Κυριακή 23 Φεβρουαρίου 2014
Αγίου Κυρίλλου, Αρχιεπισκόπου Ιεροσολύμων: "Ομιλία εις την Δευτέραν Παρουσίαν του Κυρίου"
Διακηρύττουμε παρουσίαν Χριστού, όχι μόνον μίαν, αλλά και δευτέραν πολύ καλλιτέραν της προηγουμένης· διότι η πρώτη αποτελούσε επίδειξιν υπομονής, ενώ η ερχομένη φέρει το στέμμα της θείας Βασιλείας. Πράγματι στον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν τα πάντα, ως επί το πλείστον, είναι διπλά· διπλή γέννησις, μία από τον Θεόν προαιωνίως και μία από την Παρθένον στους εσχάτους καιρούς· δύο κάθοδοι· μία η αφανής «ως επί πόκον» και Δευτέρα η ένδοξος και επιφανής, η μέλλουσα.
Κατά την πρώτην παρουσίαν εσπαργανώθη στην φάτνην, στην Δευτέρα «αναβάλλεται(ενδύεται) φως ως ιμάτιον». Στην πρώτην «υπέμεινε σταυρόν αισχύνης καταφρονήσας», στην δευτέραν θα έλθη δοξαζόμενος, δορυφορούμενος από στρατιές αγγέλων. Δεν μένουμε λοιπόν στην πρώτην μόνον παρουσίαν, αλλά προσδοκούμε και την δευτέραν…Έρχεται ο Σωτήρ όχι για να δικασθεί πάλιν, αλλά για να δικάσει τους δικαστάς του· αυτός που προηγουμένως, όταν εκρίνετο, εσιωπούσε, λέγει ύστερα στους παρανόμους, υπενθυμίζοντας όσα ετόλμησαν κατα την σταύρωση: «Ταύτα εποίησας και εσίγησα». Τότε ήλθε για να εκπληρώσει την Θείαν Οικονομίαν, και εδίδασκε τους ανθρώπους με την πειθώ· τώρα όμως θα αναγκασθούν να τον αναγνωρίσουν ως Βασιλέα τους, έστω και χωρίς να το θέλουν…
«Όταν δε έλθη ο Υιός του ανθρώπου εν τη δόξη αυτού, και πάντες οι άγιοι άγγελοι μετ’ αυτού». Βλέπε, άνθρωπε, ενώπιον πόσων θα εμφανισθείς στο κριτήριο.Θα είναι τότε παρόν όλο το γένος των ανθρώπων. Αναλογίσου λοιπόν πόση είναι η φυλή των Ρωμαίων· αναλογίσου πόσοι είναι οι άλλοι, οι βάρβαροι οι οποίοι ζουν τώρα και πόσοι έχουν ταφεί τα τελευταία εκατόν χρόνια· πόσοι ετάφησαν μέσα σε χίλια χρόνια· αναλογίσου πόσοι είναι από τον Αδάμ μέχρι σήμερα. Μεγάλο πλήθος βέβαια, αλλά και πάλιν μικρόν είναι· διότι οι άγγελοι είναι περισσότεροι· εκείνοι είναι τα ενενήντα εννέα πρόβατα, η δε ανθρωπότης μόνο το ένα…
Παρευρίσκεται τότε στο κριτήριο ο Θεός και Πατήρ των απάντων, μαζί του θα κάθεται ο Ιησούς Χριστός, θα είναι δε παρόν και το Άγιον Πνεύμα· αγγελική σάλπιγγα θα προσκαλέσει όλους εμάς, οι οποίοι θα φορούμε ως ένδυμα τα έργα μας. Άραγε δεν οφείλουμε να αγωνιούμε από τώρα; Και μη νομίσεις, άνθρωπε, ότι είναι μικρή καταδίκη το να κατακριθείς ενώπιον τόσου πλήθους· μήπως δεν προτιμούμε πολλές φορές να πεθάνομε, παρά να κατηγορηθούμε από φίλους;
Ας έχομε την αγωνία, λοιπόν, αδελφοί, μη μας καταδικάσει ο Θεός, ο οποίος, αν πρόκειται να μας καταδικάσει, δεν έχει ανάγκη από εξέταση ή έλεγχο· μήν πείς ότι την νύκτα όταν επόρνευσα ή έκανα μαγείες ή έπραξα κάτι άλλο, και δεν υπήρχε άνθρωπος εκεί. Από την συνείδηση σου κρίνεσαι, «μεταξύ αλλήλων των λογισμών κατηγορούντων ή και απολογουμένων, εν ημέρα, ότε κρινεί ο Θεός τα κρυπτά των ανθρώπων». Σε αναγκάζει να πεις την αλήθεια το φοβερό πρόσωπο του Κριτού, ή μάλλον, και αν δεν την πείς, σε ελέγχει. Διότι θα αναστηθείς φορώντας τις αμαρτίες σου, ή τις αρετές σου· αυτό δήλωσε ο ίδιος ο Κριτής…
Τι λέγει λοιπόν ο κριτής για την ενδυμασία ή μή των έργων σου; « Και συνάξουσιν έμπροσθεν αυτού πάντα τα έθνη»· διότι πρέπει τα πάντα νά κλίνουν γόνυ ενώπιον του Χριστού, τα επουράνια και τα επίγεια και τα καταχθόνια. «Και αφορίσει αυτούς απ’ αλλήλων, ώσπερ ο ποιμήν αφορίζει τα πρόβατα από των ερίφων». Πως διαχωρίζει ο ποιμήν; Μήπως ερευνά κάποιο βιβλίο, να μάθει ποιο είναι πρόβατο και ποιό ερίφιον;Ή τα διακρίνει από την εμφάνιση; Δεν φανερώνει το μαλλί το πρόβατο, το δε σκληρό και τριχωτό το ερίφιο; Έτσι, άν μεν καθαριστείς τώρα από τις αμαρτίες σου, έχεις στο εξής τις πράξεις σου ως έριον καθαρό, και η στολή σου μένει αμόλυντη, και λέγεις πάντοτε το «εξεδυσάμην τον χιτώνα μου, πως ενδύσομαι αυτόν;». Από την ενδυμασία αναγνωρίζεσαι ότι είσαι πρόβατο…Μή γένοιτο όμως κάποιος από τους παρόντες να αποβληθεί από την χάρη, ούτε εξαιτίας των φαύλων πράξεων του να βρεθεί στα αριστερά τάγματα των αμαρτωλών.
Πως, θα πεί κάποιος, θα αποφύγομε το πυρ; Και πως θα εισέλθομε στην Βασιλεία; «Επείνασα», λέγει, «και εδώκατε μοι φαγείν»· ιδού τρόπος. Δεν χρειάζεται αλληγορία εδώ, αλλά να εκτελέσουμε τα λεγόμενα· «επείνασα και εδώκατε μοι φαγείν· εδίψησα, και εποτίσατέ με· ξένος ήμην και συνηγάγετέ με· γυμνός, και περιεβάλετε με· ησθένησα, και επεσκέψασθέ με· εν φυλακή ήμην, και ήλθετε πρός με». Εάν τα πράξεις αυτά, θα συμβασιλεύσεις· εάν όμως δεν τα πράξεις, θα κατακριθής. Άρχισε λοιπόν από τώρα να τα εργάζεσαι αυτά, και επίμενε στην πίστη, για να μην αποκλεισθείς έξω, αναβάλλοντας να αγοράσεις έλαιον σαν τις μωρές παρθένους· μη ξεθαρρευθείς επειδή απλώς κρατείς την λαμπάδα, αλλά διατήρησέ την αναμμένην. Ας λάμψει το φώς των καλών έργων σου ενώπιον των ανθρώπων, και μη βλασφημείται εξαιτίας σου ο Χριστός. Φόρεσε ένδυμα αφθαρσίας, διαπρέποντας στα καλά έργα…
Είθε ο Θεός των όλων να σας διαφυλάξει όλους, ώστε να διατηρείτε στη μνήμη σας τα σημεία της συντέλειας του κόσμου και να μείνετε ακατανίκητοι από τον Αντίχριστο. Έμαθες τα σημεία του πλάνου που πρόκειται να έλθει· έλαβες τις αποδείξεις του αληθινού Χριστού, του κατερχομένου φανερά από τους ουρανούς. Τον μεν ένα, τον ψεύτικο, απόφυγέ τον. Τον δε άλλον, τον αληθινό, προσδόκα τον. Έμαθες τον τρόπν, πως στην Κρίση θα καταταγείς στα δεξιά του. Τήρησε αυτά που σου εμπιστεύθηκε ως παρακαταθήκη ο Χριστός, διαπρέποντας σε έργα αγαθά, ώστε να παρουσιαστείς με παρρησίαν ενώπιον του Κριτού και να κληρονομήσεις τη Βασιλεία των Ουρανών.
Κατά την πρώτην παρουσίαν εσπαργανώθη στην φάτνην, στην Δευτέρα «αναβάλλεται(ενδύεται) φως ως ιμάτιον». Στην πρώτην «υπέμεινε σταυρόν αισχύνης καταφρονήσας», στην δευτέραν θα έλθη δοξαζόμενος, δορυφορούμενος από στρατιές αγγέλων. Δεν μένουμε λοιπόν στην πρώτην μόνον παρουσίαν, αλλά προσδοκούμε και την δευτέραν…Έρχεται ο Σωτήρ όχι για να δικασθεί πάλιν, αλλά για να δικάσει τους δικαστάς του· αυτός που προηγουμένως, όταν εκρίνετο, εσιωπούσε, λέγει ύστερα στους παρανόμους, υπενθυμίζοντας όσα ετόλμησαν κατα την σταύρωση: «Ταύτα εποίησας και εσίγησα». Τότε ήλθε για να εκπληρώσει την Θείαν Οικονομίαν, και εδίδασκε τους ανθρώπους με την πειθώ· τώρα όμως θα αναγκασθούν να τον αναγνωρίσουν ως Βασιλέα τους, έστω και χωρίς να το θέλουν…
«Όταν δε έλθη ο Υιός του ανθρώπου εν τη δόξη αυτού, και πάντες οι άγιοι άγγελοι μετ’ αυτού». Βλέπε, άνθρωπε, ενώπιον πόσων θα εμφανισθείς στο κριτήριο.Θα είναι τότε παρόν όλο το γένος των ανθρώπων. Αναλογίσου λοιπόν πόση είναι η φυλή των Ρωμαίων· αναλογίσου πόσοι είναι οι άλλοι, οι βάρβαροι οι οποίοι ζουν τώρα και πόσοι έχουν ταφεί τα τελευταία εκατόν χρόνια· πόσοι ετάφησαν μέσα σε χίλια χρόνια· αναλογίσου πόσοι είναι από τον Αδάμ μέχρι σήμερα. Μεγάλο πλήθος βέβαια, αλλά και πάλιν μικρόν είναι· διότι οι άγγελοι είναι περισσότεροι· εκείνοι είναι τα ενενήντα εννέα πρόβατα, η δε ανθρωπότης μόνο το ένα…
Παρευρίσκεται τότε στο κριτήριο ο Θεός και Πατήρ των απάντων, μαζί του θα κάθεται ο Ιησούς Χριστός, θα είναι δε παρόν και το Άγιον Πνεύμα· αγγελική σάλπιγγα θα προσκαλέσει όλους εμάς, οι οποίοι θα φορούμε ως ένδυμα τα έργα μας. Άραγε δεν οφείλουμε να αγωνιούμε από τώρα; Και μη νομίσεις, άνθρωπε, ότι είναι μικρή καταδίκη το να κατακριθείς ενώπιον τόσου πλήθους· μήπως δεν προτιμούμε πολλές φορές να πεθάνομε, παρά να κατηγορηθούμε από φίλους;
Ας έχομε την αγωνία, λοιπόν, αδελφοί, μη μας καταδικάσει ο Θεός, ο οποίος, αν πρόκειται να μας καταδικάσει, δεν έχει ανάγκη από εξέταση ή έλεγχο· μήν πείς ότι την νύκτα όταν επόρνευσα ή έκανα μαγείες ή έπραξα κάτι άλλο, και δεν υπήρχε άνθρωπος εκεί. Από την συνείδηση σου κρίνεσαι, «μεταξύ αλλήλων των λογισμών κατηγορούντων ή και απολογουμένων, εν ημέρα, ότε κρινεί ο Θεός τα κρυπτά των ανθρώπων». Σε αναγκάζει να πεις την αλήθεια το φοβερό πρόσωπο του Κριτού, ή μάλλον, και αν δεν την πείς, σε ελέγχει. Διότι θα αναστηθείς φορώντας τις αμαρτίες σου, ή τις αρετές σου· αυτό δήλωσε ο ίδιος ο Κριτής…
Τι λέγει λοιπόν ο κριτής για την ενδυμασία ή μή των έργων σου; « Και συνάξουσιν έμπροσθεν αυτού πάντα τα έθνη»· διότι πρέπει τα πάντα νά κλίνουν γόνυ ενώπιον του Χριστού, τα επουράνια και τα επίγεια και τα καταχθόνια. «Και αφορίσει αυτούς απ’ αλλήλων, ώσπερ ο ποιμήν αφορίζει τα πρόβατα από των ερίφων». Πως διαχωρίζει ο ποιμήν; Μήπως ερευνά κάποιο βιβλίο, να μάθει ποιο είναι πρόβατο και ποιό ερίφιον;Ή τα διακρίνει από την εμφάνιση; Δεν φανερώνει το μαλλί το πρόβατο, το δε σκληρό και τριχωτό το ερίφιο; Έτσι, άν μεν καθαριστείς τώρα από τις αμαρτίες σου, έχεις στο εξής τις πράξεις σου ως έριον καθαρό, και η στολή σου μένει αμόλυντη, και λέγεις πάντοτε το «εξεδυσάμην τον χιτώνα μου, πως ενδύσομαι αυτόν;». Από την ενδυμασία αναγνωρίζεσαι ότι είσαι πρόβατο…Μή γένοιτο όμως κάποιος από τους παρόντες να αποβληθεί από την χάρη, ούτε εξαιτίας των φαύλων πράξεων του να βρεθεί στα αριστερά τάγματα των αμαρτωλών.
