Πέμπτη 7 Νοεμβρίου 2013
Άγιοι Τριάντα τρεις Μάρτυρες «οἱ ἐν Μελιτινῇ»
Τα ονόματα των Αγίων Ματρύρων είναι: Ιέρων, Νίκανδρος, Ησύχιος, Βαράχος (ή Βαράχιος), Μαξιμιανός, Καλλίνικος, Ξαντικός (ή Ξανθιάς), Αθανάσιος, Θεόδωρος, Δουκίτιος, Ευγένιος, Θεόφιλος, Ουαλέριος, Θεόδοτος, Καλλίμαχος, Ιλάριος, Γιγάντιος, Λογγίνος, Θεμέλιος, Ευτύχιος, Διόδοτος, Καστρίκιος, Θεαγένης, Μάμας, Νίκων, Θεόδουλος, Βοστρύκιος (ή Ουστρίχιος), Ουΐκτωρ, Δωρόθεος, Κλαυδιανός, Επιφάνιος, Ανίκητος και άλλος Ιέρων.
Ο πρώτος απ' αυτούς, ο Ιέρων, ήταν από τα Τύανα της Καππαδοκίας. Ο πατέρας του πέθανε γρήγορα και την ανατροφή του, καθώς και των δύο αδελφών του, Ματρωνιανού και Αντωνίου, ανέλαβε εξ ολοκλήρου η μητέρα τους Στρατονίκη. Παρ' όλο που ο Ιέρων πήρε αρκετή μόρφωση, ασχολήθηκε με το γεωργικό επάγγελμα. Οι ειδωλολάτρες τέτοιες ενασχολήσεις τις θεωρούσαν υποτιμητικές. Αλλά οι χριστιανοί ήξεραν ότι ο Χριστός δεν απαξίωσε τον ιδρώτα του ταπεινού εργάτη. Και ότι κάθε τίμια εργασία είναι αρετή και μόνο η αργία, πού φέρνει την αμαρτία, αποτελεί για τον άνθρωπο στίγμα. Άλλωστε, ο θεόπνευστος λόγος της Αγίας Γραφής περιγράφοντας τη ζωή των Αποστόλων και κατ' επέκτασιν, όλων των χριστιανών, λέει: «κοπιῶμεν ἐργαζόμενοι ταῖς ἰδίοις χερσί» (Α' προς Κορινθίους, δ' 12). Κοπιάζουμε, δηλαδή, εργαζόμενοι με τα ίδια μας τα χέρια. Όταν επί Διοκλητιανού άρχισε ο διωγμός κατά των χριστιανών, ο έπαρχος Αγρικόλας συνέλαβε τον Ιέρωνα με την κατηγορία ότι τις Κυριακές και τις άλλες γιορτές περιφερόταν και κήρυττε το Χριστό στους εργάτες, με αποτέλεσμα να αποσπάσει πολλούς από την ειδωλολατρία. Μαζί του συνελήφθησαν οι δύο αδελφοί του και τριάντα ακόμα συνεργάτες του στη διακονία του Ευαγγελίου. Αφού φυλακίστηκαν και φρικτά βασανίστηκαν, τελικά ο έπαρχος Αγρικόλας τους αποκεφάλισε έξω από την πόλη Μελιτινή. |
Ἀπολυτίκιον Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε. Οἱ Μάρτυρές σου, Κύριε, ἐν τῇ ἀθλήσει αὐτῶν, στεφάνους ἐκομίσαντο τῆς ἀφθαρσίας, ἔκ σοῦ τοῦ Θεοῦ ἡμῶν, σχόντες γὰρ τὴν ἰσχύν σου, τοὺς τυράννους καθεῖλον, ἔθραυσαν καὶ δαιμόνων, τὰ ἀνίσχυρα θράση. Αὐτῶν ταῖς ἰκεσίαις, Χριστὲ ὁ Θεός, σῶσον τὰς ψυχὰς ἡμῶν. Ἕτερον Ἀπολυτίκιον Ἦχος γ’. Θείας πίστεως. Θείῳ Πνεύματι συντεταγμένοι, δῆμος ὤφθητε, τροπαιοφόροι ἀθλοφόροι τοῦ Σωτῆρος πανθαύμαστοι· ὁμοφροσύνῃ γὰρ γνώμης ἑνούμενοι, μαρτυρικῶς τὸν ἐχθρὸν ἐτροπώσασθε. Ἀλλ' αἰτήσασθε τριάδα τὴν Ὑπερούσιον δωρίσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος. |
Τετάρτη 6 Νοεμβρίου 2013
Άγιος Παύλος Α' ο Ομολογητής και Ιερομάρτυρας Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινούπολης
Ο Άγιος Παύλος γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη, στις αρχές του 4ου αιώνα μ.Χ. και υπήρξε γραμματέας του αγιοτάτου Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Αλεξάνδρου (βλέπε 30 Αυγούστου).
