Τετάρτη 2 Δεκεμβρίου 2015
Προφήτης Αββακούμ
Ο Αββακούμ, που το όνομά του σημαίνει«θερμός εναγκαλισμός», ήταν από τη φυλή του Συμεών και γιος του Σαφάτ και ο χρόνος που έδρασε τίθεται μεταξύ 650 και 672 π.Χ.
Στο προφητικό του βιβλίο, που διακρίνεται για την αξιόλογη λογοτεχνική του χάρη, ελέγχει τον ιουδαϊκό λαό, επειδή παρεξέκλινε από την αληθινή θρησκεία στην ειδωλολατρία. Να τι συγκεκριμένα αναφέρει, σχετικά με το πως πρέπει κανείς να πιστεύει στο Θεό: «Ἐὰν ὑποστείληται, οὐκ εὐδοκεῖ ἡ ψυχή μου ἐν αὐτῷ· ὁ δὲ δίκαιος ἐκ πίστεώς μου ζήσεται. Ἐγὼ δὲ ἐν τῷ Κυρίῳ ἀγαλλιάσομαι, χαρίσομαι ἐπὶ τῷ Θεῷ τῷ σωτήρι μου». ( Αββακούμ, β' 4, γ' 18). Που σημαίνει, αν κανείς λιποψυχήσει και αδημονήσει στις διάφορες δοκιμασίες, ας μάθει, λέει ο Κύριος, ότι δεν επαναπαύεται η ψυχή μου σ' αυτόν. Ο δίκαιος που πιστεύει σ' εμένα και τηρεί το Νόμο μου, θα σωθεί και θα ζήσει. Εγώ όμως, λέει ο Προφήτης, θα αγάλλομαι ελπίζοντας στον Κύριο. Θα γεμίσει χαρά η καρδιά μου για το σωτήρα μου Θεό.
Ο προφήτης Αββακούμ πέθανε ειρηνικά και τάφηκε στον τόπο των πατέρων του.
Ἀπολυτίκιον
Ἦχος β’.
Τοῦ Προφήτου σου Ἀββακοὺμ τὴν μνὴμην, Κύριε ἑορτάζοντες, δι᾽ αὐτοῦ σε δυσωποῦμεν· Σῶσον τὰς ψυχὰς ἡμῶν.
Ἕτερον Ἀπολυτίκιον
Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Ὡς ὄρος προέγραψας τὴν Θεοτόκον ἁγνήν, ἐξ ἧς ἡμῖν ἐλάμψεν ὁ τῶν ἁπάντων Θεός, σαρκὸς ὁμοιώματι. Ὅθεν σὲ ὡς προφήτην θεηγόρον τιμῶντες, χάριτος οὐρανίου μετασχεῖν δυσωποῦμεν, πρεσβείαις σου θεοδέκτοις, Ἀββακοὺμ ἔνδοξε.
Κοντάκιον
Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Ὡς ἵππους ἑώρακας τοὺς ἱεροὺς Μαθητάς, θαλάσσας ταράσσοντας, τῆς ἀγνωσίας σαφῶς, καὶ πλάνην βυθίζοντας, δόγμασιν εὐσεβείας, Ἀββακοὺμ θεηγόρε· ὅθεν σε ὡς Προφήτην, ἀληθῆ εὐφημοῦμεν, αἰτούμενοι τοῦ πρεσβεύειν ἐλεηθῆναι ἡμᾶς.
Κάθισμα
Ἦχος δ’. Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ.
Ἐπὶ τῆς θείας φυλακῆς ἔστης μάκαρ, καὶ κατενόησας Θεοῦ παρουσίαν, προφητικοῖς ἐν ὄμμασι θεόπνευστε· ὅθεν καὶ ἐβόησας, Ἀββακοὺμ μετὰ φόβου, Κύριε ἀκήκοα, τὴν φρικτὴν ἔλευσίν σου, καὶ ἀνυμνῶ σε σάρκα χοϊκήν, ἐκ τῆς Παρθένου, φορέσαι θελήσαντα.
Στο προφητικό του βιβλίο, που διακρίνεται για την αξιόλογη λογοτεχνική του χάρη, ελέγχει τον ιουδαϊκό λαό, επειδή παρεξέκλινε από την αληθινή θρησκεία στην ειδωλολατρία. Να τι συγκεκριμένα αναφέρει, σχετικά με το πως πρέπει κανείς να πιστεύει στο Θεό: «Ἐὰν ὑποστείληται, οὐκ εὐδοκεῖ ἡ ψυχή μου ἐν αὐτῷ· ὁ δὲ δίκαιος ἐκ πίστεώς μου ζήσεται. Ἐγὼ δὲ ἐν τῷ Κυρίῳ ἀγαλλιάσομαι, χαρίσομαι ἐπὶ τῷ Θεῷ τῷ σωτήρι μου». ( Αββακούμ, β' 4, γ' 18). Που σημαίνει, αν κανείς λιποψυχήσει και αδημονήσει στις διάφορες δοκιμασίες, ας μάθει, λέει ο Κύριος, ότι δεν επαναπαύεται η ψυχή μου σ' αυτόν. Ο δίκαιος που πιστεύει σ' εμένα και τηρεί το Νόμο μου, θα σωθεί και θα ζήσει. Εγώ όμως, λέει ο Προφήτης, θα αγάλλομαι ελπίζοντας στον Κύριο. Θα γεμίσει χαρά η καρδιά μου για το σωτήρα μου Θεό.
Ο προφήτης Αββακούμ πέθανε ειρηνικά και τάφηκε στον τόπο των πατέρων του.
Ἀπολυτίκιον
Ἦχος β’.
Τοῦ Προφήτου σου Ἀββακοὺμ τὴν μνὴμην, Κύριε ἑορτάζοντες, δι᾽ αὐτοῦ σε δυσωποῦμεν· Σῶσον τὰς ψυχὰς ἡμῶν.
Ἕτερον Ἀπολυτίκιον
Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Ὡς ὄρος προέγραψας τὴν Θεοτόκον ἁγνήν, ἐξ ἧς ἡμῖν ἐλάμψεν ὁ τῶν ἁπάντων Θεός, σαρκὸς ὁμοιώματι. Ὅθεν σὲ ὡς προφήτην θεηγόρον τιμῶντες, χάριτος οὐρανίου μετασχεῖν δυσωποῦμεν, πρεσβείαις σου θεοδέκτοις, Ἀββακοὺμ ἔνδοξε.
Κοντάκιον
Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Ὡς ἵππους ἑώρακας τοὺς ἱεροὺς Μαθητάς, θαλάσσας ταράσσοντας, τῆς ἀγνωσίας σαφῶς, καὶ πλάνην βυθίζοντας, δόγμασιν εὐσεβείας, Ἀββακοὺμ θεηγόρε· ὅθεν σε ὡς Προφήτην, ἀληθῆ εὐφημοῦμεν, αἰτούμενοι τοῦ πρεσβεύειν ἐλεηθῆναι ἡμᾶς.
Κάθισμα
Ἦχος δ’. Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ.
Ἐπὶ τῆς θείας φυλακῆς ἔστης μάκαρ, καὶ κατενόησας Θεοῦ παρουσίαν, προφητικοῖς ἐν ὄμμασι θεόπνευστε· ὅθεν καὶ ἐβόησας, Ἀββακοὺμ μετὰ φόβου, Κύριε ἀκήκοα, τὴν φρικτὴν ἔλευσίν σου, καὶ ἀνυμνῶ σε σάρκα χοϊκήν, ἐκ τῆς Παρθένου, φορέσαι θελήσαντα.
Τρίτη 1 Δεκεμβρίου 2015
Σοφὰ λόγια ἁγίων γερόντων
Ρώτησε κάποιος ἕνα γέροντα, πόσα χρόνια ἔχει στὸ Ἅγιο Ὅρος καὶ τοῦ ἀπάντησε.