Πως, θα πεί κάποιος, θα αποφύγομε το πυρ; Και πως θα εισέλθομε στην Βασιλεία; «Επείνασα», λέγει, «και εδώκατε μοι φαγείν»· ιδού τρόπος. Δεν χρειάζεται αλληγορία εδώ, αλλά να εκτελέσουμε τα λεγόμενα· «επείνασα και εδώκατε μοι φαγείν· εδίψησα, και εποτίσατέ με· ξένος ήμην και συνηγάγετέ με· γυμνός, και περιεβάλετε με· ησθένησα, και επεσκέψασθέ με· εν φυλακή ήμην, και ήλθετε πρός με». Εάν τα πράξεις αυτά, θα συμβασιλεύσεις· εάν όμως δεν τα πράξεις, θα κατακριθής. Άρχισε λοιπόν από τώρα να τα εργάζεσαι αυτά, και επίμενε στην πίστη, για να μην αποκλεισθείς έξω, αναβάλλοντας να αγοράσεις έλαιον σαν τις μωρές παρθένους· μη ξεθαρρευθείς επειδή απλώς κρατείς την λαμπάδα, αλλά διατήρησέ την αναμμένην. Ας λάμψει το φώς των καλών έργων σου ενώπιον των ανθρώπων, και μη βλασφημείται εξαιτίας σου ο Χριστός. Φόρεσε ένδυμα αφθαρσίας, διαπρέποντας στα καλά έργα…
Είθε ο Θεός των όλων να σας διαφυλάξει όλους, ώστε να διατηρείτε στη μνήμη σας τα σημεία της συντέλειας του κόσμου και να μείνετε ακατανίκητοι από τον Αντίχριστο. Έμαθες τα σημεία του πλάνου που πρόκειται να έλθει· έλαβες τις αποδείξεις του αληθινού Χριστού, του κατερχομένου φανερά από τους ουρανούς. Τον μεν ένα, τον ψεύτικο, απόφυγέ τον. Τον δε άλλον, τον αληθινό, προσδόκα τον. Έμαθες τον τρόπν, πως στην Κρίση θα καταταγείς στα δεξιά του. Τήρησε αυτά που σου εμπιστεύθηκε ως παρακαταθήκη ο Χριστός, διαπρέποντας σε έργα αγαθά, ώστε να παρουσιαστείς με παρρησίαν ενώπιον του Κριτού και να κληρονομήσεις τη Βασιλεία των Ουρανών.
Κυριακή της Απόκρεω – Η ώρα της κρίσεως
Η ώρα της κρίσεως
Ο Παράδεισος
Η ώρα είναι μοναδική και συγκλονιστική. Ο Θεάνθρωπος Κύριος έρχεται μέσα στη θεϊκή του δόξα για να κρίνει την ανθρωπότητα. Τον συνοδεύουν οι αμέτρητες στρατιές των αγίων αγγέλων. Μπροστά στον ένδοξο θεϊκό του θρόνο έχουν συγκεντρωθεί όλοι οι άνθρωποι όλων των αιώνων. Κι ο μέγας Κριτής χωρίζει τους ανθρώπους, όπως ο βοσκός χωρίζει τα πρόβατα από τα γίδια. Στα δεξιά του βάζει τους δίκαιους και στα αριστερά του τους αμετανόητους αμαρτωλούς. Εκείνη τη φοβερή ώρα ακούγεται η θεϊκή φωνή του ουρανίου Κριτού προς τους δικαίους: Ελάτε, οι ευλογημένοι του Πατρός μου, να κληρονομήσετε τη Βασιλεία που είναι ετοιμασμένη για εσάς από τότε που δημιουργήθηκε ο κόσμος. Διότι πείνασα και μου δώσατε τροφή, δίψασα και μου δώσατε νερό, ήμουν ξένος και με φιλοξενήσατε, γυμνός και με ντύσατε, άρρωστος και με επισκεφθήκατε, φυλακισμένος και ήλθατε να με παρηγορήσετε.
Και οι δίκαιοι με έκπληξη και απορία θα πουν: Κύριε, πότε Σε είδαμε πεινασμένο, διψασμένο, ξενιτεμένο, γυμνό, άρρωστο, φυλακισμένο και Σου δείξαμε αγάπη; Και θα αποκριθεί ο Κριτής: Εφόσον το κάνατε στους άσημους αδελφούς μου, είναι σαν να το κάνατε σε μένα. Ελάτε λοιπόν στη Βασιλεία μου.
Πώς όμως θα είναι αυτή η Βασιλεία του Θεού; Όποιες λέξεις κι αν χρησιμοποιήσουμε δεν θα μπορέσουμε να περιγράψουμε την ασύλληπτη ωραιότητα της Βασιλείας των ουρανών, όπως ακριβώς ένας εκ γενετής τυφλός δεν μπορεί να περιγράψει την ωραιότητα της φύσεως. Η Αγία Γραφή βέβαια παρουσιάζει συμβολικές εικόνες του Παραδείσου, ο απόστολος Παύλος τονίζει ότι σαν αυτά που ετοίμασε ο Θεός γι' αυτούς που Τον αγαπούν, «ὀφθαλμός οὐκ εἶδε καί οὖς οὐκ ἤκουσε καί ἐπί καρδίαν ἀνθρώπου οὐκ ἀνέβη» (Α' Κορ. β' 9). Η ζωή του Παραδείσου όχι μόνο εν μπορεί να περιγραφεί, αλλά ούτε και να συγκριθεί με καμιά άγια χαρά του κόσμου αυτού. Από τη ζωή εκείνη θα απουσιάζει κάθε «ὀδύνη, λύπη καί στεναγμός». Εκεί δεν θα υπάρχουν αδικίες, αρρώστιες, θάνατος. Εκεί θα έχουν σβήσει όλα τα πάθη. Εκεί όλα θα είναι γεμάτα χαρά. Όλα θα είναι φως. Η μεγαλύτερη όμως χαρά και ευτυχία μας θα είναι ότι θα βλέπουμε διαρκώς «πρόσωπον προς πρόσωπον» το απαστράπτον πρόσωπο του Χριστού.
Τα μάτια μας δεν θα χορταίνουν να βλέπουν τη δόξα του· τα αυτιά μας να ακούν τη φωνή του και τις γλυκύτατες ψαλμωδίες των αγγέλων και των αγίων, το στόμα μας να δοξολογεί ακατάπαυστα τον βασιλέα μας· τα χέρια μας να υψώνονται προς Αυτόν. Εκεί θα λάμπουμε όλοι όπως ο ήλιος και θα μοιάζουμε στη μορφή και τη δόξα με τον Χριστό μας. Εκεί θα γίνουμε κατά χάριν θεοί. Εκεί... Αλλά μέχρι να φθάσουμε εκεί, ας στραφούμε προς τα εκεί κάθε μέρα το νου μας κι ας πλημμυρίσει την καρδιά μας ο πόθος της Βασιλείας του Θεού.
Η κόλαση
Κατόπιν ο Κύριος θα στρέψει το βλέμμα Του αριστερά στους αμετανόητους αμαρτωλούς και θα τους πει: Φύγετε από κοντά μου στο πυρ το αιώνιο, που έχει ετοιμαστεί για τον διάβολο και τους δαίμονες. Διότι επείνασα, και δεν μου δώσατε τροφή, δίψασα, και δεν μου δώσατε νερό, ήμουν ξένος, και δεν με φιλοξενήσατε, γυμνός και δεν με ντύσατε, άρρωστος, και δεν με επισκεφθήκατε, φυλακισμένος, και δεν ήλθατε να με παρηγορήσετε.
Τότε αυτοί θα Του αποκριθούν: Πότε Σε είδα, Κύριε, πεινασμένο, διαψασμένο, ξενιτεμένο, γυμνό, άρρωστο, φυλακισμένο και δεν Σε υπηρετήσαμε; Και ο Κριτής θα τους απαντήσει: Καθετί που δεν κάνατε στους άσημους αδελφούς μου, ούτε σε μένα το κάνατε. Τότε θα φύγουν αυτοί στην αιώνια κόλαση.
Πώς θα ζουν αλήθεια οι άνθρωποι στην αιώνια κόλαση; Ό,τι και να πει κανείς, ελάχιστα μπορεί να περιγράψει τη φρίκη της κολάσεως. Εκεί οι κολασμένοι θα υποφέρουν φρικτά. Θα δοκιμάζουν οδυνηρούς πόνους, ακατάπαυστη δίψα, αφόρητη αγωνία, τύψεις βασανιστικές, απελπισία και θάνατο. Διότι θα είναι περικυκλωμένοι από τους μισάνθρωπους δαίμονες και από όλους τους κολασμένους ανθρώπους. Επιπλέον θα βλέπουν αιωνίως μέσα τους τα αποτυπώματα των αμαρτιών τους, και η ντροπή που θα δοκιμάζουν θα είναι φοβερή. Θα υποφέρουν ακόμη, διότι θα στερούνται όλα εκείνα τα οποία απήλαυσαν στην επίγεια ζωή τους.
Το μεγαλύτερο όμως μαρτύριο των κολασμένων θα είναι ότι θα ζουν χωρίς Θεό. Και μία μόνο ακτίνα της δόξας του αν είχαν, αμέσως ο άδης θα γινόταν Παράδεισος! Οι κολασμένοι θα υποφέρουν μακριά από την αγάπη του Θεού. Και δεν υπάρχει μεγαλύτερη φρίκη από την αιωνιότητα νωρίς τον Χριστό! Δεν υπάρχει μεγαλύτερη κόλαση από το να χάσουμε την Χριστό, ο Οποίος είναι όλος φως, όλος ζωή, όλος ωραιότητα.
Εκείνο λοιπόν το οποίο πρέπει κυρίως να φοβόμαστε ως προς την κόλαση είναι η αιώνια στέρηση της αγάπης του Θεού. Γι' αυτό ας αγαπήσουμε από τώρα τον Κύριο και τις άγιες και σωτήριες εντολές του κι ας αγωνιζόμαστε καθημερινά να ζούμε όπως θέλει Εκείνος. Για να αντικρίσουμε κι εμείς το ολοφώτεινο πρόσωπό του και να ακούσουμε τη γλυκύτατη φωνή του να μας καλεί κοντά του.
Ο Παράδεισος
Η ώρα είναι μοναδική και συγκλονιστική. Ο Θεάνθρωπος Κύριος έρχεται μέσα στη θεϊκή του δόξα για να κρίνει την ανθρωπότητα. Τον συνοδεύουν οι αμέτρητες στρατιές των αγίων αγγέλων. Μπροστά στον ένδοξο θεϊκό του θρόνο έχουν συγκεντρωθεί όλοι οι άνθρωποι όλων των αιώνων. Κι ο μέγας Κριτής χωρίζει τους ανθρώπους, όπως ο βοσκός χωρίζει τα πρόβατα από τα γίδια. Στα δεξιά του βάζει τους δίκαιους και στα αριστερά του τους αμετανόητους αμαρτωλούς. Εκείνη τη φοβερή ώρα ακούγεται η θεϊκή φωνή του ουρανίου Κριτού προς τους δικαίους: Ελάτε, οι ευλογημένοι του Πατρός μου, να κληρονομήσετε τη Βασιλεία που είναι ετοιμασμένη για εσάς από τότε που δημιουργήθηκε ο κόσμος. Διότι πείνασα και μου δώσατε τροφή, δίψασα και μου δώσατε νερό, ήμουν ξένος και με φιλοξενήσατε, γυμνός και με ντύσατε, άρρωστος και με επισκεφθήκατε, φυλακισμένος και ήλθατε να με παρηγορήσετε.
Και οι δίκαιοι με έκπληξη και απορία θα πουν: Κύριε, πότε Σε είδαμε πεινασμένο, διψασμένο, ξενιτεμένο, γυμνό, άρρωστο, φυλακισμένο και Σου δείξαμε αγάπη; Και θα αποκριθεί ο Κριτής: Εφόσον το κάνατε στους άσημους αδελφούς μου, είναι σαν να το κάνατε σε μένα. Ελάτε λοιπόν στη Βασιλεία μου.
Πώς όμως θα είναι αυτή η Βασιλεία του Θεού; Όποιες λέξεις κι αν χρησιμοποιήσουμε δεν θα μπορέσουμε να περιγράψουμε την ασύλληπτη ωραιότητα της Βασιλείας των ουρανών, όπως ακριβώς ένας εκ γενετής τυφλός δεν μπορεί να περιγράψει την ωραιότητα της φύσεως. Η Αγία Γραφή βέβαια παρουσιάζει συμβολικές εικόνες του Παραδείσου, ο απόστολος Παύλος τονίζει ότι σαν αυτά που ετοίμασε ο Θεός γι' αυτούς που Τον αγαπούν, «ὀφθαλμός οὐκ εἶδε καί οὖς οὐκ ἤκουσε καί ἐπί καρδίαν ἀνθρώπου οὐκ ἀνέβη» (Α' Κορ. β' 9). Η ζωή του Παραδείσου όχι μόνο εν μπορεί να περιγραφεί, αλλά ούτε και να συγκριθεί με καμιά άγια χαρά του κόσμου αυτού. Από τη ζωή εκείνη θα απουσιάζει κάθε «ὀδύνη, λύπη καί στεναγμός». Εκεί δεν θα υπάρχουν αδικίες, αρρώστιες, θάνατος. Εκεί θα έχουν σβήσει όλα τα πάθη. Εκεί όλα θα είναι γεμάτα χαρά. Όλα θα είναι φως. Η μεγαλύτερη όμως χαρά και ευτυχία μας θα είναι ότι θα βλέπουμε διαρκώς «πρόσωπον προς πρόσωπον» το απαστράπτον πρόσωπο του Χριστού.
Τα μάτια μας δεν θα χορταίνουν να βλέπουν τη δόξα του· τα αυτιά μας να ακούν τη φωνή του και τις γλυκύτατες ψαλμωδίες των αγγέλων και των αγίων, το στόμα μας να δοξολογεί ακατάπαυστα τον βασιλέα μας· τα χέρια μας να υψώνονται προς Αυτόν. Εκεί θα λάμπουμε όλοι όπως ο ήλιος και θα μοιάζουμε στη μορφή και τη δόξα με τον Χριστό μας. Εκεί θα γίνουμε κατά χάριν θεοί. Εκεί... Αλλά μέχρι να φθάσουμε εκεί, ας στραφούμε προς τα εκεί κάθε μέρα το νου μας κι ας πλημμυρίσει την καρδιά μας ο πόθος της Βασιλείας του Θεού.
Η κόλαση
Κατόπιν ο Κύριος θα στρέψει το βλέμμα Του αριστερά στους αμετανόητους αμαρτωλούς και θα τους πει: Φύγετε από κοντά μου στο πυρ το αιώνιο, που έχει ετοιμαστεί για τον διάβολο και τους δαίμονες. Διότι επείνασα, και δεν μου δώσατε τροφή, δίψασα, και δεν μου δώσατε νερό, ήμουν ξένος, και δεν με φιλοξενήσατε, γυμνός και δεν με ντύσατε, άρρωστος, και δεν με επισκεφθήκατε, φυλακισμένος, και δεν ήλθατε να με παρηγορήσετε.
Τότε αυτοί θα Του αποκριθούν: Πότε Σε είδα, Κύριε, πεινασμένο, διαψασμένο, ξενιτεμένο, γυμνό, άρρωστο, φυλακισμένο και δεν Σε υπηρετήσαμε; Και ο Κριτής θα τους απαντήσει: Καθετί που δεν κάνατε στους άσημους αδελφούς μου, ούτε σε μένα το κάνατε. Τότε θα φύγουν αυτοί στην αιώνια κόλαση.
