Παρασκευή 29 Νοεμβρίου 2013

Η κάθε λέξη της προσευχής είναι για τον Κεκοιμημένο όπως μία σταγόνα νερού για ένα διψασμένο

Αγαπημένοι φίλοι των αποθανόντων! Κάντε ότι είναι αναγκαίο γι αυτούς και ότι εναπόκειται στη δύναμη σας . Αντί να δαπανάτε χρήματα σε εξωτερικούς στο λισμούς του φέρετρου και του τάφου, βοηθήστε τούς φτωχούς  Υπέρ της μνήμης των δικών σας κεκοιμημένων και ενισχύστε τις εκκλησίες, όπου προσφέρονται προσευχές υπέρ αυτών. Δείξτε ευσπλαχνία στους αποθανόντες και φροντίστε για  το καλό της ψυχής τους. Απο αυτό το μονοπάτι θα περάσουμε όλοι.
Και τότε τόσο μεγάλη θα είναι ή επιθυμία μας να μας θυμούνται στις προσευχές. Ας  είμαστε ευσπλαχνικοί με τούς κεκοιμημένους.  Μόλις κάποιος αποβιώσει, κολάστε αμέσως έναν ιερέα, ό όποιος αναγιγνώσκει τη ”Συγχωρητική ευχή μετά θάνατον”.Καταβάλετε κάθε προσπάθεια προκειμένου ή νεκρώσιμη ακολουθία να τελεστεί σε εκκλησία, ενώ εσείς μέχρι τη στιγμή εκείνη να αναγιγνώσκετε το Ψαλτήριο στο προσκέφαλο του αποθανόντος.Ή νεκρώσιμη ακολουθία δεν χρειάζεται να είναι περίτεχνη, αλλά δεν πρέπει να είναι συντομευμένη· μη σκέφτεστε τον εαυτό σας και τη δική σας άνεση, αλλά τούς αποθανόντες, τούς οποίους θα αποχωριστείτε για πάντα. Εάν στην εκκλησία  υπαρχουν  πολλοί κεκοιμημένοι ταυτοχρόνως, μη πρόβαλλε τε αντίρρηση τελεστεί κοινή νεκρώσιμη ακολουθία.
Είναι καλύτερο όταν μία νεκρώσιμη ακολουθία τελείται για δύο ή περιστέρους κεκοιμημένους ταυτοχρόνως, καθώς οι προσευχές όλων των οικείων τους συγκεντρώνονται και γίνονται πιο θερμές, παρά όταν ή μία ακολουθία διαδέχεται  την άλλη και συντομεύεται λόγω έλλειψης χρόνου και ενέργειας· επειδή ή κάθε λέξη της προσευχής είναι για τον κεκοιμημένο όπως μία σταγόνα νερού για ένα διψασμένο. Παρομοίως, είναι σημαντικό να φροντίζετε για την καθημερινή μνημόνευση των αποθανόντων στη Θεία Λειτουργία κατά τη διάρκεια των πρώτων σαράντα ήμερων. Συνήθως, στις εκκλησίες όπου έγινε ή νεκρώσιμη ακολουθία τελούνται καθημερινές ακολουθίες, κατά τις όποιες οι αποθανόντες μνημονεύονται στην πορεία των σαράντα ήμερων και περαιτέρω.
Εάν, όμως. ή νεκρώσιμη ακολουθία τελείται σε μία εκκλησία όπου δεν τελούνται καθημερινές ακολουθίες, οι οικείοι του αποθανόντος οφείλουν να ρυθμίσουν να μνημονεύεται το όνομά του σε εκκλησία όπου τελούνται καθημερινές ακολουθίες. Επιπλέον, είναι καλό να αποστέλλεται το όνομα του αποθανόντος για μνημόνευση σε μοναστήρια και στην Ιερουσαλήμ, σε ιερούς τόπους όπου αναπέμπονται αδιάκοπες προσευχές.
Είναι σημαντικό ή επί σαράντα ημέρες μνημόνευση να αρχίζει αμέσως μετά την κοίμηση του προσώπου όταν ή ψυχή έχει ιδιαιτέρως ανάγκη των προσευχών. Ας φροντίσουμε για εκείνους πού έχουν προηγηθεί στον άλλο κόσμο και ας κάνουμε γι‘ αυτούς ότι ότι μπορούμε, ενθυμούμενοι ότι:«Μακάριοι οι ελεήμονες, ότι αυτοί ελεηθήσονται.
ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΜΑΞΙΜΟΒΙΤΣ

Το Απολυτίκιο ψάλλει ο αρχ. π. Νικόδημος Καβαρνός


Άγιος Παράμονος και οι Τριακόσιοι Εβδομήντα Μάρτυρες που μαρτύρησαν μαζί μ' αυτόν και ο Άγιος Φιλούμενος

Ο Άγιος Παράμονος μαρτύρησε μαζί με άλλους 370 χριστιανούς στα μέσα του 3ου μ.Χ. αιώνα, όταν αυτοκράτορας ήταν ο Δέκιος, που είχε κάνει πολλούς φόνους χριστιανών. Τότε λοιπόν, κοντά στον ποταμό Τίγρη υπήρχαν ιαματικά λουτρά. Στα λουτρά αυτά είχε πάει και ένας φανατικός λάτρης των ειδώλων, ο άρχων Ακυλίνος. Όταν έκανε θυσίες στο ναό της Ίσιδος, έδωσε διαταγή να συμμετέχουν σ' αυτές ο Παράμονος και άλλοι 370 χριστιανοί, που είχαν συλληφθεί και τους κρατούσαν φυλακισμένους. Όλοι όμως αρνήθηκαν. Και ενώ γίνονταν οι ειδωλολατρικές θυσίες, οι πιστοί του Χριστού έψαλλαν «ψαλμοῖς καὶ ὕμνοις καὶ ᾠδαῖς πνευματικαῖς» (Προς Εφεσίους, ε' 19) στο Σωτήρα τους. Ο Ακυλίνος, εξαγριωμένος από τη στάση τους, διέταξε να τους σκοτώσουν. Όρμησαν εναντίον τους οι στρατιώτες, και κτυπώντας τους με τις λόγχες, καταξέσχισαν τα σώματα τους. Έτσι, μαρτυρικά και ένδοξα παρέδωσαν όλοι τη γενναία ψυχή τους στο στεφανοδότη Χριστό
Ἀπολυτίκιον  
Ἦχος δ'. Ταχὺ προκατάλαβε.
Παράμονον μέλψωμεν σὺν Φιλουμένῳ πιστοί, ὡς θείους θεράποντας καὶ ἀθλητὰς εὐκλεεῖς Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ ἡμῶν· τοῦτον γὰρ φερωνύμως ὡς φιλήσαντας ἄγαν, ᾔσχυναν δι' ἀγώνων παρανόμων τὸ κράτος αἰτοῦντες πταισμάτων λύσιν πᾶσι καὶ ἔλεος.

