Κυριακή 1 Νοεμβρίου 2015

Η ΠΑΡΑΒΟΛΗ ΤΟΥ ΠΛΟΥΣΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΛΑΖΑΡΟΥ

Χωρὶς ἀνθρωπιὰ
Ἡ παραβολὴ τοῦ πλουσίου καὶ τοῦ Λαζάρου ποὺ ἀναγινώσκεται στὴ σημερινὴ εὐαγγελικὴ περικοπὴ φέρνει στὸ προσκήνιο τὸ διαχρονικὸ πρόβλημα τοῦ πλούτου καὶ τῆς φτώχειας. Παρουσιάζει μὲ τρόπο ἔντονα τραγικὸ τὴν κοινωνικὴ ἀνισότητα καὶ ἐξετάζει τὸ φαινόμενο αὐτὸ μέσα ἀπὸ τὸ πρίσμα τῆς αἰωνιότητος.
Ζοῦσε κάποτε ἕνας πλούσιος ἄνθρωπος. Κάθε μέρα ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς φοροῦσε τὰ πιὸ ἀκριβὰ ροῦχα καὶ διασκέδαζε μὲ συμπόσια τὰ ὁποῖα ὀργάνωνε στὸ εὐρύχωρο καὶ πολυτελέστατο οἴκημα ὅπου κατοικοῦσε.
Ἐνῶ ὅμως ὁ πλούσιος ἀπολάμβανε τὴ ζωή του, ἀκριβῶς ἔξω ἀπὸ τὴν πύλη τοῦ σπιτιοῦ του ζοῦσε παραπεταμένος ἕνας φτωχὸς μὲ τὸ ὄνομα Λάζαρος, σὲ ἄθλια κατάσταση. Ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς πεινοῦσε καὶ προσπαθοῦσε νὰ χορτάσει ἀπὸ τὰ ψίχουλα ποὺ ἔπεφταν ἀπὸ τὸ τραπέζι τοῦ πλουσίου. Πονοῦσε καὶ ὑπέφερε, ἀλλὰ κανεὶς δὲν τοῦ ἔδινε σημασία. Μόνο κάποια σκυλιὰ τὸν πλησίαζαν κι ἔγλειφαν τὶς ἀνοιχτὲς πληγὲς ἀπὸ τὸ καταπληγωμένο σῶμα του... Αὐτὴ ἦταν ἡ κατάσταση... Τὸ ἴδιο συμβαίνει καὶ σήμερα.
Γιατί ὅμως νὰ ὑπάρχει αὐτὴ ἡ ἀντίθεση; Γιατί ἄλλοι νὰ κολυμποῦν μέσα στὰ πλούτη τους κι ἄλλοι νὰ στεροῦνται καὶ τὰ ἀναγκαῖα γιὰ τὴ συντήρησή τους; Ὁπωσδήποτε γιὰ τὴν κατάσταση αὐτὴ δὲν εὐθύνεται ὁ Θεὸς Δημιουργός, ὁ Ὁποῖος ἔπλασε τὸν ἄνθρωπο καὶ τὸν ἔθεσε στὸν Παράδεισο τῆς τρυφῆς, γιὰ νὰ χαίρεται καὶ νὰ ἀπολαμβάνει τὰ ἄφθονα ἀγαθά του. Τὴν εὐθύνη γιὰ τὴν κατάσταση αὐτὴ τὴν ἔχει ὁ ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος ἐξαιτίας τοῦ ἐγωισμοῦ του ἐπιδιώκει νὰ ἀποκτᾶ ὅλο καὶ περισσότερα πλούτη γιὰ νὰ τὰ ἐκμεταλλεύεται ἀποκλειστικὰ πρὸς τὸ συμφέρον του. Ἔτσι ἀδιαφορεῖ γιὰ τὸν συνάνθρωπό του ἀκόμη κι ὅταν τὸν βλέπει στὴν ἔσχατη δυστυχία.
Ἄλλωστε στὴ συγκεκριμένη παραβολὴ εἶναι φανερὸ ὅτι ἡ τρομερὴ ἀντίθεση ποὺ εἶχε δημιουργηθεῖ θὰ μποροῦσε νὰ εἶχε ἐξομαλυνθεῖ ἂν ὁ πλούσιος ἔδειχνε λίγο ἐνδιαφέρον γιὰ τὸν φτωχὸ Λάζαρο, ὁ ὁποῖος δὲν ἦταν μακριὰ ἀλλὰ δίπλα στὴν πόρτα του! Τόσο δύσκολο ἦταν νὰ τοῦ δώσει λίγο φαγητό; Τόσο ἀναίσθητος ἦταν, ὥστε νὰ μὴ συμπονᾶ τὸν ἄνθρωπο ποὺ τὸν ἔβλεπε νὰ ὑποφέρει; Ἐνῶ καὶ τὰ σκυλιὰ ἔκαναν συντροφιὰ στὸν πτωχὸ Λάζαρο, ὁ πλούσιος γιατί δὲν στάθηκε ἔστω γιὰ λίγο κοντά του;... Ποῦ καταντᾶ ὁ ἄνθρωπος ὅταν δὲν ἔχει ἀγάπη...! Χειρότερος κι ἀπὸ τοὺς σκύλους!
Ὡστόσο αὐτὴ ἡ κοινωνικὴ ἀδικία δὲν θὰ συνεχίζεται αἰώνια. Θὰ ἔρθει κάποτε ἡ ὥρα τῆς δικαιοσύνης. Αὐτὴν τὴν ὥρα παρουσίασε ὁ Κύριος στὴ συνέχεια τῆς παραβολῆς.
