Παρασκευή 3 Ιανουαρίου 2014

Προφήτης Μαλαχίας

Ο Προφήτης Μαλαχίας ήταν ένας από τους 12 μικρούς λεγόμενους προφήτες. Γεννήθηκε από τη φυλή του Λευΐ, εν Σοφαίς κατά τους χρόνους που επέστρεψαν οι Εβραίοι στην Ιερουσαλήμ από την αιχμαλωσία της Βαβυλώνας. Έζησε περί τον 5ο π.Χ. αιώνα, κατά τους χρόνους του Νεεμία και εργάστηκε στην Ιερουσαλήμ μετά τον Προφήτη Αγγαίο και τον Ζαχαρία. Πήρε το όνομα Μαλαχίας - που ελληνικά σημαίνει άγγελος για τρεις λόγους:
Πρώτον, διότι, όσα προφήτευε, αμέσως τα επιβεβαίωνε στο λαό θείος άγγελος. Και το παράδοξο ήταν ότι τον άγγελο δεν τον έβλεπαν οι ανάξιοι, αλλά μόνο οι άξιοι, τη φωνή του όμως, την άκουγαν και οι άξιοι και οι ανάξιοι.
Ο δεύτερος λόγος γι' αυτή του την ονομασία ήταν ότι ή όλη σωματική του εμφάνιση είχε τέλεια αρμονία και μεγαλοπρέπεια.
Ο τρίτος λόγος και σπουδαιότερος ήταν ότι, από νέος ακόμα, έκανε ζωή ενάρετη και ηθικά άμεμπτη.

Αυτό το απέδειξε, όταν βρέθηκε στη θέση να ελέγξει και πραγματικά, ήλεγξε με σφοδρότητα τον ίδιο του το λαό και τους Ιερείς ακόμα του Ισραήλ, για τις ανομίες και τις ασέβειές τους. Ο Θεός αξίωσε τον προφήτη Μαλαχία να προφητεύσει και τον ερχομό του Προδρόμου του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, για την προπαρασκευή του έργου Του. Έτσι, η ζωή του προφήτη μας δείχνει, πως κάποιος μπορεί να γίνει επίγειος άγγελος, με τη χάρη του Θεού. Ο προφήτης Μαλαχίας πέθανε ειρηνικά, σχετικά νέος και τάφηκε στο τόπο των πατέρων του.


Ἀπολυτίκιον
Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Ἀγγελώνυμον κλῆσιν πλουτήσας ἔνδοξε, ἀγγελομίμητον βίον ἐπολιτεύσω ἐν γῇ, Μαλαχία Προφητῶν τὸ ἀκροθίνιον· ὅθεν Ἀγγέλους ἐαχηκώς, συλλαλοῦντας νοερῶς, ἐπλήσθης ἀΰλου δόξης, καὶ τῶν μελλόντων τὴν γνῶσιν, διατυποῖς πρὸς φωτισμὸν ἡμῶν.

Κοντάκιον
Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.
Τῆς σοφίας ἔμπλεως, τῆς ὑπερσόφου καὶ θείας, Μαλαχία μέγιστε, σὺ πεφυκὼς ὡς Προφήτης, ἄνωθεν, αὐτὸν τὸν ὄντα Θεοῦ σοφίαν, ἔδειξας, τοῖς πᾶσι κάτω ἀναστραφέντα· διὰ τοῦτό σε τιμῶμεν, τελοῦντες πίστει τὴν θείαν μνήμην σου.

Μεγαλυνάριον
Θείας ἐμφανείας ἀγγελικῆς, κατηξιωμένος, ὡς τῷ βίῳ διαπρεπής, ὤφθης προσημάντωρ, τῶν ἱερῶν κριμάτων, Προφῆτα Μαλαχία, Ἀγγέλων σύσκηνε.

Πέμπτη 2 Ιανουαρίου 2014

γέρων Προκόπιος τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Παρακλήτου διηγεῖται….