Πώς θα ζουν αλήθεια οι άνθρωποι στην αιώνια κόλαση; Ό,τι και να πει κανείς, ελάχιστα μπορεί να περιγράψει τη φρίκη της κολάσεως. Εκεί οι κολασμένοι θα υποφέρουν φρικτά. Θα δοκιμάζουν οδυνηρούς πόνους, ακατάπαυστη δίψα, αφόρητη αγωνία, τύψεις βασανιστικές, απελπισία και θάνατο. Διότι θα είναι περικυκλωμένοι από τους μισάνθρωπους δαίμονες και από όλους τους κολασμένους ανθρώπους. Επιπλέον θα βλέπουν αιωνίως μέσα τους τα αποτυπώματα των αμαρτιών τους, και η ντροπή που θα δοκιμάζουν θα είναι φοβερή. Θα υποφέρουν ακόμη, διότι θα στερούνται όλα εκείνα τα οποία απήλαυσαν στην επίγεια ζωή τους.
Το μεγαλύτερο όμως μαρτύριο των κολασμένων θα είναι ότι θα ζουν χωρίς Θεό. Και μία μόνο ακτίνα της δόξας του αν είχαν, αμέσως ο άδης θα γινόταν Παράδεισος! Οι κολασμένοι θα υποφέρουν μακριά από την αγάπη του Θεού. Και δεν υπάρχει μεγαλύτερη φρίκη από την αιωνιότητα νωρίς τον Χριστό! Δεν υπάρχει μεγαλύτερη κόλαση από το να χάσουμε την Χριστό, ο Οποίος είναι όλος φως, όλος ζωή, όλος ωραιότητα.
Εκείνο λοιπόν το οποίο πρέπει κυρίως να φοβόμαστε ως προς την κόλαση είναι η αιώνια στέρηση της αγάπης του Θεού. Γι' αυτό ας αγαπήσουμε από τώρα τον Κύριο και τις άγιες και σωτήριες εντολές του κι ας αγωνιζόμαστε καθημερινά να ζούμε όπως θέλει Εκείνος. Για να αντικρίσουμε κι εμείς το ολοφώτεινο πρόσωπό του και να ακούσουμε τη γλυκύτατη φωνή του να μας καλεί κοντά του.
Σκέψεις στο Ευαγγέλιο της Κυριακής (Απόκρεω)
Πρωτ. Γεωργίου Δορμπαράκη
«Απελεύσονται ούτοι εις κόλασιν αιώνιον, οι δε δίκαιοι εις ζωήν αιώνιον» (Ματθ. 25, 46)
Το Ευαγγέλιο της κρίσεως που ακούγεται στην Εκκλησία μας την Κυριακή των Απόκρεω, αποτελεί την απάντηση στην ορμή μας για γνώση του αύριο: ο Θεός δεν μας άφησε αμάρτυρο το μέλλον∙ μας άνοιξε τα μάτια, όχι όμως σε ό,τι συνιστά απλή περιέργεια ως προς την πορεία μας σ’ αυτόν τον κόσμο, αλλά σε ό,τι είναι καίριο και ουσιώδες, σε ό,τι δηλαδή είναι σωτηριώδες και αιώνιο. Ο Κύριος θα ξανάλθει, φωνάζει η Εκκλησία βασισμένη στα ίδια Του τα λόγια. Και θα ξανάλθει ένδοξα αυτή τη φορά «κρίναι ζώντας και νεκρούς», σε ώρα που κανείς δεν γνωρίζει. Θα έλθει «ως κλέπτης εν νυκτί» (Α΄Θεσ. 5, 2), «εν ημέρα η ου προσδοκά» ο άνθρωπος (Ματθ. 24. 50). Και θα σταθούμε όλοι οι άνθρωποι όλων των εποχών ενώπιόν Του για να γίνει η τελική αποτίμηση. Όσοι θα βρεθούν να έχουν τηρήσει το θέλημά Του, άρα να έχουν αγαπήσει τον συνάνθρωπό τους, θα βρεθούν στους ευλογημένους του Πατρός Του. Όσοι θα βρεθούν αμετανόητοι, ανάπηροι από τα φτερά της πίστεως και της αγάπης, θα βρεθούν στους καταραμένους. Και η οριστική κατάληξη: «Απελεύσονται ούτοι (οι χωρίς αγάπη) εις κόλασιν αιώνιον, οι δε δίκαιοι εις ζωήν αιώνιον».
1. Ο τονισμός του αιώνιου χαρακτήρα της μιας και της άλλης καταστάσεως είναι το πρώτο στο οποίο κοντοστέκεται κανείς. Ο Κύριος δεν άφησε καμία αμφιβολία περί του οριστικού και αμετάκλητου της κρίσεώς Του. Η αιωνιότητα με την ατέρμονη πορεία της είναι η προοπτική που ανοίγεται μετά τον ερχομό Του για δεύτερη φορά. «Της βασιλείας Αυτού ουκ έσται τέλος», όπως το ομολογούμε διαρκώς και στο Σύμβολο της Πίστεως. Δεν υπάρχει πια ανακοπή και ανάκληση. Κι είναι η αιωνιότητα αυτή καταδίκη καταρχάς της παναίρεσης των Γιεχωβάδων, οι οποίοι μεταξύ των άλλων πλανών τους τονίζουν ότι η Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου θα σημάνει την απαρχή μιας χιλιετούς βασιλείας Του, για να ακολουθήσει έπειτα κάτι διαφορετικό. Από την άλλη ο αιώνιος χαρακτήρας της κρίσεως του Θεού καταδικάζει και όσους στο παρελθόν ή και πιο μετά πίστεψαν πλανεμένα ότι τελικώς όλοι θα αποκατασταθούν μέσα στην αγκαλιά της αγάπης του Θεού. «Η αποκατάσταση των πάντων», για την οποία μίλησε και ο μεγάλος αλλά καταδικασμένος για τις πλάνες του από την Εκκλησία θεολόγος Ωριγένης, αποτελεί μία πρόκληση και έναν πειρασμό για την Εκκλησία, η οποία όμως απέρριψε την πλάνη, διότι ακριβώς προϋποθέτει εσφαλμένη θεολογία ως προς την εικόνα που απεκάλυψε για τον Θεό ο ίδιος ο Χριστός. Δεν είναι ο Θεός το πρόβλημα για να αποκαταστήσει τους πάντες. Η αποκατάσταση αυτή είναι η διαρκής βούληση του Θεού για όλους, ακόμη και για τους δαίμονες. Διότι «ο Θεός πάντας ανθρώπους θέλει σωθήναι και εις επίγνωσιν αληθείας ελθείν» (Α΄Τιμ. 2,4). Το πρόβλημα είμαστε εμείς οι ίδιοι, οι οποίοι αρνούμαστε την αγάπη του Θεού και τις προκλήσεις και προσκλήσεις για μετάνοιά μας. Η «αποκατάσταση των πάντων» αλλοιώνει και την περί ανθρώπου εικόνα της Εκκλησίας, παρουσιάζοντας αυτόν με κολοβωμένη ελευθερία.
2. Η αιωνιότητα που θα ανοιχτεί μετά τη Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου – πέρα βεβαίως από την αιωνιότητα ως παρούσα κατάσταση του εδώ κόσμου που ζει ο Χριστιανός μέσα στην Εκκλησία: «αύτη εστίν η αιώνιος ζωή, ίνα γινώσκωσί Σε τον μόνον αληθινόν Θεόν και ον απέστειλας Ιησούν Χριστόν» (ευαγγελιστής Ιωάννης) - δεν θα φέρει κάτι διαφορετικό από αυτό που ζει ο άνθρωπος αμέσως μετά τον θάνατό του. Σε όποια κατάσταση δηλαδή φεύγουμε από τη ζωή αυτή, είτε εν μετανοία είτε εν αμετανοησία, σε αυτήν την κατάσταση θα μας βρει και η Δευτέρα Παρουσία. Κι αυτό θα πει: το οριστικό και αμετάκλητο τέλος για τον καθένα μας, σε επίπεδο αιωνιότητας, έρχεται στην ουσία την ώρα του θανάτου μας. Η μόνη διαφορά μεταξύ της μερικής κρίσεως που υφίσταται ο άνθρωπος όταν πεθάνει, και της γενικής κρίσεως που θα υποστεί την ημέρα της Κρίσεως, θα είναι στον βαθμό της έντασης: στη μερική κρίση κρίνεται με μόνη την ψυχή∙ στη γενική κρίση θα κριθεί μαζί με το σώμα, που θα αναστήσει ο Χριστός. Υπό το πρίσμα αυτό ο προβληματισμός και η αγωνία ορισμένων για το πότε θα γίνει η Δευτέρα Παρουσία είναι χωρίς νόημα: η ώρα του θανάτου μας στην πραγματικότητα αποτελεί και την ώρα της τελικής κρίσεώς μας, αφού δεν υπάρχει προοπτική μετάνοιας μετά τον θάνατό μας. «Εν τω Άδη ουκ έστι μετάνοια» κατά τη γνωστή και κλασική διατύπωση.
3. Μιλώντας όμως για τον αιώνιο χαρακτήρα είτε της κόλασης είτε της ζωής, κατά τη διάκριση του Κυρίου, πρέπει να έχουμε την ορθή εικόνα των καταστάσεων αυτών. Να τις βλέπουμε δηλαδή με τις προϋποθέσεις του Ευαγγελίου, της Αποστολικής και της Πατερικής Παραδόσεως. Διότι δυστυχώς υπάρχει πολλή και μεγάλη διαστρέβλωση επ’ αυτών. Άλλοι απορρίπτουν τις καταστάσεις του Παραδείσου και της Κολάσεως, άλλοι τις θεωρούν ως καταστάσεις μόνον του κόσμου τούτου, άλλοι τις κατανοούν με μεσαιωνικές εικόνες: ως τόπους που είτε βράζουν και ψήνονται οι άνθρωποι (η κόλαση) είτε αναπαύονται σε κήπους και ανάκλιντρα (ο παράδεισος).
Η Εκκλησία μας λοιπόν διδάσκει πως ό,τι ονομάζουμε κόλαση και παράδεισος δεν υφίσταται από πλευράς του Θεού. Διότι «ο Θεός αγάπη εστί» (Α΄Ιωάν. 4, 16), και έτσι το μόνο που δύναται είναι να αγαπά. Κατά συνέπεια όλοι οι άνθρωποι όλων των αποχρώσεων και όλων των καταστάσεων, είτε πιστοί είτε άπιστοι, ως παιδιά του Θεού δέχονται την ίδια αγάπη από Εκείνον. Ο Θεός δεν κάνει διακρίσεις. Διακρίσεις κάνουμε εμείς οι εμπαθείς άνθρωποι. Αν ένας γονιός φτάνει στο σημείο να αγαπά όλα τα παιδιά του το ίδιο, είτε είναι μέσα στο σπίτι είτε εκτός, πόσο περισσότερο ο ουράνιος Πατέρας, ο Οποίος είναι παντελώς απαλλαγμένος από οποιαδήποτε εμπάθεια και οποιαδήποτε κακία. Αν όμως δεν υφίσταται κόλαση και παράδεισος από πλευράς του Θεού, υφίσταται από πλευράς των ανθρώπων. Εμείς τη μία και ενιαία αγάπη του Θεού δυστυχώς την ζούμε έτσι και αλλιώς: είτε δηλαδή θετικά είτε αρνητικά. Διότι οι δικές μας προϋποθέσεις ζωής μεταποιούν και αλλοιώνουν τη θεϊκή αγάπη. Έτσι ο μετανοημένος πιστός που αγωνίστηκε σε αυτήν τη ζωή να απαλλαγεί από τον εγωισμό και την αμαρτία: ό,τι καταργεί και σκοτώνει την αγάπη, δέχεται την ενέργεια της αγάπης του Θεού και την βιώνει ως φως και ευλογία. Ο αμετανόητος όμως, που παγίωσε τον εγωισμό μέσα του κι έκανε πέτρα την καρδιά του, αυτός την ίδια αγάπη του Θεού την δέχεται πια αρνητικά: ως φωτιά που τον κατακαίει και τον πονάει. Σαν τον ήλιο που οι ίδιες ακτίνες του το μεν πτώμα το αποσυνθέτουν, τον δε ζωντανό οργανισμό τον ζωοποιούν και τον αναζωογονούν.
Έτσι για το αν βρεθούμε στην κόλαση ή στον παράδεισο, όπως λέμε, αποκλειστικά υπεύθυνοι είμαστε εμείς και όχι ο Θεός. Ο Θεός μας αγαπά. Εμείς δεν μπορούμε να γευτούμε την αγάπη Του, γιατί όσο μας δόθηκε ο χρόνος εργασίας και μετανοίας, αυτή η ζωή, εμείς φροντίσαμε να παραλύσουμε τις αισθήσεις μας. Γι’ αυτό και δεν πρέπει να μας παραξενεύουν τα λόγια μερικών Πατέρων της Εκκλησίας που μιλώντας για τα θέματα αυτά είπαν: ακόμη και στην περίπτωση που ο Θεός διά της βίας μας έβαζε στον Παράδεισο, ακόμη και στην υποτιθέμενη αυτή περίπτωση τον παράδεισο εμείς θα τον ζούσαμε ως κόλαση. Διότι ο εγωιστής άνθρωπος και στον παράδεισο θα είναι εγωιστής, άρα κολασμένος.
4. Τι θα κρίνει βεβαίως την ένταξή μας στη μία ή στην άλλη κατάσταση είναι γνωστό και το αναφέραμε ακροθιγώς παραπάνω: η αγάπη που φροντίσαμε να κρατήσουμε στη ζωή αυτή και απέναντι στον Θεό και απέναντι στον συνάνθρωπο. Και κυρίως απέναντι στον συνάνθρωπο, διότι αυτή κρίνει την ποιότητα και της αγάπης μας προς τον Θεό. «Αν δεν αγαπάμε τον συνάνθρωπό μας που βλέπουμε – επισημαίνει ο άγιος Ιωάννης – πώς θα αγαπάμε τον Θεό που δεν βλέπουμε;» (Πρβλ. Α΄ Ιωάν. 4, 20). Η αγάπη μας λοιπόν προς τον συνάνθρωπο συνιστά και το έσχατο κριτήριο, πάνω στο οποίο θα κριθούμε.
