Κυριακή 2 Μαρτίου 2014

Κυριακή της συγχώρησης

του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Σουρόζ κ. Anthony Bloom
από το βιβλίο «Στο φως της Κρίσης του Θεού», Εν πλω, 2009
Το σημερινό Ευαγγέλιο, καθώς απόψε ξεκινά η Μεγάλη Τεσσαρακοστή, μας μιλάει με λόγια θείας ελπίδας αλλά και προειδοποιεί: Συγχωρείτε εκείνους που σφάλουν ενώπιον σας, συγχωρείτε, διότι διαφορετικά δεν θα συγχωρηθείτε. Η Βασιλεία του Θεού είναι βασιλεία αμοιβαίας αναγνώρισης, αμοιβαίας αποδοχής και αγάπης, στοιχείων που συμπίπτουν με τη χαρά της κοινωνίας, αλλά και της ετοιμότητας να σηκώνουμε ο ένας τα βάρη του άλλου.
Να συγχωρούμε, αλλά πώς; Από πού ξεκινά η συγνώμη; Θα ήταν τόσο εύκολο, πραγματικά θαυμάσιο, αν η συγνώμη μπορούσε να αρχίσει με μία τέτοια αλλαγή της καρδιάς, ώστε εκείνοι που μας είναι απεχθείς να γίνουν αγαπητοί, αυτά που μας πόνεσαν να ξεχαστούν και να μπορούμε να αρχίζουμε απ’ την αρχή σαν τίποτε να μην έχει συμβεί.
Κάτι τέτοιο όμως δεν μπορεί να γίνει! Τον πόνο του παρελθόντος τον νιώθουμε, δεν ξεχνιέται, δεν μπορούμε απλώς να ξαναρχίσουμε σαν να μην υπήρξε τίποτε προηγουμένως. Αλλά το νόημα της συγνώμης δεν είναι αυτό. Συγνώμη δεν σημαίνει λήθη· η λήθη δεν οδηγεί πουθενά. Αν ξεχάσουμε πως, για ποιό λόγο, κάτω από ποιές συνθήκες, λόγω ποιάς αδυναμίας, σε ποιό σημείο ήταν ευάλωτος εκείνος που έσφαλε, τότε τον αφήνουμε απροστάτευτο. Εκείνος που έκανε το λάθος πρέπει να προστατευθεί από ενδεχόμενη νέα πτώση. Αυτό που έκανε, οι λόγοι και οι συνθήκες της πτώσης του δεν θα πρέπει να ξεχαστούν, διότι από δω και πέρα έχει ανάγκη από τη δική μας στοχαστική, αγαπητική μέριμνα, ώστε να μη γλιστρήσει, να μην αμαρτήσει και πάλι.
Εδώ ακριβώς αρχίζει η συγνώμη: τη στιγμή κατά την οποία, αναγνωρίζοντας το εύθραυστο των άλλων, όπως αναγνωρίζω και το δικό μου, την ανάγκη τους για προστασία και βοήθεια, για ευσπλαχνία, είμαι προετοιμασμένος να φέρω μαζί τους το φορτίο της αδυναμίας τους, το ευάλωτο της αμαρτωλότητάς τους. Η συγνώμη αρχίζει τη στιγμή που αποφασίζω να ανέχομαι τους αδελφούς μου, χωρίς να περιμένω να αλλάξουν, να τους ανέχομαι όπως είναι, να κάνω ελαφρότερο το φορτίο τους, ώστε κάποτε η αλλαγή τους να καταστεί εφικτή.
Η προϋπόθεση πάντως της συγνώμης βρίσκεται μέσα μου: είναι η προθυμία μου να αναλάβω αυτόν τον σταυρό, αυτό το φορτίο, ώστε οι άλλοι να θεραπευθούν ή τουλάχιστον να προστατευ­θούν απέναντι στο κακό. Αυτό είναι κάτι που μπορεί να το κάνει ο καθένας, δεν χρειάζεται παρά μία στιγμή κατανόησης, αποφασιστικότητα και καλή θέληση. Όλοι μας έχουμε δίπλα μας ανθρώπους που δύσκολα ανεχόμαστε, που είναι αιτία ταλαιπωρίας, δυστυχίας και θυμού· μπορούμε να ακυρώσουμε αυτό το θυμό και να ξεπεράσουμε τη δυστυχία αν κάνουμε το καθήκον μας, το καθήκον της ζωής μας, το έργο μας, που είναι να κουβαλάμε μαζί τους το φορτίο, να είμαστε αυτοί που, πληγωμένοι και προσβεβλημένοι και αποδιωγμένοι, θα στραφούμε στον Κύριο και θα πούμε: «Κύριε, συγχώρησε, γιατί δεν μνησικακώ, θέλω να γίνω και να παραμείνω στέρεος μ’ αυτόν τον άνθρωπο στην αδυναμία του και στην αμαρτωλότητά του. Δεν θα σταθώ κριτικά απέναντι του, κι αν εγώ δεν είμαι ακόμη ικανός να το κάνω, κάνε το Εσύ για μένα: μη μου καταλογίσεις την κρίση, μη μου καταλογίσεις την κατάκριση που με τραχύτητα πρόφερα, μην υποστηρίξεις τον θυμό μου. Στάσου δίπλα σ’ αυτόν που έσφαλε, επειδή αυτός ή αύτη έχει ανάγκη βοηθείας, συγχώρησης και θεραπείας γι’ αυτό ακριβώς το λόγο».
Εκεί αρχίζει η συγνώμη, κι αν δεν αρχίσει εκεί δεν θα μπορέσει να εξελιχθεί σε τίποτα άλλο. Σηκώνουμε το φορτίο ο ένας του άλλου, αποδεχόμαστε την αλληλεγγύη με εκείνους που έσφαλαν και σφάλλουν, τους αγαπούμε «εν καινότητι» ζωής και μόνον τότε η συγχώρηση γίνεται αυτή που πρέπει να είναι: μια πράξη μεσιτείας ενώπιων του Θεού, μια πράξη που γιατρεύει και μεταμορφώνει. Αυτή την αρχή της συγνώμης όλοι μπορούμε να την κάνουμε, είναι μέσα στις δυνάμεις μας να αναλάβουμε αυτό το έργο. Ας κάνουμε λοιπόν ό,τι μπορούμε, και ας αφήσουμε το Θεό να πραγματοποιήσει μέσα μας, για μας, καταμεσής της ζωής μας, αυτό που ξεπερνά τη καλή μας θέληση, ώστε να χτίσουμε σιγά-σιγά τη βασιλεία της αμοιβαίας αγάπης, μια βασιλεία που είναι αληθινά Βασιλεία του Θεού.
Μετά από τις εβδομάδες της προετοιμασίας που προηγήθηκαν, κατά τις οποίες εξετάσαμε την ψυχή μας, τη ζωή μας, όλες τις σχέσεις μας ενώπιον του βλέμματος και της κρίσεως του Θεού, μπαίνουμε σήμερα στη Μεγάλη Τεσσαρακοστή – στη χαρά της Μεγάλης Τεσσαρακοστής. Η Μεγάλη Τεσσαρακοστή συμπίπτει με την άνοιξη – είναι μια αρχή ζωής, μια αρχή καινότητας, μια νέα εποχή. Είναι μια περίοδος κατά την οποία δεν θέλουμε πια να θυμόμαστε τις αμαρτίες μας, δεν θέλουμε πια να φέρνουμε στο νου μας εικόνες από παραβολές για την πίστη και τη μετάνοια, αλλά να ατενίζουμε τους Αγίους που άρχισαν τη ζωή τους όπως κι εμείς: εύθραυστοι, αδύναμοι, αμφιταλαντευόμενοι, αλλά με τη χάρη του Θεού και τη δύναμή Του έγιναν αυτό που έγιναν : άνδρες, γυναίκες, παιδιά που εμείς τώρα μπορούμε να τιμούμε, με τους οποίους μπορούμε να ευφραινόμαστε, να τους έχουμε ως παράδειγμα και να απευθυνόμαστε σε αυτούς ζητώντας τους να προσεύχονται για τη σωτηρία μας.
Απόψε, αρχίζουμε ένα ταξίδι· ένα ταξίδι που θα μας οδηγήσει από την αμαρτωλή μας κατάσταση -την αναγνωρίσαμε, μετανοούμε γι’ αυτήν-σε μια νέα εποχή, στην Ανάσταση του Χριστού που για μας σηματοδοτεί την έναρξη της αιώνιας ζωής μας. Ξεκινάμε το ταξίδι μας απόψε όπως ο λαός του Ισραήλ ξεκίνησε από τη γη της Αιγύπτου προς τη Γη της Επαγγελίας: είμαστε ακόμη ευάλωτοι, βαρυφορτωμένοι, όχι απόλυτα ελεύθεροι. Το θάρρος όμως και την έμπνευση για να φτάσουμε στην τελική νίκη, στην καινότητα της ζωής που είναι η κλήση μας και η υπόσχεση του Θεού, δεν θα το βρούμε κοιτάζοντας πίσω τον εαυτό μας, αλλά ατενίζοντας τον Ζώντα Θεό, που είναι η Ζωή και η σωτηρία, και τους Αγίους που νίκησαν με τη δική Του δύναμη. Θα πρέπει να ταξιδέψουμε μαζί και ας μην έχουμε ψευδαισθήσεις: θα είμαστε δύσκολοι συνοδοιπόροι ο ένας για τον άλλο, αλλά θα στηριζόμαστε ο ένας στον άλλον αν θέλουμε να φθάσουμε τελικά στο σκοπό μας – κατά τον ίδιο τρόπο που oι Ισραηλίτες διάβηκαν την έρημο: δεν ήταν πάντα υπάκουοι στο Θεό, ούτε πάντα «εντάξει» μεταξύ τους, ωστόσο, χρειάζονταν τον κάθε άλλον για να φθάσουν στο υπεσχημένο τέλος.
Ας ξεκινήσουμε λοιπόν τώρα· ας σκεφθούμε τί γιορτάζουμε την επόμενη Κυριακή: τον θρίαμβο της Ορθοδοξίας. Όχι τον θρίαμβο των Ορθοδόξων επί άλλων ανθρώπων, αλλά τον θρίαμβο του Θεού επί των ανθρώπων. Τον θρίαμβο της Αλήθειας Του, τον θρίαμβό Του στη ζωή μας.
Και στη συνέχεια, ας δούμε τον έναν άγιο μετά τον άλλον, κι ας ακούσουμε τί έχουν να μας πουν: Γρηγόριος Παλαμάς, Ιωάννης της Κλίμακος, Μαρία η Αιγυπτία και όλοι όσοι ακολούθησαν τα ίχνη του Χριστού. Και τέλος θα φθάσουμε στο σημείο που θα πρέπει να ξεχάσουμε όλους και όλα, δεν θα θυμόμαστε τίποτε, κανέναν, παρά μόνον τον Κύριο Ιησού Χριστό: Ποιός είναι, τί έχει κάνει για μας, τί κάνει για μας; Ας μάθουμε όλες αυτές τις εβδομάδες να ξεχνάμε τον εαυτό μας, χαρούμενοι και ευγνώμονες που μπορούμε τώρα να το κάνουμε, και να κοιτάζουμε μόνο προς το Θεό. Και όταν για άλλη μία φορά, έρθει η εβδομάδα του Πάθους, μ’ ένα καινούριο τρόπο , με καινούρια απόφαση, με καινούρια παραίτηση από τον εαυτό μας θα στραφούμε και θα κοιτάζουμε το Θεό που έγινε άνθρωπος για να σωθούμε· με ευγνωμοσύνη ας θυμόμαστε μόνον Αυτόν και Εκείνος θα μας θυμηθεί για τη σωτηρία μας.