Μαζὶ μὲ τοὺς Ἀγγέλους καὶ τοὺς Ἁγίους
Κάποτε πέθανε ὁ φτωχός, καὶ οἱ ἄγγελοι τοῦ Θεοῦ τὸν μετέφεραν στὴν ἀγκαλιὰ τοῦ Ἀβραάμ, μέσα στὸν Παράδεισο. Πέθανε καὶ ὁ πλούσιος, καὶ οἱ ἄνθρωποι τὸν ἔθαψαν μὲ μεγαλοπρέπεια.
Αὐτὸς ὅμως βρέθηκε νὰ βασανίζεται στὸν τόπο τοῦ Ἅδη. Κι ἐκεῖ καθὼς σήκωσε τὰ μάτια του καὶ εἶδε ἀπὸ μακριὰ τὸν Ἀβραὰμ καὶ τὸν Λάζαρο νὰ εἶναι στὴν ἀγκαλιά του, φώναξε γιὰ νὰ ζητήσει βοήθεια:
-Πατέρα μου Ἀβραάμ, λυπήσου με καὶ στεῖλε τὸν Λάζαρο νὰ βρέξει μὲ νερὸ τὴν ἄκρη τοῦ δακτύλου του καὶ νὰ δροσίσει τὴ γλώσσα μου... Καίγομαι!
Ὁ Ἀβραὰμ ὅμως τοῦ ἀπάντησε:
-Παιδί μου, θυμήσου ὅτι ἐσὺ ἀπόλαυσες μὲ τὸ παραπάνω τὰ ἀγαθά σου ὅταν ζοῦσες στὴ γῆ, ἐνῶ ὁ Λάζαρος ἀντίστοιχα ἀπόλαυσε τὰ κακὰ τῆς δυστυχίας καὶ τῆς ἀσθένειας. Τώρα ἐδῶ ὁ Λάζαρος παρηγορεῖται γι’ αὐτὰ ποὺ ὑπέμεινε τότε, ἐνῶ ἐσὺ βασανίζεσαι ἀδιάκοπα, ὅπως ἀδιάκοπη καὶ συνεχὴς ἦταν ἡ εὐτυχία σου πάνω στὴ γῆ. Κι ἐκτὸς ἀπ’ ὅλα αὐτὰ ὑπάρχει ἀνάμεσά μας μεγάλο κι ἀγεφύρωτο χάσμα.
Τότε εἶπε ὁ πλούσιος:
-Τουλάχιστον, σὲ παρακαλῶ, στεῖλε τὸν Λάζαρο στὸ σπίτι τοῦ πατέρα μου, ὅπου ἔχω πέντε ἀδελφούς, γιὰ νὰ τοὺς μιλήσει γιὰ ὅσα συμβαίνουν ἐδῶ καὶ νὰ μὴν πάθουν τὰ ἴδια ποὺ ἔπαθα ἐγώ.
-Ἔχουν τὸν Μωυσῆ καὶ τοὺς Προφῆτες, ἀπάντησε ὁ Ἀβραάμ. Ἂς ἀκούσουν ἐκείνους.
-Ὄχι, πάτερ Ἀβραάμ, δὲν θὰ ὑπακούσουν στὸ Μωυσῆ καὶ στοὺς Προφῆτες. Ἐὰν ὅμως πάει σ’ αὐτοὺς κάποιος ἀπὸ τοὺς νεκρούς, θὰ μετανοήσουν.
-Ἐὰν δὲν ἔχουν τὴν καλὴ διάθεση νὰ ὑπακούσουν στὸ Μωυσῆ καὶ στοὺς Προφῆτες, ἀκόμη κι ἂν ἀναστηθεῖ κάποιος ἀπὸ τοὺς νεκρούς, αὐτοὶ δὲν πρόκειται νὰ πεισθοῦν.
Μὲ τὰ λόγια αὐτὰ τοῦ Ἀβραὰμ ἔκλεισε ὁ δραματικὸς διάλογος μὲ τὸν πλούσιο ποὺ φώναζε ἀπὸ τὰ τάρταρα τοῦ Ἅδη.
Ἐκεῖνος ποὺ δὲν ἀκούστηκε καθόλου νὰ μιλᾶ εἶναι ὁ φτωχὸς Λάζαρος. Τί χρειάζεται ὅμως νὰ μιλήσει; Ἐκ μέρους του ἀπαντᾶ στὸν πλούσιο ὁ δίκαιος Ἀβραάμ. Τὸν ὑπερασπίζεται ὁ μέγας πατριάρχης!
Τί τιμὴ γιὰ τὸν φτωχὸ Λάζαρο...! Στὴ γῆ ἦταν περιφρονημένος. Στὸν οὐρανὸ συνοδεύεται ἀπὸ ἀγγέλους καὶ περιβάλλεται μὲ ἀγάπη ἀπὸ τὸν πατριάρχη Ἀβραάμ! Ἂς τὸ ὑπογραμμίσουμε αὐτό. Οἱ Ἄγγελοι καὶ οἱ Ἅγιοι παρακολουθοῦν τὴ ζωή μας, γνωρίζουν τὶς θλίψεις καὶ τοὺς πειρασμοὺς ποὺ ἀντιμετωπίζουμε καὶ μᾶς ἑτοιμάζουν τόπο ἀναπαύσεως καὶ στεφάνια δόξης, ἂν μείνουμε πιστοὶ μέχρι τέλους.
Ἂς μὴ μᾶς λυγίζουν λοιπὸν οἱ δοκιμασίες οὔτε οἱ ἀδικίες καὶ οἱ κοινωνικὲς ἀνισότητες. Οἱ Μάρτυρες καὶ Ὁμολογητές, οἱ Ὅσιοι καὶ Δίκαιοι καί ὅλοι οἱ Ἅγιοι μᾶς ἔδειξαν τὸν δρόμο τῆς ὑπομονῆς καὶ τῆς ἐλπίδας καὶ μᾶς περιμένουν γιὰ νὰ ἀπολαύσουμε μαζί τους τὴν αἰώνια δόξα καὶ μακαριότητα.