Ο ΧΟΝΔΡΟΓΙΑΝΝΗΣ, Ο ΓΙΑΚΟΥΜΑΡΟΣ
Την ακόλουθη ιστορία μου διηγήθη ο ευλαβέστατος αείμνηστος Ιερομόναχος Προκόπιος, πού ήταν τυφλός και γηροκομήθηκε στη Ί. Μονή Παρακλήτου:
Υπήρχε ένας άνθρωπος στο νησί Πάρος, απλούς και ταπεινός, ο όποιος ώνομάζετο Ιωάννης Γιακούμαρος και με το παρατσούκλι «Χονδρογιάννης», διότι είχε χονδρά πόδια. Αγαθός άνθρωπος. Περιουσία μεγάλη δεν είχε. Και όσα είχε τα άφησε όλα στις τρεις αδελφές του. Κατήγετο από την περιφέρεια Καμπί – Μάγγανο. Εκοιμήθη το 1918. Αρκετά έτη προ του θανάτου του έμενε ως δόκιμος ή ως υπηρέτης της Μονής. Βοηθούσε στα μετόχια.
Είχε ο ευλογημένος μεγάλη ευλάβεια προς τον προφήτη Ηλία. Έκτισε τρία εξωκκλήσια, αφιερωμένα στο όνομα του Προφήτου, στην θέση Γουλιανού, στο υψηλό βουνό, στα Μούκινα. Όπου και εάν πήγαινε διηγείτο τον βίο και την πολιτεία του πυρφόρου αγίου. Παρ’ όλον πού οι προεστώτες της Μονής δεν τον είχαν σέ μεγάλη υπόληψη, αυτός διεκρίνετο διά την ταπείνωση και καθαρότητα της καρδίας. Ομοίαζε σαν ένα μικρό παιδί.
Κάποια ήμερα, κοντά στη θέση Καμάρες, έναντι της Λογγοβάρδας, όπου υπάρχουν μερικές «κατοικίες», κάθετο σέ μία πεζούλα και κουβέντιαζε με ορισμένες γυναίκες. Διηγείτο «αγιωτικά» για τον προφήτη Ηλία, για την Παναγία. Την ώρα εκείνη τον είδε ένα μοναχός, και συλλογισθείς πονηρά, ανέφερε στον ηγούμενο Ιερόθεο Βοσινιώτη το γεγονός.
Ερχόμενος ο Χονδρογιάννης στο μοναστήρι μετά την δύση του ηλίου βρήκε την Πύλη κλειστή. Τί να κάνη;Η απλότης και η πίστη, πού είχε προς την Θεοτόκον, τον ανάγκασε να καταφυγή στην προσευχή, βέβαιος ότι κάποιος θα άνοιγε την Πύλη. Άρχισε, λοιπόν, να κάνη γονυκλισίες εκεί, εμπρός στην Πύλη, προσευχόμενος:
—«Και Κυρά μου Παναγία, έλεγε, άνοιξε την πόρτα. Και Κυρά μ’ Παναγία άνοιξέ μου».
Σέ μία στιγμή —ώ του θαύματος!— η Πύλη ανοίγει αυτομάτως! Και ο Χονδρογιάννης εισέρχεται μέσα στη Μονή και χωρίς να τον αντιληφθή ουδείς κατηυθύνθη προς την κέλλα του.
Το πρωί στην Εκκλησία επαρουσιάσθη σαν κομήτης
στον Όρθρον.
Ο Ηγούμενος επί τη εμφανίσει του απόρησε.
—       Που ήσουν Χονδρογιάννη; Τί έκανες; – τον ερώτησε.
—       Γέροντα μου πήγα εκεί κι εκεί. Έκανα αυτό κι αυτό…
—Καλά, τί δουλειά είχες και συζητούσες με τις γυναίκες;
—Και γέροντά μου έλεγα αγιωτικά λόγια. Και γέροντά μου, συγχώρεσε με, δεν έκανα κανένα κακό. Συγχώρεσέ με, και φιλούσε τα χέρια ο απλούς, ο ιδών θαυμαστά πράγματα και θεάματα Χονδρογιάννης.
Κάποτε συνοδεύοντας ένα επίσημο επισκέπτη της Μονής με το ζώο, τους πρόλαβε η βροχή στον δρόμο. Ο Χονδρογιάννης έδωσε την ομπρέλα στον επισκέπτη και ο ίδιος βάδιζε αλλά… (τί παράδοξο) χωρίς να βρέχεται! Μέχρι την ώρα πού εισήλθαν στην Πύλη της Μονής.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ. ΑΠΛΟΙ ΚΑΙ ΑΠΛΑΣΤΟΙ ΚΑΙ ΑΛΗΘΙΝΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ. ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗΣ ΙΩΑΝΝΙΚΙΟΣ ΚΟΤΣΩΝΗΣ. 2000