Και πράγματι η παραβολή της Κρίσεως αυτό επισημαίνει: «Εφ’ όσον εποιήσατε ενί τούτων των αδελφών μου των ελαχίστων, εμοί εποιήσατε». Και «εφ’ όσον ουκ εποιήσατε ενί τούτων των αδελφών μου των ελαχίστων, ουδέ εμοί εποιήσατε». Τα λόγια του Κυρίου είναι συγκλονιστικά. Ο άλλος, ο πλησίον, ο συνάνθρωπος, όποιος κι αν είναι αυτός, δεν είναι απλώς ο άλλος. Πολύ περισσότερο δεν είναι ο ξένος και ο εχθρός, που μπορεί να φτάσει να θεωρηθεί και ως η κόλασή μου – μία θεώρηση που συνιστά την ίδια την αθεΐα. Διότι πράγματι χωρίς Θεό στη ζωή μου, ο συνάνθρωπος αποτελεί για μένα μόνο απειλή και ενόχληση. Ο άλλος όμως, κατά τον Κύριο, είναι ο αδελφός του Κυρίου, κι ακόμη πιο πολύ: ο ίδιος ο Κύριος.
5. Δεν αποτελούν συμβολικές εικόνες αυτά που λέγει ο Χριστός. Είναι οριστικές διατυπώσεις που αποκαλύπτουν την πραγματικότητα. Ο Χριστός αίρει την τύφλωσή μας και μας δίνει τα μάτια για να δούμε την κρυμμένη πραγματικότητα. Το έσχατο βάθος της. Και μας λέει: μη με ψάχνετε εδώ κι εκεί. Δείτε με στα πρόσωπα των συνανθρώπων σας. Ακόμη και σε εσάς τους ίδιους. Ο καθένας λοιπόν από εμάς συνιστά μία κρυμμένη παρουσία Χριστού. Αποτελούμε μία πρόκληση διαλόγου με τον Χριστό και μία βίωση της Δευτέρας Παρουσίας του πριν ακόμη εκείνη έρθει. Έτσι η κόλαση και ο παράδεισος δεν ανήκουν ως καταστάσεις στο μακρινό και απώτατο μέλλον. Είναι πολύ κοντά μας, μπροστά κυριολεκτικά στα μάτια μας, όσο είμαστε εμείς οι ίδιοι μπροστά στον εαυτό μας και μπροστά στον κάθε συνάνθρωπό μας. Την κόλαση και τον παράδεισο τα κερδίζουμε την κάθε στιγμή της ζωής μας. Κι αυτό που τώρα ζούμε, το ίδιο με μεγαλύτερη ένταση θα ζήσουμε και μετά τον θάνατό μας, και με την απόλυτη δυνατή ένταση μετά τον ερχομό του Χριστού στη Δευτέρα Του Παρουσία. Πόσο οικεία και γνώριμα λοιπόν ακούει στα αυτιά του ο Χριστιανός τα λόγια των Πατέρων του: «Από τον πλησίον μας εξαρτάται η ζωή και ο θάνατος. Γιατί αν κερδίσουμε τον αδελφό μας, τον Χριστό κερδίσαμε. Κι αν τον προσβάλουμε, Εκείνον χάσαμε».
Η παραβολή της κρίσεως ακούγεται μία φορά τον χρόνο στην Εκκλησία μας, την Κυριακή των Απόκρεω – σκαλοπάτι κι αυτή για την είσοδό μας στη Σαρακοστή. Περιττό να πούμε ότι λόγω της σπουδαιότητάς της θα πρέπει να την έχουμε μόνιμο και καθημερινό ανάγνωσμά μας και μελέτη του βίου μας διαπαντός. Διότι επικεντρώνει την προσοχή μας σε ό,τι πιο ουσιαστικό έχουμε να κάνουμε στη ζωή αυτή, από το οποίο εξαρτάται και το αιώνιο μέλλον μας: να αγαπάμε τους πάντες και τα πάντα. Για χάρη του Χριστού. Για χάρη δική μας.
«Απελεύσονται ούτοι εις κόλασιν αιώνιον, οι δε δίκαιοι εις ζωήν αιώνιον» (Ματθ. 25, 46)
Το Ευαγγέλιο της κρίσεως που ακούγεται στην Εκκλησία μας την Κυριακή των Απόκρεω, αποτελεί την απάντηση στην ορμή μας για γνώση του αύριο: ο Θεός δεν μας άφησε αμάρτυρο το μέλλον∙ μας άνοιξε τα μάτια, όχι όμως σε ό,τι συνιστά απλή περιέργεια ως προς την πορεία μας σ’ αυτόν τον κόσμο, αλλά σε ό,τι είναι καίριο και ουσιώδες, σε ό,τι δηλαδή είναι σωτηριώδες και αιώνιο. Ο Κύριος θα ξανάλθει, φωνάζει η Εκκλησία βασισμένη στα ίδια Του τα λόγια. Και θα ξανάλθει ένδοξα αυτή τη φορά «κρίναι ζώντας και νεκρούς», σε ώρα που κανείς δεν γνωρίζει. Θα έλθει «ως κλέπτης εν νυκτί» (Α΄Θεσ. 5, 2), «εν ημέρα η ου προσδοκά» ο άνθρωπος (Ματθ. 24. 50). Και θα σταθούμε όλοι οι άνθρωποι όλων των εποχών ενώπιόν Του για να γίνει η τελική αποτίμηση. Όσοι θα βρεθούν να έχουν τηρήσει το θέλημά Του, άρα να έχουν αγαπήσει τον συνάνθρωπό τους, θα βρεθούν στους ευλογημένους του Πατρός Του. Όσοι θα βρεθούν αμετανόητοι, ανάπηροι από τα φτερά της πίστεως και της αγάπης, θα βρεθούν στους καταραμένους. Και η οριστική κατάληξη: «Απελεύσονται ούτοι (οι χωρίς αγάπη) εις κόλασιν αιώνιον, οι δε δίκαιοι εις ζωήν αιώνιον».
1. Ο τονισμός του αιώνιου χαρακτήρα της μιας και της άλλης καταστάσεως είναι το πρώτο στο οποίο κοντοστέκεται κανείς. Ο Κύριος δεν άφησε καμία αμφιβολία περί του οριστικού και αμετάκλητου της κρίσεώς Του. Η αιωνιότητα με την ατέρμονη πορεία της είναι η προοπτική που ανοίγεται μετά τον ερχομό Του για δεύτερη φορά. «Της βασιλείας Αυτού ουκ έσται τέλος», όπως το ομολογούμε διαρκώς και στο Σύμβολο της Πίστεως. Δεν υπάρχει πια ανακοπή και ανάκληση. Κι είναι η αιωνιότητα αυτή καταδίκη καταρχάς της παναίρεσης των Γιεχωβάδων, οι οποίοι μεταξύ των άλλων πλανών τους τονίζουν ότι η Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου θα σημάνει την απαρχή μιας χιλιετούς βασιλείας Του, για να ακολουθήσει έπειτα κάτι διαφορετικό. Από την άλλη ο αιώνιος χαρακτήρας της κρίσεως του Θεού καταδικάζει και όσους στο παρελθόν ή και πιο μετά πίστεψαν πλανεμένα ότι τελικώς όλοι θα αποκατασταθούν μέσα στην αγκαλιά της αγάπης του Θεού. «Η αποκατάσταση των πάντων», για την οποία μίλησε και ο μεγάλος αλλά καταδικασμένος για τις πλάνες του από την Εκκλησία θεολόγος Ωριγένης, αποτελεί μία πρόκληση και έναν πειρασμό για την Εκκλησία, η οποία όμως απέρριψε την πλάνη, διότι ακριβώς προϋποθέτει εσφαλμένη θεολογία ως προς την εικόνα που απεκάλυψε για τον Θεό ο ίδιος ο Χριστός. Δεν είναι ο Θεός το πρόβλημα για να αποκαταστήσει τους πάντες. Η αποκατάσταση αυτή είναι η διαρκής βούληση του Θεού για όλους, ακόμη και για τους δαίμονες. Διότι «ο Θεός πάντας ανθρώπους θέλει σωθήναι και εις επίγνωσιν αληθείας ελθείν» (Α΄Τιμ. 2,4). Το πρόβλημα είμαστε εμείς οι ίδιοι, οι οποίοι αρνούμαστε την αγάπη του Θεού και τις προκλήσεις και προσκλήσεις για μετάνοιά μας. Η «αποκατάσταση των πάντων» αλλοιώνει και την περί ανθρώπου εικόνα της Εκκλησίας, παρουσιάζοντας αυτόν με κολοβωμένη ελευθερία.
2. Η αιωνιότητα που θα ανοιχτεί μετά τη Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου – πέρα βεβαίως από την αιωνιότητα ως παρούσα κατάσταση του εδώ κόσμου που ζει ο Χριστιανός μέσα στην Εκκλησία: «αύτη εστίν η αιώνιος ζωή, ίνα γινώσκωσί Σε τον μόνον αληθινόν Θεόν και ον απέστειλας Ιησούν Χριστόν» (ευαγγελιστής Ιωάννης) - δεν θα φέρει κάτι διαφορετικό από αυτό που ζει ο άνθρωπος αμέσως μετά τον θάνατό του. Σε όποια κατάσταση δηλαδή φεύγουμε από τη ζωή αυτή, είτε εν μετανοία είτε εν αμετανοησία, σε αυτήν την κατάσταση θα μας βρει και η Δευτέρα Παρουσία. Κι αυτό θα πει: το οριστικό και αμετάκλητο τέλος για τον καθένα μας, σε επίπεδο αιωνιότητας, έρχεται στην ουσία την ώρα του θανάτου μας. Η μόνη διαφορά μεταξύ της μερικής κρίσεως που υφίσταται ο άνθρωπος όταν πεθάνει, και της γενικής κρίσεως που θα υποστεί την ημέρα της Κρίσεως, θα είναι στον βαθμό της έντασης: στη μερική κρίση κρίνεται με μόνη την ψυχή∙ στη γενική κρίση θα κριθεί μαζί με το σώμα, που θα αναστήσει ο Χριστός. Υπό το πρίσμα αυτό ο προβληματισμός και η αγωνία ορισμένων για το πότε θα γίνει η Δευτέρα Παρουσία είναι χωρίς νόημα: η ώρα του θανάτου μας στην πραγματικότητα αποτελεί και την ώρα της τελικής κρίσεώς μας, αφού δεν υπάρχει προοπτική μετάνοιας μετά τον θάνατό μας. «Εν τω Άδη ουκ έστι μετάνοια» κατά τη γνωστή και κλασική διατύπωση.
3. Μιλώντας όμως για τον αιώνιο χαρακτήρα είτε της κόλασης είτε της ζωής, κατά τη διάκριση του Κυρίου, πρέπει να έχουμε την ορθή εικόνα των καταστάσεων αυτών. Να τις βλέπουμε δηλαδή με τις προϋποθέσεις του Ευαγγελίου, της Αποστολικής και της Πατερικής Παραδόσεως. Διότι δυστυχώς υπάρχει πολλή και μεγάλη διαστρέβλωση επ’ αυτών. Άλλοι απορρίπτουν τις καταστάσεις του Παραδείσου και της Κολάσεως, άλλοι τις θεωρούν ως καταστάσεις μόνον του κόσμου τούτου, άλλοι τις κατανοούν με μεσαιωνικές εικόνες: ως τόπους που είτε βράζουν και ψήνονται οι άνθρωποι (η κόλαση) είτε αναπαύονται σε κήπους και ανάκλιντρα (ο παράδεισος).
Η Εκκλησία μας λοιπόν διδάσκει πως ό,τι ονομάζουμε κόλαση και παράδεισος δεν υφίσταται από πλευράς του Θεού. Διότι «ο Θεός αγάπη εστί» (Α΄Ιωάν. 4, 16), και έτσι το μόνο που δύναται είναι να αγαπά. Κατά συνέπεια όλοι οι άνθρωποι όλων των αποχρώσεων και όλων των καταστάσεων, είτε πιστοί είτε άπιστοι, ως παιδιά του Θεού δέχονται την ίδια αγάπη από Εκείνον. Ο Θεός δεν κάνει διακρίσεις. Διακρίσεις κάνουμε εμείς οι εμπαθείς άνθρωποι. Αν ένας γονιός φτάνει στο σημείο να αγαπά όλα τα παιδιά του το ίδιο, είτε είναι μέσα στο σπίτι είτε εκτός, πόσο περισσότερο ο ουράνιος Πατέρας, ο Οποίος είναι παντελώς απαλλαγμένος από οποιαδήποτε εμπάθεια και οποιαδήποτε κακία. Αν όμως δεν υφίσταται κόλαση και παράδεισος από πλευράς του Θεού, υφίσταται από πλευράς των ανθρώπων. Εμείς τη μία και ενιαία αγάπη του Θεού δυστυχώς την ζούμε έτσι και αλλιώς: είτε δηλαδή θετικά είτε αρνητικά. Διότι οι δικές μας προϋποθέσεις ζωής μεταποιούν και αλλοιώνουν τη θεϊκή αγάπη. Έτσι ο μετανοημένος πιστός που αγωνίστηκε σε αυτήν τη ζωή να απαλλαγεί από τον εγωισμό και την αμαρτία: ό,τι καταργεί και σκοτώνει την αγάπη, δέχεται την ενέργεια της αγάπης του Θεού και την βιώνει ως φως και ευλογία. Ο αμετανόητος όμως, που παγίωσε τον εγωισμό μέσα του κι έκανε πέτρα την καρδιά του, αυτός την ίδια αγάπη του Θεού την δέχεται πια αρνητικά: ως φωτιά που τον κατακαίει και τον πονάει. Σαν τον ήλιο που οι ίδιες ακτίνες του το μεν πτώμα το αποσυνθέτουν, τον δε ζωντανό οργανισμό τον ζωοποιούν και τον αναζωογονούν.
Έτσι για το αν βρεθούμε στην κόλαση ή στον παράδεισο, όπως λέμε, αποκλειστικά υπεύθυνοι είμαστε εμείς και όχι ο Θεός. Ο Θεός μας αγαπά. Εμείς δεν μπορούμε να γευτούμε την αγάπη Του, γιατί όσο μας δόθηκε ο χρόνος εργασίας και μετανοίας, αυτή η ζωή, εμείς φροντίσαμε να παραλύσουμε τις αισθήσεις μας. Γι’ αυτό και δεν πρέπει να μας παραξενεύουν τα λόγια μερικών Πατέρων της Εκκλησίας που μιλώντας για τα θέματα αυτά είπαν: ακόμη και στην περίπτωση που ο Θεός διά της βίας μας έβαζε στον Παράδεισο, ακόμη και στην υποτιθέμενη αυτή περίπτωση τον παράδεισο εμείς θα τον ζούσαμε ως κόλαση. Διότι ο εγωιστής άνθρωπος και στον παράδεισο θα είναι εγωιστής, άρα κολασμένος.