Κάθισμα
Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Ὁ Μάρτυς Παράμονος, καρτερικῶς ἐναθλῶν, τοῖς ῥείθροις τοῦ αἵματος, πολυθεΐας πυράν, ἐνθέως κατέσβεσεν· ὅθεν τῶν ἰαμάτων, εἰληφὼς θείαν χάριν, δαίμονας ἀπελαύνει, καὶ νοσήματα παύει αὐτοῦ Χριστὲ πρεσβείαις, σῶσον τὰς ψυχὰς ἡμῶν.
Σήμερα η Εκκλησία μας τιμά τον Άγιο Φιλούμενο, ο οποίος καταγόταν από τη Λυκαονία. Ήταν έμπορος σιτηρών. Καταγγέλθηκε, το 270 μ.Χ., ως χριστιανός στον ηγεμόνα της Άγκυρας Φήλικα. Συνελήφθη και τον παρουσίασαν μπροστά στον ηγεμόνα. Ο Φιλούμενος όμως δεν πτοήθηκε από τις απειλές που δέχθηκε και παρέμεινε πιστός στην μία και αληθινή πίστη του Χριστού. Τον υπέβαλαν σε φρικτά βασανιστήρια, τρυπώντας του τα άκρα με καρφιά. Με αυτό τον μαρτυρικό τρόπο παρέδωσε το πνεύμα του στον Κύριο.


Ἀπολυτίκιον  
Ἦχος δ'. Ταχὺ προκατάλαβε.
Παράμονον μέλψωμεν σὺν Φιλουμένῳ πιστοί, ὡς θείους θεράποντας καὶ ἀθλητὰς εὐκλεεῖς Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ ἡμῶν· τοῦτον γὰρ φερωνύμως ὡς φιλήσαντας ἄγαν, ᾔσχυναν δι' ἀγώνων παρανόμων τὸ κράτος αἰτοῦντες πταισμάτων λύσιν πᾶσι καὶ ἔλεος.

Πέμπτη 28 Νοεμβρίου 2013

ΠΑΡΑΚΛΗΤΙΚΟΣ ΚΑΝΟΝΑΣ εἰς τὸν Ὅσιον καὶ Θεοφόρον Πατέρα ἡμῶν Πορφύριον τὸν Καυσοκαλυβίτην, τὸν διορατικὸν καὶ θαυματουργόν.

Εὐλογήσαντος τοῦ ἱερέως ἀρχόμεθα τοῦ ΡΜΒ΄ ψαλμοῦ.

Κύριε, εἰσάκουσον τῆς προσευχῆς μου, ἐνώτισαι τὴν δέησίν μου ἐν τῇ ἀληθείᾳ σου, εἰσάκουσόν μου ἐν τῇ δικαιοσύνῃ σου.
Καὶ μὴ εἰσέλθῃς εἰς κρίσιν μετὰ τοῦ δούλου σου, ὅτι οὐ δικαιωθήσεται ἐνώπιόν σου πᾶς ζῶν.
Ὅτι κατεδίωξεν ὁ ἐχθρὸς τὴν ψυχήν μου· ἐταπείνωσεν εἰς γῆν τὴν ζωήν μου.
Ἐκάθισέ με ἐν σκοτεινοῖς ὡς νεκροὺς αἰῶνος, καὶ ἠκηδίασεν ἐπ᾿ ἐμὲ τὸ πνεῦμά μου, ἐν ἐμοὶ ἐταράχθη ἡ καρδία μου.
Ἐμνήσθην ἡμερῶν ἀρχαίων, ἐμελέτησα ἐν πᾶσι τοῖς ἔργοις σου, ἐν ποιήμασι τῶν χειρῶν σου ἐμελέτων.
Διεπέτασα πρὸς σὲ τὰς χεῖράς μου· ἡ ψυχή μου ὡς γῆ ἄνυδρός σοι.
Ταχὺ εἰσάκουσόν μου, Κύριε, ἐξέλιπε τὸ πνεῦμά μου.
Μὴ ἀποστρέψῃς τὸ πρόσωπόν σου ἀπ᾿ ἐμοῦ, καὶ ὁμοιωθήσομαι τοῖς καταβαίνουσιν εἰς λάκκον.
Ἀκουστὸν ποίησόν μοι τὸ πρωΐ τὸ ἔλεός σου, ὅτι ἐπὶ σοὶ ἤλπισα.
Γνώρισόν μοι, Κύριε, ὁδόν, ἐν ᾗ πορεύσομαι, ὅτι πρὸς σὲ ἦρα τὴν ψυχήν μου.
Ἐξελοῦ με ἐκ τῶν ἐχθρῶν μου, Κύριε, πρὸς σὲ κατέφυγον· δίδαξόν με τοῦ ποιεῖν τὸ θέλημά σου, ὅτι σὺ εἶ ὁ Θεός μου.
Τὸ πνεῦμά σου τὸ ἀγαθὸν ὁδηγήσει με ἐν γῇ εὐθείᾳ· ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός σου, Κύριε, ζήσεις με.
Ἐν τῇ δικαιοσύνῃ σου ἐξάξεις ἐκ θλίψεως τὴν ψυχήν μου, καὶ ἐν τῷ ἐλέει σου ἐξολοθρεύσεις τοὺς ἐχθρούς μου.
Καὶ ἀπολεῖς πάντας τοὺς θλίβοντας τὴν ψυχήν μου, ὅτι ἐγὼ δοῦλός σού εἰμι.

Καὶ εὐθὺς εἰς ἦχον δ΄.
Θεὸς Κύριος καὶ ἐπέφανεν ἡμῖν, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου.

Στίχ. α΄. Ἐξομολογεῖσθε τῷ Κυρίῳ, καὶ ἐπικαλεῖσθε τὸ ὄνομα τὸ ἅγιον αὐτοῦ.
Θεὸς Κύριος καὶ ἐπέφανεν ἡμῖν, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου.
Στίχ. β΄. Πάντα τὰ ἔθνη ἐκύκλωσάν με, καὶ τῷ ὀνόματι Κυρίου ἠμυνάμην αὐτούς.
Θεὸς Κύριος καὶ ἐπέφανεν ἡμῖν, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου.
Στίχ. γ΄. Παρὰ Κυρίου ἐγένετο αὕτη, καὶ ἔστι θαυμαστὴ ἐν ὀφθαλμοῖς ἡμῶν.
Θεὸς Κύριος καὶ ἐπέφανεν ἡμῖν, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου.

Ἦχος δ΄. Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ.
Τῷ ὑπηρέτῃ τοῦ Χριστοῦ Πορφυρίῳ,
χαριτωθέντι δωρεαῖς ἐξαισίαις,
προσείπωμεν δεόμενοι ἐκ βάθους ψυχῆς·
ἅγιε Πορφύριε, ταπεινῶν ὁ προστάτης,
λύτρωσαι δεόμεθα, πατρικῇ σου πρεσβείᾳ,
πάσης ἀνάγκης, νόσων καὶ δεινῶν,
τοὺς αἰτουμένους τὴν χάριν τὴν θείαν σου.

Δόξα… Ὅμοιον.
Εὐαρεστήσας τῷ Χριστῷ ἐν τῷ κόσμῳ,
μετὰ ἀγγέλων φωτεινῶν συγχορεύεις,
μεθ’ ὧν τὸν αἶνον ἄληκτον προσφέρεις τῷ Θεῷ,
ὅσιε Πορφύριε, μύστα τῶν ἀποῤῥήτων,
ἀποκρύφων γνώστα τε μυστηρίων βαθέων,
ἃ διορᾶν σοι ἔδωκε Χριστός,
βραβεύων, πάτερ, τὴν σὴν καθαρότητα.

Καὶ νῦν… Θεοτοκίον.