Το Απολυτίκιο ψάλλει ο αρχ. π. Νικόδημος Καβαρνός


Όσιος Σεραφείμ του Σαρώφ

Ο Όσιος Σεραφείμ γεννήθηκε στο Κουρσκ της Ρωσίας στις 19 Ιουλίου 1759 μ.Χ. και ονομάσθηκε Πρόχορος. Οι γονείς του, Ισίδωρος και Αγάθη Μοσνίν, ήταν ευκατάστατοι έμποροι. Ο πατέρας του είχε εργοστάσια πλινθοποιίας και παράλληλα αναλάμβανε την ανέγερση πέτρινων οικοδομημάτων, ναών και σπιτιών. Κάποτε άρχισε να χτίζει στο Κουρσκ ένα ναό προς τιμήν του Οσίου Σεργίου του Ραντονέζ, του Θαυματουργού, αλλά ξαφνικά το 1762 μ.Χ., πεθαίνει, αφήνοντας στην σύζυγό του τη μέριμνα για την ολοκλήρωση του ναού. Ο Πρόχορος κληρονόμησε τις αρετές των γονέων του και ιδίως την ευσέβειά τους.

Σε ηλικία δέκα ετών άρχισε να μαθαίνει με ζήλο τα ιερά γράμματα, αλλά αρρώστησε ξαφνικά βαριά χωρίς ελπίδα αναρρώσεως. Στην κρισιμότερη καμπή της ασθένειας είδε στον ύπνο του την Παναγία, η οποία υποσχέθηκε ότι θα τον επισκεφθεί και θα τον θεραπεύσει. Πράγματι, έτυχε μια μέρα να γίνεται λιτανεία και να περνά έξω από την οικία του μικρού άρρωστου παιδιού, η θαυματουργή εικόνα της Θεοτόκου. Τη στιγμή εκείνη έπιασε δυνατή βροχή. Η λιτανεία σταμάτησε και η εικόνα μεταφέρθηκε στην αυλή της οικίας του Προχόρου, μέχρι να περάσει η μπόρα. Τότε η μητέρα του Αγάθη, κατέβασε το άρρωστο παιδί της και το πέρασε κάτω από την εικόνα. Από την ημέρα εκείνη η υγεία του βελτιώθηκε μέχρι που αποκαταστάθηκε τελείως.

Νέος εγκαταλείπει το πατρικό του σπίτι, στην πόλη Κουρσκ, και έρχεται να μονάσει στη μονή του Σάρωφ. Η δοκιμασία του προκειμένου να γίνει Μοναχός διαρκεί οκτώ χρόνια. Στις 13 Αυγούστου του 1786 μ.Χ. κείρεται Μοναχός με το όνομα Σεραφείμ. Σε δύο μήνες χειροτονείται Διάκονος.

Περιφρουρούμενος με το ταπεινό φρόνημα ο Διάκονος Σεραφείμ, ανέρχεται στην Πνευματική ζωή «ἐκ δυνάμεως εἰς δύναμιν». Ως Διάκονος παραμένει όλη την ημέρα στο Μοναστήρι, διακονεί στις Ακολουθίες, τηρεί με ακρίβεια τους μοναστηριακούς κανονισμούς και εκτελεί τα διακονήματά του. Το βράδυ όμως απομακρύνεται στο δάσος, στο ερημικό του κελί, όπου διέρχεται τις νυκτερινές ώρες με προσευχή, και πολύ πρωί επιστρέφει πάλι στο μοναστήρι.