Όταν απεβίωσε ο Αλέξανδρος, το 377 μ.Χ., ο Παύλος εξελέγχθηκε Πατριάρχης. Ο αυτοκράτορας Κωνστάντιος, όταν το πληροφορήθηκε δυσανασχέτησε, μία και ήταν οπαδός της αίρεσης των Αρειανών. Όταν ο Κωνστάντιος επέστρεψε από την Αντιόχεια στην Κωνσταντινούπολη, απομάκρυνε από τον πατριαρχικό θρόνο τον Παύλο και ανακήρυξε αυθαίρετα Πατριάρχη, τον αρειανόφρονα Νικομήδειας Ευσέβιο. Τότε ο Άγιος Παύλος πήγε στη Ρώμη. Εκεί βρήκε τον Μέγα Αθανάσιο (βλέπε 18 Ιανουαρίου), τον οποίο είχε απομακρύνει από το Πατριαρχείο Αλεξανδρείας ο Κωνστάντιος. Πληροφορηθείς τα γεγονότα, ο αυτοκράτορας Κώνστας, έστειλε γράμμα στον αδελφό του τον Κωνστάντιο, διαμαρτυρόμενος για τη στάση του. Έτσι ο Παύλος και ο Αθανάσιος επανήλθαν στο αξίωμά τους. Δυστυχώς μετά από λίγο καιρό ο Κώνστας πέθανε. Έτσι ο Κωνστάντιος διέταξε, από την Αντιόχεια που ήταν, να απομακρύνουν τον Παύλο από τον Πατριαρχικό θρόνο. Μάλιστα τον εξόρισε στην Κουκουσό της Αρμενίας. Μία μέρα που τελούσε την Θεία Λειτουργία όρμησαν καταπάνω του Αρειανοί και τον έπνιξαν με το ίδιο του το ωμοφόριο. Έτσι ο Άγιος ετελείωσε και παρέδωσε την ψυχή του στον Κύριο. |
Ἀπολυτίκιον Ἦχος γ’. Αὐτόμελον. Θείας πίστεως ὁμολογία, ἄλλον Παῦλόν σε τῇ Ἐκκλησίᾳ, ζηλωτὴν ἐν ἱερεῦσιν ἀνέδειξε· συνεκβοᾷ σοι καὶ Ἄβελ πρὸς Κύριον, καὶ Ζαχαρίου τὸ αἷμα τὸ δίκαιον. Πάτερ Ὅσιε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος. |
Τρίτη 5 Νοεμβρίου 2013
Η ΦΙΛΟΠΤΩΧΙΑ
ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΘΕΟΛΟΓΟΣ
Δεν είναι καθόλου εύκολο να βρει κανείς την υψηλότερη απ’ όλες τις αρετές και να της δώσει το πρωτείο και το βραβείο, όπως ακριβώς δεν είναι εύκολο να βρει μέσα σ’ ένα ολάνθιστο και μοσχοβόλο λιβάδι το πιο ωραίο κι ευωδιαστό λουλούδι, καθώς πότε το ένα και πότε το άλλο του τραβάει την προσοχή και τον προκαλεί να το κόψει πρώτο.[...]
Και αν ο Παύλος, που ακολουθεί κι αυτός το Χριστό, θεωρεί την αγάπη ως την πρώτη και μεγαλύτερη εντολή, ως τη σύνοψη του νόμου και των προφητών, το καλύτερο μέρος της θεωρώ πως είναι η αγάπη στους φτωχούς και, γενικότερα, η ευσπλαχνία και η συμπάθεια στους συνανθρώπους. Γιατί τίποτα άλλο δεν ευχαριστεί τόσο πολύ το Θεό και τίποτα άλλο δεν Του είναι τόσο αγαπητό όσο η ευσπλαχνία. Αυτή, μαζί με την αλήθεια, πηγαίνει μπροστά Του και αυτή και αυτή πρέπει να Του προσφερθεί πριν από την Κρίση. Μα και σε τίποτα άλλο δεν δίνεται ως ανταπόδοση από Εκείνον, που κρίνει με δικαιοσύνη και ζυγίζει με ακρίβεια την ευσπλαχνία, όσο στη φιλανθρωπία.