Οὐ σιωπήσομέν ποτε, Θεοτόκε,
τὰς δυναστείας σου λαλεῖν οἱ ἀνάξιοι·
εἰμὴ γὰρ σὺ προΐστασο πρεσβεύουσα,
τίς ἡμᾶς ἐῤῥύσατο ἐκ τοσούτων κινδύνων;
Τίς δὲ διεφύλαξεν ἕως νῦν ἐλευθέρους;
Οὐκ ἀποστῶμεν, Δέσποινα, ἐκ σοῦ·
σοὺς γὰρ δούλους σῴζεις ἀεὶ
ἐκ παντοίων δεινῶν.

Εἶτα τὸν Ν΄ Ψαλμόν.

Ἐλέησόν με, ὁ Θεός, κατὰ τὸ μέγα ἔλεός σου, καὶ κατὰ τὸ πλῆθος τῶν οἰκτιρμῶν σου ἐξάλειψον τὸ ἀνόμημά μου.
Ἐπὶ πλεῖον πλῦνόν με ἀπὸ τῆς ἀνομίας μου, καὶ ἀπὸ τῆς ἁμαρτίας μου καθάρισόν με.
Ὅτι τὴν ἀνομίαν μου ἐγὼ γινώσκω, καὶ ἡ ἁμαρτία μου ἐνώπιόν μού ἐστι διαπαντός.
Σοὶ μόνῳ ἥμαρτον, καὶ τὸ πονηρὸν ἐνώπιόν σου ἐποίησα· ὅπως ἂν δικαιωθῇς ἐν τοῖς λόγοις σου, καὶ νικήσῃς ἐν τῷ κρίνεσθαί σε.
Ἰδοὺ γὰρ ἐν ἀνομίαις συνελήφθην, καὶ ἐν ἁμαρτίαις ἐκίσσησέ με ἡ μήτηρ μου.
Ἰδοὺ γὰρ ἀλήθειαν ἠγάπησας· τὰ ἄδηλα καὶ τὰ κρύφια τῆς σοφίας σου ἐδήλωσάς μοι.
Ῥαντιεῖς με ὑσσώπῳ, καὶ καθαρισθήσομαι· πλυνεῖς με, καὶ ὑπὲρ χιόνα λευκανθήσομαι.
Ἀκουτιεῖς μοι ἀγαλλίασιν καὶ εὐφροσύνην· ἀγαλλιάσονται ὀστέα τεταπεινωμένα.
Ἀπόστρεψον τὸ πρόσωπόν σου ἀπὸ τῶν ἁμαρτιῶν μου, καὶ πάσας τὰς ἀνομίας μου ἐξάλειψον.
Καρδίαν καθαρὰν κτίσον ἐν ἐμοί, ὁ Θεός, καὶ πνεῦμα εὐθὲς ἐγκαίνισον ἐν τοῖς ἐγκάτοις μου.
Μὴ ἀποῤῥίψῃς με ἀπὸ τοῦ προσώπου σου, καὶ τὸ Πνεῦμά σου τὸ Ἅγιον μὴ ἀντανέλῃς ἀπ᾿ ἐμοῦ.
Ἀπόδος μοι τὴν ἀγαλλίασιν τοῦ σωτηρίου σου, καὶ πνεύματι ἡγεμονικῷ στήριξόν με.
Διδάξω ἀνόμους τὰς ὁδούς σου, καὶ ἀσεβεῖς ἐπὶ σὲ ἐπιστρέψουσι.
Ῥῦσαί με ἐξ αἱμάτων, ὁ Θεός, ὁ Θεὸς τῆς σωτηρίας μου· ἀγαλλιάσεται ἡ γλῶσσά μου τὴν δικαιοσύνην σου.
Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου.
Ὅτι εἰ ἠθέλησας θυσίαν, ἔδωκα ἄν· ὁλοκαυτώματα οὐκ εὐδοκήσεις.
Θυσία τῷ Θεῷ πνεῦμα συντετριμμένον· καρδίαν συντετριμμένην καὶ τεταπεινωμένην ὁ Θεὸς οὐκ ἐξουδενώσει.
Ἀγάθυνον, Κύριε, ἐν τῇ εὐδοκίᾳ σου τὴν Σιών, καὶ οἰκοδομηθήτω τὰ τείχη Ἱερουσαλήμ.
Τότε εὐδοκήσεις θυσίαν δικαιοσύνης, ἀναφορὰν καὶ ὁλοκαυτώματα.
Τότε ἀνοίσουσιν ἐπὶ τὸ θυσιαστήριόν σου μόσχους.

Ὁ Κανών, οὗ ἡ ἀκροστιχίς·
Ποῦ καταφύγω; Πορφυρίου σκέπῃ. Εὐαγγέλου.

ᾨδὴ α΄.
Ἦχος πλ. δ΄. Ὑγρὰν διοδεύσας.

Ἅγιε τοῦ Θεοῦ, πρέσβευε ὑπὲρ ἡμῶν.

Πολλοῖς συνεχόμενος πειρασμοῖς,
πρὸς σὲ καταφεύγω,
ὡς μεσίτῃ πρὸς τὸν Θεόν·
εἰρήνευσον, πάτερ, τὴν ζωήν μου
καὶ παῦσον σάλον ἀθλίας καρδίας μου.
Ἅγιε τοῦ Θεοῦ, πρέσβευε ὑπὲρ ἡμῶν.
O῾σίως ἀνύσας σου τὴν ζωήν,
εὐχαῖς σου νῦν εὗρες
παῤῥησίαν πρὸς τὸν Θεόν·
πρὸς Ὃν μεσιτεύων ἀσθενοῦντας
ἰᾶσαι, πάτερ, καὶ λύεις νοσήματα.

Δόξα…

Ὑμνῶν τὸν Σωτῆρα ἐν οὐρανοῖς
φρουροῖς τὰς μονάς σου
ἐν τῷ Ἄθῳ καὶ Ἀττικῇ,
παρέχων τὴν χάριν τοῖς σοῖς τέκνοις
τοῦ ἐκνικᾶν τὰ δαιμόνων φρυάγματα.

Καὶ νῦν… Θεοτοκίον.

Καυσοκαλυβίων τὸν ἀθλητὴν
καὶ τὴν Θεοτόκον
ἀνυμνήσωμεν ἐν ᾠδαῖς,
πρεσβεύειν αἰτοῦντες πρὸς Σωτῆρα
καὶ βοηθεῖν ἐν κινδύνοις καὶ θλίψεσι.

ᾨδὴ γ΄. Οὐρανίας ἁψῖδος.

Ἅγιε τοῦ Θεοῦ, πρέσβευε ὑπὲρ ἡμῶν.

Ἀγαλλόμενοι πάντες,
ὡς ἐν χορῷ, κράζομεν
σοῦ τοὺς ἄθλους, πάτερ, αἰνοῦντες
καὶ τοὺς ἀγῶνάς σου
κατὰ τοῦ ἄρχοντος
τῶν ἀκαθάρτων πνευμάτων,
οὗ μανίας, ὅσιε,
σῷζε ὑμνοῦντάς σε.

Ἅγιε τοῦ Θεοῦ, πρέσβευε ὑπὲρ ἡμῶν.

Ταπεινώσεως ἄκρας,
ὑπακοῆς πρότυπον
ὄντως ἀσκουμένων ἐγένου
ὄρει ἐν Ἄθωνι
καὶ εἰς τὴν Εὔβοιαν,
ἐν τῇ μονῇ Χαραλάμπους·
ὅθεν χάριν ἔλαβες
πλήττειν τοὺς δαίμονας.