4. Τι θα κρίνει βεβαίως την ένταξή μας στη μία ή στην άλλη κατάσταση είναι γνωστό και το αναφέραμε ακροθιγώς παραπάνω: η αγάπη που φροντίσαμε να κρατήσουμε στη ζωή αυτή και απέναντι στον Θεό και απέναντι στον συνάνθρωπο. Και κυρίως απέναντι στον συνάνθρωπο, διότι αυτή κρίνει την ποιότητα και της αγάπης μας προς τον Θεό. «Αν δεν αγαπάμε τον συνάνθρωπό μας που βλέπουμε – επισημαίνει ο άγιος Ιωάννης – πώς θα αγαπάμε τον Θεό που δεν βλέπουμε;» (Πρβλ. Α΄ Ιωάν. 4, 20). Η αγάπη μας λοιπόν προς τον συνάνθρωπο συνιστά και το έσχατο κριτήριο, πάνω στο οποίο θα κριθούμε.
Και πράγματι η παραβολή της Κρίσεως αυτό επισημαίνει: «Εφ’ όσον εποιήσατε ενί τούτων των αδελφών μου των ελαχίστων, εμοί εποιήσατε». Και «εφ’ όσον ουκ εποιήσατε ενί τούτων των αδελφών μου των ελαχίστων, ουδέ εμοί εποιήσατε». Τα λόγια του Κυρίου είναι συγκλονιστικά. Ο άλλος, ο πλησίον, ο συνάνθρωπος, όποιος κι αν είναι αυτός, δεν είναι απλώς ο άλλος. Πολύ περισσότερο δεν είναι ο ξένος και ο εχθρός, που μπορεί να φτάσει να θεωρηθεί και ως η κόλασή μου – μία θεώρηση που συνιστά την ίδια την αθεΐα. Διότι πράγματι χωρίς Θεό στη ζωή μου, ο συνάνθρωπος αποτελεί για μένα μόνο απειλή και ενόχληση. Ο άλλος όμως, κατά τον Κύριο, είναι ο αδελφός του Κυρίου, κι ακόμη πιο πολύ: ο ίδιος ο Κύριος.
5. Δεν αποτελούν συμβολικές εικόνες αυτά που λέγει ο Χριστός. Είναι οριστικές διατυπώσεις που αποκαλύπτουν την πραγματικότητα. Ο Χριστός αίρει την τύφλωσή μας και μας δίνει τα μάτια για να δούμε την κρυμμένη πραγματικότητα. Το έσχατο βάθος της. Και μας λέει: μη με ψάχνετε εδώ κι εκεί. Δείτε με στα πρόσωπα των συνανθρώπων σας. Ακόμη και σε εσάς τους ίδιους. Ο καθένας λοιπόν από εμάς συνιστά μία κρυμμένη παρουσία Χριστού. Αποτελούμε μία πρόκληση διαλόγου με τον Χριστό και μία βίωση της Δευτέρας Παρουσίας του πριν ακόμη εκείνη έρθει. Έτσι η κόλαση και ο παράδεισος δεν ανήκουν ως καταστάσεις στο μακρινό και απώτατο μέλλον. Είναι πολύ κοντά μας, μπροστά κυριολεκτικά στα μάτια μας, όσο είμαστε εμείς οι ίδιοι μπροστά στον εαυτό μας και μπροστά στον κάθε συνάνθρωπό μας. Την κόλαση και τον παράδεισο τα κερδίζουμε την κάθε στιγμή της ζωής μας. Κι αυτό που τώρα ζούμε, το ίδιο με μεγαλύτερη ένταση θα ζήσουμε και μετά τον θάνατό μας, και με την απόλυτη δυνατή ένταση μετά τον ερχομό του Χριστού στη Δευτέρα Του Παρουσία. Πόσο οικεία και γνώριμα λοιπόν ακούει στα αυτιά του ο Χριστιανός τα λόγια των Πατέρων του: «Από τον πλησίον μας εξαρτάται η ζωή και ο θάνατος. Γιατί αν κερδίσουμε τον αδελφό μας, τον Χριστό κερδίσαμε. Κι αν τον προσβάλουμε, Εκείνον χάσαμε».
Η παραβολή της κρίσεως ακούγεται μία φορά τον χρόνο στην Εκκλησία μας, την Κυριακή των Απόκρεω – σκαλοπάτι κι αυτή για την είσοδό μας στη Σαρακοστή. Περιττό να πούμε ότι λόγω της σπουδαιότητάς της θα πρέπει να την έχουμε μόνιμο και καθημερινό ανάγνωσμά μας και μελέτη του βίου μας διαπαντός. Διότι επικεντρώνει την προσοχή μας σε ό,τι πιο ουσιαστικό έχουμε να κάνουμε στη ζωή αυτή, από το οποίο εξαρτάται και το αιώνιο μέλλον μας: να αγαπάμε τους πάντες και τα πάντα. Για χάρη του Χριστού. Για χάρη δική μας.
Σκέψεις στον Απόστολο της Κυριακής (Απόκρεω)
Πρωτ. Γεωργίου Δορμπαράκη
῾῾Αμαρτάνοντες εἰς τούς ἀδελφούς...εἰς Χριστόν ἁμαρτάνετε᾽ (Α´ Κορ. 8, 12)
α. Μέ τήν παραβολή τῆς κρίσεως πού προβάλλει τό εὐαγγελικό ἀνάγνωσμα τῆς Κυριακῆς τῶν ᾽Απόκρεω μᾶς ὑπενθυμίζει ἡ ᾽Εκκλησία μας ὅτι ἡ ζωή αὐτή ὄχι μόνο θά τελειώσει, ἀλλά καί θά ἐλεγχθεῖ. Θά᾽ ρθει ὁ Χριστός στήν Δευτέρα Του Παρουσία κι ἐκεῖ θά ἀποδώσει στόν καθένα ἀνάλογα μέ αὐτά πού πολιτεύτηκε, σέ σχέση μάλιστα μέ τόν συνάνθρωπό του. Στό ἴδιο μῆκος κύματος ὅμως βρίσκεται καί τό ἀποστολικό ἀνάγνωσμα. ᾽Αναφέρεται σέ ἕνα συγκεκριμένο πρόβλημα τῆς ᾽Εκκλησίας τῆς Κορίνθου, δηλαδή στή στάση ὁρισμένων πιστῶν, οἱ ὁποῖοι μέσα στά πλαίσια τῆς ἐν Χριστῷ ἐλευθερίας τους ἔτρωγαν ἀπό τά λεγόμενα εἰδωλόθυτα, δηλαδή τά κρέατα ἀπό τίς εἰδωλολατρικές θυσίες, καί ἐνῶ γι᾽ αὐτούς δέν ὑπῆρχε συνειδησιακό πρόβλημα, ἀφοῦ δέν ὑπῆρχε κάποια ῾ἱερότητα᾽ στά εἰδωλόθυτα, προκαλοῦσαν τή συνείδηση τῶν ἁπλῶν καί ἀσθενῶν στή συνείδηση ἀδελφῶν, οἱ ὁποῖοι ἀδυνατοῦσαν νά δοῦν τά εἰδωλόθυτα ὡς ἁπλά κρέατα. ῎Ετσι ὅμως ἡ ἐλευθερία τους αὐτή, λέει ὁ ἀπόστολος Παῦλος, γινόταν ἁμαρτία μέ τήν πρόκλησή τους αὐτή, ἡ ὁποία τελικῶς ἀναφερόταν στόν ἴδιο τόν Κύριο. ῾῾Αμαρτάνοντες εἰς τούς ἀδελφούς καί τύπτοντες τήν συνείδησιν αὐτῶν ἀσθενοῦσαν εἰς Χριστόν ἁμαρτάνετε᾽. ῾Αμαρτάνοντας ἀπέναντι στούς ἀδελφούς καί πληγώνοντας τή συνείδησή τους πού εἶναι ἀδύνατη, ἁμαρτάνετε ἀπέναντι στόν ἴδιο τόν Χριστό.
β. 1. ῾Ο ἀπόστολος μᾶς πάει σέ βαθιά νερά: μᾶς ἀνοίγει τά μάτια καταρχάς νά δοῦμε τά πραγματικά ὅρια τῆς ἁμαρτίας. Διότι μᾶς λέει ὅτι ἁμαρτία δέν εἶναι μόνον ὅ,τι εὐθέως προκαλεῖ τόν ἄνθρωπο – τόν ἑαυτό μας ἤ τόν συνάνθρωπο – δηλαδή οἱ βαριές λεγόμενες ἁμαρτίες: φόνος, ὕβρεις, μοιχεῖες, πορνεῖες κλπ., ἀλλά καί αὐτό πού ἔστω ἐπ᾽ ἐλάχιστον προκαλεῖ τή συνείδηση τοῦ ἄλλου, ὅπως γιά παράδειγμα μία καλή θεωρούμενη δική μας ἐνέργεια, ἡ ὁποία ὅμως μπορεῖ νά σκανδαλίσει ἕναν ἀρχάριο ἐν Χριστῷ ἀδελφό. Καί πέραν τούτου: ἁμαρτία εἶναι, ὅπως διδάσκει ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ, καί ὅ,τι μπορεῖ νά τόν προκαλέσει καί σέ ἐπίπεδο λογισμῶν μέ τίς κατά διάνοιαν λεγόμενες ἁμαρτίες. Διότι δέν πρέπει νά ξεχνᾶμε ὅτι ἡ ἁμαρτία ξεκινᾶ ὡς λογισμός στή διάνοια κι ἔπειτα προχωρεῖ καί γίνεται πράξη. ῎Ετσι μπορεῖ κανείς νά βλάπτει τόν συνάνθρωπό του – καί τόν ἴδιο τόν ἑαυτό του βεβαίως: ὁ πρῶτος συνάνθρωπος εἶναι ὁ ἴδιος μας ὁ ἑαυτός - ἀπό τήν ὥρα πού θά δεχθεῖ καί τήν παραμικρή ὑποψία ἤ κακή σκέψη ἀπέναντί του. Δέν εἶναι τυχαῖο ὅτι οἱ ἅγιοί μας, παλαιότεροι καί νεώτεροι, ἐπανειλημμένως τόνιζαν τή σημασία τῶν λογισμῶν πού καλλιεργοῦμε μέσα μας ἀπέναντι στόν συνάνθρωπό μας: καλός λογισμός σημαίνει οὐσιαστική βοήθεια σ᾽ αὐτόν, κακός λογισμός σημαίνει ἀρνητική ἐνέργεια πού τόν ὠθεῖ σέ ἄσχημους ἀτραπούς. ᾽Από τήν ἄποψη αὐτή λοιπόν ἡ ἔννοια τῆς ἁμαρτίας βαθαίνει πάρα πολύ, διότι ἀνάγεται στό βάθος τῆς καρδιᾶς τοῦ ἀνθρώπου. ῾Ο ἄνθρωπος ἁμαρτάνει εἴτε λόγῳ εἴτε ἔργῳ εἴτε διανοίᾳ.
2. Τά πράγματα ῾σκληραίνουν᾽ ἀκόμη περισσότερο ὅμως μέ τήν ἀναγωγή πού κάνει ὁ ἀπόστολος: ἡ ὅποια ἁμαρτία μας, ἀκόμη καί ἡ παραμικρότερη, δέν ἔχει τελικό ἀποδέκτη τόν συνάνθρωπο, ἀλλά τόν ἴδιο τόν Χριστό. ῾Εἰς Χριστόν ἁμαρτάνετε᾽. Κι αὐτό σημαίνει ὅτι ἡ ἁμαρτία δέν κατανοεῖται σέ ἐπίπεδο μόνο ὁριζόντιο· ἁπλώνεται σέ χῶρο πέραν τῆς κτιστῆς πραγματικότητας, στήν ἴδια τή θεότητα. ῾Σοί μόνῳ ἥμαρτον καί τό πονηρόν ἐνώπιόν Σου ἐποίησα᾽ ἀκοῦμε ἤδη ἀπό τόν ψαλμωδό τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. ῞Οταν ἁμαρτάνουμε λοιπόν δέν καταστρατηγοῦμε ἁπλῶς ἕναν κανόνα, δέν γίνεται μία παρέκκλιση πού εἶναι ἐπιφανειακή, ἀλλά χαλᾶμε τή σχέση μας μέ τόν ἴδιο τόν Θεό, πού θά πεῖ δέν παθαίνει βεβαίως κάτι ὁ Θεός ἀπό ἐμᾶς, ἀλλά ἀλλοιώνονται ὅλες οἱ δικές μας σχέσεις μαζί κι ὁ ἑαυτός μας. ῾Η παραβολή τοῦ ἀσώτου μάλιστα τῆς προηγουμένης Κυριακῆς μέ τρόπο ἀνάγλυφο καί συγκλονιστικό μᾶς περιέγραψε τίς συνέπειες τῆς ἁμαρτίας ὡς ἀπομάκρυνσης ἀπό τόν Θεό Πατέρα: ἡ ἀπώλεια τοῦ ἑαυτοῦ καί ὁ ἴδιος ὁ θάνατος. ῾῾Ο υἱός μου οὗτος νεκρός ἦν...καί ἀπολωλός᾽.
3. ῾Η ἀναγωγή αὐτή, ἡ ταύτιση δηλαδή τῆς ἁμαρτίας πρός τόν συνάνθρωπο μέ τήν ἁμαρτία πρός τόν Χριστό δέν ἀποτελεῖ βεβαίως μία αὐθαίρετη ὑπόθεση τοῦ ἀποστόλου Παύλου. ῾Ο ἀπόστολος κινεῖται ἀπολύτως ἐκκλησιολογικά καί ἀναφέρεται σ᾽ αὐτό πού συνιστᾶ τή βάση τῆς ᾽Εκκλησίας: διά τοῦ ἁγίου βαπτίσματος ντυθήκαμε τόν Χριστό καί γίναμε ζωντανά μέλη τοῦ ἁγίου σώματός Του. ῾῞Οσοι γάρ εἰς Χριστόν ἐβαπτίσθητε, Χριστόν ἐνεδύσασθε᾽. Συνεπῶς ὅ,τι συμβαίνει στή σχέση μας μέ τόν συνάνθρωπο, ὅπως καί μέ ἐμᾶς τούς ἴδιους, ἀναφέρεται στόν ἴδιο τόν Κύριο. Πρόκειται γιά τήν ἴδια πραγματικότητα γιά τήν ὁποία κάνει λόγο καί ἡ παραβολή τῆς Κρίσεως τῆς σημερινῆς Κυριακῆς. Κατά τόν λόγο τοῦ Κυρίου: ῾ἐφ᾽ ὅσον ἐποιήσατε ἑνί τούτων τῶν ἀδελφῶν μου τῶν ἐλαχίστων, ἐμοί ἐποιήσατε᾽. Καί ῾ἐφ᾽ ὅσον οὐκ ἐποιήσατε ἑνί τούτων τῶν ἀδελφῶν μου τῶν ἐλαχίστων οὐδέ ἐμοί ἐποιήσατε᾽. ῾Ο Χριστός ταυτίζει τόν ἑαυτό Του μέ ἐμᾶς κι αὐτό τό βλέπουμε νά ἐνεργοποιεῖται μέ τό μυστήριο τοῦ ἁγίου βαπτίσματος. ῾Η θετική ἤ ἡ ἀρνητική στάση μας λοιπόν ἔναντι τοῦ κάθε συνανθρώπου μας, καί μάλιστα τόν χριστιανό, ἀντανακλᾶ ἀκριβῶς στόν ῎Ιδιο. Κι αὐτό σημαίνει βεβαίως ὅτι τό μόνο πού μᾶς δικαιώνει ἀπέναντί Του εἶναι ἡ στάση τῆς ἀγάπης μας ἔναντι τοῦ συνανθρώπου μας, γιατί Αὐτός εἶναι ἀγάπη.