Ο θρήνος του Αδάμ

Αγίου Σιλουανού του Αθωνίτη


tyrinisΟ Αδάμ, ο πατέρας της οικουμένης, εγνώριζε στον Παράδεισο τη γλυκύτητα της θείας αγάπης. Έτσι, μετά την έξωσή του από τον Παράδεισο για το αμάρτημά του, εγκαταλειμμένος από την αγάπη του Θεού, θλιβόταν πικρά και οδυρόταν με βαθείς στεναγμούς. Όλη η έρημος αντηχούσε από τους λυγμούς του. Η ψυχή του βασανιζόταν με τη σκέψη: «Ελύπησα τον αγαπημένο μου Θεό». Δεν μετάνοιωνε τοσο για την Εδέμ και το κάλλος της, όσο για την απώλεια της θείας αγάπης, που τραβά αχόρταγα την ψυχή στον Θεό.
Το ίδιο και κάθε ψυχή που γνώρισε με το Άγιο Πνεύμα το Θεό κι ύστερα έχασε τη χάρη, δοκιμάζει το αδαμιαίο πένθος. Θλίβεται η ψυχή και μεταμελείται σφοδρώς, όταν προσβάλη τον αγαπημένο Κύριο.


Βασανιζόταν κι οδυρόταν στη γη ο Αδάμ κι η γη δεν του έδινε χαρά. Νοσταλγούσε το Θεό κι εφώναζε:
- Διψά η ψυχή μου τον Κύριο και Τον αναζητώ με δάκρυα. Πώς να μην Τον ζητώ; Όταν ήμουν μαζί Του, αγαλλόταν ειρηνικά η ψυχή μου και ήμουν απρόσιτος για τους εχθρούς. Τώρα όμως απέκτησε εξουσία πάνω μου το πονηρό πνεύμα και κλονίζει και τυραννεί την ψυχή μου. Γι᾽ αυτό λυώνει η ψυχή μου για τον Κύριο μέχρι θανάτου. Το πνεύμα μου ορμά προς τον Θεό και τίποτε το γήϊνο δεν με παρηγορεί· κι η ψυχή μου δεν βρίσκει πουθενά παρηγοριά, αλλά ποθεί διψασμένα να Τον δει και να Τον απολαύση ωσότου χορτάση. Δεν μπορώ να Τον λησμονήσω ούτε στιγμή κι από τον πολύ μου πόνο στενάζω και οδύρομαι: Ελέησόν με ο Θεός, το παραπεσόν Σου πλάσμα».
Έτσι οδυρόταν ο Αδάμ κι έτρεχαν ποτάμι τα δάκρυα από το πρόσωπό του κι έπεφταν στο στήθος του και στη γή. Με δέος άκουγε όλη η έρημος τους στεναγμούς του. Ζώα και πουλιά σιωπούσαν από θλίψη. Κι ο Αδάμ οδυρόταν, γιατί με το αμάρτημά του στερήθηκαν όλοι την ειρήνη και την αγάπη. Ήταν μεγάλη η θλίψη του Αδάμ μετά την εξορία του από τον Παράδεισο. Σαν είδε όμως το γυιό του Αβελ σκοτωμένο από τον Κάϊν, αυξήθηκε ακόμα πιό πολύ η θλίψη του Αδάμ· φοβερά στενοχωρημένος κοίταζε κι έκλαιγε:
«Εξ εμού λαοί εξελεύσονται και πληθυνθήσονται επί της γής· κι όλοι θα υποφέρουν, θα ζούν μέσα στην έχθρα και στον αλληλοσκοτωμό».
Κι ήταν η θλίψη του μεγάλη σάν τον ωκεανό· και την καταλαβαίνουν μόνον οι ψυχές που γνώρισαν τον Κύριο και την ανείπωτη αγάπη Του. Κι εγώ έχασα τη χάρη και φωνάζω μαζί με τον Αδάμ:   «Σπλαγχνίσου με Κύριε. Δώσε μου πνεύμα ταπεινώσεως και αγάπης».
Ω, αγάπη του Κυρίου! Όποιος σε γνώρισε, σ᾽ αναζητεί ακούραστα και φωνάζει μέρα και νύχτα: «Σε ποθώ, Κύριε, και Σ᾽ αναζητώ με δάκρυα. Πώς να μη Σε ζητώ; Εσύ μού έδωσες να Σε γνωρίσω με το Άγιο Πνεύμα, κι αυτή η θεία γνώση τραβά αδιάκοπα την ψυχή μου κοντά Σου».
Θρηνεί ο Αδάμ:
«Δεν με τέρπει η σιγή της ερήμου. Δεν με τραβούν των βουνών τα ψηλώματα. Δεν μ᾽ αναπαύει η ομορφιά των δασών και των λειβαδιών. Δεν καταπραΰνει τον πόνο μου των πουλιών το κελάδημα. Τίποτε, τίποτε δεν μού δίνει τώρα χαρά, η ψυχή μου ράγισε από την πολύ στενοχώρια. Τον αγαπημένο Θεό μου επρόσβαλα. Κι αν με ξανάπαιρνε στονπαράδεισο ο Κύριος και εκεί θαθρηνούσα λυπητερά, πονεμένα. Γιατί πίκρανα τον αγαπημένο μου Θεό».
Διωγμένος από τον Παράδεισο ο Αδάμ ανάβλυζε πηγές από δάκρυα από την πληγωμένη του καρδιά. Το ἴδιο κάθε ψυχή που γνώρισε τον Κύριο θρηνεί γι᾽ Αυτον και λέει:
«Πού είσαι, Κύριε; Γιατί κρύβεις το πρόσωπό Σου; Πολύν καιρό τώρα δεν βλέπει το Φώς Σου η ψυχή μου και Σ᾽ αποζητα θλιμμένη. Πού είναι ο Κύριός μου; Γιατί δεν Τον βλέπω στην ψυχή μου; Τί Τον εμποδίζει να κατοικεί εντος μου; Δεν υπάρχει μέσα μου, λοιπόν, η ταπείνωση του Χριστου και η αγάπη για τους εχθρούς. Γιατί ο Θεός είναι αγάπη, άπειρη και ανερμήνευτη».
Πορευόταν πάνω στη γη ο Αδάμ και δάκρυζε από το σφίξιμο της καρδιάς και με το νού συλλογιζόταν αδιάκοπα τον Θεό. Κι όταν το ταλαιπωρημένο του σώμα δεν είχε πια δάκρυα, τοτε φλογιζόταν για το Θεό το πνεύμα του, γιατί δεν μπορούσε να λησμονήση τον Παράδεισο και την ωραιότητά του. Αγαπούσε όμως όλο και πιο πολύ τον Θεό η ψυχή του Αδάμ και συνεχώς ορμούσε με τη δύναμη αυτής της αγάπης προς Αυτον.
Ψάλλε μας, Αδάμ, του Κυρίου το άσμα, για να χαρή η καρδιά μου για τον Κύριο και να σηκωθή να Τον υμνήση και να Τον δοξολογήση, όπως Τον δοξάζουν στους ουρανούς τα Χερουβείμ και τα Σεραφείμ κι όλες οι δυνάμεις των ουρανών.
Τραγούδησέ μας, Αδάμ, πατέρα μας, την ωδή του Κυρίου, για να την ακούση όλη η γη και να υψώσουν όλα τα παιδιά σου το νου τους στον Θεό και να αισθανθούν την γλυκύτητα του ουράνιου ύμνου, ξεχνώντας τις θλίψεις της γης.
Πες μας, Αδάμ, πατέρα μας, μίλησε στά παιδιά σου για τον Κύριο. Η ψυχή σου εγνώριζε τον Θεό, εγνώριζε και τη γλυκύτητα και την αγαλλίαση της Εδέμ, και τώρα κατοικείς στους ουρανούς και βλέπεις τη δόξα του Κυρίου.
Πες μας, πώς δοξάζεται ο Κύριός μας για τα πάθη Του και πώς ψάλλονται οι ωδές στούς ουρανούς και πόσο γλυκειές είναι αυτές οι ωδές που τραγουδιούνται με το Άγιο Πνεύμα. Μίλα μας για τη δόξα του Κυρίου και πόσο σπλαγχνικός είναι. Μίλησέ μας και για την αγία Θεοτόκο. Πώς μεγαλύνεται στους ουρανούς και με ποιούς ύμνους την μακαρίζουν. Πες μας πώς αγάλλονται εκεί οι Άγιοι και πώς τους καταυγάζει η χάρη· πώς αγαπούν τον Κύριο και με ποιάν άγια ταπείνωση παρουσιάζονται μπροστά στο θρόνο Του.