Η δικαιοσύνη του Θεού

Δημήτρης Μαυρόπουλος

Στοὺς περίφημους Μακαρισμοὺς τοῦ Κυρίου, ποὺ καταγράφονται στὸ κατὰ Ματθαῖον εὐαγγέλιο (Ματθ. 5,3-11) ὡς εἰσαγωγὴ στὴν «Ἐπὶ τοῦ ὄρους ὁμιλία», ὑπάρχουν δύο στίχοι ποὺ ἀναφέρονται στὴ δικαιοσύνη ὡς συνθήκη τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ. Πρόκειται α) γιὰ τὸν στίχο 6: «Μακάριοι οἱ πεινῶντες καὶ διψῶντες τὴν δικαιοσύνην, ὅτι αὐτοὶ χορτασθήσονται», καὶ β) γιὰ τὸν στίχο 10: «Μακάριοι οἱ δεδιωγμένοι ἕνεκεν δικαιοσύνης, ὅτι αὐτῶν ἐστιν ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν». Στὸν πρῶτο στίχο φαίνεται ἐκ πρώτης ὄψεως νὰ ἀναφέρεται ὁ Χριστὸς σὲ μιὰ δικαιοσύνη τῆς κοινωνίας, τῆς βιοτῆς δηλαδὴ τῶν ἀνθρώπων, ἐνῶ στὴ δεύτερη εἶναι σαφὴς ἡ ἀναφορά του σὲ μιὰ ἐσχατολογικὴ δικαιοσύνη.

Μέσα λοιπὸν ἀπὸ μιὰ εἰκόνα ποὺ περιγράφει τὴ φυσικὴ ἀνάγκη κάθε ἀνθρώπου, τὴν πείνα καὶ τὴ δίψα, εἰσάγει ὁ Ἰησοῦς τὸ μέγα θέμα τῆς δικαιοσύνης, τόσο ζωτικό, ὅσο τὰ βασικὰ στοιχεῖα τῆς ζωῆς. Τὸ τί σημαίνει αὐτὴ ἡ δικαιοσύνη, κατατίθεται ἀπὸ τὸν εὐαγγελιστὴ Ματθαῖο στὴν περιγραφὴ τῶν τριῶν πειρασμῶν ποὺ ὑπέστη ὁ Χριστὸς καὶ ποὺ κατ᾽ οὐσίαν ὑφίσταται κάθε ἄνθρωπος. Ἂν οἱ ἀναγκαιότητες τῆς ἀνθρώπινης φύσης αἰχμαλωτίζουν τὸν ἄνθρωπο καὶ τὸν παγιδεύουν σὲ ἐξαρτήσεις ἀπὸ ἀγαθὰ καὶ δυνάμεις τῆς κτιστότητας, ὁ Ἰησοῦς ὡς νέος Ἀδὰμ ἀπαντάει ὅτι «οὐκ ἐπ᾽ ἄρτῳ μόνον ζήσεται ἄνθρωπος», ὅτι δὲν ὑποτάσσεται σὲ θαυματουργικὲς καὶ ἄλογες δυνάμεις, ὅτι δὲν ἐνδιαφέρεται γιὰ τὰ βασίλεια τῆς γῆς. Αὐτὸ προβάλλεται ἀπὸ τὸν Χριστὸ ὡς ἔκφραση τῆς ἐναρμόνισης τοῦ θελήματός του μὲ τὸ θέλημα τοῦ οὐράνιου Πατέρα του. Καὶ αὐτὸ εἶναι ἡ δικαιοσύνη ποὺ ἐγκαινιάζεται στὴν ἱστορία, ἡ ὁποία ὅμως ἔχει ὡς πρότυπό της τὴ δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ.

Αὐτὴ τὴ δικαιοσύνη τὴν ἀποκάλυψε τὸ Ἅγιο Πνεῦμα στοὺς προφῆτες, οἱ ὁποῖοι τὴν περιγράφουν ὡς τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ. Κατὰ τὴν παράδοση τοῦ θείου νόμου στὸν Μωυσῆ, ὁ Κύριος ἀποκαλύπτει τὸ ὄνομά του: «Κύριος ὁ Θεὸς οἰκτίρμων καὶ ἐλεήμων, μακρόθυμος καὶ πολυέλεος καὶ ἀληθινός, καὶ δικαιοσύνην διατηρῶν καὶ ἔλεος εἰς χιλιάδας…» (Γέν. 34,6-7). Πρόκειται οὐσιαστικὰ γιὰ τὴν πιστότητα τοῦ Θεοῦ, ποὺ κορυφώθηκε μὲ τὴν ἐνανθρώπηση τοῦ Υἱοῦ του.

Ἡ δικαιοσύνη τοῦ Χριστοῦ μαρτυρεῖται στὰ εὐαγγέλια ὡς δικαιοσύνη θυσιαστική. Ἀκόμη περισσότερο, σὲ κάθε πείνα καὶ δίψα δικαιοσύνης προτείνει ἕνα ἄλλου περιεχομένου χορτασμό: βρώση καὶ πόση τοῦ σώματός του καὶ τοῦ αἵματός του. «Λάβετε φάγετε…, πίετε ἐξ αὐτοῦ πάντες…». Θυμηθεῖτε ποιὸ νερὸ προσφέρει στὴ Σαμαρείτισσα: «ἐγώ εἰμι… Ὃς ἂν πίῃ ἐκ τοῦ ὕδατος οὗ ἐγὼ δώσω αὐτῷ, οὐ μὴ διψήσῃ εἰς τὸν αἰῶνα» (Ἰωάν. 4,14).

Δὲν πρόκειται λοιπὸν γιὰ μιὰ ἀφηρημένη ἔννοια δικαιοσύνης, ἀλλὰ γιὰ τὴ δικαιοσύνη ποὺ πηγάζει ἀπὸ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Δίκαιος ὀνομάζεται ὁ Θεός, καὶ ἡ δικαιοσύνη του ταυτίζεται μὲ τὴν ἀγάπη του. Ὅλο τὸ ἔργο τῆς θείας Οἰκονομίας, μὲ ἀποκορύφωμα τὴν ἐνανθρώπηση τοῦ Υἱοῦ, ὅλες οἱ ἐνέργειές του, ἐκδηλώθηκαν-καὶ ἐξακολουθοῦν νὰ ἐκδηλώνονται–ὡς θεία δικαιοσύνη. Μπορεῖ ὁ κόσμος νὰ ἀποδεχθεῖ μιὰ τέτοια δικαιοσύνη ποὺ ἐκφράζεται ὡς ἀγάπη; Ἡ ἱστορία μᾶς λέει ὅτι δὲν μπορεῖ. Ὅπως διατυπώνεται στὴν Πρὸς Διόγνητον Ἐπιστολή, οἱ χριστιανοὶ «ἀγαπῶσι πάντας, καὶ ὑπὸ πάντων διώκονται» (V).