Δόξα…

Ἀπορρήτων τὸν μύστην,
θαυματουργὸν ὅσιον,
πάσης Ἀττικῆς τὸν προστάτην
πάντες δοξάσωμεν,
ὕμνοις ἐξαίροντες,
τῶν χαρισμάτων τὸ πλῆθος,
δι’ ὧν ὁ Παράκλητος τοῦτον ἐκόσμησε.

Καὶ νῦν… Θεοτοκίον.

Φυλακτήριον πάντων
ἀπὸ δεινῶν, θλίψεων,
σὺ ὑπάρχεις μόνη, Παρθένε
φρούρει ὑμνοῦντάς σε
ἐν τῷ ἐλέει σου,
πρεσβείαις τοῦ Πορφυρίου,
πανελλήνων Γέροντος,
παντελεήμονος.

Διάσωσον
ἀπό κινδύνων τοὺς δούλους σου, θεῖε Πάτερ,
τοὺς τὴν σὴν ἐν δεινοῖς αἰτοῦντας βοήθειαν
καὶ δίωξον ἄγχος καὶ ἀκηδίαν.

Ἐπίβλεψον
ἐν εὐμενείᾳ, πανύμνητε Θεοτόκε,
ἐπὶ τὴν ἐμὴν χαλεπὴν τοῦ σώματος κάκωσιν
καὶ ἴασαι τῆς ψυχῆς μου τὸ ἄλγος.

Αἴτησις καὶ τὸ Κάθισμα.

Ἦχος β΄. Πρεσβεία θερμή.

Φυλάξαι ἡμᾶς
δεόμεθα ἐκ θλίψεων,
τηρῆσαι πιστοὺς
τῇ πίστει τοῦ Χριστοῦ ἡμῶν,
Πορφύριε ὅσιε,
τῆς Εὐβοίας ἅγιον βλάστημα,
τῆς Ἐκκλησίας καύχημα σεπτὸν
καὶ πάντων ὁσίων ἐγκαλλώπισμα.

ᾨδὴ δ΄. Εἰσακήκοα Κύριε.

Ἅγιε τοῦ Θεοῦ, πρέσβευε ὑπὲρ ἡμῶν.

Ὑψωθεὶς ἐν παλαίσμασι
πρὸς τὸν φθονερὸν τῶν ἀνθρώπων τύραννον,
θεῖον στέφος, πάτερ, ἔλαβες
νικητὴς προβὰς ὡς ὡραιότατος.
Ἅγιε τοῦ Θεοῦ, πρέσβευε ὑπὲρ ἡμῶν.
Γέρας πόνοις σου δέδοται
τὸ διερμηνεύειν σε τὰ μυστήρια,
καὶ τὰ μέλλοντα προβλέπειν σε
καὶ ἰᾶσθαι πάντα τὰ νοσήματα.

Δόξα…

Ὦ καινὰ καὶ θαυμάσια
τὰ τῇ χάριτί σου τερατουργούμενα!
Ποίοις λόγοις ὕμνους πλέξω σοι;
Δειλιῶ, ὦ πάτερ, καὶ ἐξίσταμαι.

Καὶ νῦν… Θεοτοκίον.

Παναγία μου Δέσποινα,
τῶν ἀγγέλων θαῦμα τὸ ἀκατάληπτον,
ὑμνῳδεῖν σε καταξίωσον
τοῦ Σωτῆρος πάντων τὴν γεννήτριαν.

ᾨδὴ ε΄. Φώτισον ἡμᾶς.

Ἅγιε τοῦ Θεοῦ, πρέσβευε ὑπὲρ ἡμῶν.

Ῥῶσιν ἐν δεινοῖς
σέ, Πορφύριε, κεκτήμεθα,
σοὶ προσφεύγοντες θερμαῖς ἐν προσευχαῖς,
ὡς μεσίτῃ πρὸς Θεὸν τὸν πανοικτίρμονα.

Δόξα…

Φύλαξον ἡμᾶς
τοὺς τιμῶντάς σε, Πορφύριε,
χορηγῶν τῆς μαρτυρίας τοῦ Χριστοῦ
τὴν προαίρεσιν καὶ ζέσιν θείας πίστεως.

Καὶ νῦν… Θεοτοκίον.

Ὕμνον σοι, Ἁγνή,
εὐφροσύνως ἀναμέλπομεν,
τῶν ἀγγέλων οὖσαν ὄντως γλυκασμόν,
καὶ πικρίαν Εὔας λύσασαν τῷ τόκῳ σου.

ᾨδὴ Ϛ΄. Τὴν δέησιν.

Ἅγιε τοῦ Θεοῦ, πρέσβευε ὑπὲρ ἡμῶν.

Ῥωννύμεθα
ταῖς εὐχαῖς σου, ὅσιε,
καὶ ψυχὰς εἰς οὐρανοὺς ἀνυψοῦμεν,
ὑπομονὴν καὶ ἀνδρείαν πλουτοῦντες
ἐν πειρασμοῖς καὶ δειναῖς ἐπιθέσεσι,
Πορφύριε, πάτερ ἡμῶν·
ὅθεν πάντες κοινῇ ἀνυμνοῦμέν σε.

Ἅγιε τοῦ Θεοῦ, πρέσβευε ὑπὲρ ἡμῶν.

Ἰώμενος
πᾶσαν νόσον, ὅσιε,
ἀγαπᾶν ἡμᾶς Σωτῆρα κελεύεις
ὅλῃ ψυχῇ, καὶ νοΐ, καὶ καρδίᾳ,
καὶ πρὸς Αὐτὸν ἀναπέμπειν τὴν δέησιν,
ὅτι Αὐτὸς προνοητὴς
καὶ ἡμῶν ἀντιλήπτωρ γεγένηται.

Δόξα…

Ὁλόφωτος
ἡ σεπτή σου, ὅσιε,
κεφαλή, χάριτι θείᾳ ἐφάνη
τὸν θεῖον μύστην Χριστοῦ προδηλοῦσα
τῇ προσελθούσῃ γυνῇ πρὸς προσκύνησιν,
πληρώσασα ἐκ θαυμασμοῦ
τὴν ψυχὴν ταύτης, μάκαρ Πορφύριε.

Καὶ νῦν… Θεοτοκίον.

Ὑμνοῦντές σε,
Θεοτόκε Ἄχραντε,
τὰς ψυχὰς ἡμῶν γαλήνης πληροῦμεν,
τῇ τοῦ Υἱοῦ σου ἀγάπῃ θαῤῥοῦντες
καὶ μητρικαῖς σου πρεσβείαις ἐλπίζοντες,
δεόμενοι ἐπιτυχεῖν
παραδείσου τερπνοῦ ἀπολαύσεως.

Διάσωσον
ἀπὸ κινδύνων, Πορφύριε, σοὺς ἱκέτας
καὶ παράσχου τῇ σῇ μονῇ βοήθειαν, ὅσιε,
ὡς ἔχων πρὸς Κύριον παῤῥησίαν.

Ἄχραντε,
ἡ διὰ λόγου τὸν Λόγον ἀνερμηνεύτως
ἐπ’ ἐσχάτων τῶν ἡμερῶν τεκοῦσα, δυσώπησον
ὡς ἔχουσα μητρικὴν παῤῥησίαν.

Αἴτησις καὶ τὸ Κοντάκιον.