Χρόνια πολλὰ ἔχω, προκοπὴ δὲν ἔχω. Καὶ τὰ τσακάλια στὴν ἔρημο ζοῦν, ἀλλὰ τσακάλια μένουν.
Εἶπε γέρων. Ὅσο πνευματικότερος εἶναι ὁ ἄνθρωπος, τόσο λιγότερα δικαιώματα ζητάει ἀπὸ αὐτὴν τὴν ζωή.
Συμβούλευε ἕνα φωτισμένος μοναχός. Νὰ ἔχεις ἀγάπη πρὸς ὅλους, ἀλλὰ ἰδιαίτερες σχέσεις μὲ κανένα.
Εἶπε γέρων. Τὸ θέμα τῆς σωτήριάς μας δὲν εἶναι θέμα εὐκαιρίας ἢ σύμπτωσης, ἀλλὰ θέμα ἐργασίας καὶ βίας. «Βιάστε ἁρπάζουσιν τὴν Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν».
Διηγήθηκε ἕνας ἀσκητής. Ἐδῶ ἔρχονται πολλοὶ φοιτητές.
Κάποτε εἶχαν ἔρθει καμία δεκαριὰ καὶ ζητοῦσαν νὰ τοὺς κάνω θαῦμα.
Ἐπέμεναν πολύ. Σκέφτηκα μὲ ποιὸ τρόπο νὰ βάλω μυαλὸ σὲ αὐτὰ τὰ παιδία.Τοὺς εἶπα. Λοιπόν, μπεῖτε στὴ σειρὰ γιὰ νὰ σᾶς κόψω τὰ κεφάλια.
Μετὰ θὰ κάνω τὸ θαῦμα γιὰ νὰ σᾶς τὰ κολλήσω!
Ν` ἀραιώσετε λίγο, γιατί ὑπάρχει κίνδυνος νὰ τὰ μπερδέψω.
Ἕτοιμοι εἶστε; Θέλετε νὰ δεῖτε τὸ θαῦμα;
Οἱ νέοι ἀντέδρασαν ἀμέσως. Ὄχι, ὄχι σὲ μᾶς πάτερ, εἶπαν μὲ μιὰ φωνή.
Αὐτὸ τὸ ἔκανε ὁ ἀσκητὴς γιὰ νὰ δείξει στοὺς φοιτητὲς ὅτι δὲν πρέπει νὰ ζητοῦμε θαύματα ἀπὸ τὸν Θεὸ γιὰ νὰ πιστεύσουμε σ’Αὐτόν...
Εἶπε γέρων. Ταπείνωση εἶναι τὸ κάτω σκαλοπάτι τῶν ἀρετῶν.
Ἀγάπη εἶναι τὸ ἐπάνω σκαλοπάτι. Γιατί δὲν ἁγιάζουμε σήμερα;
Γιατί δὲν ἔχουμε ταπείνωση.
Εἶπε γέρων. Μπορεῖ κάποιος νὰ ἀγωνίζεται ποὺ κὰ ποὺ μὲ φιλότιμο, ἀλλὰ νὰ μὴν ἔχει μεγάλη πρόοδο, γιατί δὲν ἔχει ταπείνωση. Ἐνῶ ἄλλοι ἀγωνίζονται λιγότερο (ἄσκηση, νηστεία κ.λ.π.) καὶ προοδεύουν πολὺ περισσότερο, γιατί ἔχουν πολλὴ ταπείνωση καὶ αὐτὴ ἀναπληρώνει πολλά.
Νὰ ζεῖτε σὲ διαρκῆ δοξολογία καὶ εὐχαριστία πρὸς τὸν Θεό, γιατί ἡ μεγαλύτερη ἁμαρτία εἶναι ἡ ἀχαριστία καὶ ὁ χειρότερος ἁμαρτωλὸς ὁ ἀχάριστος.
Εἶπε γέρων. Μοιάζουμε μὲ τσουκνίδες. Ἀπὸ μακριὰ φαίνονται πράσινες, σὰν πεδιάδα, σὰν κῆπος μὰ ὅταν πλησιάσεις καὶ τὶς ἀγγίξεις τότε βλέπεις τὴν ἀσχήμια τους καὶ τότε νιώθεις τὸ κεντρί τους.
Ρωτήθηκε κάποτε ἕνας ἐρημίτης. Πῶς πρέπει νὰ ἀντιμετωπίζουμε τοὺς ἐπαίνους καὶ τὰ ἐγκώμια; Καὶ ἀπάντησε.
Νὰ ἔχετε ταπείνωση καὶ νὰ γνωρίζεται καλὰ τὸν ἑαυτό σας.
Νὰ σᾶς πῶ ἕνα παράδειγμα. Όταν σκαλίζω στὸ ξύλο τὴν μορφὴ ἁγίου καὶ τελειώνω, νομίζω ὅτι εἶναι καλή. Την ξανακοιτάω μετὰ ἀπὸ λίγο καὶ βλέπω ὅτι ἔχει ἐλλείψεις. Αν βάλω τὸν φακὸ θὰ δῶ ὅτι δὲν εἶναι τίποτα τὸ σπουδαῖο. Το ἴδιο πάλι καὶ μὲ τὰ χέρια. Βλέπουμε ὅτι εἶναι καθαρά. Ἂν βάλουμε ὅμως τὸν φακό, θὰ δοῦμε ὅτι ἔχουν βρωμιὰ καὶ πολλὰ μικρόβια. Έτσι, νὰ κοιτᾶμε προσεκτικὰ τὸν ἑαυτό μας καὶ θὰ Βλέπουμε ὅτι δὲν εἴμαστε τίποτα κι ἃς λέει ὁ κόσμος.
Χρόνια πολλὰ ἔχω, προκοπὴ δὲν ἔχω. Καὶ τὰ τσακάλια στὴν ἔρημο ζοῦν, ἀλλὰ τσακάλια μένουν.
Εἶπε γέρων. Ὅσο πνευματικότερος εἶναι ὁ ἄνθρωπος, τόσο λιγότερα δικαιώματα ζητάει ἀπὸ αὐτὴν τὴν ζωή.
Συμβούλευε ἕνα φωτισμένος μοναχός. Νὰ ἔχεις ἀγάπη πρὸς ὅλους, ἀλλὰ ἰδιαίτερες σχέσεις μὲ κανένα.
Εἶπε γέρων. Τὸ θέμα τῆς σωτήριάς μας δὲν εἶναι θέμα εὐκαιρίας ἢ σύμπτωσης, ἀλλὰ θέμα ἐργασίας καὶ βίας. «Βιάστε ἁρπάζουσιν τὴν Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν».
Διηγήθηκε ἕνας ἀσκητής. Ἐδῶ ἔρχονται πολλοὶ φοιτητές.
Κάποτε εἶχαν ἔρθει καμία δεκαριὰ καὶ ζητοῦσαν νὰ τοὺς κάνω θαῦμα.
Ἐπέμεναν πολύ. Σκέφτηκα μὲ ποιὸ τρόπο νὰ βάλω μυαλὸ σὲ αὐτὰ τὰ παιδία.Τοὺς εἶπα. Λοιπόν, μπεῖτε στὴ σειρὰ γιὰ νὰ σᾶς κόψω τὰ κεφάλια.
Μετὰ θὰ κάνω τὸ θαῦμα γιὰ νὰ σᾶς τὰ κολλήσω!
Ν` ἀραιώσετε λίγο, γιατί ὑπάρχει κίνδυνος νὰ τὰ μπερδέψω.
Ἕτοιμοι εἶστε; Θέλετε νὰ δεῖτε τὸ θαῦμα;
Οἱ νέοι ἀντέδρασαν ἀμέσως. Ὄχι, ὄχι σὲ μᾶς πάτερ, εἶπαν μὲ μιὰ φωνή.