Ἡ ζωὴ τοῦ πιστοῦ ἀναπαύεται σ᾽ αὐτὴ τὴ δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ. Καὶ ὅπως μαρτυρεῖται στὶς ἁγιογραφικὲς πηγές, τὸ εἴπαμε ἤδη, αὐτὴ ἡ δικαιοσύνη ταυτίζεται μὲ τὴν ἀγάπη. Ὁ Θεὸς εἶναι ἀγάπη, μᾶς λέει ὁ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης, δηλαδὴ εἶναι δίκαιος. Ἡ δικαιοσύνη αὐτὴ δὲν προσφέρεται ὡς ἀτομικὴ ἐπιβράβευση. Ὑπάρχει οὕτως ἢ ἄλλως, καὶ ἐνεργεῖ στὸν πιστό, ἐὰν αὐτὸς ἔχει καλλιεργήσει τὸν ἑαυτό του γιὰ νὰ τὴν ἀποδεχτεῖ καὶ νὰ τὴν ὑποδεχτεῖ. Αὐτὴ τὴν καλλιέργεια ὁ ποιητὴς τὴν ὀνομάζει «καθαριότητα τῶν χειρῶν μου» (Ψαλμ. 17,21). «Καθαριότητα τῶν χειρῶν» σημαίνει πράξεις. Αὐτὸ ποὺ ἀποδίδει ὁ πιστὸς στὸν Θεὸ εἶναι ἡ πίστη του καὶ ἡ παράδοση στὸ θέλημά του. Αὐτὸ ποὺ τοῦ ἀνταποδίδεται ἀπὸ τὸν Θεό, εἶναι ἡ παρουσία του ὡς δικαιοσύνη, δηλαδὴ ὡς ἀγάπη. Πρόκειται γιὰ μιὰ ἀντικατάπεμψη, ποὺ συνοψίζεται στὴν ἔκφραση «θεία χάρις». Θυμηθεῖτε τὴν εὐχὴ τῆς θείας Λειτουργίας, ποὺ ἀναπέμπουμε στὸν Κύριο μετὰ τὸν καθαγιασμὸ τῶν τιμίων δώρων: «Ὅπως ὁ φιλάνθρωπος Θεὸς ἡμῶν, ὁ προσδεξάμενος αὐτὰ […] ἀντικαταπέμψῃ ἡμῖν τὴν θείαν χάριν καὶ τὴν δωρεὰν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος». Αὐτὴ εἶναι ἡ δυναμικὴ σχέση κτιστοῦ καὶ ἀκτίστου: πέμψις καὶ ἀντικατάπεμψις.

Τὸ ἑβραϊκὸ κείμενο τῆς Γραφῆς παραδίδει τὴ λέξη «τσεδακά», ποὺ σημαίνει «δικαιοσύνη». Οἱ Ο´ ὅμως ὅταν μεταφράζουν ἔχουν ὑπόψη τους ὅλη τὴ σοφιολογικὴ γραμματεία ποὺ ἔχει ἀναπτυχθεῖ ἐν τῷ μεταξὺ στὴν ἑβραϊκὴ παράδοση, καὶ ξέρουν ὅτι ἡ δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ εἶναι ταυτισμένη μὲ τὸ ἔλεός του. Ἡ δικαιοσύνη, τελικά, εἶναι τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Ὁ Θεὸς εἶναι δίκαιος ἐπειδὴ ὁ Θεὸς εἶναι ἐλεήμων. Αὐτὴ εἶναι ἡ δικαιοσύνη του. Γι’ αὐτὸ στοὺς Ο´ οἱ δύο λέξεις πολὺ συχνὰ ταυτίζονται. Σὲ πάρα πολλὰ σημεῖα τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ἀντὶ τῆς λέξης «δικαιοσύνη» οἱ Ο´ χρησιμοποιοῦν τὴ λέξη «ἐλεημοσύνη». Ἑπομένως, ἡ εὐλογία καὶ ἡ ἐλεημοσύνη τοῦ Κυρίου εἶναι τὸ δῶρο τοῦ Θεοῦ σὲ ὅσους ἀποφασίζουν νὰ ἀνέβουν στὸν τόπο του.

Ἡ δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ ἐκφράζεται μὲ τὴν παρουσία του, καὶ παρουσία τοῦ Θεοῦ σημαίνει παρουσία τῶν θείων (ἄκτιστων) ἐνεργειῶν. Ἂν ἡ συνεχὴς πνευματικὴ ἄσκηση (τῆς σωματικῆς συμπεριλαμβανομένης) ἐπι-τρέ¬πει τὴν παρουσία αὐτῶν τῶν θείων ἐνεργειῶν νὰ λειτουργοῦν ἐντός μας («ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἐντὸς ἡμῶν ἐστι» – βλ. Λουκ. 17,21), ἡ ἁμαρτία τοῦ κόσμου τούτου νικιέται. Ἡ προειδοποίηση τοῦ Χριστοῦ εἶναι σαφής: «Ἀλλὰ θαρσεῖτε· ἐγὼ νενίκηκα τὸν κόσμον» (Ἰωάν. 16,23).