Ἦχος β΄. Προστασία τῶν χριστιανῶν.
Στεναζόντων πάντων ἡ παράκλησις γέγονας,
κλονουμένων ἐν πίστει, τοῖς θαύμασι στήριγμα.
Ὅθεν πάντες πρὸς τὴν σὴν χάριν σπεύδομεν πιστοὶ
πολλῆς δέξασθαι σῆς ἀρωγῆς
ἐν τῷ πελάγει τῆς ζωῆς
καὶ τῇ ζάλῃ τῶν θλίψεων.
Δίδου ἡμῖν ὑγείαν,
ψυχῆς τε τὴν εὐρωστίαν,
εὐχαῖς σου, πάτερ, πρὸς Θεόν,
ἱκετεύομεν οἱ δοῦλοί σου.

Προκείμενον.
Τίμιος ἐναντίον Κυρίου
ὁ θάνατος τοῦ Ὁσίου αὐτοῦ. (γ΄)

Στίχ. Τοῖς ἁγίοις τοῖς ἐν τῇ γῇ αὐτοῦ ἐθαυμάστωσεν ὁ Κύριος.

Εὐαγγέλιον κατὰ Ματθαῖον (ια΄ 27-30).
Εἶπεν ὁ Κύριος τοῖς ἑαυτοῦ Μαθηταῖς· Πάντα μοι παρεδόθη ὑπὸ τοῦ Πατρός μου· καὶ οὐδεὶς ἐπιγινώσκει τὸν Υἱόν, εἰ μὴ ὁ Πατήρ· οὐδὲ τὸν Πατέρα τις ἐπιγινώσκει, εἰ μὴ ὁ Υἱός, καὶ ᾧ ἐὰν βούληται ὁ Υἱὸς ἀποκαλύψαι. Δεῦτε πρός με πάντες οἱ κοπιῶντες καὶ πεφορτισμένοι, κἀγὼ ἀναπαύσω ὑμᾶς. Ἄρατε τὸν ζυγόν μου ἐφ’ ὑμᾶς, καὶ μάθετε ἀπ’ ἐμοῦ, ὅτι πρᾶός εἰμι καὶ ταπεινὸς τῇ καρδίᾳ, καὶ εὑρήσετε ἀνάπαυσιν ταῖς ψυχαῖς ὑμῶν. Ὁ γὰρ ζυγός μου χρηστός, καὶ τὸ φορτίον μου ἐλαφρόν ἐστιν.

Ἦχος β΄. Δόξα…
Ταῖς τοῦ σοῦ Ὁσίου πρεσβείαις, Ἐλεῆμον,
ἐξάλειψον τὰ πλήθη τῶν ἐμῶν ἐγκλημάτων.

Καὶ νῦν…

Ταῖς τῆς Θεοτόκου πρεσβείαις, Ἐλεῆμον,
ἐξάλειψον τὰ πλήθη τῶν ἐμῶν ἐγκλημάτων.

Προσόμοιον.
Ἦχος πλ. β΄. Ὅλην ἀποθέμενοι.
Στίχ. Ἐλεῆμον, ἐλέησόν με ὁ Θεός, κατὰ τὸ μέγα ἔλεός Σου καὶ κατὰ τὸ πλῆθος τῶν οἰκτιρμῶν Σου ἐξάλειψον τὸ ἀνόμημά μου.

Καυσοκαλυβίων τε
τοῦ ὄρους Ἄθωνος μύστην,
μοναχῶν τὸ σέμνωμα,
ἱερέων πάντιμον ἐγκαλλώπισμα,
ἰατρὸν ἄριστον,
ὀρφανῶν πατέρα,
τῶν πιπτόντων σε ἀνόρθωσιν
ἔγνωμεν, ὅσιε,
καὶ τῶν δαιμονόντων τὴν λύτρωσιν·
γαλήνης ἡμῖν πρόξενον
καὶ χαρᾶς μεγάλης τὸν αἴτιον.
Ὅθεν σοι βοῶμεν·
μὴ παύσῃ ἐπισκέπτεσθαι ἡμᾶς,
ἰᾶσθαι, πάτερ Πορφύριε,
καὶ φυλάττειν δούλους σου.

Ὁ ἱερεύς· Σῶσον ὁ Θεὸς τὸν λαόν σου…

ᾨδὴ ζ΄. Οἱ ἐκ τῆς Ἰουδαίας.

Ἅγιε τοῦ Θεοῦ, πρέσβευε ὑπὲρ ἡμῶν.

Ἐν ἁπλότητι ὅλην
τὴν ζωήν σου διῆλθες
καὶ ὑπηρέτησας
Θεῷ τε καὶ ἀνθρώποις,
νυκτός τε καὶ ἡμέρας
προσευχόμενος, ὅσιε,
καὶ φέρων πόνους ἠμῶν,
Πορφύριε, παμμάκαρ.
Ἅγιε τοῦ Θεοῦ, πρέσβευε ὑπὲρ ἡμῶν.
Πατρικήν σου πρεσβείαν,
ἐκζητοῦμεν, τρισμάκαρ,
πρὸς τὸν Θεὸν ἡμῶν,
ἵνα διασωθῶμεν
κινδύνων καὶ μανίας
πονηροῦ πολεμήτορος,
θαῤῥοῦντες, πάτερ, τῇ σῇ
μεγάλῃ εὐσπλαγχνίᾳ.

Δόξα…

Ἠγαπήθης ὑφ’ ὅλων,
ὡς ἀγάπην πηγάζων
καὶ πλημμυρῶν ἡμᾶς,
πληγάς τε θεραπεύων,
δαιμόνια ἐκβάλλων,
καὶ ἐκ πόνων λυτρούμενος,
παρέχων χάριν δ’ ἀεὶ
τοῖς αἰτουμένοις πᾶσι.

Καὶ νῦν… Θεοτοκίον.

Εὐγνωμόνως ὑμνοῦμεν
Σέ, Παρθένε καὶ μῆτερ
Θεοχαρίτωτε,
ὡς τέξασαν τῷ κόσμῳ
Σωτῆρα ἀπειράνδρως
καὶ Θεὸν Πανοικτίρμονα,
πρὸς ὃν πρεσβεύεις ἀεὶ
σωθῆναι τοὺς ἀνθρώπους.

ᾨδὴ η΄. Τὸν Βασιλέα.

Ἅγιε τοῦ Θεοῦ, πρέσβευε ὑπὲρ ἡμῶν.

Ὑπὲρ ὑγείας
καὶ σωτηρίας τοῦ κόσμου
τὰς εὐχάς σου Χριστῷ σὺ προσάγεις,
ὅθεν σε ὑμνοῦμεν,
Πορφύριε, θεόφρον.

Ἅγιε τοῦ Θεοῦ, πρέσβευε ὑπὲρ ἡμῶν.

Ἁμαρτιῶν μου
Σὺ τὴν πληθὺν ἄφες, Σῶτερ,
Πορφυρίου θερμαῖς ἱκεσίαις,
καὶ ἐν μετανοίᾳ
τὸν βίον μου παράσχου.

Δόξα…

Γαλήνην δίδου
τρικυμιζούσῃ καρδίᾳ,
τῶν δεινῶν τὰς ὀδύνας πραΰνων
χάριτί σου, πάτερ,
καμνόντων εὐεργέτα.

Καὶ νῦν… Θεοτοκίον.

Γέγονας μήτηρ,
ἐν παρθενίᾳ τελοῦσα,
τὸν Θεὸν καὶ Σωτῆρα τεκοῦσα,
ὃν ἐκδυσωποῦσα,
κινδύνων σῴζεις πάντας.

ᾨδὴ θ΄. Κυρίως Θεοτόκον.

Ἅγιε τοῦ Θεοῦ, πρέσβευε ὑπὲρ ἡμῶν.