Αὐτὸ τὸ ἔκανε ὁ ἀσκητὴς γιὰ νὰ δείξει στοὺς φοιτητὲς ὅτι δὲν πρέπει νὰ ζητοῦμε θαύματα ἀπὸ τὸν Θεὸ γιὰ νὰ πιστεύσουμε σ’Αὐτόν...
Εἶπε γέρων. Ταπείνωση εἶναι τὸ κάτω σκαλοπάτι τῶν ἀρετῶν.
Ἀγάπη εἶναι τὸ ἐπάνω σκαλοπάτι. Γιατί δὲν ἁγιάζουμε σήμερα;
Γιατί δὲν ἔχουμε ταπείνωση.
Εἶπε γέρων. Μπορεῖ κάποιος νὰ ἀγωνίζεται ποὺ κὰ ποὺ μὲ φιλότιμο, ἀλλὰ νὰ μὴν ἔχει μεγάλη πρόοδο, γιατί δὲν ἔχει ταπείνωση. Ἐνῶ ἄλλοι ἀγωνίζονται λιγότερο (ἄσκηση, νηστεία κ.λ.π.) καὶ προοδεύουν πολὺ περισσότερο, γιατί ἔχουν πολλὴ ταπείνωση καὶ αὐτὴ ἀναπληρώνει πολλά.
Νὰ ζεῖτε σὲ διαρκῆ δοξολογία καὶ εὐχαριστία πρὸς τὸν Θεό, γιατί ἡ μεγαλύτερη ἁμαρτία εἶναι ἡ ἀχαριστία καὶ ὁ χειρότερος ἁμαρτωλὸς ὁ ἀχάριστος.
Εἶπε γέρων. Μοιάζουμε μὲ τσουκνίδες. Ἀπὸ μακριὰ φαίνονται πράσινες, σὰν πεδιάδα, σὰν κῆπος μὰ ὅταν πλησιάσεις καὶ τὶς ἀγγίξεις τότε βλέπεις τὴν ἀσχήμια τους καὶ τότε νιώθεις τὸ κεντρί τους.
Ρωτήθηκε κάποτε ἕνας ἐρημίτης. Πῶς πρέπει νὰ ἀντιμετωπίζουμε τοὺς ἐπαίνους καὶ τὰ ἐγκώμια; Καὶ ἀπάντησε.
Νὰ ἔχετε ταπείνωση καὶ νὰ γνωρίζεται καλὰ τὸν ἑαυτό σας.
Νὰ σᾶς πῶ ἕνα παράδειγμα. Όταν σκαλίζω στὸ ξύλο τὴν μορφὴ ἁγίου καὶ τελειώνω, νομίζω ὅτι εἶναι καλή. Την ξανακοιτάω μετὰ ἀπὸ λίγο καὶ βλέπω ὅτι ἔχει ἐλλείψεις. Αν βάλω τὸν φακὸ θὰ δῶ ὅτι δὲν εἶναι τίποτα τὸ σπουδαῖο. Το ἴδιο πάλι καὶ μὲ τὰ χέρια. Βλέπουμε ὅτι εἶναι καθαρά. Ἂν βάλουμε ὅμως τὸν φακό, θὰ δοῦμε ὅτι ἔχουν βρωμιὰ καὶ πολλὰ μικρόβια. Έτσι, νὰ κοιτᾶμε προσεκτικὰ τὸν ἑαυτό μας καὶ θὰ Βλέπουμε ὅτι δὲν εἴμαστε τίποτα κι ἃς λέει ὁ κόσμος.
Ὑπάρχουμε γιὰ νὰ ἀναζητοῦμε καὶ νὰ κοινωνοῦμε Ἐκεῖνον ποὺ τόσο μᾶς ἀγάπησε…
π.Θεμιστοκλῆς Μουρτζανὸς
Σὲ τί καὶ σὲ ποιὸν βασίζεται ἡ ζωή μας; Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος θέτει αὐτὸ τὸ σπουδαῖο ἐρώτημα, καθὼς περιγράφει στοὺς Γαλάτες τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο ἀντιμετωπίζει ὁ ἴδιος τὴ ζωή του.
«Ὁ δὲ νῦν ζῶ ἐν σαρκί, ἐν πίστει ζῶ τὴ τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ τοῦ ἀγαπήσαντος μὲ καὶ παραδόντος ἐαυτὸν ὑπὲρ ἐμοῦ» (Γαλ. 2, 20). Ἡ τωρινὴ σωματική του ζωή, λέει ὁ Παῦλος, εἶναι ζωὴ βασισμένη στὴν πίστη του στὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ ποὺ τὸν ἀγάπησε καὶ πέθανε ἑκούσια γιὰ χάρη του. Στηρίζεται ἡ κατὰ κόσμον καὶ κατὰ ἄνθρωπον ζωή του στὴν πίστη στὸ Χριστό, Αὐτὸν ποὺ ἀγάπησε καὶ τὸν Παῦλο καὶ ὅλους τους ἀνθρώπους καὶ πέθανε γιὰ χάρη μας.
Τί σημαίνει νὰ βασίζεται ἡ ζωὴ στὸ Χριστό;
Σημαίνει σχέση ἐνώπιος ἐνωπίω μὲ τὸ Χριστό. Δὲν εἶναι ὁ Χριστὸς ἕνα φανταστικὸ πρόσωπο. Δὲν εἶναι ὁ ἱδρυτὴς μιᾶς θρησκείας, ὁ ὁποῖος ἔφερε μερικὲς ὄμορφες ἰδέες στὸν ἄνθρωπο ἢ ἔδωσε ἕνα καλὸ παράδειγμα. Εἶναι τὸ Θεανθρώπινο Πρόσωπο τὸ Ὁποῖο ὁ Παῦλος ἔχει δεῖ καὶ αἰσθάνεται νὰ ἀγκαλιάζει τὴ ζωή του μὲ τέτοιο τρόπο ὥστε νὰ μὴν ζεῖ ἐκεῖνος, ἀλλὰ στὸ πρόσωπό του νὰ ζεῖ ὁ Χριστό. Νὰ εἶναι τὰ χέρια τοῦ χέρια Χριστοῦ. Τὰ μάτια καὶ ἡ σκέψη τοῦ μάτια καὶ σκέψη Χριστοῦ. Στὴν καρδιά του νὰ ὑπάρχει ὁ Χριστός. Νοῦς, αἰσθήσεις, ἐπιθυμίες, θέλημα, ψυχή, ἡ ζωὴ τοῦ ὁλόκληρη, ὡς τὶς λεπτομέρειές της νὰ εἶναι ζωὴ Χριστοῦ. Ο χρόνος καὶ ὁ τρόπος τοῦ εἶναι χρόνος καὶ τρόπος Χριστοῦ. Ἔχει παραιτηθεῖ ἀπὸ τὸ θέλημά του, ἀπὸ τὸ δικαίωμα νὰ σκέφτεται γιὰ τὸν ἑαυτό του, ἀκόμη καὶ γιὰ τὶς ὑλικές του ἀνάγκες. Ζεῖ τὴν κοινωνία μὲ τὸ Χριστὸ ὡς ἐρωτευμένος ποὺ τίποτε δὲν ἔχει νόημα παρὰ ἡ κοινωνία μὲ τὸ πρόσωπο ποὺ ἀγαπᾶ.