Στις 2 Σεπτεμβρίου 1793 μ.Χ. χειροτονείται Ιερεύς και αποδύεται με μεγαλύτερο ζήλο και αγάπη στον Πνευματικό αγώνα. Τώρα πλέον δεν τον ικανοποιεί ο βαρύς για τους άλλους μόχθος της κοινοβιακής ζωής, δηλαδή η κοινή προσευχή, η νηστεία, η υπακοή, η ακτημοσύνη. Μέσα του φουντώνει η δίψα για πιο υψηλές Πνευματικές ασκήσεις. Εγκαταλείπει λοιπόν, με την ευλογία του Ηγουμένου, τη Μονή και αποσύρεται μέσα στο πυκνό δάσος του Σάρωφ. Περνά εκεί δεκαπέντε χρόνια σε τέλεια απομόνωση, με αυστηρή νηστεία, αδιάλειπτη προσευχή, μελέτη του Θείου Λόγου και σωματικούς κόπους. Για χίλιες ημέρες και χίλιες νύκτες μιμείται του παλιούς στυλίτες της Εκκλησίας. Ανεβασμένος σε μία πέτρα και με τα χέρια υψωμένα στον ουρανό, προσεύχεται: «Ὁ Θεὸς ἰλάσθητι μοὶ τῷ ἁμαρτωλῷ».

Τελειώνοντας την αναχωρητική ζωή επανέρχεται στη Μονή του Σάρωφ και κλείνεται σαν σε μνήμα στην απομόνωση για άλλα δεκαπέντε χρόνια. Για τα πρώτα πέντε βάζει τον εαυτό του στον κανόνα της σιωπής. Με την αδιάλειπτη προσευχή φωτίζει ολόκληρος από την Θεία Χάρη και αξιώνεται να ζήσει Πνευματικές αναβάσεις και αν δει θεϊκά οράματα. Μετά τον εγκλεισμό, ώριμος πλέον στην Πνευματική ζωή και γέροντας στην ηλικία, αφιερώνεται στη διακονία του πλησίον, του ελάχιστου αδελφού. Με την αυστηρή ασκητική ζωή του και την φωτεινή μορφή του είχε προσελκύσει γύρω του πλήθος Χριστιανών, που τον αγαπούσαν και πίστευαν ακράδαντα στην θαυματουργική δύναμη των αγίων του προσευχών. Πλούσιοι και φτωχοί, διάσημοι και άσημοι συνέρρεαν καθημερινά στο κελί του, για να λάβουν την ευλογία του και την Πνευματική καθοδήγηση για τη ζωή τους. Τους δεχόταν όλους με αγάπη και όταν έβλεπε τα πρόσωπά τους αναφωνούσε: «Χαρά μου!».

Εξομολογούσε πολλούς, θεράπευε ασθενείς, ενώ σε άλλους έδιδε να ασπασθούν τον σταυρό που είχε κρεμασμένο στο στήθος του ή την εικόνα που είχε στο τραπέζι του κελιού του. Σε πολλούς πρόσφερε ως ευλογία αντίδωρο, αγίασμα ή παξιμάδια, άλλους τους σταύρωνε στο μέτωπο με λάδι από το καντήλι, ενώ μερικούς τους αγκάλιαζε και τους ασπαζόταν λέγοντας: «Χριστὸς Ἀνέστη!».

Την 1η Ιανουαρίου 1833 μ.Χ., ημέρα Κυριακή, ο Όσιος ήλθε για τελευταία φορά στο Ναό του νοσοκομείου των Αγίων Ζωσιμά και Σαββατίου. Άναψε κερί σε όλες τις εικόνες και τις ασπάσθηκε. Μετάλαβε των Αχράντων Μυστηρίων και μετά το τέλος της Θείας Λειτουργίας ζήτησε συγχώρεση από όλους τους αδελφούς, τους ευλόγησε, τους ασπάσθηκε και παρηγορητικά τους είπε: «Σώζεσθε, μὴν ἀκηδιᾶτε, ἀγρυπνεῖτε καὶ προσεύχεσθε. Στέφανοι μᾶς ἑτοιμάζονται». Ο Μοναχός Παύλος πρόσεξε ότι ο Όσιος εκείνη την ημέρα πήγε τρεις φορές στον τόπο που είχε υποδείξει για τον ενταφιασμό του. Καθόταν εκεί και κοίταζε αρκετή ώρα στη γη. Το βράδυ τον άκουσε να ψάλλει στο κελί του Πασχαλινούς ύμνους: «Ἀνάστασιν Χριστοῦ θεασάμενοι....», «Φωτίζου, φωτίζου ἡ νέα Ἱερουσαλήμ....», «Ὤ, Πάσχα τὸ μέγα καὶ ἱερώτατον, Χριστέ....».