4. Καί πράγματι: ἡ ἁμαρτία στό ὁποιοδήποτε ἐπίπεδό της σημαίνει τήν ἔλλειψη τῆς πίστης καί τῆς ἀγάπης. ῾Πᾶν ὅ οὐκ ἐκ πίστεως ἁμαρτία ἐστί᾽ θά πεῖ ὁ ἀπόστολος, καί ῾πίστις δι᾽ ἀγάπης ἐνεργουμένη᾽. Προκαλοῦμε τόν ἄλλον δηλαδή καί ἁμαρτάνουμε ἀπέναντί του διότι ἀκριβῶς δέν τόν ἀγαποῦμε. Καί δέν τόν ἀγαποῦμε γιατί δέν ἔχουμε Θεό μέσα μας πού μᾶς δίνει τά μάτια νά βλέπουμε τόν ἑαυτό μας καί τούς ἄλλους ὡς συνέχεια ᾽Εκείνου: ἡ ἁμαρτία ὡς ἄρνηση τῆς ἀγάπης φανερώνει τήν πνευματική μας τύφλωση. Κι αὐτό θά πεῖ: στόν βαθμό πού ἀρχίζουμε νά ἀγαπᾶμε σταματᾶμε καί νά ἁμαρτάνουμε. ῞Ο,τι κάνουμε ἐν ἀγάπῃ ἔστω κι ἄν φαίνεται ἀρνητικό, τελικῶς λειτουργεῖ ὑπέρ τοῦ ἄλλου καί ὑπέρ ἡμῶν. Κι αὐτό γιατί, ὅπως εἴπαμε, μέ τόν τρόπο αὐτό ἐνεργοποιεῖται ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία μόνο στήν ἀγάπη βρίσκει τό πρόσφορο ἔδαφος παρουσίας καί ἀναπτύξεώς της.
Κριτήριο λοιπόν τῆς στάσης τοῦ χριστιανοῦ ἔναντι τοῦ συνανθρώπου του εἶναι ἡ ἀγάπη καί μόνον αὐτή. Μπορεῖ ὁ χριστιανός νά ζεῖ καί νά ἀναπνέει ἐλεύθερα, διότι ῾ἐπ᾽ ἐλευθερίᾳ ἐκλήθη᾽, ἡ ἐλευθερία του ὅμως αὐτή περιορίζεται ἀπό τήν ἀγάπη του. Μία ἐλευθερία χωρίς ἀγάπη ἀποτελεῖ ἐπικάλυμμα κακίας, τήν ὁποία καταδικάζει ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ (πρβλ. Α´ Πέτρ. 2, 16). ᾽Ελευθερία καί ἀγάπη λοιπόν συνυπάρχουν καί καμμία δέν ὑφίσταται χωρίς τήν ἄλλη, ἄν θεωρηθοῦν χριστιανικά. ᾽Εδῶ συνεπῶς κατανοοῦμε αὐτό πού λέει ὁ ἀπόστολος στούς Κορινθίους: πῶς μπορεῖ ἡ ἐλευθερία σας νά μή λαμβάνει ὑπόψη τή συνείδηση τῶν ἀσθενῶν ἀδελφῶν σας; Εἶναι σά νά μή λειτουργεῖτε μέ ἀγάπη. ῾Βλέπετε μήπως ἡ ἐξουσία ὑμῶν πρόσκομμα γένηται τοῖς ἀσθενοῦσιν᾽. Προσέξτε μήπως τό ἐλεύθερο δικαίωμά σας γίνει αἰτία νά σκοντάψουν καί νά πέσουν ἐκεῖνοι πού ἡ πίστη τους εἶναι ἀδύνατη.
γ. Δέν μποροῦμε νά ἁμαρτάνουμε μέ ἐλαφριά τή συνείδηση. ῾Η ἁμαρτία ἔχει ἄμεση σχέση μέ τόν Θεό καί συνεπῶς ὅταν τή διαπράττουμε διακυβεύουμε τό αἰώνιο μέλλον μας. Δυστυχῶς ἡ ἐποχή μας χαρακτηρίζεται ἀπό τήν ἐλαφρότητα αὐτή, γι᾽ αὐτό καί ὑπάρχουν τόσες ἀνισορροπίες, τόσες μελαγχολίες, τόσες φοβίες, τόσες διαμάχες. ῾Η μόνη λύση εἶναι νά ἐνεργοποιοῦμε ὡς χριστιανοί καθημερινῶς τήν αὐτοσυνειδησίας μας, νά νιώθουμε μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ ὅτι εἴμαστε μέλη Χριστοῦ, νά βλέπουμε τόν Χριστό στό πρόσωπο τοῦ ἄλλου. Αὐτό σημαίνει ὅμως διαρκή ἀγώνα μετανοίας, γεγονός πού ἀποκαλύπτει τό μεγαλεῖο τῆς Σαρακοστῆς πού ζοῦμε στήν ᾽Εκκλησία μας. Διότι Σαρακοστή σημαίνει κλήση γιά μετάνοια.
῾῾Αμαρτάνοντες εἰς τούς ἀδελφούς...εἰς Χριστόν ἁμαρτάνετε᾽ (Α´ Κορ. 8, 12)
α. Μέ τήν παραβολή τῆς κρίσεως πού προβάλλει τό εὐαγγελικό ἀνάγνωσμα τῆς Κυριακῆς τῶν ᾽Απόκρεω μᾶς ὑπενθυμίζει ἡ ᾽Εκκλησία μας ὅτι ἡ ζωή αὐτή ὄχι μόνο θά τελειώσει, ἀλλά καί θά ἐλεγχθεῖ. Θά᾽ ρθει ὁ Χριστός στήν Δευτέρα Του Παρουσία κι ἐκεῖ θά ἀποδώσει στόν καθένα ἀνάλογα μέ αὐτά πού πολιτεύτηκε, σέ σχέση μάλιστα μέ τόν συνάνθρωπό του. Στό ἴδιο μῆκος κύματος ὅμως βρίσκεται καί τό ἀποστολικό ἀνάγνωσμα. ᾽Αναφέρεται σέ ἕνα συγκεκριμένο πρόβλημα τῆς ᾽Εκκλησίας τῆς Κορίνθου, δηλαδή στή στάση ὁρισμένων πιστῶν, οἱ ὁποῖοι μέσα στά πλαίσια τῆς ἐν Χριστῷ ἐλευθερίας τους ἔτρωγαν ἀπό τά λεγόμενα εἰδωλόθυτα, δηλαδή τά κρέατα ἀπό τίς εἰδωλολατρικές θυσίες, καί ἐνῶ γι᾽ αὐτούς δέν ὑπῆρχε συνειδησιακό πρόβλημα, ἀφοῦ δέν ὑπῆρχε κάποια ῾ἱερότητα᾽ στά εἰδωλόθυτα, προκαλοῦσαν τή συνείδηση τῶν ἁπλῶν καί ἀσθενῶν στή συνείδηση ἀδελφῶν, οἱ ὁποῖοι ἀδυνατοῦσαν νά δοῦν τά εἰδωλόθυτα ὡς ἁπλά κρέατα. ῎Ετσι ὅμως ἡ ἐλευθερία τους αὐτή, λέει ὁ ἀπόστολος Παῦλος, γινόταν ἁμαρτία μέ τήν πρόκλησή τους αὐτή, ἡ ὁποία τελικῶς ἀναφερόταν στόν ἴδιο τόν Κύριο. ῾῾Αμαρτάνοντες εἰς τούς ἀδελφούς καί τύπτοντες τήν συνείδησιν αὐτῶν ἀσθενοῦσαν εἰς Χριστόν ἁμαρτάνετε᾽. ῾Αμαρτάνοντας ἀπέναντι στούς ἀδελφούς καί πληγώνοντας τή συνείδησή τους πού εἶναι ἀδύνατη, ἁμαρτάνετε ἀπέναντι στόν ἴδιο τόν Χριστό.
β. 1. ῾Ο ἀπόστολος μᾶς πάει σέ βαθιά νερά: μᾶς ἀνοίγει τά μάτια καταρχάς νά δοῦμε τά πραγματικά ὅρια τῆς ἁμαρτίας. Διότι μᾶς λέει ὅτι ἁμαρτία δέν εἶναι μόνον ὅ,τι εὐθέως προκαλεῖ τόν ἄνθρωπο – τόν ἑαυτό μας ἤ τόν συνάνθρωπο – δηλαδή οἱ βαριές λεγόμενες ἁμαρτίες: φόνος, ὕβρεις, μοιχεῖες, πορνεῖες κλπ., ἀλλά καί αὐτό πού ἔστω ἐπ᾽ ἐλάχιστον προκαλεῖ τή συνείδηση τοῦ ἄλλου, ὅπως γιά παράδειγμα μία καλή θεωρούμενη δική μας ἐνέργεια, ἡ ὁποία ὅμως μπορεῖ νά σκανδαλίσει ἕναν ἀρχάριο ἐν Χριστῷ ἀδελφό. Καί πέραν τούτου: ἁμαρτία εἶναι, ὅπως διδάσκει ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ, καί ὅ,τι μπορεῖ νά τόν προκαλέσει καί σέ ἐπίπεδο λογισμῶν μέ τίς κατά διάνοιαν λεγόμενες ἁμαρτίες. Διότι δέν πρέπει νά ξεχνᾶμε ὅτι ἡ ἁμαρτία ξεκινᾶ ὡς λογισμός στή διάνοια κι ἔπειτα προχωρεῖ καί γίνεται πράξη. ῎Ετσι μπορεῖ κανείς νά βλάπτει τόν συνάνθρωπό του – καί τόν ἴδιο τόν ἑαυτό του βεβαίως: ὁ πρῶτος συνάνθρωπος εἶναι ὁ ἴδιος μας ὁ ἑαυτός - ἀπό τήν ὥρα πού θά δεχθεῖ καί τήν παραμικρή ὑποψία ἤ κακή σκέψη ἀπέναντί του. Δέν εἶναι τυχαῖο ὅτι οἱ ἅγιοί μας, παλαιότεροι καί νεώτεροι, ἐπανειλημμένως τόνιζαν τή σημασία τῶν λογισμῶν πού καλλιεργοῦμε μέσα μας ἀπέναντι στόν συνάνθρωπό μας: καλός λογισμός σημαίνει οὐσιαστική βοήθεια σ᾽ αὐτόν, κακός λογισμός σημαίνει ἀρνητική ἐνέργεια πού τόν ὠθεῖ σέ ἄσχημους ἀτραπούς. ᾽Από τήν ἄποψη αὐτή λοιπόν ἡ ἔννοια τῆς ἁμαρτίας βαθαίνει πάρα πολύ, διότι ἀνάγεται στό βάθος τῆς καρδιᾶς τοῦ ἀνθρώπου. ῾Ο ἄνθρωπος ἁμαρτάνει εἴτε λόγῳ εἴτε ἔργῳ εἴτε διανοίᾳ.
2. Τά πράγματα ῾σκληραίνουν᾽ ἀκόμη περισσότερο ὅμως μέ τήν ἀναγωγή πού κάνει ὁ ἀπόστολος: ἡ ὅποια ἁμαρτία μας, ἀκόμη καί ἡ παραμικρότερη, δέν ἔχει τελικό ἀποδέκτη τόν συνάνθρωπο, ἀλλά τόν ἴδιο τόν Χριστό. ῾Εἰς Χριστόν ἁμαρτάνετε᾽. Κι αὐτό σημαίνει ὅτι ἡ ἁμαρτία δέν κατανοεῖται σέ ἐπίπεδο μόνο ὁριζόντιο· ἁπλώνεται σέ χῶρο πέραν τῆς κτιστῆς πραγματικότητας, στήν ἴδια τή θεότητα. ῾Σοί μόνῳ ἥμαρτον καί τό πονηρόν ἐνώπιόν Σου ἐποίησα᾽ ἀκοῦμε ἤδη ἀπό τόν ψαλμωδό τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. ῞Οταν ἁμαρτάνουμε λοιπόν δέν καταστρατηγοῦμε ἁπλῶς ἕναν κανόνα, δέν γίνεται μία παρέκκλιση πού εἶναι ἐπιφανειακή, ἀλλά χαλᾶμε τή σχέση μας μέ τόν ἴδιο τόν Θεό, πού θά πεῖ δέν παθαίνει βεβαίως κάτι ὁ Θεός ἀπό ἐμᾶς, ἀλλά ἀλλοιώνονται ὅλες οἱ δικές μας σχέσεις μαζί κι ὁ ἑαυτός μας. ῾Η παραβολή τοῦ ἀσώτου μάλιστα τῆς προηγουμένης Κυριακῆς μέ τρόπο ἀνάγλυφο καί συγκλονιστικό μᾶς περιέγραψε τίς συνέπειες τῆς ἁμαρτίας ὡς ἀπομάκρυνσης ἀπό τόν Θεό Πατέρα: ἡ ἀπώλεια τοῦ ἑαυτοῦ καί ὁ ἴδιος ὁ θάνατος. ῾῾Ο υἱός μου οὗτος νεκρός ἦν...καί ἀπολωλός᾽.