Σημαίνει ἀποταγὴ τῆς ἁμαρτίας, ὡς ἀποτυχίας νὰ ζήσει ὁ ἄνθρωπος κατὰ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ καὶ υἱοθέτησης τοῦ ἐγωκεντρικοῦ τρόπου ποὺ θεοποιεῖ τὸν ἀνθρώπινο ἑαυτό, τὶς ἀνάγκες, τὰ δικαιώματα, τὶς ἐπιθυμίες. Τίποτε δὲν ἔχει ὁ ἄνθρωπος ποὺ νὰ τοῦ ἀνήκει. Σὲ κανένα ἀπὸ τὰ ἀγαθά του δὲν μένει. Δὲν ζητᾶ νὰ ἀπολαύσει τὰ πάθη του, ἀλλὰ παλεύει ἐναντίον τοὺς γιὰ νὰ φύγουν ἀπὸ τὴν ὕπαρξή του, νὰ γίνει καθαρὸς τὴ καρδία, γιὰ νὰ βλέπει συνεχῶς τὴν ὄψη τοῦ Θεοῦ. Καὶ ἐγκεντρίζεται στὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας ὡς τὴν κατεξοχὴν μέθοδο ἀποταγῆς ἀπὸ τὴν ἁμαρτία. Τὴ ζωὴ τῆς ἀγάπης καὶ τῆς συγχωρητικότητας ἀπέναντί σε ὅποιον τοῦ ὀφείλει καὶ ζητᾶ ἀπὸ τὸ Θεὸ ἄφεση γιὰ ὅ,τι Τοῦ ὀφείλει.
Σημαίνει ἀπόρριψη ὅλων των ἄλλων νοημάτων ποὺ ὁ κόσμος προσφέρει στὸν ἄνθρωπο. Καὶ αὐτὰ τὰ νοήματα δὲν ἔγκεινται μόνο στὶς ἄλλες θρησκευτικὲς δοξασίες ἢ τὶς ἠθικὲς καὶ φιλοσοφίες ποὺ κάνουν τὸν ἄνθρωπο νὰ πιστεύει ὅτι μπορεῖ νὰ στηριχθεῖ. Σημαίνει ἀπόρριψη κυρίως τοῦ ὑλιστικοῦ φρονήματος, τὸ ὁποῖο μᾶς κάνει νὰ ἐμπιστευόμαστε τὸ πρόσκαιρο, τὴν ἀπόλαυση τῶν ἀγαθῶν, ἀκόμη καὶ τὸ ὅραμα γιὰ μιὰ καλύτερη ζωή, στηριγμένη στο νῦν τοῦ κόσμου καὶ τοῦ χρόνου. Ὁ ἄνθρωπος δὲν γίνεται ἀπόκοσμος. Ὅμως δὲν βλέπει τὴ ζωὴ στὴν προοπτική της καθημερινότητας. Δὲν ἐλπίζει στὰ ἐπιτεύγματα γιὰ νὰ τὴν νοηματοδοτήσει. Δὲν νικιέται ἀπὸ τὴ δύναμη τῆς ἀνθρώπινης φιλοσοφίας, χωρὶς αὐτὸ νὰ συνεπάγεται ἀπόρριψη ὅ,τι ὑγιοῦς αὐτὴ ἔχει νὰ προσφέρει. Δὲν ἐλπίζει οὔτε στὰ δικά του κατορθώματα, στὴν ἀνάγκη νὰ ἀφήνει καλὸ ὄνομα, ὅ,τι κι ἂν κάνει. Δὲν τὸν ἐνδιαφέρει ἡ γνώμη τῶν ἄλλων.
Πόσο ἐφικτὸς εἶναι αὐτὸς ὁ δρόμος σήμερα;
Ζούμε σὲ μιὰ πραγματικότητα καὶ ἕναν κόσμο ποὺ ἡ πίστη συνήθως λοιδορεῖται. Δὲν θεωρεῖται ἱκανὴ νὰ μᾶς βοηθήσει νὰ παρακολουθήσουμε τὰ δεδομένα τῆς ἐποχῆς. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ χριστιανὸς θεωρεῖται ἕνας ρομαντικὸς ὀνειροπόλος, ὁ ὁποῖος εἶναι προσκολλημένος στὸ παρελθόν.
Τὴν ἴδια στιγμὴ τὸ ἐρώτημα «τί κάνει ὁ Θεὸς γιὰ τὸν κόσμο;» έχει ὑποκαταστήσει τὸ ἐρώτημα «τί κάνει ὁ ἄνθρωπος, ὁ καθένας μας γιὰ τὸν κόσμο;», γιατὶ αὐτὸ βολεύει τὴ νοοτροπία τοῦ πονηροῦ νὰ μεταφέρει τὴν ἀπουσία νοήματος στὴν δῆθεν ἀδιαφορία τοῦ Θεοῦ γιὰ τὰ πλάσματά Του καὶ ἑπομένως νὰ χρησιμοποιήσει τὴν ἀνικανότητα ἢ τὴν ἀδιαφορία τοῦ ἀνθρώπου νὰ παλέψει νὰ μεταφέρει Αὐτὸν ποὺ θὰ ἔπρεπε νὰ ζεῖ, τὸν Χριστό, στὶς διαστάσεις τῆς ζωῆς. Η πίστη δὲν συνδέεται μὲ τὴν χαρὰ ποὺ λείπει. Ἀντίθετα, τὰ ἀγαθὰ εἶναι ποὺ δίνουν χαρά. Ἡ πίστη ὅμως εἶναι αὐτὴ ποὺ δίνει ἀξία σὲ ὅ,τι κάνουμε, ἀλλὰ καὶ σὲ ὅ,τι ἔχουμε. Η πίστη ὡς δοξολογία καὶ εὐχαριστία. Ἡ πίστη ὡς ἀγάπη καὶ μοίρασμα. Ἡ πίστη ὡς ἡ βεβαιότητα τῶν ἐσχάτων, τῆς Ἀνάστασής μας. Ἡ πίστη ὡς αὐτὴ ποὺ κατισχύει τῆς δύναμης τῆς Ἱστορίας καὶ τῆς Ἐξουσίας. Η πίστη γεμίζει τὴν καρδιὰ μᾶς νόημα καὶ σκοπό. Ὑπάρχουμε γιὰ νὰ ἀναζητοῦμε καὶ νὰ κοινωνοῦμε Ἐκεῖνον ποὺ τόσο μᾶς ἀγάπησε ὥστε νὰ παραδώσει τὸν ἑαυτό Του γιὰ μᾶς στὸ θάνατο.
Η πίστη διδάσκεται, ἀλλὰ καὶ βιώνεται. Μέσα ἀπὸ τὸ λόγο τοῦ Εὐαγγελίου, τὸ παράδειγμα τῶν Ἁγίων, φωτισμένους ἀνθρώπους ποὺ ἀγγίζουν τὴν ψυχή μας. Ἡ βίωση ὅμως εἶναι ὑπόθεση προσωπική.
Ξεκινᾶ ἀπὸ τὸ μυστήριο της Εὐχαριστίας καὶ συνεχίζεται στὴν καθημερινότητα τῆς ζωῆς μας, σὲ κάθε πτυχή της. Στὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο βλέπουμε τὸν πλησίον μας. Τὴν εἰλικρίνεια καὶ τὴν ἀγάπη ποὺ ἀποπνέει ὁ λόγος καὶ τὸ παράδειγμά μας. Τὴν ἐμπιστοσύνη στο Θεό.