Παρηγόρησε, Αδάμ, και χαροποίησε τις θλιμμένες μας ψυχές. Διηγήσου μας, τι βλέπεις στους ουρανούς; Δεν αποκρίνεσαι; Γιατί αυτή η σιγή; Να, θλίβεται όλη η γη. Ή από τη Θεία αγάπη δεν μπορείς ούτε καν να μας θυμηθής; Ή βλέπεις τη Θεομήτορα στη δόξα της και δεν μπορείς να αποχωριστής απ᾽ αυτή την ουράνια οπτασία; Και γι᾽ αυτό αφήνεις τα θλιμμένα παιδιά σου χωρίς λόγια στοργής, για να ξεχάσωμε τα δεινά της επίγειας ζωής μας;
Αδάμ, πατέρα μας, δεν αποκρίνεσαι; Εσύ βλέπεις τη θλίψη των γυιών σου στη γη. Γιατί τάχα αυτή η σιωπή;
Ο Αδάμ λέγει:
«Αφήστε με στην ειρήνη, αγαπητά μου παιδιά. Δεν μπορώ ν᾽ αποχωριστώ από τη θέα του Θεού. Η ψυχή μου λαβώθηκε από την αγάπη του Κυρίου και σκιρτά με την αγαθότητά Του. Όσοι ζουν στο Φώς του Προσώπου του Δεσπότη δεν μπορούν να θυμηθούν τα γήϊνα».
 Αδάμ, πατέρα μας, μας εγκατέλειψες, τα ορφανά παιδιά σου, ενώ βυθιζόμαστε στην άβυσσο των δεινών της γης; Πης μας, τουλάχιστον, πώς μπορούμε να ευαρεστήσωμε στο Θεό; Άκουσε τα παιδιά σου, που είναι σκορπισμένα σ᾽ όλη τη γη. Ο νους τους είναι συγχυσμένος και δεν μπορεί να συλλάβη το Θείο, και πολλοί αποστάτησαν από το Θεό και ζώντας στο σκοτάδι πορεύονται στις αβύσσους του άδη.
 Μη διακόπτετε την έκστασή μου. Βλέπω τη Θεομήτορα δοξασμένη και δεν μπορώ ν᾽ αποσπάσω το νου μου από τη θεϊκή τούτη θεωρία και να σας μιλήσω. Βλέπω και τους άγιους Προφήτες και Αποστολους κι εκπλήττομαι πώς μοιάζουν όλοι τους με τον Κύριο Ιησού Χριστό, τον Υιό του Θεού. Περπατώ στην Εδέμ και, να, παντού η δόξα του Κυρίου, γιατί Αυτος ζει μέσα μου και μ᾽ έκανε όμοιο με τον Εαυτο Του. Έτσι δοξάζει ο Κύριος τον άνθρωπο.
 Μίλησέ μας, Αδάμ· είμαστε παιδιά σου κι υποφέρουμε στη γη. Πες μας, πώς μπορούμε να κληρονομήσωμε τον παράδεισο, για να βλέπωμε κι εμείς, όπως και συ, τη δόξα του Κυρίου; Οι ψυχές μας λαχταρούν για τον Κύριο, ενώ συ χαίρεσαι και αγάλλεσαι στούς ουρανούς με τη θεία δόξα. Σε ικετεύομε, παρηγόρησέ μας.
 Γιατί φωνάζετε προς εμένα, παιδιά μου; Ο Κύριος σας αγαπα και σας έδωσε σωτήριες εντολές. Τηρήσατε τις εντολές και αγαπατε αλλήλους, κι έτσι θα βρήτε την ανάπαυση κοντά στο Θεό. Μετανοείτε κάθε ώρα για τα παραπτώματά σας, για να αξιωθήτε να συναντήσετε τον Χριστο. Ο Κύριος είπε:   «Αγαπώ όσους με αγαπούν και θα δοξάσω όσους με δοξάζουν».
 Ω, Αδάμ, πρέσβευε για μας, τα παιδιά σου. Η ψυχή μας είναι γεμάτη πόνο από τις πολλές μας θλίψεις.
 Αδάμ, πατέρα μας, συ κατοικείς στους ουρανούς και βλέπεις τον Κύριο να κάθεται δοξασμένος στα δεξιά του Πατέρα. Εσύ βλέπεις τα Χερουβείμ και τα Σεραφείμ κι όλους τους Αγίους. Εσύ ακούς τα ουράνια άσματα και η γλυκύτητα τους απορροφα την ψυχή σου. Εμείς όμως λαχταρούμε για τον Θεό ακατάπαυστα, σκυθρωποί και στερημένοι τη χάρη. Τραγούδησέ μας κάτι από τις ωδές που ακούς στους ουρανούς, για να τ᾽ ακούση όλη η γη και να ξυπνήσουν όλοι από το θανατερό λήθαργο.
 «Μη με κουράζετε, παιδιά μου. Ο καιρός των δικών μου θλίψεων πέρασε. Η γλυκύτητα του Αγίου Πνεύματος και η τρυφή του Παραδείσου μ᾽ εμποδίζουν να γυρίσω την προσοχή μου στη γη. Αλλά και πάλι θα σας πω:
Σας αγαπά ο Κύριος και ζήσετε κι εσείς με αγάπη. Να πείθεσθε στους προϊσταμένους σας, να ταπεινώνετε τις καρδιές σας, και τοτε θα κατοικήση μέσα σας Πνεύμα Θεού. Αυτο έρχεται ήρεμα και δίνει ειρήνη στην ψυχή και μαρτυρεί για τη σωτηρία της χωρίς λόγια. Ψάλλετε ύμνους στνο Θεό με αγάπη και πνευματική ταπείνωση, γιατί ο Κύριος χαίρετε μ᾽ αυτο.
 Ω, Αδάμ, εμείς ψάλλομε, αλλά δεν έχουμε μέσα μας ούτε αγάπη ούτε ταπείνωση.
 Μετανοείτε και προσεύχεσθε. Κι εγώ μετανοούσα για πολύν καιρό και στενοχωριόμουν, γιατί πρόσβαλα τον Θεό και γιατί με τα δικά μου αμαρτήματα χάθηκε η ειρήνη και η αγάπη από το πρόσωπο της γής. Τα δάκρυά μου χύνονταν στο πρόσωπό μου και πότιζαν το στήθος μου κι έπεφταν στη γη· κι όλη η έρημος άκουγε τους στεναγμούς μου. Εσείς δεν μπορείτε να εννοήσετε το βάθος της θλίψεώς μου, ούτε πώς οδυρόμουν για τον Θεό και τον Παράδεισο. Στον Παράδεισο ήμουν καταχαρούμενος. Με εύφραινε το Πνεύμα του Θεού κι ήμουν απαλλαγμένος από παθήματα. Όταν όμως διώχτηκα από τον Παράδεισο, τοτε ζώα και πουλιά, που μ᾽ αγαπούσαν προηγουμένως, άρχισαν να με φοβούνται και να μ᾽ αποφεύγουν· οι κακοί λογισμοί σπάραζαν την καρδιά μου· κρύο και πείνα με βασάνιζαν· ο ήλιος μ᾽ έκαιγε και μ᾽ έδερναν οι άνεμοι· με κατάβρεχαν οι βροχές και με καταπονούσαν οι αρρώστιες και τα υπόλοιπα δεινά της γης. Εγώ όμως τα υπέφερα όλα με ακλόνητη ελπίδα στον Θεό.
Και εσείς, παιδιά μου, υπομείνετε τους πόνους της μετάνοιας· αγαπάτε τις θλίψεις, αποξηραίνετε τα σώματά σας με άσκηση και εγκράτεια, ταπεινώστε τον εαυτό σας κι αγαπάτε τους εχθρούς, για να κατοικήση μέσα σας το Άγιο Πνεύμα. Τότε θα γνωρίσετε και θα βρήτε τη Βασιλεία των Ουρανών. Μην ταράζετε όμως την ειρήνη μου. Από τη θεία αγάπη δεν μπορώ τώρα να στραφώ προς τη γη. Ξέχασα όλα τα επίγεια. Ξέχασα ακόμα κι αυτον τον Παράδεισο που έχασα, γιατί βλέπω την αιώνια δόξα του Κυρίου και τη δόξα των Αγίων, που το Φως του Προσώπου του Θεού τους κάνει να λάμπουν κι οι ίδιοι σαν κι Αυτόν.
 Ψάλλε, Αδάμ, ψάλλε μας τον ουράνιο ύμνο, για ν᾽ ακούση όλη η γή και να νοιώση τη γλυκύτητα της θείας αγάπης. Ποθούμε πολύ ν᾽ ακούσωμε αυτούς τους γλυκούς ύμνους, γιατί ψάλλονται με το Άγιο Πνεύμα.
Ο Αδάμ έχασε τον επίγειο Παράδεισο και τον αναζητούσε με θρήνους:
 «Παράδεισέ μου, Παράδεισε, θαυμαστέ μου Παράδεισε».
Κι ο Κύριος με την αγάπη Του στο σταυρό του χάρισε άλλο Παράδεισο, καλύτερον από εκείνον που έχασε, στους ουρανούς, όπου είναι το άκτιστο Φώς της Αγίας Τριάδος.