Ο Όσιος κοιμήθηκε με ειρήνη στις 2 Ιανουαρίου 1833 μ.Χ. Οι μοναχοί τον είδαν με το λευκό ζωστικό, γονατιστό σε στάση προσευχής μπροστά στην εικόνα της Θεοτόκου, ασκεπή, με το χάλκινο σταυρό στο λαιμό και με τα χέρια στο στήθος σε σχήμα σταυρού. Νόμιζαν ότι τον είχε πάρει ο ύπνος.

Τα ιερά λείψανά του εξαφανίστηκαν κατά την περίοδο της Οκτωβριανής επαναστάσεως και ξαναβρέθηκαν το 1990 μ.Χ., στην Αγία Πετρούπολη. Το 1991 μ.Χ. επέστρεψαν στην μονή Ντιβέγιεβο.


Ἀπολυτίκιον
Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Χριστῷ ἐκ νεότητος ἀκολουθήσας θερμῶς, εὐχαῖς καὶ δεήσεσιν, ἐν τῇ ἐρήμῳ Σαρώφ, ὡς ἄσαρκος ἤσκησας· ὅθεν τοῦ Παρακλήτου, δεδεγμένος τὴν χάριν, ὤφθης τῆς Θεοτόκου, θεοφόρος θεράπων· διὸ σε μακαρίζομεν, Σεραφεὶμ Πάτερ Ὅσιε.

Κοντάκιον
Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Ἐν Σάρωφ ὡς ἄγγελος, βεβιωμένος, Σεραφεὶμ μακάριε, ὤφθης δοχεῖον ἐκλεκτόν, τῶν χαρισμάτων, τοῦ Πνεύματος, λόγῳ πλουσίῳ ἐκφαίνων τὰ κρείττονα.

Μεγαλυνάριον
Ὅλος ἀνακείμενος τῷ Χριστῷ, χαρίτων τῶν θείων, ἀναδέδειξαι θησαυρός, θαύμασι καὶ λόγοις, καὶ θείαις ὑποθήκαις ὦ Σεραφεὶμ παμμάκαρ, φωτίζων ἅπαντας.

Το Απολυτίκιο ψάλλει ο αρχ. π. Νικόδημος Καβαρνός


Άγιος Σίλβεστρος Πάπας Ρώμης

Με τη Δυτική Εκκλησία έχουμε κοινούς αρκετούς Αγίους, μέχρι το χωρισμό της από την Ανατολική Ορθόδοξη Εκκλησία. Ένας απ' αυτούς είναι και ο Άγιος Σίλβεστρος, Πάπας Ρώμης.

Ο Άγιος Σίλβεστρος ήταν γιος του Ρουφίνου, γεννημένος στη Ρώμη και από μικρή ηλικία εισχωρεί στους κόλπους της Εκκλησίας. Σε ηλικία τριάντα χρόνων χειροτονείται από τον Πάπα Μαρκελίνο· γίνεται Πάπας το 314 μ.Χ. και διαδέχεται τον Άγιο Μελχιάδη ή Μιλτιάδη (βλέπε 10 Απριλίου).

Ενδιαφέρθηκε και πολέμησε πολύ την αίρεση του Αρείου και θέσπισε τους λειτουργικούς κανόνες για τον καθαγιασμό του μύρου του αγίου χρίσματος. Αλλά μεταξύ των καλύτερων έργων του Πάπα Σιλβέστρου, ξεχωρίζει το έργο της μέριμνας για τη βιοτική συντήρηση των φτωχότερων κληρικών και των μοναχών γυναικών, ώστε οι άνθρωποι αυτοί της πνευματικής διακονίας και προσευχής να μην αποσπώνται από το κυρίως έργο τους.

Ο Άγιος Σίλβεστρος έκανε επίσης πολλά θαύματα με αποτέλεσμα να πιστέψουν στο Χριστό πολλοί άνθρωποι μεταξύ των οποίων και ο Μέγας Κωνσταντίνος (βλέπε 21 Μαΐου) τον οποίο χειραγώγησε στην πίστη και εν συνεχεία τον βάπτισε.Με τη συμβουλή του Αγίου Σιλβέστρου, ο Μέγας Κωνσταντίνος ανήγειρε επτά ναούς, για να εορτάζονται οι εορτές του Σωτήρος Χριστού και των Αγίων Μαρτύρων. Απέδειξε ότι ο Ιησούς Χριστός και το έργο του είχαν προκηρυχθεί από το Νόμο της Παλαιάς Διαθήκης και έλαβε μέρος στην Α' Οικουμενική Σύνοδο. Πολέμησε δε ιδιαίτερα τους αιρετικούς Δονατιστές και μεγάλυνε την Εκκλησία με την διδασκαλία των θείων δογμάτων.