Μπορεῖ ἡ πορεία τοῦ καθενὸς νὰ εἶναι ἀδύνατον οὔτε νὰ πλησιάσει ἔστω τὴν πορεία τοῦ Παύλου. Ὅμως ὁ Χριστὸς μᾶς δίνει τὴν βεβαιότητα τῆς ἀγάπης Του καὶ τῆς παρουσίας Τοῦ ἐντὸς μας κάθε φορᾶ ποὺ Τὸν ζητοῦμε καὶ Τὸν κοινωνοῦμε στὴ Θεία Εὐχαριστία. Ποῦ Τὸν βλέπουμε στὸ πρόσωπο τοῦ συνανθρώπου μας. Ποῦ ἀπορρίπτουμε τὴν στήριξη εἴτε στὰ ἀγαθὰ εἴτε στὶς ἰδέες εἴτε στὴ νοοτροπία τοῦ κόσμου τούτου. Κάθε φορὰ ποὺ Τὸν ἐπικαλούμαστε μὲ ταπείνωση καὶ ἐλπίδα, ὅπως τὰ παιδιὰ τὸν πατέρα ἢ τὸν φίλο καὶ οἰκεῖο. Κάθε φορὰ ποὺ μετανοοῦμε γιὰ τὶς πτώσεις μας. Ὅταν ζοῦμε ἀληθινὰ τὸν τρόπο καὶ τὴν ὁδὸ τῆς Ἐκκλησίας. Ἀξίζει ὁποιαδήποτε ἀπόρριψη καὶ λοιδορία ὁ δρόμος τῆς πίστης.
Σὲ τί καὶ σὲ ποιὸν βασίζεται ἡ ζωή μας; Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος θέτει αὐτὸ τὸ σπουδαῖο ἐρώτημα, καθὼς περιγράφει στοὺς Γαλάτες τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο ἀντιμετωπίζει ὁ ἴδιος τὴ ζωή του.
«Ὁ δὲ νῦν ζῶ ἐν σαρκί, ἐν πίστει ζῶ τὴ τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ τοῦ ἀγαπήσαντος μὲ καὶ παραδόντος ἐαυτὸν ὑπὲρ ἐμοῦ» (Γαλ. 2, 20). Ἡ τωρινὴ σωματική του ζωή, λέει ὁ Παῦλος, εἶναι ζωὴ βασισμένη στὴν πίστη του στὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ ποὺ τὸν ἀγάπησε καὶ πέθανε ἑκούσια γιὰ χάρη του. Στηρίζεται ἡ κατὰ κόσμον καὶ κατὰ ἄνθρωπον ζωή του στὴν πίστη στὸ Χριστό, Αὐτὸν ποὺ ἀγάπησε καὶ τὸν Παῦλο καὶ ὅλους τους ἀνθρώπους καὶ πέθανε γιὰ χάρη μας.
Τί σημαίνει νὰ βασίζεται ἡ ζωὴ στὸ Χριστό;
Σημαίνει σχέση ἐνώπιος ἐνωπίω μὲ τὸ Χριστό. Δὲν εἶναι ὁ Χριστὸς ἕνα φανταστικὸ πρόσωπο. Δὲν εἶναι ὁ ἱδρυτὴς μιᾶς θρησκείας, ὁ ὁποῖος ἔφερε μερικὲς ὄμορφες ἰδέες στὸν ἄνθρωπο ἢ ἔδωσε ἕνα καλὸ παράδειγμα. Εἶναι τὸ Θεανθρώπινο Πρόσωπο τὸ Ὁποῖο ὁ Παῦλος ἔχει δεῖ καὶ αἰσθάνεται νὰ ἀγκαλιάζει τὴ ζωή του μὲ τέτοιο τρόπο ὥστε νὰ μὴν ζεῖ ἐκεῖνος, ἀλλὰ στὸ πρόσωπό του νὰ ζεῖ ὁ Χριστό. Νὰ εἶναι τὰ χέρια τοῦ χέρια Χριστοῦ. Τὰ μάτια καὶ ἡ σκέψη τοῦ μάτια καὶ σκέψη Χριστοῦ. Στὴν καρδιά του νὰ ὑπάρχει ὁ Χριστός. Νοῦς, αἰσθήσεις, ἐπιθυμίες, θέλημα, ψυχή, ἡ ζωὴ τοῦ ὁλόκληρη, ὡς τὶς λεπτομέρειές της νὰ εἶναι ζωὴ Χριστοῦ. Ο χρόνος καὶ ὁ τρόπος τοῦ εἶναι χρόνος καὶ τρόπος Χριστοῦ. Ἔχει παραιτηθεῖ ἀπὸ τὸ θέλημά του, ἀπὸ τὸ δικαίωμα νὰ σκέφτεται γιὰ τὸν ἑαυτό του, ἀκόμη καὶ γιὰ τὶς ὑλικές του ἀνάγκες. Ζεῖ τὴν κοινωνία μὲ τὸ Χριστὸ ὡς ἐρωτευμένος ποὺ τίποτε δὲν ἔχει νόημα παρὰ ἡ κοινωνία μὲ τὸ πρόσωπο ποὺ ἀγαπᾶ.
Σημαίνει ἀποταγὴ τῆς ἁμαρτίας, ὡς ἀποτυχίας νὰ ζήσει ὁ ἄνθρωπος κατὰ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ καὶ υἱοθέτησης τοῦ ἐγωκεντρικοῦ τρόπου ποὺ θεοποιεῖ τὸν ἀνθρώπινο ἑαυτό, τὶς ἀνάγκες, τὰ δικαιώματα, τὶς ἐπιθυμίες. Τίποτε δὲν ἔχει ὁ ἄνθρωπος ποὺ νὰ τοῦ ἀνήκει. Σὲ κανένα ἀπὸ τὰ ἀγαθά του δὲν μένει. Δὲν ζητᾶ νὰ ἀπολαύσει τὰ πάθη του, ἀλλὰ παλεύει ἐναντίον τοὺς γιὰ νὰ φύγουν ἀπὸ τὴν ὕπαρξή του, νὰ γίνει καθαρὸς τὴ καρδία, γιὰ νὰ βλέπει συνεχῶς τὴν ὄψη τοῦ Θεοῦ. Καὶ ἐγκεντρίζεται στὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας ὡς τὴν κατεξοχὴν μέθοδο ἀποταγῆς ἀπὸ τὴν ἁμαρτία. Τὴ ζωὴ τῆς ἀγάπης καὶ τῆς συγχωρητικότητας ἀπέναντί σε ὅποιον τοῦ ὀφείλει καὶ ζητᾶ ἀπὸ τὸ Θεὸ ἄφεση γιὰ ὅ,τι Τοῦ ὀφείλει.
Σημαίνει ἀπόρριψη ὅλων των ἄλλων νοημάτων ποὺ ὁ κόσμος προσφέρει στὸν ἄνθρωπο. Καὶ αὐτὰ τὰ νοήματα δὲν ἔγκεινται μόνο στὶς ἄλλες θρησκευτικὲς δοξασίες ἢ τὶς ἠθικὲς καὶ φιλοσοφίες ποὺ κάνουν τὸν ἄνθρωπο νὰ πιστεύει ὅτι μπορεῖ νὰ στηριχθεῖ. Σημαίνει ἀπόρριψη κυρίως τοῦ ὑλιστικοῦ φρονήματος, τὸ ὁποῖο μᾶς κάνει νὰ ἐμπιστευόμαστε τὸ πρόσκαιρο, τὴν ἀπόλαυση τῶν ἀγαθῶν, ἀκόμη καὶ τὸ ὅραμα γιὰ μιὰ καλύτερη ζωή, στηριγμένη στο νῦν τοῦ κόσμου καὶ τοῦ χρόνου. Ὁ ἄνθρωπος δὲν γίνεται ἀπόκοσμος. Ὅμως δὲν βλέπει τὴ ζωὴ στὴν προοπτική της καθημερινότητας. Δὲν ἐλπίζει στὰ ἐπιτεύγματα γιὰ νὰ τὴν νοηματοδοτήσει. Δὲν νικιέται ἀπὸ τὴ δύναμη τῆς ἀνθρώπινης φιλοσοφίας, χωρὶς αὐτὸ νὰ συνεπάγεται ἀπόρριψη ὅ,τι ὑγιοῦς αὐτὴ ἔχει νὰ προσφέρει. Δὲν ἐλπίζει οὔτε στὰ δικά του κατορθώματα, στὴν ἀνάγκη νὰ ἀφήνει καλὸ ὄνομα, ὅ,τι κι ἂν κάνει. Δὲν τὸν ἐνδιαφέρει ἡ γνώμη τῶν ἄλλων.