Από το βιβλίο του Αρχιμ. Σωφρονίου "Ο ΑΓΙΟΣ ΣΙΛΟΥΑΝΟΣ Ο ΑΘΩΝΙΤΗΣ"

Κυριακή της "Τυροφάγου"

Φτάσαμε στις τελευταίες μέρες πριν από την Μεγάλη Σαρακοστή. Ήδη κατά την εβδομάδα της Απόκρεω, δύο μέρες – η Τετάρτη και η Παρασκευή – ανήκουν στη Σαρακοστή. Η Θεία Λειτουργία δεν τελείται και η όλη τυπική διάταξη στις ακολουθίες έχει πάρει τα λειτουργικά χαρακτηριστικά της Μεγάλης Σαρακοστής.
Το Σάββατο της Τυροφάγου η Εκκλησία μας <<ποιεί μνεία πάντων των εν ασκήσει λαμψάντων αγίων ανδρών τε και γυναικών>>. Οι άγιοι είναι τα πρότυπα που θ' ακολουθήσουμε, οι οδηγοί στη δύσκολη τέχνη της νηστείας και της μετάνοιας. Στον αγώνα που πρόκειται ν' αρχίσουμε δεν είμαστε μόνοι, έχουμε βοηθούς και παραδείγματα.
Την Κυριακή, τελευταία μέρα πριν τη Σαρακοστή, που συνήθως την ονομάζουμε Κυριακή της συγγνώμης και <<της από του Παραδείσου της τρυφής εξορίας του Πρωτόπλαστου Αδάμ>>.

Ξέρουμε ότι ο άνθρωπος πλάσθηκε για να ζει στον Παράδεισο, για την γνώση του Θεού και την κοινωνία μαζί Του. Η αμαρτία του όμως τον απομάκρυνε από την ευλογημένη ζωή και έτσι η ύπαρξή του στη γη είναι μια εξορία. Η Μ. Σαρακοστή είναι η απελευθέρωσή μας από τη σκλαβιά της αμαρτίας. (σελ. 32)
Το ευαγγελικό ανάγνωσμα αυτής της Κυριακής (Ματθ. 6, 14-21) θέτει τους όρους για μια τέτοια απελευθέρωση. Πρώτος όρος είναι η νηστεία, η προσπάθεια να ελευθερωθούμε από τη δικτατορία της σάρκας και της ύλης πάνω στο πνεύμα. Δεν πρέπει όμως η νηστεία μας να είναι υποκριτική, δηλαδή <<προς το θεαθήναι>>, να μη φαινόμαστε <<στους ανθρώπους νηστεύοντες, αλλά στον Πατέρα μας εν τω κρυπτώ>> όπως αναφέρεται στο ευαγγελικό ανάγνωσμα.

Δεύτερος όρος είναι η συγγνώμη: <<Εάν αφήτε στους ανθρώπους τα παραπτώματά τους, θα αφήσει και τα δικά σας ο ουράνιος Πατέρας>>. Η συγχωρητικότητα είναι η επιστροφή στην ενότητα, στη σύμπνοια, στην αγάπη. Έτσι στον Εσπερινό αυτής της Κυριακής, στο τέλος της ακολουθίας, όλοι οι πιστοί πλησιάζουν τον ιερέα και ο ένας τον άλλο, ζητώντας την αμοιβαία συγχώρεση.

Ουσιαστικά από τον Εσπερινό αυτό αρχίζει η Μεγάλη Σαρακοστή. Αρχίζει η ακολουθία με τον ιερέα ντυμένο στα λαμπερά άμφια και τα τροπάρια αναγγέλλουν τον ερχομό της Μ. Σαρακοστής και πέρα απ' αυτή, τον ερχομό του Πάσχα. Κατόπιν γίνεται η είσοδος του Ευαγγελίου με τον εσπερινό ύμνο <<Φως ιλαρόν αγίας δόξης>> και ο ιερέας προχωρεί στην Ωραία Πύλη για να αναφωνήσει το Προκείμενο που πάντα αναγγέλλει το τέλος της μιας μέρας και την αρχή της άλλης. Η θαυμάσια μελωδία: <<Μη αποστρέψεις το πρόσωπό σου από του παιδός σου, ότι θλίβομαι, ταχύ επάκουσόν μου, πρόσχες τη ψυχή μου και λύτρωσε αυτήν>> λέγεται πέντε φορές, τα φώτα σβήνουν και τα χρωματιστά άμφια αλλάζουν.
Από αυτό το σημείο ξεκινάει η Μεγάλη Σαρακοστή: συναισθάνομαι ότι είμαι εξόριστος από την ομορφιά της Βασιλείας Του και θλίβομαι. Τελικά παραδέχομαι ότι μόνο ο Θεός μπορεί να με βοηθήσει σ' αυτή τη θλίψη. Μετάνοια πάνω απ' όλα είναι το απελπισμένο κάλεσμα για τη Θεία βοήθεια. Στη συνέχεια διαβάζεται η προσευχή του Αγίου Εφραίμ που συνοδεύεται από μετάνοιες. Καθώς οι πιστοί πλησιάζουν τον ιερέα, ο χορός ψάλλει πασχαλινούς ύμνους. Από τώρα βλέπουμε να λάμπει στο τέλος το φως της Ανάστασης, το φως της Βασιλείας του Θεού.
______________
*Λέγεται <<της Τυροφάγου>> γιατί τρώμε περισσότερο τυροκομικά προϊόντα τις τελευταίες μέρες πριν την επερχόμενη νηστεία της Σαρακοστής και όχι πλέον κρέας.

Από το Βιβλίο «Μεγάλη Σαρακοστή» – Αλέξανδρου Σμέμαν
Εκδ. Ακρίτας

Σκέψεις στο Ευαγγέλιο της Κυριακής (Της Τυρινής)

Πρωτ. Γεωργίου Δορμπαράκη
«᾽Εάν μή ἀφῆτε τοῖς ἀνθρώποις τά παραπτώματα αὐτών, οὐδέ ὁ πατήρ ὑμῶν ἀφήσει τά παραπτώματα ὑμῶν» (Ματθ. 6, 15)
α. Στο τελευταίο σκαλοπάτι για την είσοδό μας στην Μεγάλη Σαρακοστή η Εκκλησία μας έρχεται διά του ευαγγελικού αναγνώσματος – τμήματος της επί του Όρους ομιλίας του Κυρίου από το κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο – να επιτείνει ό,τι ετόνισε στις προηγούμενες εισαγωγικές Κυριακές του Τριωδίου: ότι δεν είναι δυνατόν να πορευτούμε την ευλογημένη αυτήν περίοδο, που εκβάλλει στον Σταυρό και την Ανάσταση του Κυρίου, ότι δεν μπορούμε να έχουμε δηλαδή πραγματική σχέση με τον Θεό μας, αν δεν πετάξουμε από πάνω μας τις «μάσκες» της υποκρισίας και δεν σταθούμε έναντι Αυτού με το αυθεντικό πρόσωπό μας, αυτό που δημιουργεί η αληθινή μετάνοια: χωρίς τις επακαλύψεις της μνησικακίας, με αληθινή νηστεία που γίνεται για εμάς τους ίδιους, με συναίσθηση ότι το κέντρο βάρους της ζωής μας, ο αληθινός θησαυρός μας, βρίσκεται όχι στα ασφυκτικά πλαίσια του κόσμου τούτου του παρερχομένου, αλλά στη Βασιλεία του Θεού. Κι αυτό σημαίνει ότι η Μεγάλη Σαρακοστή λειτουργεί ως τύπος όλης της ζωής μας, αφού ο καθημερινός αγώνας του χριστιανού είναι πώς να διατηρηθεί ακέραιο το αυθεντικό του πρόσωπο, εκείνο που βγήκε από την αγία κολυμβήθρα της Εκκλησίας μας ως μέλος Χριστού. Ο Κύριος λοιπόν τονίζει: κανείς δεν μπορεί να είναι με τον Θεό και να διατηρεί το δώρο της χάρης Του, χωρίς πρώτα από όλα να δίνει αδιάκοπα τη συγγνώμη του στον συνάνθρωπό του. Κατά τη διατύπωση του Ίδιου: «᾽Εάν μή ἀφῆτε τοῖς ἀνθρώποις τά παραπτώματα αὐτῶν, οὐδέ ὁ πατήρ ὑμῶν ἀφήσει τά παραπτώματα ὑμῶν».

β. 1. Κι είναι αλήθεια ότι η επισήμανση του Κυρίου είναι καίριας και αποφασιστικής σημασίας, δεδομένου ότι η μνησικακία, ως μνήμη της κακίας των άλλων και αδυναμία συνεπώς προσφοράς της συγγνώμης μας για τα τυχόν παραπτώματά τους απέναντί μας, αποτελεί ένα από τα βασικά και μόνιμα σχεδόν προβλήματα στις σχέσεις μας με αυτούς. Λόγοι προσβλητικοί, κακές συμπεριφορές, στάσεις αδιαφορίας του άμεσου ή ευρύτερου περίγυρού μας, έρχονται πολλές φορές να προκαλέσουν τον υπάρχοντα εγωισμό μας, ο οποίος απαιτεί την αποδοχή και τον έπαινο, ίσως μάλιστα και την κυριαρχία επί των άλλων, ακυρώνοντας έτσι τη μοναδική και αποκλειστική σχεδόν προϋπόθεση παρουσίας του Θεού στη ζωή μας: την αγάπη. Με άλλα λόγια η μνησικακία αποτελεί το μεγαλύτερο φράγμα για να παραμένουμε εν τω Θεώ, αφού «ο Θεός αγάπη εστί», ενώ αποκαλύπτει περίτρανα τον εγωισμό που έχει θρονιαστεί ως βασιλιάς στην καρδιά μας, συνεπώς και την κατίσχυση της αμαρτίας πάνω μας.