Ο Άγιος Σίλβεστρος πέθανε ειρηνικά σε βαθιά γεράματα, την 31η Δεκεμβρίου του 335 μ.Χ.


Ἀπολυτίκιον
Ἦχος δ'.
Κανόνα πίστεως, καὶ εἰκόνα πραότητος, ἐγκρατείας διδάσκαλον, ἀνέδειξε σε τῇ ποίμνῃ σου, ἡ τῶν πραγμάτων ἀλήθεια· διὰ τοῦτο ἐκτήσω τῇ ταπεινώσει τὰ ὑψηλά, τῇ πτωχείᾳ τὰ πλούσια. Πάτερ Ἱεράρχα Σίλβεστρε, πρέσβευε Χριστῷ τῷ θεῷ, σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον
Ἦχος δ'. Ταχὺ προκατάλαβε.
Στολὴν ἐνδυσάμενος, ἱεραρχίας πιστῶς, ἀμέμπτως ἱέρευσας, τῷ ἐπὶ πάντων Θεῶ, Πατὴρ ἡμῶν Σίλβεστρε· ἔχων γὰρ πολιτείᾳ, συνεκλάμποντα λόγον, θαύμασιν ἐβεβαίους, εὐσεβείας τὴν δόξαν, δι’ ἧς οὐρανίου δόξης, ὤφθης συμμέτοχος.

Κοντάκιον
Ἦχος δ'. Τὰ ἄνω ζητῶν.
Σοφίας Θεοῦ, ἐμπλήσας τὸ στόμα σου, Τριάδος ἡμῖν, τὴν γνῶσιν ἐτράνωσας, καὶ τὴν ἀθεότητα τῶν τυράννων, κατέβαλες Σίλβεστρε, τῇ σφεδόνι τῶν λόγων σου· διὸ ὑπὲρ ἡμῶν δυσώπει τὸν Κύριον.

Ἕτερον Κοντάκιον
Ἦχος δ’. Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ.
Ἐν ἱερεῦσιν ἱερεὺς ἀνεδείχθης, τοῦ Βασιλέως καὶ Θεοὺ θεοφόρε, τῶν Ἀσκητῶν συνόμιλος γενόμενος· ὅθεν συναγάλλῃ νῦν, τοῖς χοροῖς τῶν Ἀγγέλων, Πάτερ εὐφραινόμενος, ἐν τοῖς ἐπουρανίοις. Σίλβεστρε Ῥώμης ἔνδοξε ποιμήν, σῶζε τοὺς πόθῳ, τελοῦντας τὴν μνήμην σου.

Ὁ Οἶκος
Τοῦ Κορυφαίου τῶν Ἀποστόλων τὴν καθέδραν πλουτήσας, τοῦ Θεοῦ Λειτουργὸς ἐδείχθης θαυμασιώτατος, ὡραΐζων, στηρίζων, καὶ μεγαλύνων δόγμασι θείοις τὴν Ἐκκλησίαν, ὡς ἀστὴρ δὲ φωτοβόλος, φωτίζων φωτὶ ἀρετῶν, Τριάδα σέβειν διδάσκεις, ὡς ἀμέριστον μίαν Θεότητα· καὶ τάς αἱρέσεις τῶν δυσμενῶν ἀπεδίωξας, Σίλβεστρε πάνσοφε· διὸ ὑπὲρ ἡμῶν δυσώπει τὸν Κύριον.

Μεγαλυνάριον
Τῆς ἱεραρχίας σου τὴν στολήν, τρόποις ἐναρέτοις, καὶ θαυμάτων τῇ δωρεᾷ, εὐκλεῶς ποικίλας, πεποικιλμένος ἔβης, Σίλβεστρε Ἱεράρχα, πρὸς τὰ οὐράνια.