Πόσο ἐφικτὸς εἶναι αὐτὸς ὁ δρόμος σήμερα;
Ζούμε σὲ μιὰ πραγματικότητα καὶ ἕναν κόσμο ποὺ ἡ πίστη συνήθως λοιδορεῖται. Δὲν θεωρεῖται ἱκανὴ νὰ μᾶς βοηθήσει νὰ παρακολουθήσουμε τὰ δεδομένα τῆς ἐποχῆς. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ χριστιανὸς θεωρεῖται ἕνας ρομαντικὸς ὀνειροπόλος, ὁ ὁποῖος εἶναι προσκολλημένος στὸ παρελθόν.
Τὴν ἴδια στιγμὴ τὸ ἐρώτημα «τί κάνει ὁ Θεὸς γιὰ τὸν κόσμο;» έχει ὑποκαταστήσει τὸ ἐρώτημα «τί κάνει ὁ ἄνθρωπος, ὁ καθένας μας γιὰ τὸν κόσμο;», γιατὶ αὐτὸ βολεύει τὴ νοοτροπία τοῦ πονηροῦ νὰ μεταφέρει τὴν ἀπουσία νοήματος στὴν δῆθεν ἀδιαφορία τοῦ Θεοῦ γιὰ τὰ πλάσματά Του καὶ ἑπομένως νὰ χρησιμοποιήσει τὴν ἀνικανότητα ἢ τὴν ἀδιαφορία τοῦ ἀνθρώπου νὰ παλέψει νὰ μεταφέρει Αὐτὸν ποὺ θὰ ἔπρεπε νὰ ζεῖ, τὸν Χριστό, στὶς διαστάσεις τῆς ζωῆς. Η πίστη δὲν συνδέεται μὲ τὴν χαρὰ ποὺ λείπει. Ἀντίθετα, τὰ ἀγαθὰ εἶναι ποὺ δίνουν χαρά. Ἡ πίστη ὅμως εἶναι αὐτὴ ποὺ δίνει ἀξία σὲ ὅ,τι κάνουμε, ἀλλὰ καὶ σὲ ὅ,τι ἔχουμε. Η πίστη ὡς δοξολογία καὶ εὐχαριστία. Ἡ πίστη ὡς ἀγάπη καὶ μοίρασμα. Ἡ πίστη ὡς ἡ βεβαιότητα τῶν ἐσχάτων, τῆς Ἀνάστασής μας. Ἡ πίστη ὡς αὐτὴ ποὺ κατισχύει τῆς δύναμης τῆς Ἱστορίας καὶ τῆς Ἐξουσίας. Η πίστη γεμίζει τὴν καρδιὰ μᾶς νόημα καὶ σκοπό. Ὑπάρχουμε γιὰ νὰ ἀναζητοῦμε καὶ νὰ κοινωνοῦμε Ἐκεῖνον ποὺ τόσο μᾶς ἀγάπησε ὥστε νὰ παραδώσει τὸν ἑαυτό Του γιὰ μᾶς στὸ θάνατο.
Η πίστη διδάσκεται, ἀλλὰ καὶ βιώνεται. Μέσα ἀπὸ τὸ λόγο τοῦ Εὐαγγελίου, τὸ παράδειγμα τῶν Ἁγίων, φωτισμένους ἀνθρώπους ποὺ ἀγγίζουν τὴν ψυχή μας. Ἡ βίωση ὅμως εἶναι ὑπόθεση προσωπική.
Ξεκινᾶ ἀπὸ τὸ μυστήριο της Εὐχαριστίας καὶ συνεχίζεται στὴν καθημερινότητα τῆς ζωῆς μας, σὲ κάθε πτυχή της. Στὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο βλέπουμε τὸν πλησίον μας. Τὴν εἰλικρίνεια καὶ τὴν ἀγάπη ποὺ ἀποπνέει ὁ λόγος καὶ τὸ παράδειγμά μας. Τὴν ἐμπιστοσύνη στο Θεό.
Μπορεῖ ἡ πορεία τοῦ καθενὸς νὰ εἶναι ἀδύνατον οὔτε νὰ πλησιάσει ἔστω τὴν πορεία τοῦ Παύλου. Ὅμως ὁ Χριστὸς μᾶς δίνει τὴν βεβαιότητα τῆς ἀγάπης Του καὶ τῆς παρουσίας Τοῦ ἐντὸς μας κάθε φορᾶ ποὺ Τὸν ζητοῦμε καὶ Τὸν κοινωνοῦμε στὴ Θεία Εὐχαριστία. Ποῦ Τὸν βλέπουμε στὸ πρόσωπο τοῦ συνανθρώπου μας. Ποῦ ἀπορρίπτουμε τὴν στήριξη εἴτε στὰ ἀγαθὰ εἴτε στὶς ἰδέες εἴτε στὴ νοοτροπία τοῦ κόσμου τούτου. Κάθε φορὰ ποὺ Τὸν ἐπικαλούμαστε μὲ ταπείνωση καὶ ἐλπίδα, ὅπως τὰ παιδιὰ τὸν πατέρα ἢ τὸν φίλο καὶ οἰκεῖο. Κάθε φορὰ ποὺ μετανοοῦμε γιὰ τὶς πτώσεις μας. Ὅταν ζοῦμε ἀληθινὰ τὸν τρόπο καὶ τὴν ὁδὸ τῆς Ἐκκλησίας. Ἀξίζει ὁποιαδήποτε ἀπόρριψη καὶ λοιδορία ὁ δρόμος τῆς πίστης.
Προφήτης Ναούμ
Ο Προφήτης Ναούμ είναι ένας από τους δώδεκα μικρούς λεγόμενους προφήτες. Έζησε τον 5ο αιώνα προ Χριστού (άκμασε περί το 460 π.Χ.) και ήταν από τη φυλή του Συμεών. Πατρίδα είχε την Ελκεσέμ, γι' αυτό ονομάστηκε και Ναούμ ο Ελκεσαίος.
Το βιβλίο της προφητείας του αποτελείται από τρία μικρά κεφάλαια και αφορά την τύχη της πόλης Νινευή. Στο Α' κεφάλαιο, υμνεί το Θεό, στο Β' κεφάλαιο, προαναγγέλλει τον όλεθρο της Νινευή με τα άρματα της, τους Ιππείς και τους θησαυρούς της ενώ στο Γ' κεφάλαιο, χαρακτηρίζει τη Νινευή σαν πόλη των αιμάτων, του ψεύδους, της μεγάλης αδικίας και πορνείας.
Ας δούμε, όμως, τι λέει για τους αμαρτωλούς ανθρώπους τέτοιας πόλης, και τι γι' αυτούς που είναι κοντά στον Κύριο: «Χρηστὸς Κύριος τοῖς ὑπομένουσιν αὐτὸν ἐν ἡμέρᾳ θλίψεως καὶ γινώσκων τοὺς εὐλαβουμένους αὐτὸν καὶ ἐν κατακλυσμοῖς πορείας συντέλειαν ποιήσεται τοὺς ἐπεγειρομένους, καὶ τοὺς ἐχθροὺς αὐτοῦ διώξεται σκότος» (Ναούμ, Α' 7 -8). Δηλαδή ο Κύριος είναι ευεργετικός για εκείνους που μένουν κοντά Του στις ημέρες των θλίψεων τους. Γνωρίζει ο Κύριος και περιβάλλει με συμπάθεια εκείνους που Τον σέβονται. Εναντίον όμως των αμαρτωλών, που αλαζονικά με κάθε είδους αμαρτία εγείρονται εναντίον Του, θα ορμήσει σαν κατακλυσμός για να τους εξαφανίσει τελείως. Θα καταδιώξει τους εχθρούς Του και θα τους κυριεύσει το σκοτάδι του θανάτου.