2. Ο Κύριος λοιπόν είναι σαφής: αν δεν αποτινάξουμε από την καρδιά μας, δηλαδή από τον βαθύτερο εαυτό μας, την όποια μνησικακία μας, αν δεν αγωνιζόμαστε να είμαστε ανεξίκακοι με αγάπη μέσα μας, πρόσωπο Θεού δεν πρόκειται να δούμε, ούτε εν τω νυν ούτε εν τω μέλλοντι αιώνι. Κι από την άποψη αυτή καταλαβαίνουμε ότι ο αγώνας αυτός δεν είναι μία απομείωσή μας: χάνουμε κάτι, αλλά ο κατεξοχήν εμπλουτισμός μας: διώχνουμε αυτό που συνιστά δηλητήριο της ψυχής μας και ενέργεια δαιμονική και κρατάμε και αυξάνουμε τη χάρη του Θεού. Την αλήθεια αυτή ο Κύριος δεν την κήρυξε μόνον με τα παραπάνω λόγια, με θετική και αρνητική διατύπωση, που και μόνον αυτά ήταν βεβαίως υπεραρκετά για τη συνειδητοποίηση της φοβερής σημασίας της ανεξικακίας, αλλά και με τα λόγια της προσευχής που μας έμαθε να λέμε, στην Κυριακή λεγόμενη προσευχή, στο γνωστό «Πάτερ ημών»: «και άφες ημίν τα οφειλήματα ημών, ως και ημείς αφίεμεν τοις οφειλέταις ημών»: συγχώρησε τις αμαρτίες μας, όπως και εμείς συγχωρούμε τις αμαρτίες των άλλων. Η συγγνώμη του Θεού προς εμάς έχει ως μοναδική προϋπόθεση τη συγγνώμη τη δική μας προς τους συνανθρώπους μας. Ο Κύριος δηλαδή «έδεσε» τη σωτηρία μας με την καλή σχέση μας προς τους άλλους. Αυτό που τόνισε το ευαγγέλιο της κρίσεως της προηγουμένης Κυριακής, έρχεται σήμερα να τονιστεί και με έναν άλλον τρόπο.

3. Εκεί όμως που ο Κύριος έδωσε το συγκλονιστικότερο «μάθημα» της ανεξικακίας ήταν με την ίδια τη ζωή Του, όταν βρισκόταν μάλιστα πάνω στον Σταυρό. Ο Σταυρός Του, που περικλείει όλη την τελειότητα (όσιος Μάρκος ο ασκητής), ήταν η αποκάλυψη της άπειρης αγάπης Του και της ανεξικακίας Του, απέναντι μάλιστα σε μία ανθρωπότητα, η οποία τόσο είχε εκτροχιαστεί, ώστε θέλησε να σκοτώσει τον ίδιο τον Δημιουργό και Ευεργέτη της. «Πάτερ, άφες αυτοίς• ου γαρ οίδασι τι ποιούσι» είναι τα λόγια προσευχής Του υπέρ των σταυρωτών Του. Και το παράδειγμα αυτό συγγνώμης και ανεξικακίας συνέχισαν, με τη βοήθεια και τη χάρη βεβαίως του Ίδιου, και οι απόστολοι και οι μάρτυρες και οι λοιποί άγιοι της Εκκλησίας. Ο άγιος Στέφανος για παράδειγμα: τι άλλο κάνει όταν την ώρα που λιθοβολείται από τους εξαγριωμένους Ιουδαίους επαναλαμβάνει, απλώς παραλλαγμένα, τα ίδια λόγια του Κυρίου; «Κύριε, μη στήσης αυτοίς την αμαρτίαν ταύτην»; Το ίδιο και ο νεώτερος άγιος, για να μνημονεύσουμε και έναν ακόμη, Διονύσιος Αιγίνης: κρύβει και καλύπτει από το απόσπασμα που τον κυνηγά, τον φονιά του αδελφού του και στη συνέχεια τον φυγαδεύει.

Έτσι όρος, προϋπόθεση για να είναι κανείς Χριστιανός, είναι η βίωση της ανεξικακίας και της συγγνώμης. Δεν μπορεί κανείς να λέγεται Χριστιανός, χωρίς να συγχωρεί τους πάντες, έστω κι αν αυτοί είναι εχθροί του. Κι αυτό άλλωστε, ως γνωστόν, είναι το διακριτικό που ξεχωρίζει τον χριστιανό μάρτυρα από οποιοδήποτε άλλο είδος μάρτυρα: ο χριστιανός πεθαίνει προσευχόμενος υπέρ των διωκτών του, επιβεβαιώνοντας με τον τρόπο αυτό τη γνησιότητα της πίστης του στον Χριστό.



4. Βεβαίως η απόκτηση της ανεξικακίας δεν είναι κάτι εύκολο. Απαιτεί αγώνα διαρκή και επίπονο. Χρειάζεται να «ματώσει» κανείς εσωτερικά, για να μπορέσει να σταθεί με καθαρή καρδιά απέναντι στον συνάνθρωπό του. Είναι πολύ χαρακτηριστικό το παράδειγμα του ασκητή εκείνου στο Γεροντικό, που έφτυνε αίμα τη στιγμή που τον πλησίασε ένας άλλος αδελφός. Και στην ερώτηση του αδελφού τι συνέβη, εκείνος απάντησε: Πριν από λίγο ένας αδελφός με πίκρανε. Και παρακάλεσα τον Θεό να μου βγάλει την πίκρα από μέσα μου. Και να, ο Θεός με άκουσε και έκανε αίμα την πίκρα μου και την έβγαλα.

Θα πρέπει μάλιστα να διέλθει ο πιστός από ορισμένα στάδια, που μας τα έχουν υποδείξει και καθορίσει οι ασκητικοί Διδάσκαλοι και Πατέρες της Εκκλησίας. Ο άγιος Ιωάννης ο Σιναΐτης, για παράδειγμα, ο επονομαζόμενος της Κλίμακος, μας μιλάει για τρεις βαθμίδες στην ανεξικακία. Πρώτη βαθμίδα, γράφει, είναι να αποδέχεται κανείς τις προσβολές και τις ατιμίες, έστω με οδύνη και πικρία ψυχής. Στη δεύτερη βαθμίδα φθάνουν αυτοί που έχοντας πια περάσει από την πρώτη, δεν θλίβονται για τις προσβολές και τις αναποδιές που τους συμβαίνουν, αλλά και δεν χαίρονται βεβαίως. Και η τρίτη βαθμίδα, το στάδιο των τελείων, είναι γι’ αυτούς που όχι μόνον δεν πονούν και δεν πικραίνονται, αλλά θεωρούν ως επαίνους τις ατιμίες. Πρόκειται για στάδιο τελείωσης που χαρακτηρίζεται από το σύγχρονο λογικοκρατούμενο και αυτονομημένο άνθρωπο ως τρέλα. «Αρχή ανεξικακίας – λέει επακριβώς –εν πικρία και οδύνη ψυχής τας ατιμίας καταδέχεσθαι. Μεσότης, αλύπως εν ταύταις διακείσθαι. Τέλος δε, ως ευφημίας ταύτας λογίζεσθαι».

5. Ο ίδιος μάλιστα άγιος προβαίνει και σε άλλα σημεία των λόγων του και σε συγκεκριμένες συμβουλές, που μπορούν να βοηθήσουν κάποιον να ξεπεράσει τη μνησικακία. Μερικά παραδείγματα.

- Αν αισθάνεσαι πικρία και μίσος απέναντι σε κάποιον αδελφό και δεν έχεις τη δύναμη να τον αγαπήσεις με την καρδιά σου, τουλάχιστον να μετανοείς απέναντί του και να τον πλησιάζεις με τα λόγια, με το στόμα. Ίσως έτσι ντραπείς τα λόγια σου και τον αγαπήσεις πραγματικά.

- Αν ακούσεις ότι κάποιος αδελφός σε κατηγόρησε, μην αφεθείς εσύ στο πάθος της μνησικακίας, αλλά ξεπέρασέ το λέγοντας γι’ αυτόν επαινετικά λόγια.

- Αν δεις ή ακούσεις κάτι που σου κινεί το πάθος της κατακρίσεως (καρπού της μνησικακίας), μη λες ότι από αγάπη κατακρίνεις, διότι η αγάπη οδηγεί σε κρυφή προσευχή υπέρ αυτού που έσφαλε, και όχι σε κατηγόρια. Αυτός ο τρόπος αντιδράσεως μάλιστα – προσευχή υπέρ αυτών που μας φταίνε – αποτελεί κατά τον άλλον μεγάλο ασκητικό διδάσκαλο όσιο Μάρκο τον ασκητή, «κτύπημα και πληγή των δαιμόνων».