Σ’ όλους λοιπόν τους φτωχούς και σ’ εκείνους που για οποιανδήποτε λόγο κακοπαθούν, οφείλουμε μα δείχνουμε ευσπλαχνία, σύμφωνα με την εντολή: «Να μετέχετε στη χαρά όσων χαίρονται και στη λύπη όσων λυπούνται» (Ρωμ.12, 15). Και οφείλουμε να προσφέρουμε στους ανθρώπους, ως άνθρωποι κι εμείς, την εκδήλωση της καλοσύνης μας, όταν τη χρειάζονται, χτυπημένοι από κάποια συμφορά, λ.χ. χηρεία ή ορφάνια ή ξενητιά ή σκληρά αφεντικά ή άδικους άρχοντες ή άσπλαχνους κλέφτες ή δήμευση περιουσίας ή ναυάγιο. Όλοι είναι αξιολύπητοι. Όλοι βλέπουν τα χέρια μας, όπως εμείς βλέπουμε τα χέρια του Θεού.
Τι θα κάνουμε λοιπόν εμείς, που έχουμε τιμηθεί με το μεγάλο όνομα «χριστιανοί» και αποτελούμε τον διαλεχτό και ξεχωριστό λαό, ο οποίος οφείλει να καταγίνεται σε καλά και σωτήρια έργα; Τι θα κάνουμε εμείς οι μαθητές του πράου και φιλάνθρωπου Ιησού, που σήκωσε τις αμαρτίες μας, ταπεινώθηκε, παίρνοντας την ανθρώπινη φύση μας, κι έγινε φτωχός, για να γίνουμε εμείς πλούσιοι με τη θεότητα; [...]
Ας μη γίνουμε, αγαπητοί μου φίλοι και αδελφοί, κακοί διαχειριστές των αγαθών που μας δόθηκαν. Ας μην κοπιάζουμε για να θησαυρίζουμε και ν’ αποταμιεύουμε, ενώ άλλοι υποφέρουν από την πείνα. Ας μιμηθούμε τον ανώτατο και κορυφαίο νόμο του Θεού, που στέλνει τη βροχή σε δικαίους και αδίκους και ανατέλλει τον ήλιο επίσης για όλους. [...]
Δώσε κάτι, έστω και ελάχιστο, σ’ εκείνον που έχει ανάγκη. Γιατί και το ελάχιστο δεν είναι ασήμαντο για τον άνθρωπο που όλα τα στερείται, μα ούτε και για το Θεό, εφόσον είναι ανάλογο με τις δυνατότητές σου. Αντί για μεγάλη προσφορά, δώσε την προθυμία σου. Κι αν δεν έχεις τίποτα, δάκρυσε. Η ολόψυχη συμπάθεια είναι μεγάλο φάρμακο γι’ αυτόν που δυστυχεί. Η αληθινή συμπόνια ανακουφίζει πολύ από τη συμφορά.
Δεν έχει μικρότερη αξία, αδελφέ μου, ο άνθρωπος από το ζώο, που, αν χαθεί ή πέσει σε χαντάκι, σε προστάζει ο νόμος να το σηκώσεις και να το περιμαζέψεις (Δευτ. 22, 1-4). Πόση ευσπλαχνία, επομένως, οφείλουμε να δείχνουμε στους συνανθρώπους μας, όταν ακόμα και με τ’ άλογα ζώα έχουμε χρέος να είμαστε πονετικοί;
«Δανείζει το Θεό όποιος ελεεί φτωχό», λέει η Γραφή (Παροιμ. 19, 17). Ποιος δεν δέχεται τέτοιον οφειλέτη, που, εκτός, από το δάνειο, θα δώσει και τόκους, όταν έρθει ο καιρός; Και αλλού πάλι λέει: «Με τις ελεημοσύνες και με την τιμιότητα καθαρίζονται οι αμαρτίες» (Παροιμ. 15, 27α).