Ἐλέησον ἱκέτας
καὶ προσπίπτοντάς σοι
τὴν εὐσπλαγχνίαν τὴν σὴν ἀναμένοντας,
παρέχων χάριν, ὑγείαν
καὶ τὴν μετάνοιαν.

Ἅγιε τοῦ Θεοῦ, πρέσβευε ὑπὲρ ἡμῶν.

Λαλήσας ὁ κωφός σοι
τὴν εὐχαριστίαν,
ὡς διὰ σοῦ σεσωσμένος, προσέφερε,
τῶν συγγενῶν θαυμαζόντων
καὶ προσκυνούντων σε.

Δόξα…

Ὁ  νέος ἐν ὁσίοις
καταπλήττεις πάντας
τερατουργίαις σου, πάτερ Πορφύριε,
ἑλκύσας ἄνωθεν χάριν
τῇ ταπεινώσει σου.

Καὶ νῦν… Θεοτοκίον.

Ὑμνοῦμέν σε Παρθένε,
Κεχαριτωμένη,
ὡς τὴν ἐλπίδα τῷ κόσμῳ δωρήσασαν,
τεκοῦσα πᾶσι Σωτῆρα
Θεὸν καὶ ἄνθρωπον.

Ἄξιόν ἐστιν ὡς ἀληθῶς
μακαρίζειν σὲ τὴν Θεοτόκον,
τὴν ἀειμακάριστον καὶ παναμώμητον,
καὶ Μητέρα τοῦ Θεοῦ ἡμῶν.
Τὴν τιμιωτέραν τῶν Χερουβείμ,
καὶ ἐνδοξοτέραν ἀσυγκρίτως τῶν Σεραφείμ,
τὴν ἀδιαφθόρως Θεὸν Λόγον τεκοῦσαν,
τὴν ὄντως Θεοτόκον σὲ μεγαλύνομεν.

Μεγαλυνάρια.

Χαίροις τῶν ὁσίων ἡ καλλονὴ
καὶ τῶν ἀσκουμένων
ὁδηγὸς καὶ ὑπογραμμός.
Χαίροις ἱερέων
τὸ στέφος καὶ ἡ δόξα,
Πορφύριε τρισμάκαρ,
Ἄθωνος καύχημα.

Ψάλλομέν σου, πάτερ, τὰς ἀρετάς,
ταπεινοφροσύνην
καὶ τὴν ἄκραν ὑπακοήν,
τὴν διάκρισίν τε
ἁπλότητα, ἁγνείαν,
ἀγάπης σου τὸ εὖρος
τὸ ἀπροσμέτρητον.

Ὡς παιδίον γέγονας τῇ ψυχῇ,
ἀμνησικακίαν
καὶ ἁπλότητα ἐνδυθείς,
θείων χαρισμάτων
τὸν πλοῦτον ἀποκρύπτων,
τῇ ἀκενοδοξίᾳ
πολιτευόμενος.

Διορατικῶν ἦσθα κορυφή,
προφητῶν μεγάλων
πλησιέστατος συγγενής·
ἰαματικῶν τε
συνόμιλος ἁγίων,
Πορφύριε, ἐδείχθης,
Ἄθωνος κόσμημα.

Τῆς Ἀποκαλύψεως θεωρός,
τῆς πρὸς Ἰωάννην,
ἐν τῆ Πάτμῳ σὺ γεγονώς,
ὤφθης μύστης μέγας
τῶν θείων μυστηρίων,
τὰ Χερουβεὶμ ἐγγίσας
τῇ ταπεινώσει σου.

Ναυαγῶν τοῦ βίου ὤφθης λιμὴν
καὶ τῶν θλιβομένων
ἡ παράκλησις ἡ θερμή,
τῶν ἀπολωλότων
ποιμὴν τῆς Ἐκκλησίας,
καὶ κρήνη ἰαμάτων
τῆς θείας χάριτος.

Πᾶσαι τῶν ἀγγέλων αἱ στρατιαί,
Πρόδρομε Κυρίου,
Ἀποστόλων ἡ δωδεκάς,
οἱ ἅγιοι πάντες
μετὰ τῆς Θεοτόκου,
ποιήσατε πρεσβείαν
εἰς τὸ σωθῆναι ἡμᾶς.

Τρισάγιον.
Ἅγιος ὁ Θεός, ἅγιος Ἰσχυρός, ἅγιος Ἀθάνατος, ἐλέησον ἡμᾶς. (γ΄)

Δόξα Πατρὶ καὶ Υἱῷ καὶ ἁγίῳ Πνεύματι, καὶ νῦν, καὶ ἀεί, καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

Παναγία Τριάς, ἐλέησον ἡμᾶς. Κύριε, ἱλάσθητι ταῖς ἁμαρτίαις ἡμῶν. Δέσποτα, συγχώρησον τὰς ἀνομίας ἡμῖν. Ἅγιε, ἐπίσκεψαι καὶ ἵασαι τὰς ἀσθενείας ἡμῶν ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός Σου. Κύριε, ἐλέησον· Κύριε, ἐλέησον, Κύριε, ἐλέησον.

Δόξα… Καὶ νῦν…

Πάτερ ἡμῶν ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς, ἁγιασθήτω τὸ ὄνομά Σου. Ἐλθέτω ἡ βασιλεία Σου. Γενηθήτω τὸ θέλημά Σου, ὡς ἐν οὐρανῷ καὶ ἐπὶ τῆς γῆς. Τὸν ἄρτον ἡμῶν τὸν ἐπιούσιον δὸς ἡμῖν σήμερον. Καὶ ἄφες ἡμῖν τὰ ὀφειλήματα ἡμῶν, ὡς καὶ ἡμεῖς ἀφίεμεν τοῖς ὀφειλέταις ἡμῶν. Καὶ μὴ εἰσενέγκῃς ἡμᾶς εἰς πειρασμόν, ἀλλὰ ῥῦσαι ἡμᾶς ἀπὸ τοῦ πονηροῦ.

Ὁ ἱερεύς·
Ὅτι σοῦ ἐστιν ἡ βασιλεία, καὶ ἡ δύναμις, καὶ ἡ δόξα τοῦ Πατρός, καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ ἁγίου Πνεύματος, νῦν, καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

Ἀπολυτίκιον.
Ἦχος α΄. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Τῆς Εὐβοίας τὸν γόνον,
Πανελλήνων τὸν Γέροντα,
τῆς Θεολογίας τὸν μύστην
καὶ Χριστοῦ φίλον γνήσιον,
Πορφύριον τιμήσωμεν, πιστοί,
τὸν πλήρη χαρισμάτων ἐκ παιδός.
Δαιμονῶντας γὰρ λυτροῦται,
καὶ ἀσθενεῖς ἰᾶται πίστει κράζοντας·
δόξα τῷ δεδωκότι σοι ἰσχύν,
δόξα τῷ σὲ ἁγιάσαντι,
δόξα τῷ ἐνεργοῦντι διὰ σοῦ πᾶσιν ἰάματα.

Ἡ Ἐκτενὴς καὶ Ἀπόλυσις.

Μετὰ τὴν Ἀπόλυσιν ψάλλομεν ἀργῶς
τὰ κάτωθι τροπάρια.