3. ῾Η ἀναγωγή αὐτή, ἡ ταύτιση δηλαδή τῆς ἁμαρτίας πρός τόν συνάνθρωπο μέ τήν ἁμαρτία πρός τόν Χριστό δέν ἀποτελεῖ βεβαίως μία αὐθαίρετη ὑπόθεση τοῦ ἀποστόλου Παύλου. ῾Ο ἀπόστολος κινεῖται ἀπολύτως ἐκκλησιολογικά καί ἀναφέρεται σ᾽ αὐτό πού συνιστᾶ τή βάση τῆς ᾽Εκκλησίας: διά τοῦ ἁγίου βαπτίσματος ντυθήκαμε τόν Χριστό καί γίναμε ζωντανά μέλη τοῦ ἁγίου σώματός Του. ῾῞Οσοι γάρ εἰς Χριστόν ἐβαπτίσθητε, Χριστόν ἐνεδύσασθε᾽. Συνεπῶς ὅ,τι συμβαίνει στή σχέση μας μέ τόν συνάνθρωπο, ὅπως καί μέ ἐμᾶς τούς ἴδιους, ἀναφέρεται στόν ἴδιο τόν Κύριο. Πρόκειται γιά τήν ἴδια πραγματικότητα γιά τήν ὁποία κάνει λόγο καί ἡ παραβολή τῆς Κρίσεως τῆς σημερινῆς Κυριακῆς. Κατά τόν λόγο τοῦ Κυρίου: ῾ἐφ᾽ ὅσον ἐποιήσατε ἑνί τούτων τῶν ἀδελφῶν μου τῶν ἐλαχίστων, ἐμοί ἐποιήσατε᾽. Καί ῾ἐφ᾽ ὅσον οὐκ ἐποιήσατε ἑνί τούτων τῶν ἀδελφῶν μου τῶν ἐλαχίστων οὐδέ ἐμοί ἐποιήσατε᾽. ῾Ο Χριστός ταυτίζει τόν ἑαυτό Του μέ ἐμᾶς κι αὐτό τό βλέπουμε νά ἐνεργοποιεῖται μέ τό μυστήριο τοῦ ἁγίου βαπτίσματος. ῾Η θετική ἤ ἡ ἀρνητική στάση μας λοιπόν ἔναντι τοῦ κάθε συνανθρώπου μας, καί μάλιστα τόν χριστιανό, ἀντανακλᾶ ἀκριβῶς στόν ῎Ιδιο. Κι αὐτό σημαίνει βεβαίως ὅτι τό μόνο πού μᾶς δικαιώνει ἀπέναντί Του εἶναι ἡ στάση τῆς ἀγάπης μας ἔναντι τοῦ συνανθρώπου μας, γιατί Αὐτός εἶναι ἀγάπη.
4. Καί πράγματι: ἡ ἁμαρτία στό ὁποιοδήποτε ἐπίπεδό της σημαίνει τήν ἔλλειψη τῆς πίστης καί τῆς ἀγάπης. ῾Πᾶν ὅ οὐκ ἐκ πίστεως ἁμαρτία ἐστί᾽ θά πεῖ ὁ ἀπόστολος, καί ῾πίστις δι᾽ ἀγάπης ἐνεργουμένη᾽. Προκαλοῦμε τόν ἄλλον δηλαδή καί ἁμαρτάνουμε ἀπέναντί του διότι ἀκριβῶς δέν τόν ἀγαποῦμε. Καί δέν τόν ἀγαποῦμε γιατί δέν ἔχουμε Θεό μέσα μας πού μᾶς δίνει τά μάτια νά βλέπουμε τόν ἑαυτό μας καί τούς ἄλλους ὡς συνέχεια ᾽Εκείνου: ἡ ἁμαρτία ὡς ἄρνηση τῆς ἀγάπης φανερώνει τήν πνευματική μας τύφλωση. Κι αὐτό θά πεῖ: στόν βαθμό πού ἀρχίζουμε νά ἀγαπᾶμε σταματᾶμε καί νά ἁμαρτάνουμε. ῞Ο,τι κάνουμε ἐν ἀγάπῃ ἔστω κι ἄν φαίνεται ἀρνητικό, τελικῶς λειτουργεῖ ὑπέρ τοῦ ἄλλου καί ὑπέρ ἡμῶν. Κι αὐτό γιατί, ὅπως εἴπαμε, μέ τόν τρόπο αὐτό ἐνεργοποιεῖται ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία μόνο στήν ἀγάπη βρίσκει τό πρόσφορο ἔδαφος παρουσίας καί ἀναπτύξεώς της.
Κριτήριο λοιπόν τῆς στάσης τοῦ χριστιανοῦ ἔναντι τοῦ συνανθρώπου του εἶναι ἡ ἀγάπη καί μόνον αὐτή. Μπορεῖ ὁ χριστιανός νά ζεῖ καί νά ἀναπνέει ἐλεύθερα, διότι ῾ἐπ᾽ ἐλευθερίᾳ ἐκλήθη᾽, ἡ ἐλευθερία του ὅμως αὐτή περιορίζεται ἀπό τήν ἀγάπη του. Μία ἐλευθερία χωρίς ἀγάπη ἀποτελεῖ ἐπικάλυμμα κακίας, τήν ὁποία καταδικάζει ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ (πρβλ. Α´ Πέτρ. 2, 16). ᾽Ελευθερία καί ἀγάπη λοιπόν συνυπάρχουν καί καμμία δέν ὑφίσταται χωρίς τήν ἄλλη, ἄν θεωρηθοῦν χριστιανικά. ᾽Εδῶ συνεπῶς κατανοοῦμε αὐτό πού λέει ὁ ἀπόστολος στούς Κορινθίους: πῶς μπορεῖ ἡ ἐλευθερία σας νά μή λαμβάνει ὑπόψη τή συνείδηση τῶν ἀσθενῶν ἀδελφῶν σας; Εἶναι σά νά μή λειτουργεῖτε μέ ἀγάπη. ῾Βλέπετε μήπως ἡ ἐξουσία ὑμῶν πρόσκομμα γένηται τοῖς ἀσθενοῦσιν᾽. Προσέξτε μήπως τό ἐλεύθερο δικαίωμά σας γίνει αἰτία νά σκοντάψουν καί νά πέσουν ἐκεῖνοι πού ἡ πίστη τους εἶναι ἀδύνατη.
γ. Δέν μποροῦμε νά ἁμαρτάνουμε μέ ἐλαφριά τή συνείδηση. ῾Η ἁμαρτία ἔχει ἄμεση σχέση μέ τόν Θεό καί συνεπῶς ὅταν τή διαπράττουμε διακυβεύουμε τό αἰώνιο μέλλον μας. Δυστυχῶς ἡ ἐποχή μας χαρακτηρίζεται ἀπό τήν ἐλαφρότητα αὐτή, γι᾽ αὐτό καί ὑπάρχουν τόσες ἀνισορροπίες, τόσες μελαγχολίες, τόσες φοβίες, τόσες διαμάχες. ῾Η μόνη λύση εἶναι νά ἐνεργοποιοῦμε ὡς χριστιανοί καθημερινῶς τήν αὐτοσυνειδησίας μας, νά νιώθουμε μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ ὅτι εἴμαστε μέλη Χριστοῦ, νά βλέπουμε τόν Χριστό στό πρόσωπο τοῦ ἄλλου. Αὐτό σημαίνει ὅμως διαρκή ἀγώνα μετανοίας, γεγονός πού ἀποκαλύπτει τό μεγαλεῖο τῆς Σαρακοστῆς πού ζοῦμε στήν ᾽Εκκλησία μας. Διότι Σαρακοστή σημαίνει κλήση γιά μετάνοια.
Άγιος Πολύκαρπος Επίσκοπος Σμύρνης
Ο Άγιος Πολύκαρπος γεννήθηκε περί το 80 μ.Χ. από ευσεβείς και φιλόθεους γονείς, τον Παγκράτιο και τη Θεοδώρα, που είχαν εγκλειστεί στη φυλακή για την πίστη του Χριστού, και βαπτίσθηκε Χριστιανός σε νεαρή ηλικία. Υπήρξε μαζί με τον Άγιο Ιγνάτιο τον Θεοφόρο (βλέπε 20 Δεκεμβρίου) μαθητής του Ευαγγελιστή Ιωάννη. Λίγο πριν αναχωρήσει από τον πρόσκαιρο αυτό βίο ο Άγιος Βουκόλος, Επίσκοπος Σμύρνης (βλέπε 6 Φεβρουαρίου), χειροτόνησε μετά των Αγίων Αποστόλων, ως διάδοχό του, τον Άγιο Πολύκαρπο και μετά κοιμήθηκε με ειρήνη.
Ο Άγιος παρακολούθησε με αγωνία και προσευχή τη σύλληψη του Αγίου Ιγνατίου του Θεοφόρου, Επισκόπου Αντιοχείας και τα μαρτύρια αυτού. Η αγάπη του προς τον θεοφόρο Πατέρα μαρτυρείται και από την Επιστολή την οποία έγραψε προς τους Φιλιππησίους. Σε αυτή την επιστολή τους συγχαίρει για την φιλοξενία, την οποία παρείχαν στον Άγιο Ιγνάτιο, όταν αυτός διήλθε από την πόλη τους. Το κείμενο αυτό του Αγίου Πολυκάρπου διακρίνεται για τον αποστολικό, θεολογικό και ποιμαντικό χαρακτήρα του.
Ο Άγιος Πολύκαρπος, διακρινόταν για την σωφροσύνη, τη θεολογική κατάρτιση και την αφοσίωση στη διδασκαλία του Ευαγγελίου, καθώς μιλούσε πάντα σύμφωνα με τις Γραφές. Ήταν ο γνησιότατος εκπρόσωπος της αποστολικής διδασκαλίας σε όλες τις Εκκλησίες της Ασίας. Ο Άγιος Ειρηναίος (βλέπε 23 Αυγούστου) παρέχει την πληροφορία ότι ο Άγιος Πολύκαρπος μετέστρεψε πολλούς από τις αιρέσεις του Βαλεντίνου και του Μαρκίωνος στην Εκκλησία του Θεού. Διηγείται μάλιστα και ένα επεισόδιο αναφερόμενο στη στάση του Αγίου Πολυκάρπου έναντι του Μαρκίωνος. Όταν ο αιρεσιάρχης αυτός τον πλησίασε κάποτε και του απηύθυνε την παράκληση: «ἐπεγίνωσκε ἠμᾶς», δηλαδή αναγνώρισέ μας, ο Άγιος απάντησε: «ἐπιγινώσκω, ἐπιγινώσκω σὲ τὸν πρωτότοκον τοῦ Σατανᾶ».
Ένα άλλο επεισόδιο ανάγεται στη γεροντική ηλικία του Αγίου Πολυκάρπου. Όπως είναι γνωστό, οι Εκκλησίες της Μικράς Ασίας εόρταζαν το Πάσχα στις 14 του μηνός Νισσάν, σε οποιαδήποτε ημέρα και αν τύχαινε αυτό. Αντίθετα οι άλλες Εκκλησίες δεν εόρταζαν καθόλου το Πάσχα, αλλά αρκούνταν στον εβδομαδιαίο κατά Κυριακή εορτασμό της Αναστάσεως, τονίζοντας ασφαλώς περισσότερο τον εορτασμό της πρώτης Κυριακής μετά την πανσέληνο της εαρινής ισημερίας. Επειδή λόγω της διαφοράς αυτής η Εκκλησία της Ρώμης τηρούσε αυστηρή στάση έναντι των Μικρασιατών, ο Άγιος Πολύκαρπος αναγκάσθηκε να μεταβεί στη Ρώμη, για να διευθετήσει το ζήτημα και άλλα δευτερεύοντα θέματα, με τον Επίσκοπο Ρώμης Ανίκητο (βλέπε 17 Απριλίου).
Μετά την επιστροφή του από την Ρώμη, υπέργηρος πλέον, συνέχισε την αποστολική δράση του με τόση επιτυχία, ώστε προκάλεσε την οργή των ειδωλολατρών. Αυτή η προδιάθεση ήταν φυσικό να προκαλέσει το μαρτύριό του, που ακολούθησε την εξής πορεία. Ο Κόιντος, ζηλωτής Χριστιανός, ο οποίος ήλθε στη Σμύρνη από τη Φρυγία, παρακίνησε ομάδα Φιλαδελφέων Χριστιανών να προσέλθουν στον ανθύπατο Στάτιο Κοδράτο, για να δηλώσουν σε αυτόν την ιδιότητά τους και την πίστη τους στον Χριστό, πράγμα το οποίο φυσικά προοιώνιζε θάνατο. Τελικά μαρτύρησαν όλοι, εκτός από τον Κόιντο, ο οποίος δειλιάσας την τελευταία στιγμή, θυσίασε στα είδωλα. Ο όχλος, αν και θαύμασε την γενναιότητα των Μαρτύρων, απαιτούσε να εκτελεσθούν οι «άθεοι» και να αναζητηθεί ο Άγιος Πολύκαρπος, ο οποίος πιεζόμενος από τους Χριστιανούς είχε αναχωρήσει σε κάποιο αγρόκτημα. Τελικά ο Άγιος συνελήφθη το έτος 167 μ.Χ. και οδηγήθηκε ενώπιον του ανθυπάτου.
Ο γηραιός Επίσκοπος δεν ταράχθηκε. Το πρόσωπό του ήταν γαλήνιο και λαμπερό. Ο αστυνόμος Ηρώδης και ο πατέρας του Νικήτας προσπάθησαν να πείσουν τον Άγιο να αρνηθεί τον Χριστό. Ο Άγιος όμως, με πνευματική ανδρεία απάντησε ότι υπηρετεί τον Χριστό επί 86 έτη χωρίς καθόλου να Τον εγκαταλείψει. Πως μπορούσε λοιπόν τώρα να Τον βλασφημήσει και να Τον αρνηθεί; Ο ανθύπατος τότε διέταξε να τον ρίξουν στην φωτιά. Ο Γέρων Πολύκαρπος αποδύθηκε μόνος τα ιμάτιά του και περίμενε προσευχόμενος λέγοντας: «Κύριε, ὁ Θεὸς ὁ Παντοκράτωρ, ὁ τοῦ ἀγαπητοῦ καὶ εὐλογητοῦ παιδός Σου Ἰησοῦ Χριστοῦ Πατήρ, δι’ Οὐ τὴν περὶ Σοῦ ἐπίγνωσιν εἰλήφαμεν, ὁ Θεὸς τῶν ἀγγέλων καὶ δυνάμεων, καὶ πάσης τῆς κτίσεως, καὶ παντὸς τοῦ γένους τῶν δικαίων, οἱ ζώσιν ἐνώπιόν Σου, εὐλογῶ Σε, ὅτι ἠξίωσας μὲ ἧς ἡμέρας καὶ ὥρας ταύτης τοῦ λαβεῖν μὲ μέρος ἐν ἀριθμῷ τῶν μαρτύρων Σου, ἐν τῷ ποτηρίῳ τοῦ Χριστοῦ Σου, εἰς ἀνάστασιν ζωῆς αἰωνίου, ψυχῆς τε καὶ σώματος, ἐν ἀφθαρσίᾳ Πνεύματος Ἁγίου, ἐν οἲς προσδεχθείην ἐνώπιόν Σου σήμερον ἐν θυσίᾳ πίονι καὶ προσδεκτή, καθὼς προητοίμασας καὶ προσεφανέρωσας καὶ ἐπλήρωσας ὁ ἀφευδὴς καὶ ἀληθινὸς Θεός. Διὰ τοῦτο καὶ περὶ πάντων αἰνῶ Σε, εὐλογῶ Σε, δοξάζω Σε, σὺν τῷ αἰωνίῳ καὶ ἐπουρανίω Ἰησοῦ Χριστό....».
Η φωτιά σχημάτισε γύρω από το σώμα του Αγίου Πολυκάρπου καμάρα χωρίς να τον αγγίζει. Τότε στρατιώτης εκτελεστής τελείωσε τον Άγιο Μάρτυρα διά του ξίφους. Έπειτα το Ιερό λείψανο ρίφθηκε στην φωτιά, οι δε πιστοί συνέλεξαν τα ιερά λείψανα αυτού.