γ. Η ανεξικακία, ενόψει μάλιστα της Σαρακοστής που μας ωθεί με όλες τις εκφράσεις της στην αποκάλυψη του γνήσιου εαυτού μας, όπως είπαμε, παρ’ όλες τις δυσκολίες αποκτήσεως και βιώσεώς της, είναι ό,τι πιο απαραίτητο για την πορεία μας ως χριστιανών. Δεν θα σωθούμε από τις τυχόν νηστείες ή τις ελεημοσύνες ή τις προσευχές μας, αν όλα αυτά δεν βρίσκουν την κατάληξή τους στην ανεξικακία ή και δεν την έχουν ως προϋπόθεσή τους. Διότι, και πάλι θα το πούμε, η αρετή αυτή είναι έκφραση της αγάπης και η αγάπη είναι και θα είναι το απόλυτο κριτήριο της ζωής μας.

Σκέψεις στον Απόστολο της Κυριακής (Της Τυρινής)

Πρωτ. Γεωργίου Δορμπαράκη
῾᾽Αποθώμεθα τά ἔργα τοῦ σκότους καί ἐνδυσώμεθα τά ὅπλα τοῦ φωτός᾽ (Ρωμ. 13, 12)
α. Μετά τήν προετοιμασία τῶν τριῶν εἰσαγωγικῶν γιά τήν Μ. Τεσσαρακοστή ἑβδομάδων, ὅπου διαρκῶς ἡ ᾽Εκκλησία μας πρόβαλλε τήν μετάνοια ὡς τόν μοναδικό δρόμο ὀρθῆς βίωσης τῆς εὐλογημένης αὐτῆς περιόδου, ἔρχεται σήμερα, παραμονή τῆς εἰσόδου μας στήν Τεσσαρακοστή μέ τήν Κυριακή τῆς Τυροφάγου καί μάλιστα διά τοῦ ἀποστολικοῦ ἀναγνώσματος νά διασαλπίσει ἔντονα ἐκεῖνο κυρίως τό λόγιο τοῦ ἀποστόλου Παύλου πού μπορεῖ νά θεωρηθεῖ ἡ σφραγίδα τῆς περιόδου, τό ῾σύνθημα᾽ κυριολεκτικά τῶν πιστῶν πού πρέπει διαπαντός νά ἔχουμε πρό ὀφθαλμῶν καί μέσα στήν καρδιά μας: ἡ κλήση γιά ἀποτίναξη τῶν σκοτεινῶν ἁμαρτωλῶν ἔργων μας καί γιά ἔνδυσή μας μέ τά ὅπλα τοῦ φωτός. ῾᾽Αποθώμεθα τά ἔργα τοῦ σκότους καί ἐνδυσώμεθα τά ὅπλα τοῦ φωτός᾽.

β. 1. Τό πρῶτο βεβαίως πού μᾶς ἐπισημαίνει ὁ ἀπόστολος εἶναι νά ἀποδεχθοῦμε ὅτι πολύ συχνά βρισκόμαστε σέ κατάσταση σκότους, δηλαδή ἁμαρτίας, γι᾽ αὐτό καί τά ἔργα μας εἶναι ἔργα ἁμαρτωλά. Κι εἶναι γεγονός ὅτι δέν ὑπάρχει ἄνθρωπος καί μάλιστα Χριστιανός, πού νά μήν ὁμολογεῖ μέ εὐκολία τήν ἁμαρτωλότητά του σ᾽ ἕνα γενικό καί ἀόριστο ἐπίπεδο. ῾Καί ποιός δέν εἶναι ἁμαρτωλός;᾽ ἀκοῦμε ἀπό τόν καθένα στήν ὅποια συζήτηση πού μποροῦμε νά κάνουμε μαζί του. Μία τέτοια ὁμολογία ὅμως πού καλύπτεται κάτω ἀπό τήν ἀοριστολογία καί τήν γενικολογία δέν φαίνεται νά εἶναι αὐτό πού ἔχει κατά νοῦ ὁ ἀπόστολος. Καί τοῦτο γιατί ἡ ἀόριστη ἀποδοχή τῆς ἁμαρτωλότητός μας κατά πᾶσα πιθανότητα λειτουργεῖ ὡς ἄλλοθι τῆς ἴδιας τῆς ἁμαρτίας μας, ἀφοῦ τελικά ὅλοι τό...ἴδιο κάνουμε καί στήν ἴδια κατάσταση βρισκόμαστε. Μέ ἄλλα λόγια ὁμολογοῦμε τήν ἁμαρτωλότητα τῆς ἀνθρώπινης φύσης μας γιά νά τή δικαιώσουμε ὡς κάτι τό φυσικό!

2. Ὁ ἀπόστολος ὅμως μέ τήν πρόσκλησή του ν᾽ ἀποτινάξουμε τά ἔργα τοῦ σκότους καί τῆς ἁμαρτίας δίνει δραματικό χαρακτήρα στόν λόγο του: ὅ,τι κάνουμε, ὅ,τι λέμε, ὅ,τι ἀκόμη σκεφτόμαστε, ἄν εἶναι ἀποκομμένο ἀπό τόν Χριστό, τήν πηγή τοῦ φωτός, εἶναι ἁμαρτία καί ἄρα σκοτάδι. Τελικῶς, ὁ μή ἐν Χριστῷ ἐνεργῶν ζεῖ καί κινεῖται στήν ἀνυπαρξία, ἔστω κι ἄν φαίνεται σπουδαῖο καί σημαντικό αὐτό πού ἐπιτελεῖ στόν κόσμο. Κι ἴσως ἡ ἐποχή μας εἶναι τέτοια ἐποχή ἀνυπαρξίας ἀπό πλευρᾶς πνευματικῆς, ἀφοῦ ὄχι μόνον οἱ ἐκτός τῆς ᾽Εκκλησίας, ἀλλά πολλές φορές καί οἱ ἴδιοι οἱ Χριστιανοί ζοῦμε καί συμπεριφερόμαστε σά νά μήν ἔχουμε καμμία σχέση μέ τόν Χριστό, σάν νά εἴμαστε στήν πρό Χριστοῦ ἀκόμη ἐποχή. Πρόκειται δυστυχῶς γιά τήν κατάσταση τῆς ἐκκοσμίκευσης, ὅπως ἔχει ἐπισημανθεῖ πρό πολλοῦ, κατά τήν ὁποία ἔχει ἀποδεσμευτεῖ ἡ ζωή μας ἀπό τήν παρουσία τοῦ Χριστοῦ καί συνεπῶς ἡ ἀθεΐα μέ τήν πρακτική της μορφή εἶναι τό γνώρισμα τῆς ζωῆς μας.

Ἡ τραγικότητα ὅμως τῆς καταστάσεως αὐτῆς ἔχει ὑποδειχθεῖ ἤδη ἀπό τόν Κύριο: εἶναι ζωή ἐν θανάτῳ. ᾽Εκεῖνος πού δέν προσδιορίζεται στή ζωή του ἀπό τίς προϋποθέσεις τοῦ Χριστοῦ στήν πραγματικότητα εἶναι νεκρός. Τά λόγια τοῦ ῎Ιδιου ἐν προκειμένῳ ἠχοῦν πολύ ξερά καί πένθιμα: ῾῎Αφες τούς νεκρούς θάψαι τούς ἑαυτῶν νεκρούς᾽. Εἶναι νεκρός ὅποιος δέν Τόν ἀποδέχεται καί δέν θέλει νά Τόν ἀκολουθεῖ ὡς μαθητής Του. Σάν τήν περίπτωση τοῦ ἀσώτου υἱοῦ πού ὄντως ἡ κατάστασή του λόγω τῆς ἀπομακρύνσεώς του ἀπό τόν Πατέρα του ἦταν κατάσταση ἀνυπαρξίας καί θανάτου. Νά ἀποθέσουμε λοιπόν τά ἔργα τοῦ σκότους σημαίνει νά πετάξουμε ἀπό πάνω μας κάθε τι πού ἀποτελεῖ κεντρί τοῦ θανάτου, κάθε τι πού μᾶς στερεῖ τήν ἰκμάδα τῆς ζωῆς.

3. Πῶς θά γίνει αὐτό; Μέ ποιόν τρόπο μποροῦμε νά ξεφύγουμε ἀπό τά θανατερά αὐτά δίχτυα; Ὁ ἀπόστολος εἶναι σαφής καί κατηγορηματικός: μόνο μέ τή στροφή μας πρός τό φῶς. ῾᾽Ενδυσώμεθα τά ὅπλα τοῦ φωτός᾽. Μόνο μέ τό θετικό ξεπερνιέται τό ἀρνητικό. Τό σκοτάδι δέν... σκοτώνεται πυροβολώντας το. Κατά φυσικό τρόπο ἐξαφανίζεται, μόλις ἔρχεται τό φῶς. Ἡ νύχτα πάντα ὑποχωρεῖ, μόλις ξεπροβάλλει ἡ αὐγή καί ὁ ἥλιος. ῎Ετσι καί τό σκότος τῆς ἁμαρτίας ἐξαφανίζεται, μόλις ὁ ἄνθρωπος στραφεῖ πρός τό φῶς τό πνευματικό, πρός τόν Ἥλιο τῆς Δικαιοσύνης, τόν Κύριο ᾽Ιησοῦ Χριστό. Καί στροφή πρός τό φῶς σημαίνει ἔνδυση τοῦ ᾽Ι. Χριστοῦ, ὅπως τό λέει καί ὁ ἴδιος ὁ ἀπόστολος: ῾᾽Ενδύσασθε τόν Κύριον ᾽Ιησοῦ Χριστόν᾽.