Μὲ ἄλλα λόγια: ἡ δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ εὐσπλαχνία του. Μιὰ εὐσπλαχνία ποὺ προεικονίζεται στὴν προϊστορία τῆς Ἐκκλησίας, στὴν Παλαιὰ Διαθήκη δηλαδή, ἰδίως στοὺς προφῆτες – ὁ Ὠσηὲ εἶναι ὑπέροχος σ’ αὐτὸ τὸ σημεῖο. Μιὰ εὐσπλαχνία ποὺ ταυτίζεται μὲ τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ. Ὅπως εἴπαμε στὴν ἀρχή, στὸ ὄρος Χωρὴβ ὁ Μωυσῆς μαθαίνει τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ: «Ἐγώ εἰμι ὁ Ὤν» (στὴν ἑβραϊκὴ βίβλο: εἶμαι καὶ θὰ εἶμαι αὐτὸ ποὺ ἤμουν). Καὶ στὸ ὄρος Σινὰ τοῦ ἀποκαλύπτεται ἀνεπτυγμένο αὐτὸ τὸ ὄνομα: Κύριος πολυέλεος καὶ πολυεύσπλαχνος καὶ ἀληθινός. Εἶναι τὸ ὄνομά του, ἀλλὰ αὐτὸ τὸ ὄνομα ὁδεύει ὡς σκιὰ μέσα στὴν ἱστορία. Θὰ φανερωθεῖ αὐτὸ τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ, αὐτὴ ἡ δικαιοσύνη του, ψηλαφητὰ πλέον, ὅταν θὰ ἔχουμε τὸν ἴδιο τὸν Υἱό του. Ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἀναπτύσσει αὐτὴ τὴν ἀντίληψη, ὑπογραμμίζοντας ὅτι ἐνῶ ὅλοι ἔχουμε κάνει λάθος καὶ ὅλοι ὑστερούμαστε λόγῳ τοῦ λάθους περὶ τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ, ὡστόσο δικαιωνόμαστε, ἔρχεται μιὰ δικαιοσύνη καὶ μᾶς δικαιώνει ἐξαιτίας τῆς χάριτος, μιᾶς χάριτος ποὺ μᾶς ἀπολύτρωσε, μᾶς ἔσωσε, στὸ πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, τὸν ὁποῖο μᾶς τὸν ἔδωσε ὁ Θεὸς ὡς ἱλαστήριον, ὡς ἐξαγορὰ τῶν λαθῶν μας. Καὶ μὲ τὸ αἷμα του πέτυχε αὐτὴν τὴν ἀπολύτρωση, ὥστε νὰ φανεῖ ποιὰ εἶναι ἡ δικαιοσύνη του: εἰς ἔνδειξη τῆς δικαιοσύνης. Τὴ δικαιοσύνη αὐτὴ τὴν ἀποκαλύπτει ὁ Υἱός, ὁ Ἰησοῦς Χριστός: «πρὸς ἔνδειξιν τῆς δικαιοσύνης αὐτοῦ ἐν τῷ νῦν καιρῷ, εἰς τὸ εἶναι αὐτὸν δίκαιον καὶ δικαιοῦντα τὸν ἐκ πίστεως» (Ρωμ. 3,26). Δὲν εἶναι ἰδιότητα τοῦ Θεοῦ ἡ δικαιοσύνη, ἀλλὰ εἶναι ὄνομα τοῦ Θεοῦ, εἶναι ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖο ὑπάρχει ὁ Θεός. Μιὰ τέτοια δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ δὲν ἔχει νὰ κάνει μὲ τὴ δικαιοσύνη ποὺ μπορεῖ νὰ γνωρίσει ὁ ἄνθρωπος, νὰ ἀναπτύξει, νὰ περιγράψει, ἂν θέλετε νὰ ἐνεργοποιήσει στὴ ζωή του. Εἶναι μιὰ ἄλλης τάξεως δικαιοσύνη. Εἶναι ἡ δικαιοσύνη στὴν ὁποία μᾶς καλεῖ ὁ Ἠσαΐας: «δικαιοσύνην μάθετε οἱ ἐνοικοῦντες ἐπὶ τὴν γῆν» (Ἠσ. 26,9). Πρόκειται λοιπὸν γιὰ μιὰ δικαιοσύνη ποὺ δικαιώνει αὐτὸν ποὺ παραδίδεται στὸν Ἰησοῦ: «καὶ δικαιοῦντα τὸν ἐκ πίστεως Ἰησοῦ» (Ρωμ. 3,26).

Ἔχει παίξει τεράστιο ρόλο στὴν ἱστορία τοῦ Ἰσραὴλ τὸ θέμα τῆς δικαιοσύνης. Αὐτὸς ποὺ πρῶτος χαρακτηρίζεται δίκαιος εἶναι ὁ Ἀβραάμ. Καὶ χαρακτηρίζεται δίκαιος ὄχι γιατὶ ἔκανε κάτι ἀπὸ αὐτὰ ποὺ ἐμεῖς θεωροῦμε δίκαια πράγματα, ἀλλὰ θεωρεῖται δίκαιος γιατὶ πίστεψε. Ἡ πίστη τὸν κάνει νὰ εἶναι δίκαιος, πίστη μὲ τὴν ἔννοια τῆς ἐμπιστοσύνης, τῆς παραδόσεως. Παραδίδεται, ἐμπιστεύεται αὐτὸν ποὺ τὸν καλεῖ. Στὴν περίπτωση τοῦ Ἀβραὰμ ἔχουμε μιὰ κλήση: φύγε ἀπὸ καὶ πήγαινε πρός. Καὶ παραδίδεται ὁ Ἀβραὰμ σ’ αὐτὴ τὴν κλήση, δηλαδὴ ἀναπτύσσει σχέση ἐμπιστοσύνης μὲ αὐτὸν ποὺ τὸν καλεῖ· σὲ αὐτὸν ποὺ τὸν καλεῖ παραδίδεται μὲ ἐμπιστοσύνη. Αὐτὸ λέγεται πίστις. Θὰ θυμόσαστε ἴσως, πῶς ἀναπτύσσει ὁ ἀπόστολος Παῦλος αὐτὸ τὸ θέμα τῆς πίστεως τοῦ Ἀβραάμ. Γι’ αὐτὸ καὶ χαρακτηριστικὰ λέει: «ἐπίστευσεν Ἀβραὰμ τῷ Θεῷ καὶ ἐλογίσθη αὐτῷ εἰς δικαιοσύνην» (Ρωμ. 4,3), φράση ποὺ τὴν ἀντλεῖ ἀπὸ τὴν Παλαιὰ Διαθήκη (βλ. Γέν. 15,6) – αὐτὴ ἡ πίστη μέτρησε ὡς δικαιοσύνη. Ταυτίζεται, δηλαδή, ἡ πίστη μὲ τὴ δικαιοσύνη.