Ο προφήτης Ναούμ πέθανε ειρηνικά και τάφηκε στον τόπο των πατέρων του.
Ἀπολυτίκιον
Ἦχος β’.
Τοῦ Προφήτου σου Ναοὺμ τὴν μνὴμην, Κύριε ἑορτάζοντες, δι᾽ αὐτοῦ σε δυσωποῦμεν· Σῶσον τὰς ψυχὰς ἡμῶν.
Ἕτερον Ἀπολυτίκιον
Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Νόμω ἔλαμψας, προαναγγέλλων, τᾶς τῆς χάριτος, Ναοὺμ Προφήτα, ὀμωνύμως παρακλήσεις ἐν Πνεύματι· δι' ὧν ὁ Λόγος οὐσίαν τὴν βρότειον, ἐπιφανεῖς τοὶς ἀνθρώποις κατηύφρανεν ὅθεν πρέσβευε, Τριάδι τὴ πανοικτίρμονι, δωρήσασθαι ἠμὶν τὸ μέγα ἔλεος.
Κοντάκιον
Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Ὡς πυρσὸς ἀκοίμητος Ναοὺμ Προφῆτα, φρυκτωρεῖς ἐν πέρασι, δι’ αἰνιγμάτων ἱερῶν, τὴν τῶν μελλόντων ἀλήθειαν, ὧν τὰς ἐκβάσεις ὁρῶντες τιμῶμέν σε.
Κάθισμα
Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Ἀμιγῆ χαρακτήρων τῶν κάτω ἔνδοξε, σὺ τὸν νοῦν κεκτημένος, τοῦ θείου Πνεύματος, καθαρώτατον Ναοὺμ δοχεῖον γέγονας, τὰς ἐλλάμψεις τὰς αὐτοῦ, εἰσδεχόμενος λαμπρῶς, καὶ πᾶσι διαπορθμεύων· διό σε ἐκδυσωποῦμεν, ὑπὲρ εἰρήνης τοῦ κόσμου πρέσβευε.
Μεγαλυνάριον
Φρόνημα οὐράνιον αἰσχηκώς, οὐρανίου δόξης, ἐχρημάτισας θεωρός, βίῳ τε τὸν λόγον, Ναοὺμ ἐπισημαίνων· διὸ σὲ ὡς Προφήτην, θεῖον γεραίρομεν.
Το βιβλίο της προφητείας του αποτελείται από τρία μικρά κεφάλαια και αφορά την τύχη της πόλης Νινευή. Στο Α' κεφάλαιο, υμνεί το Θεό, στο Β' κεφάλαιο, προαναγγέλλει τον όλεθρο της Νινευή με τα άρματα της, τους Ιππείς και τους θησαυρούς της ενώ στο Γ' κεφάλαιο, χαρακτηρίζει τη Νινευή σαν πόλη των αιμάτων, του ψεύδους, της μεγάλης αδικίας και πορνείας.
Ας δούμε, όμως, τι λέει για τους αμαρτωλούς ανθρώπους τέτοιας πόλης, και τι γι' αυτούς που είναι κοντά στον Κύριο: «Χρηστὸς Κύριος τοῖς ὑπομένουσιν αὐτὸν ἐν ἡμέρᾳ θλίψεως καὶ γινώσκων τοὺς εὐλαβουμένους αὐτὸν καὶ ἐν κατακλυσμοῖς πορείας συντέλειαν ποιήσεται τοὺς ἐπεγειρομένους, καὶ τοὺς ἐχθροὺς αὐτοῦ διώξεται σκότος» (Ναούμ, Α' 7 -8). Δηλαδή ο Κύριος είναι ευεργετικός για εκείνους που μένουν κοντά Του στις ημέρες των θλίψεων τους. Γνωρίζει ο Κύριος και περιβάλλει με συμπάθεια εκείνους που Τον σέβονται. Εναντίον όμως των αμαρτωλών, που αλαζονικά με κάθε είδους αμαρτία εγείρονται εναντίον Του, θα ορμήσει σαν κατακλυσμός για να τους εξαφανίσει τελείως. Θα καταδιώξει τους εχθρούς Του και θα τους κυριεύσει το σκοτάδι του θανάτου.
Ο προφήτης Ναούμ πέθανε ειρηνικά και τάφηκε στον τόπο των πατέρων του.
Ἀπολυτίκιον
Ἦχος β’.
Τοῦ Προφήτου σου Ναοὺμ τὴν μνὴμην, Κύριε ἑορτάζοντες, δι᾽ αὐτοῦ σε δυσωποῦμεν· Σῶσον τὰς ψυχὰς ἡμῶν.
Ἕτερον Ἀπολυτίκιον
Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Νόμω ἔλαμψας, προαναγγέλλων, τᾶς τῆς χάριτος, Ναοὺμ Προφήτα, ὀμωνύμως παρακλήσεις ἐν Πνεύματι· δι' ὧν ὁ Λόγος οὐσίαν τὴν βρότειον, ἐπιφανεῖς τοὶς ἀνθρώποις κατηύφρανεν ὅθεν πρέσβευε, Τριάδι τὴ πανοικτίρμονι, δωρήσασθαι ἠμὶν τὸ μέγα ἔλεος.
Κοντάκιον
Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Ὡς πυρσὸς ἀκοίμητος Ναοὺμ Προφῆτα, φρυκτωρεῖς ἐν πέρασι, δι’ αἰνιγμάτων ἱερῶν, τὴν τῶν μελλόντων ἀλήθειαν, ὧν τὰς ἐκβάσεις ὁρῶντες τιμῶμέν σε.
Κάθισμα
Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Ἀμιγῆ χαρακτήρων τῶν κάτω ἔνδοξε, σὺ τὸν νοῦν κεκτημένος, τοῦ θείου Πνεύματος, καθαρώτατον Ναοὺμ δοχεῖον γέγονας, τὰς ἐλλάμψεις τὰς αὐτοῦ, εἰσδεχόμενος λαμπρῶς, καὶ πᾶσι διαπορθμεύων· διό σε ἐκδυσωποῦμεν, ὑπὲρ εἰρήνης τοῦ κόσμου πρέσβευε.
Μεγαλυνάριον
Φρόνημα οὐράνιον αἰσχηκώς, οὐρανίου δόξης, ἐχρημάτισας θεωρός, βίῳ τε τὸν λόγον, Ναοὺμ ἐπισημαίνων· διὸ σὲ ὡς Προφήτην, θεῖον γεραίρομεν.
Άγιος Φιλάρετος ο Ελεήμων
Ο Άγιος Φιλάρετος ήταν υπόδειγμα κάθε αρετής και ιδιαίτερα της αγαθοεργίας. Έζησε στους χρόνους του Κωνσταντίνου Πορφυρογέννητου και της μητέρας αυτού Ειρήνης της Αττικής (780 - 797 μ.Χ.). Γεννήθηκε στο χωριό Αμνία (ή Αμνεία) της Γάγγρας (Παφλαγονία) από ευσεβείς γονείς, τον Γεώργιο και την Άννα. Παντρεύτηκε την Θεοσεβώ και απόκτησε τρία παιδιά. Ένα γιο, τον Ιωάννη, και δύο κόρες, που την πρώτη έλεγαν Υπατία και τη δεύτερη Ευανθία. Ο Φιλάρετος ήταν γεωργός και από τα εισοδήματα του, πλουσιοπάροχα μοίραζε ελεημοσύνη στους φτωχούς. Πεινασμένο έβρισκε; τον χόρταινε. Γυμνό; τον έντυνε. Χήρα και ορφανό; βοηθούσε και παρηγορούσε.