Ἀπολυτίκιον
Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Τήν κλῆσιν τοῖς ἔργοις σου, ἐπισφραγίσας σοφέ, ἐλαία κατάκαρπος, ὤφθης ἐν οἴκῳ Θεοῦ, Πολύκαρπε ἔνδοξε∙ σύ γαρ ως Ἱεράρχης, καί στερρός Ἀθλοφόρος, τρέφεις τήν Ἐκκλησίαν, λογικῇ εὐκαρπίᾳ, πρεσβεύων Ἱερομάρτυς, ὑπέρ τῶν ψυχῶν ἡμῶν.
Ἕτερον Ἀπολυτίκιον
Ἦχος δ’.
Καί τρόπων μέτοχος, καί θρόνων διάδοχος, τῶν Ἀποστόλων γενόμενος, τήν πρᾶξιν εὗρες θεόπνευστε, εἰς θεωρίας ἐπίβασιν· διά τοῦτο τόν λόγον τῆς ἀληθείας ὀρθοτομῶν, καί τῇ πίστει ἐνήθλησας μέχρις αἵματος, Ἱερομάρτυς Πολύκαρπε· πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ, σωθῆναι τάς ψυχάς ἡμῶν.
Κοντάκιον
Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Καρπούς τούς λογικούς, τῷ Κυρίῳ προσφέρων, Πολύκαρπε σοφέ, ἀρετῶν δι᾽ ἐνθέων, ἐδείχθης ἀξιόθεος, Ἱεράρχα μακάριε· ὅθεν σήμερον, οἱ φωτισθέντες σοῖς λόγοις, ἀνυμνοῦμέν σου, τήν ἀξιέπαινον μνήμην, Θεόν μεγαλύνοντες.
Κάθισμα
Ἦχος πλ. δ’. Τὴν Σοφίαν καὶ Λόγον.
Τὸν τῆς χάριτος βότρυν ἐν τῇ ψυχῇ, ἀληθῶς γεωργήσας Πάτερ σοφέ, ὡς οἶνον ἐξέβλυσας, τὸν τῆς πίστεως λόγον, τὸν εὐφραίνοντα πάντων, Πιστῶν τὴν διάνοιαν, καὶ θαυμάτων ὤφθης ἀπέραντον πέλαγος· ὅθεν καὶ Μαρτύρων, καλλονὴ ἀνεδείχθης, πυρὶ τελειούμενος, καὶ φωτὸς ἀξιούμενος, ἀϊδίου Πολύκαρπε· Πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ, τῶν πταισμάτων ἄφεσιν δωρήσασθαι, τοῖς ἑορτάζουσι πόθῳ, τὴν ἁγίαν Μνήμην σου.
Ὁ Οἶκος
Τὴν τῆς σοφίας χρηστότητα ἀρυσάμενος, ἐξ αὐτῆς Πάτερ ἔπλησας θεογνωσίᾳ τὴν ποίμνην σου, καὶ τῆς παναγίας καὶ ἀρρήτου Θεότητος τὸ τρισήλιον ἤστραψας, τοῦ Πατρος τὸ ἀγέννητον, Υἱοῦ δὲ τὴν γέννησιν καὶ ἐκπόρευσιν Πνεύματος, μίαν Θεότητα, μίαν δόξαν τρανῶς ἐκδιδάξας, καὶ εἰδώλων ἀθεΐαν ἐκ ποδῶν ἀποποιήσας, καρπούς δὲ ὡρίμους, ψυχὰς πιστευόντων προσάγων τούτῳ ἔνδοξε, ἐν ᾧ βεβαπτίσμεθᾳ, εἰς ὃν καὶ πιστεύομεν, δοξάζοντες Κύριον.
Ο Άγιος παρακολούθησε με αγωνία και προσευχή τη σύλληψη του Αγίου Ιγνατίου του Θεοφόρου, Επισκόπου Αντιοχείας και τα μαρτύρια αυτού. Η αγάπη του προς τον θεοφόρο Πατέρα μαρτυρείται και από την Επιστολή την οποία έγραψε προς τους Φιλιππησίους. Σε αυτή την επιστολή τους συγχαίρει για την φιλοξενία, την οποία παρείχαν στον Άγιο Ιγνάτιο, όταν αυτός διήλθε από την πόλη τους. Το κείμενο αυτό του Αγίου Πολυκάρπου διακρίνεται για τον αποστολικό, θεολογικό και ποιμαντικό χαρακτήρα του.
Ο Άγιος Πολύκαρπος, διακρινόταν για την σωφροσύνη, τη θεολογική κατάρτιση και την αφοσίωση στη διδασκαλία του Ευαγγελίου, καθώς μιλούσε πάντα σύμφωνα με τις Γραφές. Ήταν ο γνησιότατος εκπρόσωπος της αποστολικής διδασκαλίας σε όλες τις Εκκλησίες της Ασίας. Ο Άγιος Ειρηναίος (βλέπε 23 Αυγούστου) παρέχει την πληροφορία ότι ο Άγιος Πολύκαρπος μετέστρεψε πολλούς από τις αιρέσεις του Βαλεντίνου και του Μαρκίωνος στην Εκκλησία του Θεού. Διηγείται μάλιστα και ένα επεισόδιο αναφερόμενο στη στάση του Αγίου Πολυκάρπου έναντι του Μαρκίωνος. Όταν ο αιρεσιάρχης αυτός τον πλησίασε κάποτε και του απηύθυνε την παράκληση: «ἐπεγίνωσκε ἠμᾶς», δηλαδή αναγνώρισέ μας, ο Άγιος απάντησε: «ἐπιγινώσκω, ἐπιγινώσκω σὲ τὸν πρωτότοκον τοῦ Σατανᾶ».
Ένα άλλο επεισόδιο ανάγεται στη γεροντική ηλικία του Αγίου Πολυκάρπου. Όπως είναι γνωστό, οι Εκκλησίες της Μικράς Ασίας εόρταζαν το Πάσχα στις 14 του μηνός Νισσάν, σε οποιαδήποτε ημέρα και αν τύχαινε αυτό. Αντίθετα οι άλλες Εκκλησίες δεν εόρταζαν καθόλου το Πάσχα, αλλά αρκούνταν στον εβδομαδιαίο κατά Κυριακή εορτασμό της Αναστάσεως, τονίζοντας ασφαλώς περισσότερο τον εορτασμό της πρώτης Κυριακής μετά την πανσέληνο της εαρινής ισημερίας. Επειδή λόγω της διαφοράς αυτής η Εκκλησία της Ρώμης τηρούσε αυστηρή στάση έναντι των Μικρασιατών, ο Άγιος Πολύκαρπος αναγκάσθηκε να μεταβεί στη Ρώμη, για να διευθετήσει το ζήτημα και άλλα δευτερεύοντα θέματα, με τον Επίσκοπο Ρώμης Ανίκητο (βλέπε 17 Απριλίου).
Μετά την επιστροφή του από την Ρώμη, υπέργηρος πλέον, συνέχισε την αποστολική δράση του με τόση επιτυχία, ώστε προκάλεσε την οργή των ειδωλολατρών. Αυτή η προδιάθεση ήταν φυσικό να προκαλέσει το μαρτύριό του, που ακολούθησε την εξής πορεία. Ο Κόιντος, ζηλωτής Χριστιανός, ο οποίος ήλθε στη Σμύρνη από τη Φρυγία, παρακίνησε ομάδα Φιλαδελφέων Χριστιανών να προσέλθουν στον ανθύπατο Στάτιο Κοδράτο, για να δηλώσουν σε αυτόν την ιδιότητά τους και την πίστη τους στον Χριστό, πράγμα το οποίο φυσικά προοιώνιζε θάνατο. Τελικά μαρτύρησαν όλοι, εκτός από τον Κόιντο, ο οποίος δειλιάσας την τελευταία στιγμή, θυσίασε στα είδωλα. Ο όχλος, αν και θαύμασε την γενναιότητα των Μαρτύρων, απαιτούσε να εκτελεσθούν οι «άθεοι» και να αναζητηθεί ο Άγιος Πολύκαρπος, ο οποίος πιεζόμενος από τους Χριστιανούς είχε αναχωρήσει σε κάποιο αγρόκτημα. Τελικά ο Άγιος συνελήφθη το έτος 167 μ.Χ. και οδηγήθηκε ενώπιον του ανθυπάτου.
Ο γηραιός Επίσκοπος δεν ταράχθηκε. Το πρόσωπό του ήταν γαλήνιο και λαμπερό. Ο αστυνόμος Ηρώδης και ο πατέρας του Νικήτας προσπάθησαν να πείσουν τον Άγιο να αρνηθεί τον Χριστό. Ο Άγιος όμως, με πνευματική ανδρεία απάντησε ότι υπηρετεί τον Χριστό επί 86 έτη χωρίς καθόλου να Τον εγκαταλείψει. Πως μπορούσε λοιπόν τώρα να Τον βλασφημήσει και να Τον αρνηθεί; Ο ανθύπατος τότε διέταξε να τον ρίξουν στην φωτιά. Ο Γέρων Πολύκαρπος αποδύθηκε μόνος τα ιμάτιά του και περίμενε προσευχόμενος λέγοντας: «Κύριε, ὁ Θεὸς ὁ Παντοκράτωρ, ὁ τοῦ ἀγαπητοῦ καὶ εὐλογητοῦ παιδός Σου Ἰησοῦ Χριστοῦ Πατήρ, δι’ Οὐ τὴν περὶ Σοῦ ἐπίγνωσιν εἰλήφαμεν, ὁ Θεὸς τῶν ἀγγέλων καὶ δυνάμεων, καὶ πάσης τῆς κτίσεως, καὶ παντὸς τοῦ γένους τῶν δικαίων, οἱ ζώσιν ἐνώπιόν Σου, εὐλογῶ Σε, ὅτι ἠξίωσας μὲ ἧς ἡμέρας καὶ ὥρας ταύτης τοῦ λαβεῖν μὲ μέρος ἐν ἀριθμῷ τῶν μαρτύρων Σου, ἐν τῷ ποτηρίῳ τοῦ Χριστοῦ Σου, εἰς ἀνάστασιν ζωῆς αἰωνίου, ψυχῆς τε καὶ σώματος, ἐν ἀφθαρσίᾳ Πνεύματος Ἁγίου, ἐν οἲς προσδεχθείην ἐνώπιόν Σου σήμερον ἐν θυσίᾳ πίονι καὶ προσδεκτή, καθὼς προητοίμασας καὶ προσεφανέρωσας καὶ ἐπλήρωσας ὁ ἀφευδὴς καὶ ἀληθινὸς Θεός. Διὰ τοῦτο καὶ περὶ πάντων αἰνῶ Σε, εὐλογῶ Σε, δοξάζω Σε, σὺν τῷ αἰωνίῳ καὶ ἐπουρανίω Ἰησοῦ Χριστό....».
Η φωτιά σχημάτισε γύρω από το σώμα του Αγίου Πολυκάρπου καμάρα χωρίς να τον αγγίζει. Τότε στρατιώτης εκτελεστής τελείωσε τον Άγιο Μάρτυρα διά του ξίφους. Έπειτα το Ιερό λείψανο ρίφθηκε στην φωτιά, οι δε πιστοί συνέλεξαν τα ιερά λείψανα αυτού.
Ἀπολυτίκιον
Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Τήν κλῆσιν τοῖς ἔργοις σου, ἐπισφραγίσας σοφέ, ἐλαία κατάκαρπος, ὤφθης ἐν οἴκῳ Θεοῦ, Πολύκαρπε ἔνδοξε∙ σύ γαρ ως Ἱεράρχης, καί στερρός Ἀθλοφόρος, τρέφεις τήν Ἐκκλησίαν, λογικῇ εὐκαρπίᾳ, πρεσβεύων Ἱερομάρτυς, ὑπέρ τῶν ψυχῶν ἡμῶν.
Ἕτερον Ἀπολυτίκιον
Ἦχος δ’.
Καί τρόπων μέτοχος, καί θρόνων διάδοχος, τῶν Ἀποστόλων γενόμενος, τήν πρᾶξιν εὗρες θεόπνευστε, εἰς θεωρίας ἐπίβασιν· διά τοῦτο τόν λόγον τῆς ἀληθείας ὀρθοτομῶν, καί τῇ πίστει ἐνήθλησας μέχρις αἵματος, Ἱερομάρτυς Πολύκαρπε· πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ, σωθῆναι τάς ψυχάς ἡμῶν.
Κοντάκιον
Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Καρπούς τούς λογικούς, τῷ Κυρίῳ προσφέρων, Πολύκαρπε σοφέ, ἀρετῶν δι᾽ ἐνθέων, ἐδείχθης ἀξιόθεος, Ἱεράρχα μακάριε· ὅθεν σήμερον, οἱ φωτισθέντες σοῖς λόγοις, ἀνυμνοῦμέν σου, τήν ἀξιέπαινον μνήμην, Θεόν μεγαλύνοντες.
Κάθισμα
Ἦχος πλ. δ’. Τὴν Σοφίαν καὶ Λόγον.
Τὸν τῆς χάριτος βότρυν ἐν τῇ ψυχῇ, ἀληθῶς γεωργήσας Πάτερ σοφέ, ὡς οἶνον ἐξέβλυσας, τὸν τῆς πίστεως λόγον, τὸν εὐφραίνοντα πάντων, Πιστῶν τὴν διάνοιαν, καὶ θαυμάτων ὤφθης ἀπέραντον πέλαγος· ὅθεν καὶ Μαρτύρων, καλλονὴ ἀνεδείχθης, πυρὶ τελειούμενος, καὶ φωτὸς ἀξιούμενος, ἀϊδίου Πολύκαρπε· Πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ, τῶν πταισμάτων ἄφεσιν δωρήσασθαι, τοῖς ἑορτάζουσι πόθῳ, τὴν ἁγίαν Μνήμην σου.
Ὁ Οἶκος
Τὴν τῆς σοφίας χρηστότητα ἀρυσάμενος, ἐξ αὐτῆς Πάτερ ἔπλησας θεογνωσίᾳ τὴν ποίμνην σου, καὶ τῆς παναγίας καὶ ἀρρήτου Θεότητος τὸ τρισήλιον ἤστραψας, τοῦ Πατρος τὸ ἀγέννητον, Υἱοῦ δὲ τὴν γέννησιν καὶ ἐκπόρευσιν Πνεύματος, μίαν Θεότητα, μίαν δόξαν τρανῶς ἐκδιδάξας, καὶ εἰδώλων ἀθεΐαν ἐκ ποδῶν ἀποποιήσας, καρπούς δὲ ὡρίμους, ψυχὰς πιστευόντων προσάγων τούτῳ ἔνδοξε, ἐν ᾧ βεβαπτίσμεθᾳ, εἰς ὃν καὶ πιστεύομεν, δοξάζοντες Κύριον.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)