Πῶς νά ντυθῶ ὅμως τόν Χριστό, τόν ῾Οποῖο ἤδη ἔχω ἐνδυθεῖ διά τοῦ ἁγίου βαπτίσματός μου; Ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ ἔχει ἀποκαλύψει ὅτι ῾ὅσοι εἰς Χριστόν ἐβαπτίσθητε, Χριστόν ἐνεδύσασθε᾽. Πῶς λοιπόν νά ντυθῶ τό ἴδιο ἔνδυμα μέ τό ὁποῖο ἤδη εἶμαι καλυμμένος; Γιά μᾶς τούς Χριστιανούς λοιπόν πού εἴμαστε ἐνδεδυμένοι τόν Κύριο, ἡ προτροπή τοῦ ἀπ. Παύλου πρέπει νά ἐννοηθεῖ ὡς ἐπανεύρεση τοῦ ἐνδύματός μας. Καί μετά τό βάπτισμα δυστυχῶς ἁμαρτάνουμε. Ἡ ἀμέλειά μας μᾶς κάνει νά ξεφτίζουμε αὐτό πού πάντα ἔπρεπε νά διατηρεῖται καινούργιο. ῎Αρα ντύνομαι τόν Χριστό σημαίνει, γιά μένα τόν βαπτισμένο, ζωή μετάνοιας. Καλοῦμαι νά ζῶ ἐν μετανοίᾳ, γιά νά καθαρίζω τό ἔνδυμα πού ἔλαβα στό βάπτισμα. Γι᾽ αὐτό ἄλλωστε οἱ Πατέρες μας χαρακτηρίζουν τήν μετάνοια ὡς ἀνανέωση τοῦ βαπτίσματος καί δεύτερο βάπτισμα. Σταματῶ λοιπόν νά εἶμαι στό σκοτάδι, ὅταν παίρνω τό δρόμο τῆς μετάνοιας, μέ τήν ὁποία καί πάλι ξαναβρίσκω τόν ἀληθινό μου ἑαυτό, τό φῶς πού μέ πλημμύρισε τήν ἡμέρα τῆς ἀναγεννήσεώς μου μέ τήν ἔνταξή μου στήν ᾽Εκκλησία.

4. Κι αὐτή ἡ ἐπανεύρεση τοῦ ἐνδύματος διά τῆς μετανοίας εἶναι ζωή δύναμης καί ἐξουσίας. Γιατί, λέει, ῾ἐνδύσασθε τά ὅ π λ α τοῦ φωτός᾽. Τό φῶς τοῦ Χριστοῦ μᾶς δίνει ὅπλα καί φανερώνει τήν ἐξουσία πού λάβαμε ὡς τέκνα πιά Θεοῦ. ῾Ὅσοι ἔλαβον τόν Χριστόν ἔδωκεν αὐτοῖς τήν ἐξουσίαν τέκνα Θεοῦ γενέσθαι᾽. Ποιά εἶναι αὐτά τά ὅπλα; Εἶναι ἡ πανοπλία τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ, ἡ πανοπλία τοῦ Σταυροῦ. Ὁ ὑμνογράφος τῆς ᾽Εκκλησίας μας, βασισμένος σέ ἀνάλογη περιγραφή τοῦ ἀπ. Παύλου, θά ἀναγγείλει: ῾Τό στάδιον τῶν ἀρετῶν ἠνέωκται. Οἱ βουλόμενοι ἀθλῆσαι εἰσέλθετε...Καί ἀναλαβόντες τήν πανοπλίαν τοῦ Σταυροῦ, τῷ ἐχθρῷ ἀντιμαχησώμεθα, ὡς τεῖχος ἄρρηκτον κατέχοντες τήν πίστιν, καί ὡς θώρακα τήν προσευχήν, καί περικεφαλαίαν τήν ἐλεημοσύνην. ᾽Αντί μαχαίρας τήν νηστείαν, ἥτις ἐκτέμνει ἀπό καρδίας πᾶσαν κακίαν᾽. (Τό στάδιο τῶν ἀρετῶν ἔχει ἀνοίξει. Ὅσοι θέλετε νά ἀγωνιστεῖτε εἰσέλθετε... Καί ἀφοῦ φορέσαμε τήν πανοπλία τοῦ Σταυροῦ, ἄς πολεμήσουμε τόν ἐχθρό, ἔχοντας τήν πίστη σάν στέρεο τεῖχος καί σάν θώρακα τήν προσευχή καί περικεφαλαία τήν ἐλεημοσύνη. Στήν θέση τοῦ μαχαιριοῦ τήν νηστεία, ἡ ὁποία βγάζει ἀπό τήν καρδιά κάθε κακία).

γ. Πίστη, προσευχή, ἀγάπη κι ἐλεημοσύνη, νηστεία: νά τά ὅπλα τῆς πνευματικῆς μας πανοπλίας, μέ τά ὁποῖα καλούμαστε νά βαδίσουμε κατά τήν εὐλογημένη περίοδο τῆς Μ. Σαρακοστῆς, ἀλλά καί καθ᾽ ὅλη τήν ζωή μας. Δέν ἔχουμε παρά νά συναισθανθοῦμε τήν ἐξουσία πού μᾶς ἔχει δοθεῖ καί νά τήν ἐνεργοποιήσουμε. Τό τέλος προβάλλει ἐμπρός μας λαμπρό καί γεμάτο χάρη: ἡ συμμετοχή μας στήν ᾽Ανάσταση, ἡ πληρότητα τῆς ἔνταξής μας στήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, τήν ἀληθινή πατρίδα μας!

Ο παπα-Νικόλας Πλανάς και το...πρόσφορο!

Κάποια μέρα που ο Άγιος βρισκόταν σ’ ένα από τα αγαπημένα του ξωκκλήσια για να λειτουργήσει, παρατήρησε πως δεν υπήρχε κανένα πρόσφορο. Δεν ταράχτηκε. Προτίμησε να περιμένει με τη βεβαιότητα ότι σύντομα κάποιο πρόσφορο θα βρισκόταν. Άλλωστε τόσα χρόνια, όσες φορές είχε συμβεί να μην έχει πρόσφορο, πάντα την κατάλληλη στιγμή, κάποιος θα έφερνε, ή αν έπρεπε κάποιος από το εκκλησίασμα πήγαινε σε κοντινό φούρνο και αγόραζε ένα. Εκείνη τη μέρα όμως τα πράγματα δυσκόλευαν…. Η ώρα περνούσε και κανένας δεν έφερνε πρόσφορο.

Έψαξε καλά στα ράφια του ιερού μήπως και υπήρχε κάποιο από προηγούμενη φορά, μα δε βρήκε τίποτα. Τότε έκανε νόημα σε δύο πνευματικά του παιδιά να πλησιάσουν στο ιερό και τους ζήτησε να πάνε γρήγορα στο φούρνο και να ζητήσουν πρόσφορο κι αν δεν έβρισκαν να ζητούσαν από κάποιες ενορίτισσες που πάντα φρόντιζαν και είχαν. Έφυγαν τρέχοντας από το εκκλησάκι οι δύο, μα μάταιος ο κόπος τους. Λίγη ώρα αργότερα γύρισαν με άδεια χέρια πίσω και ανακοίνωσαν στον Άγιο πως, παρά την προσπάθεια τους, κανένας δε βρέθηκε να τους εξυπηρετήσει. Ο Άγιος ευχαρίστησε τα πνευματικά του παιδιά για τον κόπο τους και έμεινε μόνος του στο ιερό. Στενοχωρήθηκε πολύ και τα ασκητικά του μάτια γέμισαν δάκρυα. Η ώρα είχε περάσει.

Ο Όρθρος έφτανε στο τέλος και ο ευλογημένος ιερέας δεν θα μπορούσε να προχωρήσει στη Θεία Λειτουργία. Τόσα χρόνια, καθημερινά λειτουργούσε, μα εκείνη τη μέρα με θλίψη θα έπρεπε να διακόψει αυτή την ευλογημένη σειρά. Με ασταμάτητα δάκρυα κοιτούσε την εικόνα του Εσταυρωμένου και με δυνατή προσευχή παρακαλούσε τον Κύριο να μη του στερήσει τη Θεία Λειτουργία. Ξαφνικά βλέπει πάνω στην Αγία Τράπεζα ένα μικρό πρόσφορο που άχνιζε. Ήταν ολόφρεσκο και τοποθετημένο στη μέση. Μόλις το είδε ο Άγιος έκανε το σταυρό του και ύψωσε τη δακρυσμένη ματιά του προς τον ουρανό ευχαριστώντας το Θεό.

Το θαύμα είχε γίνει. Κάποιος άγγελος σταλμένος από το Χριστό είχε τοποθετήσει το μικρό πρόσφορο στην Αγία Τράπεζα. Ο Άγιος σκέφτηκε πως ένα τέτοιο θαυμαστό γεγονός δεν έπρεπε να μείνει κρυφό. Κρατώντας λοιπόν το θεόσταλτο δώρο βγήκε μπροστά στην Ωραία Πύλη του Ιερού και διακόπτοντας τους ψάλτες έδειξε το πρόσφορο προς το εκκλησίασμα και είπε συγκινημένος: “Κοιτάξτε παιδιά μου τι σημείο μας έκανε ο Θεός”. Ο κόσμος σάστισε. Χωρίς πολλά λόγια ο Άγιος εξήγησε τι είχε προηγηθεί και αμέσως προχώρησε πάλι μέσα στο ιερό και σαν να είχε συμβεί κάτι απλό και συνηθισμένο συνέχισε την ακολουθία. Στο μεταξύ, βαθιά συγκίνηση κατέλαβε τους παρευρισκόμενους όταν συνειδητοποίησαν πως ένα μεγάλο θαύμα – σημείο, όπως τους είπε ο Παππούς – είχε συμβεί εκείνη την ώρα. Όλων τα μάτια βούρκωσαν και στράφηκαν με ευγνωμοσύνη προς την εικόνα του Χριστού που τη φώτιζε αμυδρά ένα μικρό καντήλι. Ευχαριστούσαν τον Κύριο για το μεγάλο θαύμα. Τον ευχαριστούσαν όμως και για την ευλογημένη παρουσία του Παππού κοντά τους.