Ας καθαριστούμε λοιπόν με την ελεημοσύνη, ας πλύνουμε με το καλό βοτάνι τις βρωμιές και τους λεκέδες μας, ας γίνουμε άσπροι, άλλοι σαν το μαλλί κι άλλοι σαν το χιόνι, ανάλογα με την ευσπλαχνία του ο καθένας. «Μακάριοι», λέει, «όσοι δείχνουν έλεος στους άλλους, γιατί σ’ αυτούς θα δείξει ο Θεός το έλεός Του» (Ματθ. 5, 7). Το έλεος υπογραμμίζεται στους μακαρισμούς. Και αλλού: «Μακάριος είν’ εκείνος που σπλαχνίζεται τον φτωχό και τον στερημένο» (Ψαλμ. 40, 2). Και: «Αγαθός άνθρωπος είν’ εκείνος που συμπονάει τους άλλους και τους δανείζει» (Ψαλμ. 111, 5). Και: «Παντοτινά ελεεί και δανείζει ο δίκαιος» (Ψαλμ. 36, 26). Ας αρπάξουμε το μακαρισμό, ας τον κατανοήσουμε, ας ανταποκριθούμε στην κλήση του, ας γίνουμε αγαθοί άνθρωποι. Ούτε η νύχτα να μη διακόψει την ελεημοσύνη σου. «Μην πεις, «Φύγε τώρα κι έλα πάλι αύριο να σου δώσω βοήθεια».»(Παροιμ. 3, 28), γιατί μπορεί από σήμερα ως αύριο να συμβεί κάτι, που θα ματαιώσει την ευεργεσία. Η φιλανθρωπία είναι το μόνο πράγμα που δεν παίρνει αναβολή. «Μοίραζε το ψωμί σου σ’ εκείνους που πεινούν και βάλε στο σπίτι σου φτωχούς, που δεν έχουν στέγη» (Ης. 58, 7). Και αυτά να τα κάνεις με προθυμία. «Όποιος ελεεί», λέει ο απόστολος, «ας το κάνει με ευχαρίστηση και γλυκύτητα» (Ρωμ. 12,8). Με την προθυμία, το καλό σου λογαριάζεται σαν διπλό. Η ελεημοσύνη που γίνεται με στενοχώρια ή εξαναγκασμό, είναι άχαρη και άνοστη. Να πανηγυρίζουμε πρέπει, όχι να θρηνούμε, όταν κάνουμε καλοσύνες. [...]
Όσο είναι καιρός λοιπόν ας επισκεφθούμε το Χριστό, ας Τον περιποιηθούμε, ας Τον θρέψουμε, ας Τον ντύσουμε, ας Τον περιμαζέψουμε, ας Τον τιμήσουμε. Όχι μόνο με τραπέζι, όπως μερικοί, όχι μόνο με μύρα, όπως η Μαρία, όχι μόνο με τάφο, όπως ο Αριμαθαίος Ιωσήφ, όχι μόνο με ενταφιασμό, όπως ο φιλόχριστος Νικόδημος, όχι μόνο με χρυσάφι, λιβάνι και σμύρνα, όπως οι μάγοι πρωτύτερα. Μα επειδή ο Κύριος των όλων θέλει έλεος και όχι θυσία κι επειδή η ευσπλαχνία είναι καλύτερη από τη θυσία μυριάδων καλοθρεμμένων αρνιών, ας Του την προσφέρουμε μέσω εκείνων που έχουν ανάγκη, μέσω εκείνων που βρίσκονται σήμερα σε δεινή θέση, για να μας υποδεχθούν στην ουράνια βασιλεία, όταν φύγουμε από τον κόσμο τούτο και πάμε κοντά στον Κύριό μας, το Χριστό, στον οποίο ανήκει η δόξα στους αιώνες. Αμήν.
Σ’ όλους λοιπόν τους φτωχούς και σ’ εκείνους που για οποιανδήποτε λόγο κακοπαθούν, οφείλουμε μα δείχνουμε ευσπλαχνία, σύμφωνα με την εντολή: «Να μετέχετε στη χαρά όσων χαίρονται και στη λύπη όσων λυπούνται» (Ρωμ.12, 15). Και οφείλουμε να προσφέρουμε στους ανθρώπους, ως άνθρωποι κι εμείς, την εκδήλωση της καλοσύνης μας, όταν τη χρειάζονται, χτυπημένοι από κάποια συμφορά, λ.χ. χηρεία ή ορφάνια ή ξενητιά ή σκληρά αφεντικά ή άδικους άρχοντες ή άσπλαχνους κλέφτες ή δήμευση περιουσίας ή ναυάγιο. Όλοι είναι αξιολύπητοι. Όλοι βλέπουν τα χέρια μας, όπως εμείς βλέπουμε τα χέρια του Θεού.