Ἦχος β΄. Ὅτε ἐκ τοῦ ξύλου.
Πᾶσι τοῖς τιμῶσιν εὐλαβῶς
ἱερὰν τὴν μνήμην σου, πάτερ,
καὶ δεομένοις πιστῶς
δώρησαι τὴν ἴασιν
παθῶν, Πορφύριε·
καὶ κινδύνων καὶ θλίψεων
καὶ ζάλης τοῦ κόσμου
λύτρωσαι πρεσβείαις σου
τοὺς σοὶ προστρέχοντας·
ἔχεις γὰρ πολλὴν παῤῥησίαν,
ὡς Χριστοῦ θεράπων καὶ φίλος,
μεσιτεύειν, ὅσιε, πρὸς Κύριον.

Δέσποινα, πρόσδεξαι
τὰς δεήσεις τῶν δούλων σου
καὶ λύτρωσαι ἡμᾶς
ἀπὸ πάσης ἀνάγκης καὶ θλίψεως.

Τὴν πᾶσαν ἐλπίδα μου
εἰς σὲ ἀνατίθημι,
Μῆτερ τοῦ Θεοῦ,
φύλαξόν με ὑπὸ τὴν σκέπην σου.

Ὁ ἱερεύς·
Δι’ εὐχῶν τῶν ἁγίων Πατέρων ἡμῶν, Κύριε Ἰησοῦ Χριστὲ ὁ Θεός, ἐλέησον καὶ σῶσον ἡμᾶς. Ἀμήν.

Δίστιχον.
Πορφύριε, φύλαττε θερμαῖς εὐχαῖς σου
Εὐάγγελον μέλψαντα θαυμάσιά σου.

Εὐαγγέλου Καραδήμου, “Χαίροις, Πάτερ Πορφύριε (Παρακλητικὸς Κανὼν καὶ Χαιρετισμοί), Ἀθήνα 2008

“Χαίροις, πάτερ Πορφύριε”.

Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸν πρόλογο τοῦ κ. Καραδήμου στὸ βιβλίο του “Χαίροις, πάτερ Πορφύριε”.



«Ἅγιοι δέ εἰσι πάντες, ὅσοι πίστιν ὀρθὴν μετὰ βίου ἔχουσι· κἂν σημεῖα μὴ ἐργάζωνται, κἂν δαίμονας μὴ ἐκβάλλωσιν, ἅγιοί εἰσιν».
(Ἰωάννης Χρυσόστομος)

Ὑπὸ τὸ πρῖσμα τῶν λόγων τούτων τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου θεωρούμενος, ὁ Γέρων Πορφύριος εἶναι ἅγιος. Διότι καὶ πίστη ὀρθή, σύμφωνη κατὰ πάντα πρὸς τὰ δόγματα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας εἶχε, καὶ ζωὴ σύμφωνη μὲ τὴν πίστη αὐτή, ἄμωμη καὶ ἀνεπίληπτη, ὥστε νὰ ἐφαρμόζεται σ’ αὐτὸν πάλι ὁ λόγος τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου «ἅγιός ἐστιν ὁ τῆς πίστεως μετέχων, ἄμωμος, ὁ ἀνεπίληπτον βίον ἔχων».

Τοῦτο ὁμολογεῖται ἀπὸ ὅλους, ὅσοι ἐγνώρισαν τὸν Γέροντα Πορφύριο, καὶ ἀπὸ ὑπευθύνους ἐκκλησιαστικοὺς ἄνδρες· πρὸ πάντων δὲ ἐπιβεβαιώνεται ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Θεὸ μὲ τὰ πολλὰ χαρίσματα, μὲ τὰ ὁποῖα εἶχε προικίσει τὸν Γέροντα Πορφύριο, ἐπιβραβεύοντας τὴν ὀρθὴ πίστη καὶ βιοτή του, τὴν ἁγιότητά του γενικῶς. Διότι, ὅπως ὑπογραμμίζει ὁ ἅγιος Συμεὼν ὁ Νέος Θεολόγος, «ἅπας ὁ τῶν ἁγίων ἔπαινος καὶ μακαρισμὸς διὰ τῶν δύο τούτων συνίσταται, διά τε τῆς ὀρθοδόξου πίστεως καὶ τοῦ ἐπαινετοῦ βίου, καὶ διὰ τῆς δωρεᾶς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ τῶν χαρισμάτων αὐτοῦ. Τοῖς γὰρ δυσὶ τούτοις τὸ τρίτον συνέπεται. Ἐν γὰρ τῷ βιῶσαί τινα καλῶς τε καὶ θεοφιλῶς μετὰ φρονήματος ὀρθοδόξου καὶ ἐν τῷ χαριτωθῆναι ἀπὸ Θεοῦ καὶ δοξασθῆναι διὰ τῆς τοῦ Πνεύματος δωρεᾶς, συνέπεται αὐτῷ ὁ ἔπαινος καὶ ὁ μακαρισμὸς παρὰ πάσης τῆς Ἐκκλησίας τῶν πιστῶν καὶ παρὰ πάντων τῶν διδασκάλων αὐτῆς. Πίστεως δὲ καὶ ἔργων ἀνελλιπῶς μὴ καταβληθέντων, ἀδύνατόν ἐστιν τὴν παρουσίαν γενέσθαι ποτὲ τοῦ προσκυνητοῦ καὶ θείου Πνεύματος καὶ τὴν δωρεὰν αὐτοῦ λαβεῖν τινα τῶν ἀνθρώπων».

Ἔτσι ὁ Γέροντας Πορφύριος, ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ὀρθότητα τῆς πίστεως καὶ τῆς ζωῆς του, ἔχει ἐπὶ πλέον συνηγοροῦντα ὑπὲρ τῆς ἁγιότητός του καὶ τὰ θαύματα, τὰ ὁποῖα πραγματοποίησε ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ, μέσω αὐτοῦ, κατὰ τὴ διάρκεια τῆς ἐπίγειας ζωῆς του, πραγματοποιεῖ δὲ καὶ τώρα, μετὰ τὴν ὁσιακὴ κοίμησή του. Εἶναι πάρα πολλοὶ οἱ πιστοί, ἀπὸ διάφορα μέρη τῆς Ἑλλάδας καὶ τοῦ ἐξωτερικοῦ, ποὺ προσέρχονται στὸ Ἡσυχαστήριο τοῦ Γέροντα στὸ Μήλεσι καὶ γνωστοποιοῦν καὶ ὁμολογοῦν τὰ θαύματα ποὺ ἐπετέλεσε γιὰ χάρη τους ὁ ἅγιος Γέροντας Πορφύριος, τὸν ὁποῖον εἶχαν ἐπικαλεσθεῖ στὶς προσευχές τους, καὶ σπεύδουν, εὐγνωμονοῦντες, νὰ τὸν προσκυνήσουν στὸ κελάκι του καὶ νὰ τὸν εὐχαριστήσουν.

Ἡ φήμη τοῦ Γέροντα ὡς ἁγίου ἔχει διαδοθεῖ παντοῦ, στὴν Ἑλλάδα καὶ στὸ ἐξωτερικό, καὶ ὅσο ἐκεῖνος ταπεινοφρονῶν ἐκρύβετο καὶ ἀπέφευγε τὴ δημοσιότητα, τόσο ὁ ἅγιος Θεὸς τὸν δοξάζει καὶ δημοσιεύει τὴ ζωή του, σύμφωνα μὲ τὸ Γραφικὸ «τοὺς δοξάζοντάς με δοξάσω» (Α΄ Βασιλ. 2,30).