Μέχρι την απόλυση της Θείας Λειτουργίας όλοι ήταν συγκλονισμένοι και με δυσκολία συγκρατούσαν τα δάκρυα τους. Μόνο ο Άγιος Νικόλαος ο Πλανάς έμοιαζε να μην έχει συναίσθηση του θαύματος που είχε γίνει. Άλλωστε για τον ίδιο τα θαύματα ήταν μέρος του καθημερινού του προγράμματος και η ταπεινή του ψυχή ποτέ δεν υπερηφανεύτηκε για τα θεία σημεία. Ήταν για τον Άγιο τα θαύματα φυσιολογικά, όπως φυσιολογική ήταν και η αστείρευτη πίστη και αγάπη του στο Θεό. (Πηγή: Από το βιβλίο «Το πρώτο μου συναξάρι», εκδόσεις Ιεράς Μονής Χρυσοπηγής, 1997).

Άγιος Νικόλαος ο Πλανάς

Ο Αγιος Νικόλαος γεννήθηκε στη Νάξο το 1851 μ.Χ., από τον Ιωάννη και την Αυγουστίνα, το γένος Μελισσουργού. Οι ευσεβείς γονείς του τον ανέθρεψαν με παιδεία και νουθεσία Κυρίου.

Από την παιδική του ηλικία εξέφρασε την έφεση και την αγάπη του προς τα ιερά και τα όσια. Ήταν φιλακόλουθος και διακονούσε πάντοτε στο ιερό τον παππού του ιερέα Γεώργιο Μελισσουργό. Προορισμένος από τον Θεό να γίνει λειτουργός των Αγίων Μυστηρίων Αυτού μετείχε αδιάλειπτα στη λειτουργική ζωή της Εκκλησίας με νηστεία, προσευχή και αγρυπνία.

Μετά τον θάνατο του πατέρα του ήλθε με την μητέρα του και την αδελφή του στην Αθήνα, όπου έγινε προστάτης αυτών. Ενυμφεύθηκε, εχήρευσε όμως νωρίς. Η πρεσβυτέρα του απεβίωσε μόλις γεννήθηκε το παιδί τους, ο Γιαννάκης, που το μεγάλωσε μόνος.

Ο Κύριος δεν εβράδυνε να τον αναδείξει λειτουργό της Εκκλησίας Του και τον κατέστησε εύθετο και εύχρηστο στο Ευαγγέλιο του Χριστού. Χειροτονείται διάκονος στις 28 Ιουλίου του 1879 μ.Χ., στο ναό Μεταμορφώσεως της Πλάκας, και μετά από πέντε χρόνια, στις 2 Μαρτίου 1884 μ.Χ., χειροτονείται Πρεσβύτερος στο ταπεινό εκκλησάκι του Αγίου Ελισσαίου, στο Μοναστηράκι. Διακονεί στο ιερό θυσιαστήριο επί 50 χρόνια περίπου (1884 - 1932 μ.Χ.), στους ναούς και του Αγίου Παντελεήμονος, κοντά στον Ιλισσό ποταμό, και της ακόμη πτωχότερης και απόμερης τότε Εκκλησίας του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου του λεγομένου «Κυνηγού», στη σημερινή οδό Βουλιαγμένης. Διακρίθηκε ως ο λειτουργικότερος ιερεύς, άνθρωπος προσευχής, του οποίου η ζωή υπήρξε και αναδείχθηκε συνεχής διακονία του Θυσιαστηρίου. Από «φυλακῆς πρωίας μέχρι νυκτός» παρέμενε στο ναό. Ήταν αφιλάργυρος κατά τον τρόπο και πλήρης έργων αγαθών και ελεημοσύνης. Του αρκούσε για τροφή λίγο ψωμί και λίγα χόρτα, τα οποία συνέλεγε ο ίδιος, και κάποιες φορές, λίγο γάλα που του πρόσφεραν βοσκοί στην ερημική τότε περιοχή της ενορίας του. Αλησμόνητες παρέμειναν οι αγρυπνίες τις οποίες ετελούσε στο ναό του Αγίου Ελισσαίου Αθηνών. Αναφέρονται και μαρτυρίες παιδιών, ότι τον έβλεπαν κατά την διάρκεια της Θείας Λειτουργίας μεταρσιωμένο να στέκεται υπεράνω της γης. Μαρτυρίες δε περιφανών λογίων, όπως του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη και Αλέξανδρου Μωραϊτίδου, που έψαλλαν στις αγρυπνίες τις οποίες ετελούσε, εξαίρουν τη σπάνια και αγία ιερατική αυτού προσωπικότητα.

Ο παπα- Νικόλας, ο λεγόμενος «απλός», ζούσε μέσα στη χαρά της Θείας Ευχαριστίας, την οποία τελούσε ανελλιπώς κάθε ημέρα, όπως την όριζαν οι λειτουργικοί κανόνες, και την παρέτεινε επί πολλές ώρες, για να έχει την πνευματική της απόλαυση. Πάντα ανταποκρινόταν στο γνήσιο ορθόδοξο φρόνημα και ετελούσε πανηγυρικά το Μυστήριο της ελεύσεως και παρουσίας του Αναστημένου Κυρίου, που αποκαλύπτει τον εαυτό Του, όπως τότε στο Μυστικό Δείπνο. Η χαρά της Αναστάσεως, που βρίσκεται στην καρδιά της Ευχαριστίας, γινόταν οντολογική αναψυχή και αγαλλίαση στον φλεγόμενο από θεία Αγάπη Γέροντα. Η μέθεξή του στην πασχάλια χαρά τον συνέπαιρνε. Δεν ήταν γι αυτόν ένα απλό εφημερικό καθήκον. Πρόφαση ήταν το επί ώρες παρατεινόμενο μνημόσυνο των ζωντανών και των κοιμηθέντων, από τον όγκο των σημειωμάτων που κρατούσε πάντα σ' ένα δισάκι. Στην πραγματικότητα δεν ήθελε να διακόψει ποτέ τη χαρά της Τράπεζας της Ευχαριστίας, τη θέα του Αναστημένου Σώματος και Αίματος του Χριστού.

Ο αείμνηστος Γέροντας, αφού έφθασε στα 82 του χρόνια και έδωσε πρωτοφανή στον αιώνα μας μαρτυρία ουρανίων χαρισμάτων, οσιότητος, ταπεινώσεως, απλότητος, διακρίσεως, ελεημοσύνης, ασκήσεως και κατά Θεόν σοφίας, αφού εστάθηκε ο μοναδικός προστάτης χιλιάδων ορφανών και πτωχών και έφθασε στο ύψος θείας τελειότητος, εκοιμήθηκε οσίως εν ειρήνη το 1932 μ.Χ. και τον έθαψαν μπροστά στον Ναό του Αγίου Ιωάννη του Κυνηγού.

Στις 29 Αυγούστου του 1992, τα ιερώτατα και θαυματουργά Λείψανα του Αγίου Νικολάου του Πλανά τοποθετήθηκαν σε ασημένια λάρνακα, που σήμερα βρίσκεται στο δεξιό κλίτος του Ιερού αυτού Ναού.

Η Αγία μας Εκκλησία ανεκήρυξε και επισήμως ως άγιο τον Άγιο Νικόλαο τον Πλανά κατά την 135 η Συνοδική Περίοδο (1991 - 1992 μ.Χ.) του Πανσέπτου Οικουμενικού Πατριαρχείου, με εισήγηση του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Πατρών κ.κ. Νικοδήμου, και βεβαίως με την φροντίδα του Σεβασμιωτάτου Ποιμενάρχου κ.κ. Αμβροσίου.

Οι Ασματικές Ακολουθίες του Αγίου Νικολάου του Πλανά, οι οποίες ευρίσκονται σε λειτουργική χρήση, συντάχθηκαν από τον Μητροπολίτη Πατρών κ. Νικόδημο, και από τον Αρχιμ. Νικόδημο Παυλόπουλο, Ηγούμενο της Ιεράς Μονής Λειμώνος Λέσβου.




Ἀπολυτίκιον
Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Τᾶς τοῦ πλάνου παγίδας ἐκφυγῶν, ἱερώτατε, ἀπλανῶς ἐπορεύθης διὰ βίου, πατὴρ ἠμῶν, Νικόλαε ἀοίδιμε Πλανᾶ, οὐράνια χαρίσματα λαβῶν, ἀγρυπνίαις καὶ νηστείαις, ἱερουργῶν ὁσίως τῷ Κυρίῳ σου. Ὅνπερ καθικετεύων ἐκτενῶς, Νάξιον ἱεράτευμα, πρέσβευε δωρηθῆναι καὶ ἠμὶν τὸ θεῖον ἔλεος.

Κοντάκιον
Ήχος βαρύς. Επί του όρους μετεμορφώθης.
Εν παντί έθνει, καιρώ και χρόνω Θεός αμάρτυρον ουκ αφήκεν Αυτού την θείαν δόξαν και την θειότητα× τους δε όντας αγίους εν τη γη αυτού και Πλανάν τον Νικόλαον εδόξασε× και ημίν εδωρήσατο πρεσβευτήν, πατέρα και θερμόν εν ανάγκαις αντιλήπτορα.

Μεγαλυνάριον
Χαίροις, του Προδρόμου δούλος πιστός, των αγρυπνιών τε ο εργάτης ο θαυμαστός, χαίροις, εκκλησίας προφήτου Ελισσαίου το σέμνωμα και δόξα, πάτερ Νικόλαε!