Κατὰ τὸν Γρηγόριο Νύσσης (Κατὰ Εὐνομίου, 6, PG 45, 724D), ἡ δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ αἰτία τῆς σωτηρίας τοῦ κόσμου («οὐκοῦν οἱ διὰ τοῦ υἱοῦ σωθέντες τῇ δυνάμει τοῦ πατρὸς ἐσώθησαν»), καὶ αὐτὴ ἡ δικαιοσύνη εἶναι ἐπίσης τὸ μέτρο διὰ τοῦ ὁποίου κρίνεται ὁ ἄνθρωπος («καὶ οἱ παρὰ τούτου κρινόμενοι τῇ δικαιοσύνῃ τοῦ θεοῦ τὴν κρίσιν ὑπέχουσιν»). Τελικά, ἡ δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ εἶναι ὁ Χριστός, καὶ μᾶς τὴν ἀποκάλυψε ὄχι μόνον μὲ τὰ λόγια του ἀλλὰ καὶ μὲ τὶς πράξεις του («Χριστὸς γάρ ἐστιν ἡ τοῦ θεοῦ δικαιοσύνη ἡ διὰ τοῦ εὐαγγελίου ἀποκαλυπτομένη»). Μάλιστα, ὁ Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος (Εἰς Ρωμαίους, 7, PG 60, 444), ὑπογραμμίζει ὅτι ὁ Χριστός, ὡς ἡ δικαιοσύνη τοῦ Πατρός, δικαιώνει καὶ τοὺς ἐν ἁμαρτίαις εὑρισκομένους («μὴ μόνον αὐτὸν εἶναι δίκαιον, ἀλλὰ καὶ τὸ ἑτέρους ἐν ἁμαρτίαις κατασαπέντας ἐξαίφνης δικαίους ποιεῖν»).

Ὅταν λοιπὸν μιλᾶμε γιὰ δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ, «ἐν τῇ δικαιοσύνῃ σου», ἀναφερόμαστε στὴν παρουσία μιᾶς οὐσιώδους σχέσης. Τὸ λάθος τοῦ πρώτου ἀνθρώπου εἶναι ἡ διακοπὴ αὐτῆς τῆς σχέσης. Ὁ ἄνθρωπος προσπαθεῖ νὰ ἐπανορθώσει αὐτὸ τὸ ἀρχικὸ λάθος, κάνοντας παρούσα αὐτὴ τὴ σχέση. Τὸ κατορθώνει; Ἡ ἱστορία μᾶς λέει, ὄχι. Ἀκόμα καὶ μετὰ τὸν Χριστὸ ἡ ἱστορία μᾶς λέει, ὄχι. Δὲν μποροῦμε νὰ κατορθώσουμε αὐτὴ τὴ σχέση. Μποροῦμε ὅμως νὰ ἀποδεχθοῦμε τὴ δωρεὰ αὐτῆς τῆς παρουσίας. Εἶναι πολὺ διαφορετικό. Ἀποδεχόμαστε τὴ δωρεὰ αὐτῆς τῆς παρουσίας καὶ κατὰ τὸ μέτρο πιὰ τῆς ἄσκησής μας, τῆς διάθεσής μας, παραδιδόμαστε σ’ αὐτὴ τὴν παρουσία.

Αγία Ελένη η Παρθενομάρτυς από τη Σινώπη

Η Αγία Ελένη μαρτύρησε τον 18ο αιώνα μ.Χ. Καταγόταν από την ωραία πόλη του Πόντου Σινώπη και ήταν κόρη της ευσεβούς οικογενείας Μπεκιάρη. Ήταν 15 ετών ωραιότατη στο σώμα, η δε αγνότητα της έδινε ιδιαίτερη χάρη στο πρόσωπο της. Διακρινόταν για την υπακοή στους γονείς της και τον θερμό έρωτα της ψυχής της προς τον νυμφίο Χριστό. Στην ανατροφή της επέδρασε ιδιαίτερα ο θείος της, αδελφός του πατέρα της, ο οποίος δίδασκε τότε σε Ελληνικό κρυφό Σχολεόο της Σινώπης.

Μια μέρα λοιπόν, η μητέρα της την έστειλε ν' αγοράσει νήματα για το κέντημα, από το κατάστημα του Κρύωνα. Στο δρόμο υπήρχε το σπίτι του Ουκούζογλου πασά, διοικητού της Σινώπης. Την ώρα που περνούσε η Ελένη, ο πασάς την είδε απ' το παράθυρο. Η ωραιότητα της τράβηξε την ακόλαστη ψυχή του και σκέφθηκε να τη μολύνει. Διέταξε τότε και την έφεραν μπροστά του. Αφού έμαθε ποια ήταν, προσπάθησε πολλές φορές να τη βιάσει, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Διότι ένα αόρατο τείχος προστάτευε την Ελένη, που συνεχώς προσευχόταν.

Ο πασάς, αντί να δει το θαύμα, σκλήρυνε περισσότερο η ψυχή του και επειδή δεν μπορούσε να ικανοποιήσει τον σκοπό του, τη βασάνισε σκληρά και τελικά την αποκεφάλισε. Το Ιερό της λείψανο το έβαλαν σε ένα σάκο και το έριξαν στη θάλασσα,. Αντί όμως να βυθιστεί, το λείψανο της Αγίας επέλπλεε και ένα ουράνιο φως το φώτιζε. Το σεπτό Λείψανο συνέχισε να επιπλέει, ώσπου έφτασε στην τοποθεσία Γάει, όπου λόγω του μεγάλου βάθους της θάλασσας τα νερά είναι μαύρα. Εκεί πλέον βυθίστηκε.