Αλλά ο Θεός επέτρεψε και ο Φιλάρετος κάποτε κατάντησε πολύ φτωχός. Τα κτήματα του τα άρπαξαν οι γείτονες του και το βίος του διασκορπίστηκε .Όλα αυτά τα υπέμεινε χωρίς ποτέ να λυπηθεί ή να βλαστημήσει ή να αγανακτήσει. Στο τέλος του έμειναν μόνο τα μελίσσια του, 250 κυψέλες, δυνατές και παραγωγικές. Και όταν ερχόταν προς αυτόν κάποιος φτωχός, μη έχοντας τι άλλο να του δώσει, τον έπαιρνε, πήγαινε στα μελίσσια, τρυγούσε μια κυψέλη και έδινε το μέλι στο φτωχό για να χορτάσει. Με τον τρόπο αυτό είτε ήταν καιρός για να τρυγήσει είτε δεν ήταν, εξάλειψε όλα τα μελίσσια του.
Ο Θεός που είδε την ασυναγώνιστη πίστη του οικονόμησε με την πρόνοια Του, ώστε ο Κωνσταντίνος ο γιος της βασίλισσας Ειρήνης, να πάρει για γυναίκα του την εγγονή του Αγίου, Μαρία, επειδή ήταν πολύ ωραία στην ψυχή και στο σώμα. Τους γάμους τέλεσε ο Άγιος Ταράσιος (βλέπε 25 Φεβρουαρίου) τον Νοέμβριο του 788 μ.Χ., ο οποίος ήταν τότε Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως. Τον δε Φιλάρετο, ο Αυτοκράτορας τον τίμησε με το αξίωμα του υπάτου (έπαρχος). Έτσι έγινε κάτοχος πολλού πλούτου, που τον διαμοίραζε ακόμα πιο άφθονα στους φτωχούς.
Λίγο πριν πεθάνει, κάλεσε τους συγγενείς του και είπε τα εξής: «Παιδιά μου, μη ξεχνάτε ποτέ τη φιλοξενία, μη επιθυμείτε τα ξένα πράγματα, μη λείπετε ποτέ από τις ακολουθίες και λειτουργίες της Εκκλησίας, και γενικά όπως έζησα εγώ έτσι να ζείτε και εσείς». Και αυτά αφού είπε, ξεψύχησε με τη φράση: «γενηθήτω τὸ θέλημά σου».
Ο Άγιος Φιλάρετος είναι ο προστάτης της Μελισσοκομίας.
Ἀπολυτίκιον
Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Θείας πίστεως περιουσίᾳ, διεσκόρπισας τοῖς δεομένοις τὸν προσιόντα σοι πλοῦτον, Φιλάρετε· καὶ εὐσπλαχνίᾳ κοσμήσας τὸν βίον σου, τὸν χορηγὸν τοῦ ἐλέους ἐδόξασας· Ὃν ἱκέτευε δοθῆναι τοῖς εὐφημοῦσι σε ῥανίδα οἰκτιρμῶν καὶ θεῖον ἔλεος.
Κοντάκιον
Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.
Τοῦ Ἰὼβ κτησάμενος, ἐν πειρασμοῖς τὴν ἀνδρείαν, τοῖς πτωχοῖς διένειμας, ὡς συμπαθὴς τὸν σὸν πλοῦτον· ὤφθης γὰρ, τῆς εὐσπλαγχνίας ἔμψυχος βρύσις, νάμασι, τῶν θείων τρόπων σου ἱλαρύνων, τοὺς ἐκ πόθου σοι βοῶντας· χαίροις θεράπον Χριστοῦ Φιλάρετε.
Μεγαλυνάριον
Χαίροις τῶν πενήτων ὁ προμηθεύς, καὶ τῶν δυστυχούντων, ἀντιλήπτωρ καὶ βοηθός· χαίροις ὁ ἐν οἴκτῳ, τὸν Λόγον θεραπεύσας, Φιλάρετε τρισμάκαρ, Δικαίων σύσκηνε.
Αλλά ο Θεός επέτρεψε και ο Φιλάρετος κάποτε κατάντησε πολύ φτωχός. Τα κτήματα του τα άρπαξαν οι γείτονες του και το βίος του διασκορπίστηκε .Όλα αυτά τα υπέμεινε χωρίς ποτέ να λυπηθεί ή να βλαστημήσει ή να αγανακτήσει. Στο τέλος του έμειναν μόνο τα μελίσσια του, 250 κυψέλες, δυνατές και παραγωγικές. Και όταν ερχόταν προς αυτόν κάποιος φτωχός, μη έχοντας τι άλλο να του δώσει, τον έπαιρνε, πήγαινε στα μελίσσια, τρυγούσε μια κυψέλη και έδινε το μέλι στο φτωχό για να χορτάσει. Με τον τρόπο αυτό είτε ήταν καιρός για να τρυγήσει είτε δεν ήταν, εξάλειψε όλα τα μελίσσια του.
Ο Θεός που είδε την ασυναγώνιστη πίστη του οικονόμησε με την πρόνοια Του, ώστε ο Κωνσταντίνος ο γιος της βασίλισσας Ειρήνης, να πάρει για γυναίκα του την εγγονή του Αγίου, Μαρία, επειδή ήταν πολύ ωραία στην ψυχή και στο σώμα. Τους γάμους τέλεσε ο Άγιος Ταράσιος (βλέπε 25 Φεβρουαρίου) τον Νοέμβριο του 788 μ.Χ., ο οποίος ήταν τότε Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως. Τον δε Φιλάρετο, ο Αυτοκράτορας τον τίμησε με το αξίωμα του υπάτου (έπαρχος). Έτσι έγινε κάτοχος πολλού πλούτου, που τον διαμοίραζε ακόμα πιο άφθονα στους φτωχούς.
Λίγο πριν πεθάνει, κάλεσε τους συγγενείς του και είπε τα εξής: «Παιδιά μου, μη ξεχνάτε ποτέ τη φιλοξενία, μη επιθυμείτε τα ξένα πράγματα, μη λείπετε ποτέ από τις ακολουθίες και λειτουργίες της Εκκλησίας, και γενικά όπως έζησα εγώ έτσι να ζείτε και εσείς». Και αυτά αφού είπε, ξεψύχησε με τη φράση: «γενηθήτω τὸ θέλημά σου».
Ο Άγιος Φιλάρετος είναι ο προστάτης της Μελισσοκομίας.
Ἀπολυτίκιον
Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Θείας πίστεως περιουσίᾳ, διεσκόρπισας τοῖς δεομένοις τὸν προσιόντα σοι πλοῦτον, Φιλάρετε· καὶ εὐσπλαχνίᾳ κοσμήσας τὸν βίον σου, τὸν χορηγὸν τοῦ ἐλέους ἐδόξασας· Ὃν ἱκέτευε δοθῆναι τοῖς εὐφημοῦσι σε ῥανίδα οἰκτιρμῶν καὶ θεῖον ἔλεος.
Κοντάκιον
Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.
Τοῦ Ἰὼβ κτησάμενος, ἐν πειρασμοῖς τὴν ἀνδρείαν, τοῖς πτωχοῖς διένειμας, ὡς συμπαθὴς τὸν σὸν πλοῦτον· ὤφθης γὰρ, τῆς εὐσπλαγχνίας ἔμψυχος βρύσις, νάμασι, τῶν θείων τρόπων σου ἱλαρύνων, τοὺς ἐκ πόθου σοι βοῶντας· χαίροις θεράπον Χριστοῦ Φιλάρετε.
Μεγαλυνάριον
Χαίροις τῶν πενήτων ὁ προμηθεύς, καὶ τῶν δυστυχούντων, ἀντιλήπτωρ καὶ βοηθός· χαίροις ὁ ἐν οἴκτῳ, τὸν Λόγον θεραπεύσας, Φιλάρετε τρισμάκαρ, Δικαίων σύσκηνε.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)