σοφῶς, Πορφύριε, ὡς ἀντιμίσθιον πόνων καὶ βιοτῆς εὐσεβοῦς χάριν δέδωκέ σοι ἄνωθεν ὁ Κύριος· ἄνθος Εὐβοίας ἱερόν, ἐκ τοῦ Ἄθω μυστικῶς πρὸς κήπους μετεφυτεύθης ἀλήκτου δόξης πρεσβεύειν Χριστῷ ὑπὲρ τῶν εὐφημούντων σε.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον
Ἦχος πλ. δ´. Ὀρθοδοξίας ὁδηγέ.
(Ὑπὸ Ἀδαμαντίας Πιπεράκη)
Φωτὸς χωρίον τοῦ Θεοῦ καὶ χαρισμάτων τοῦ Πνεύματος ἔμπλεως, τῶν ἱερέων καλλονή, τῶν μοναστῶν κανὼν ἀκριβέστατος, Πορφύριε σοφέ, τῇ διακρίσει λάμψας καὶ θαύμασι, Πατὴρ ἡμῶν ὅσιε, πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ, σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον
Ἦχος δ´. Ταχὺ προκατάλαβε.
(Ἀγνώστου ποιητοῦ - εὑρέθησαν στὸ κελλίον τοῦ Γέροντος ὡς χειρόγραφα, ὡς προσευχὴ ἀγνώστων προσκυνητῶν καὶ ἁπλῶς παρατίθενται ἐδῶ, δὲν προτείνονται πρὸς ψαλμῴδησιν)
Ὁσίως διέπρεψας ἐν μέσῳ ἄστει σοφέ, τὴν κλῆσιν δεξάμενος ἀπὸ κοιλίας μητρός· ὅθεν προσκαρτεροῦντες τὸ πλήρωμα τοῦ χρόνου, προσέτι μαρτυρίᾳ πλείω τούτων δοθῆναι, ἵνα ἀκαταπαύστως τὴν δόξαν σου ὑμνοῦμεν, αἰτούμενοι ἐλέους τῷ σὲ ἁγιάσαντι.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον
Ἦχος πλ. α´. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
(Ἀγνώστου ποιητοῦ - εὑρέθησαν στὸ κελλίον τοῦ Γέροντος ὡς χειρόγραφα, ὡς προσευχὴ ἀγνώστων προσκυνητῶν καὶ ἁπλῶς παρατίθενται ἐδῶ, δὲν προτείνονται πρὸς ψαλμῴδησιν)
Πνευματέμφορος ὅλος καὶ ἀπαθέστατος, διακρίσεως φάρος φωτοειδέστατος, ἱερατεύων τῷ Χριστῷ, ὡς ἰσάγγελος ὤφθης. Προφήτης θαυμαστός, τὰ ἐγγὺς καὶ τὰ μακράν, προβλέπεις ὅσιε Πάτερ, Πορφύριε θεοφόρε, Ἁγίου Ὄρους τὸ ἀγαλλίαμα.

Κοντάκιον
Ἦχος πλ. δ´. Τῇ ὑπερμάχῳ.
(Ὑπὸ Ἀδαμαντίας Πιπεράκη)
Ὡς παιδιόθεν τὸν Χριστὸν χαίρων ἠγάπησας, καὶ τὰ τοῦ βίου ἀγαθὰ ἀπαρνησάμενος, τὴν τοῦ Ἄθωνος κατέλαβες πολιτείαν, τὸν τῆς πτώσεως χιτῶνα ἐκδυσάμενος, ἀνεδείχθης τῆς Τριάδος ἐνδιαίτημα καὶ πρεσβεύεις ἀεί, Πάτερ ὅσιε, σωθῆναι ἡμᾶς.

Ἕτερον Κοντάκιον
Ἦχος πλ. δ´. Τῇ ὑπερμάχῳ.
(Ὑπὸ Χαραλάμπους Μπούσια)
Τὸν ὑακίνθῳ καὶ πορφύρᾳ ταπεινώσεως, ὑπακοῆς τε καὶ ἀγάπης στολισάμενον τῆς ψυχῆς αὐτοῦ τὸ ἔνδυμα καὶ ὀφθέντα χαρισμάτων θείου πνεύματος ἐκσφράγισμα εὐφημήσωμεν σοφίας ὡς διδάσκαλον ἀνακράζοντες· Χαίροις, μάκαρ Πορφύριε.

Ἕτερον Κοντάκιον
Ἦχος πλ. δ´. Τῇ ὑπερμάχῳ.
(Ὑπὸ Εὐαγγέλου Καραδήμου)
Τοῦ Παρακλήτου τὸν ναὸν τὸν ἁγιώτατον καὶ τῆς πανάγνου Θεοτόκου προσφιλέστατον, ἀνυμνήσωμεν Πορφύριον ἐκ καρδίας. Ἀγαπᾷ γὰρ καὶ ἰᾶται πάντας καὶ φρουρεῖ καὶ πρεσβεύει ὅπως τύχωμεν θεώσεως. Ὅθεν κράζομεν· χαίροις, πάτερ Πορφύριε.

Ἕτερον Κοντάκιον
Ἦχος πλ. δ´. Τῇ ὑπερμάχῳ.
Ἁγίων Πάντων ὁ χορός νῦν εὐφραινέσθωσαν καί ὀρθοδόξων τά πληρώματα χαιρέτωσαν, ὅτι ἄρτι τῇ Ἐκκλησίᾳ, λαμπρός ἀστήρ ἐφάνη. Τριάδος τῆς Ἁγίας Σκήτης σεπτῆς, τῶν Καυσοκαλυβίων κόσμος φανείς. Διό κράζομεν, χαίροις πάτερ Πορφύριε.

Μεγαλυνάριον
Χαῖρε καί εὐφραίνου Σκήτη λαμπρά, Καυσοκαλυβίων, ἐν σοί ηὔγασεν ἀληθῶς, ἄστρον καταυγάσαν, τήν οἰκουμένην πάσαν, καί πάντας ἀφυπνίζων, πρός βίον κρείττονα.

Ἕτερον Μεγαλυνάριον
(Ὑπὸ Εὐαγγέλου Καραδήμου)
Χαίροις χαρισμάτων ὁ θησαυρὸς καὶ τῶν ἰαμάτων ἡ πηγὴ ἡ θαυματουργός. Χαίροις ὁ προφήτης ὁ νέος Ἐκκλησίας, Πορφύριε, τρισμάκαρ, Ἄθωνος καύχημα.

Ἕτερον Μεγαλυνάριον
(Ὑπὸ Χαραλάμπους Μπούσια)
Χαίροις, ὁ χαρίτων πλησθεὶς πολλῶν ἐν ἐσχάτοις χρόνοις καὶ ἰθύνας πιστοὺς καλῶς πρὸς λειμῶνας θείους, ἀστὴρ θεοσοφίας καὶ ἀκραιφνοῦς ἀγάπης, πάτερ Πορφύριε.

Ἕτερον Μεγαλυνάριον
(Ὑπὸ Ἀδαμαντίας Πιπεράκη)
Χαίροις τῆς Εὐβοίας γόνος ἐσθλός, καὶ ὑπερουσίου τῆς Τριάδος μυσταγωγός· χαίροις τοῦ ἀκτίστου, φωτὸς τοῦ Θαβωρίου, αἱρέτης καὶ δοχεῖον, Πάτερ Πορφύριε.