Μετά από αρκετές ημέρες, ένα ελληνικό πλοίο αγκυροβόλησε στην τοποθεσία Γάει. Ένα βράδυ, ο φύλακας του πλοίου παρατήρησε ότι από το πυθμένα της θάλασσας έβγαινε ένα φως και νόμισε ότι εκεί θα υπήρχε ένα μεγάλος θυσαυρός από χρυσό. Αμέσως ειδοποίησε τον καπετάνιο και δύτες ανείλκυσαν το σάκκο που όμως αντί χρυσού υπήρχε το τίμιο λείψανο της Αγίας. Ο καπετάνιος του πλοίου μετέφερε κρυφά την τιμία Κάρα της Αγίας στον ιερό Ναό της Παναγίας στην Σινώπη, το δε σεπτό σκήνωμα της το έβαλε σε ένα άλλο πλοίο, το οποίο έφευγε με Έλληνες για την Ρωσία. Στο σημείο της θάλασσας που βυθίστηκε το Ιερό Λείψανο, άρχισε να βγαίνει γλυκό νερό και από τότε η περιοχή αυτή ονομάστηκε «Αγιάσματα».

Διά της τιμίας Κάρας της Αγίας Παρθενομάρτυρος Ελένης γίνονταν πολλά θαύματα στην Σινώπη. Ιδιαίτερα, όσοι υπέφεραν από πονοκεφάλους, καλούσαν τον Ιερέα, ο οποίος έφερνε την αγία Κάρα, έψαλλε την Παράκληση, έκαμνε Αγιασμό και θεραπεύονταν ο πόνος.

Κατά την ανταλλαγή των πληθυσμών πριν από το 1924 μ.Χ., ο τότε πρόεδρος της Σινώπης Χρήστος Καφαρόπουλος, έφερε την Κάρα της Αγίας Ελένης στον Ιερό Ναό της Αγίας Μεγαλομάρτυρος Μαρίνης στην Άνω Τούμπα Θεσσαλονίκης, όπου φυλάσσεται σήμερα ευωδιάζουσα και θαυματουργούσα.


Ἀπολυτίκιον
Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Τῆς ἁγνείας τὸ ἄνθος τὸ εὐωδέστατον, καὶ Σινώπης τὸ κλέος καὶ θεῖον βλάστημα, Παρθενομάρτυς τοῦ Χριστοῦ ῾Ελένη πάνσεμνε, ἡ ἀθλήσασα στερρῶς, καὶ καθελοῦσα τὸν ἐχθρόν, τῆς πίστεως τῇ δυνάμει, διὰ παντὸς ἐκδυσώπει, ἐλεηθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

Κοντάκιον
Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον
Ως παρθένος ἄμωμος ἐν τῇ δυνάμει, τοῦ Χριστοῦ κατέβαλες, τὸν πολυμήχανον ἐχθρόν, καὶ μαρτυρίῳ κεκόσμησαι, Παρθενομάρτυς ῾Ελένη πανεύφημε.

Μεγαλυνάριον
Χαίροις τῆς Σινώπης ἄνθος τερπνόν, καὶ τῆς παρθενίας, τὸ ἀλάβαστρον τὸ σεπτόν· χαίροις τῶν Μαρτύρων, ἰσότιμος ῾Ελένη, οἷα Παρθενομάρτυς, Χριστοῦ ἀήττητος.

Το Απολυτίκιο ψάλλει ο αρχ. π. Νικόδημος Καβαρνός


Όσιος Δαβίδ που ασκήτευε στην Εύβοια

Ο Όσιος Δαβίδ καταγόταν από το χωριό Γαρδινίτζα, που βρισκόταν κοντά στο Ταλάντιο, τόπος παραθαλάσσιος απέναντι από την Εύβοια. Έζησε όταν Πατριάρχης Κωνσταντινούπολης ήταν ο Ιερεμίας, περί το 1519 μ.Χ. Τον πατέρα του έλεγαν Χριστόδουλο και ήταν ιερέας, τη δε μητέρα του Θεοδώρα. Ο όσιος Δαβίδ είχε άλλον έναν αδελφό και δύο αδελφές. Από μικρός ο Όσιος έδειξε εξαίσια μορφή και έμαθε άριστα τα Ιερά γράμματα. Σε ηλικία 15 ετών υποτάχθηκε σ' έναν άγιο γέροντα, τον Ακάκιο, που τον εκπαίδευσε στις αρετές της μοναχικής πολιτείας και από τότε ο όσιος Δαβίδ κάνει μια φοβερή, σύμφωνα με τον βιογράφο του, πνευματική πορεία, διδάσκοντας την έμπρακτη αρετή και κάνοντας διάφορα θαύματα. Προείδε τον θάνατο του και απεβίωσε ειρηνικά και με μεγάλη αγιότητα την 1η Νοεμβρίου.

Βιογραφία του συνέγραψε ο μαθητής του Χριστόφορος μοναχός και Ακολουθία του ο επίσκοπος Ταλαντίου Νεόφυτος από την Αθήνα. Μονή του Όσιου Δαβίδ υπάρχει στην Εύβοια.


Ἀπολυτίκιον
Ήχος γ'. Θείας πίστεως.
Μέγαν εύρατο, Εύβοια κλέος, τον πανένδοξον, Δαβίδ τον θείον, ως ιεράς αρετής καταγώγιον, και του Χρίστου οπαδόν αληθέστατον, και των Όσίων απάντων εφάμιλλον. Διό Πάτερ Όσιε, Χριστόν τον Θεόν ικέτευε, δωρήσασθε ημίν το μέγα έλεος.

Το Απολυτίκιο ψάλλει ο αρχ. π. Νικόδημος Καβαρνός


Άγιοι Κοσμάς και Δαμιανός οι Ανάργυροι και θαυματουργοί

Οι Άγιοι Κοσμάς και Δαμιανός κατάγονταν από την Ασία. Οι γονείς τους ήταν άριστο πρότυπο χριστιανών συζύγων.