Ἐπὶ πλέον πολλοὶ εὐσεβεῖς φιλοτεχνοῦν εἰκόνες τοῦ Γέροντα γιὰ νὰ τὸν προσκυνοῦν τιμητικὰ στὰ σπίτια τους, καὶ ἄλλοι, κληρικοὶ καὶ λαϊκοί, συνθέτουν διάφορα τροπάρια γιὰ νὰ τὸν ὑμνοῦν. Παντοῦ δὲ εἶναι διάχυτη ἡ πίστη καὶ ἡ ὁμολογία γιὰ τὴν ἁγιότητα τοῦ Γέροντα Πορφυρίου. Ἡ vox populi, λοιπόν, ἡ φωνὴ δηλαδή τοῦ λαοῦ, τοῦ φύλακα τῆς Ὀρθοδοξίας, ἐκφράζει καὶ ἐπαναλαμβάνει καθημερινῶς τὴν ἀψευδῆ μαρτυρία τοῦ Θεοῦ γιὰ τὴν ἁγιότητα τοῦ Γέροντα Πορφυρίου, μαρτυρία τὴν ὁποία παρέχει συνεχῶς ἐπὶ δεκαετίες ὁλόκληρες ὁ Θεὸς μὲ τὰ πολλὰ καὶ ἐξαιρετικὰ χαρίσματα ποὺ τοῦ χάρισε, καθὼς καὶ μὲ τὰ θαυμαστὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα πραγματοποιεῖ ἡ χάρη Του διὰ μέσου αὐτοῦ. Ὃν δὲ ὁ Θεὸς ἡγίασε, τίς δύναται νὰ ἀμφισβητήσει; «Τίς ἐγκαλέσει κατὰ ἐκλεκτῶν Θεοῦ; Θεὸς ὁ δικαιῶν» (Ῥωμ. 8, 33). Ἑπομένως «εἰ τὴν μαρτυρίαν τῶν ἀνθρώπων λαμβάνομεν, ἡ μαρτυρία τοῦ Θεοῦ μείζων ἐστίν» (Α΄ Ἰωάν. 5, 9).

Το Απολυτίκιο ψάλλει ο αρχ. π. Νικόδημος Καβαρνός


Όσιος Στέφανος ο Ομολογητής, ο Νέος

Ο Όσιος Στέφανος γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη και οι ευσεβείς γονείς του Ιωάννης και Άννα τον ανέθρεψαν κατά τον καλύτερο χριστιανικό τρόπο. Όταν μεγάλωσε, μορφώθηκε αρκετά και αργότερα αναδείχθηκε ηγούμενος στο περίφημο όρος του Αγίου Αυξεντίου.

Όταν ξέσπασε ο πόλεμος εναντίον των αγίων εικόνων, όχι μόνο δε συμμορφώθηκε με τις αυτοκρατορικές διαταγές, αλλά και χαρακτήρισε αιρετικούς τους εικονομάχους βασιλείς. Καταγγέλθηκε στον αυτοκράτορα Κωνσταντίνο τον Κοπρώνυμο, ο όποιος ήλπιζε με την προσωπική του επιβολή, όταν τον έφερνε μπροστά του, να δαμάσει το φρόνημα του Στεφάνου. Συνέβη όμως το αντίθετο. Ο Στέφανος, από τους ανθρώπους με «πολλὴν παῤῥησία ἐν πίστει τὴν ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ» (Α' προς Τιμόθεον, γ' 13), δηλαδή με πολλή παρρησία και θάρρος στο να διακηρύττει την πίστη που ομολογούν όσοι είναι σε κοινωνία με τον Ιησού Χριστό, ήλεγξε αυστηρά κατά πρόσωπο τον Κοπρώνυμο. Αυτός τότε τον έκλεισε στη φυλακή και μετά από μέρες διέταξε να τον θανατώσουν.

Αφού, λοιπόν, τον έβγαλαν από την φυλακή, άρχισαν να τον λιθοβολούν και να τον κτυπούν με βαρεία ρόπαλα. Ένα ισχυρό κτύπημα στο κεφάλι έδωσε τέλος στη ζωή του Στεφάνου (το 767 μ.Χ.). Κατόπιν το σώμα του το έριξαν στη θάλασσα, αλλά ευλαβείς χριστιανοί που το βρήκαν όταν τα κύματα το έφεραν στην παραλία, το έθαψαν με την αρμόζουσα τιμή.


Ἀπολυτίκιον
Ἦχος δ’. Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ.
Ἀσκητικῶς προγυμνασθεὶς ἐν τῷ ὄρει, τὰς νοητὰς τῶν δυσμενῶν παρατάξεις, τῇ πανοπλίᾳ ὤλεσας παμμάκαρ τοῦ Σταυροῦ. Αὖθις δὲ πρὸς ἄθλησιν, ἀνδρικῶς ἀπεδύσω, κτείνας τὸν Κοπρώνυμον, τῷ τῆς Πίστεως ξίφει· καὶ δι᾽ ἀμφοῖν ἐστέφθης ἐκ Θεοῦ, Ὁσιομάρτυς ἀοίδιμε Στέφανε.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον
Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Θείαν ἄσκησιν ἐνδεδειγμένος, σκεῦος γέγονας δικαιοσύνης διαπρέπων ταῖς σεπταῖς ἀναβάσεσι· καὶ τοῦ Χριστοῦ τὴν εἰκόνα σεβόμενος, μαρτυρικῆς ἠξιώθης φαιδρότητος. Θεῖε Στέφανε, ἐν ὅπλῳ ἡμᾶς στεφάνωσον τῆς θείας εὐδοκίας τοὺς ὑμνοῦντας σε.

Κοντάκιον
Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Ἑορτάζει σήμερον, ἡ Ἐκκλησία, ἑορτὴν εὐφρόσυνον, ἐν τῇ σῇ μνήμη· καὶ πιστῶς, ἀνευφημοῦσα κραυγάζει σοι, Στέφανε θεῖε, ὁσίων τὸ καύχημα.

Κάθισμα
Ἦχος δ’ Ὁ ὑψωθεὶς.
Τῶν Μοναστῶν ὑπογραμμὸς ἀνεδείχθης, τῶν Ἀθλητῶν καλλωπισμὸς ἀνεφάνης, δι' ἀμφοτέρων Στέφανε κοσμούμενος· ὅθεν ἀξιάγαστε, καὶ διπλοῦς τοὺς στεφάνους, ἔλαβες ἀσκήσεως, καὶ ἀθλήσεως Πάτερ. Ἀλλ' ἐκτενῶς Χριστὸν ὑπὲρ ἡμῶν, τῶν σὲ ὑμνούντων, ἱκέτευε Στέφανε.

Ὁ Οἶκος
Εἰς πᾶσαν γῆν ὡς ἀληθῶς, διέδραμεν ὁ φθόγγος τῶν σῶν κατορθωμάτων, σοφὲ Ὁσιομάρτυς, ὧν περ εἰργάσω θαυμαστῶς· ὅθεν δυσωπῶ σε, παρρησίαν πρὸς Θεὸν ὡς κεκτημένος Ὅσιε, ἱκέτευε τοῦ δοθῆναί μοι λόγον ἐπάξιον, τοῦ ἀνευφημῆσαι τοὺς ἀγῶνας, οὓς ὑπέστης ἐξ ὁρατῶν ἐχθρῶν καὶ νοουμένων· ὃς πρὶν ἀσκητικῶς καθεῖλες, ἀπάσας τὰς κινήσεις τῆς σαρκὸς ἀπονεκρώσας, ἀθλήσει δὲ νῦν τὸν τύραννον ἐτροπώσω, Ὁσίων τὸ καύχημα.