Όταν η μητέρα τους Θεοδότη  έμεινε χήρα, αφιέρωσε κάθε προσπάθεια της στη χριστιανική ανατροφή των δυο παιδιών της, Κοσμά και Δαμιανού. Τους δύο αδελφούς διέκρινε μεγάλη ευφυΐα και επιμέλεια, γι' αυτό και σπούδασαν πολλές επιστήμες. Ιδιαίτερα όμως, επιδόθηκαν στην ιατρική επιστήμη, την οποία εξασκούσαν σαν διακονία φιλανθρωπίας προς τον πλησίον. Θεράπευαν τις ασθένειες των ανθρώπων, και ιδιαίτερα των φτωχών, χωρίς να παίρνουν χρήματα, γι' αυτό και ονομάστηκαν Ανάργυροι. Πολλοί ασθενείς που θεραπεύθηκαν ήθελαν να τους ευχαριστήσουν. Αλλά αυτοί, δε δέχονταν τις ευχαριστίες και απαντούσαν με τον ορθό λόγο της Αγίας Γραφής: «Ἡ εὐλογία καὶ ἡ δόξα καὶ ἡ σοφία καὶ ἡ εὐχαριστία καὶ ἡ τιμὴ καὶ ἡ δύναμις καὶ ἡ ἰσχὺς τῷ Θεῷ ἡμῶν εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων» (Αποκάλυψη Ιωάννου, ζ' 12). Δηλαδή, όλος ο ύμνος και η δόξα και η σοφία και η ευχαριστία και η τιμή και η δύναμη και η ισχύς, ανήκει στο Θεό μας, στους αιώνες των αιώνων.

Έτσι ταπεινά αφού διακόνησαν σε όλη τους τη ζωή τον πλησίον, πέθαναν ειρηνικά και ετάφησαν στην τοποθεσία Φερεμά.




Ἀπολυτίκιον
Ἦχος πλ δ’.
Ἅγιοι Ἀνάργυροι καὶ θαυματουργοί, ἐπισκέψασθε τὰς ἀσθενείας ἡμῶν, δωρεὰν ἐλάβετε, δωρεὰν δότε ἡμῖν.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον
Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Θείου Πνεύματος, τὴ χειρουργία, θεραπεύετε, παντοίας νόσους, σὺν Κοσμᾶ Δαμιανὲ οἱ Ἀνάργυροι, ὁ γὰρ Σωτὴρ ἰατροὺς ὑμᾶς ἔδειξεν, εἰς περιποίησιν πάντων καὶ ἴασιν ὅθεν ρύσασθε, παθῶν δυσαλθῶν καὶ θλίψεων, τοὺς ποθῶ τῷ ναῷ ὑμῶν προστρέχοντας.

Κοντάκιον
Ἦχος β’.
Οἱ τὴν χάριν λαβόντες τῶν ἰαμάτων, ἐφαπλοῦτε τὴν ῥῶσιν τοῖς ἐν ἀνάγκαις, Ἰατροὶ θαυματουργοὶ ἔνδοξοι, ἀλλὰ τῇ ὑμῶν ἐπισκέψει, καὶ τῶν πολεμίων τὰ θράση κατευνάσατε, τὸν κόσμον ἰώμενοι ἐν τοῖς θαύμασιν.

Ἕτερον Κοντάκιον
Ἦχος δ’. Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ.
Ἐκ τῆς Ἀσίας ὥσπερ δύο ἀστέρες, ἐξανατείλαντες Ἀνάργυροι θεῖοι, τῇ οἰκουμένῃ λάμπετε θαυμάτων ταῖς αὐγαῖς, νόσους μὲν ἰώμενοι, καὶ δεινὰς καχεξίας, χάριν δὲ παρέχοντες, τοῖς πιστοῖς εὐρωστίας, Δαμιανὲ θεόφρον καὶ Κοσμᾶ, χειμαζομένων, λιμένες πανεύδιοι.

Κάθισμα
Ἦχος πλ. δ’. Τὴν Σοφίαν.
Οὐρανόθεν θαυμάτων τὴν δωρεάν, παραδόξως λαβόντες παρὰ Χριστοῦ, πάντα θεραπεύετε, ἀενάως τὰ πάθη· ἐν ὑμῖν γὰρ ὤφθη, ἡ χάρις τοῦ Πνεύματος, χορηγοῦσα θείων, ἰάσεων δύναμιν· ὅθεν καὶ ἀφθάρτων, ἀγαθῶν εὐπορίαν, τῇ πίστει ἐκτήσασθε, ἀναργύρῳ φρονήματι, Θεοφόροι Ἀνάργυροι, πρεσβεύσατε Χριστῷ τῷ Θεῷ, τῶν πταισμάτων ἄφεσιν δωρήσασθαι, τοῖς ἑορτάζουσι πόθῳ, τὴν ἁγίαν μνήμην ὑμῶν.

Ὁ Οἶκος
Πάσης συνέσεως καὶ σοφίας ὑπέρκειται ὁ λόγος τῶν σοφῶν ἰατρῶν· τοῦ γὰρ Ὑψίστου χάριν λαβόντες, ἀοράτως τὴν ῥῶσιν δωροῦνται πᾶσιν· ὅθεν καμοί, διηγήσεως χάριν δεδώρηνται, ὑμνῆσαι ὡς θεοφόρους, εὐαρέστους Θεοῦ καὶ θεράποντας, ἰαμάτων πλήθη παρέχοντας· ἀλγηδόνων γὰρ πάντας λυτροῦνται, τὸν κόσμον ἰώμενοι ἐν τοῖς θαύμασι.

Μεγαλυνάριον
Οἷά περ θεράποντες ἰατροί, ψυχῶν καὶ σωμάτων, ἀσθενείας ὀδυνηράς, ἰάσασθε τάχος, ἀρρήτῳ ἐπισκέψει, ἡμῶν θαυματοβρῦται, σοφοί Ἀνάργυροι.