Τι θα κάνουμε λοιπόν εμείς, που έχουμε τιμηθεί με το μεγάλο όνομα «χριστιανοί» και αποτελούμε τον διαλεχτό και ξεχωριστό λαό, ο οποίος οφείλει να καταγίνεται σε καλά και σωτήρια έργα; Τι θα κάνουμε εμείς οι μαθητές του πράου και φιλάνθρωπου Ιησού, που σήκωσε τις αμαρτίες μας, ταπεινώθηκε, παίρνοντας την ανθρώπινη φύση μας, κι έγινε φτωχός, για να γίνουμε εμείς πλούσιοι με τη θεότητα; [...]
Ας μη γίνουμε, αγαπητοί μου φίλοι και αδελφοί, κακοί διαχειριστές των αγαθών που μας δόθηκαν. Ας μην κοπιάζουμε για να θησαυρίζουμε και ν’ αποταμιεύουμε, ενώ άλλοι υποφέρουν από την πείνα. Ας μιμηθούμε τον ανώτατο και κορυφαίο νόμο του Θεού, που στέλνει τη βροχή σε δικαίους και αδίκους και ανατέλλει τον ήλιο επίσης για όλους. [...]
Δώσε κάτι, έστω και ελάχιστο, σ’ εκείνον που έχει ανάγκη. Γιατί και το ελάχιστο δεν είναι ασήμαντο για τον άνθρωπο που όλα τα στερείται, μα ούτε και για το Θεό, εφόσον είναι ανάλογο με τις δυνατότητές σου. Αντί για μεγάλη προσφορά, δώσε την προθυμία σου. Κι αν δεν έχεις τίποτα, δάκρυσε. Η ολόψυχη συμπάθεια είναι μεγάλο φάρμακο γι’ αυτόν που δυστυχεί. Η αληθινή συμπόνια ανακουφίζει πολύ από τη συμφορά.
Δεν έχει μικρότερη αξία, αδελφέ μου, ο άνθρωπος από το ζώο, που, αν χαθεί ή πέσει σε χαντάκι, σε προστάζει ο νόμος να το σηκώσεις και να το περιμαζέψεις (Δευτ. 22, 1-4). Πόση ευσπλαχνία, επομένως, οφείλουμε να δείχνουμε στους συνανθρώπους μας, όταν ακόμα και με τ’ άλογα ζώα έχουμε χρέος να είμαστε πονετικοί;
«Δανείζει το Θεό όποιος ελεεί φτωχό», λέει η Γραφή (Παροιμ. 19, 17). Ποιος δεν δέχεται τέτοιον οφειλέτη, που, εκτός, από το δάνειο, θα δώσει και τόκους, όταν έρθει ο καιρός; Και αλλού πάλι λέει: «Με τις ελεημοσύνες και με την τιμιότητα καθαρίζονται οι αμαρτίες» (Παροιμ. 15, 27α).
Ας καθαριστούμε λοιπόν με την ελεημοσύνη, ας πλύνουμε με το καλό βοτάνι τις βρωμιές και τους λεκέδες μας, ας γίνουμε άσπροι, άλλοι σαν το μαλλί κι άλλοι σαν το χιόνι, ανάλογα με την ευσπλαχνία του ο καθένας. «Μακάριοι», λέει, «όσοι δείχνουν έλεος στους άλλους, γιατί σ’ αυτούς θα δείξει ο Θεός το έλεός Του» (Ματθ. 5, 7). Το έλεος υπογραμμίζεται στους μακαρισμούς. Και αλλού: «Μακάριος είν’ εκείνος που σπλαχνίζεται τον φτωχό και τον στερημένο» (Ψαλμ. 40, 2). Και: «Αγαθός άνθρωπος είν’ εκείνος που συμπονάει τους άλλους και τους δανείζει» (Ψαλμ. 111, 5). Και: «Παντοτινά ελεεί και δανείζει ο δίκαιος» (Ψαλμ. 36, 26). Ας αρπάξουμε το μακαρισμό, ας τον κατανοήσουμε, ας ανταποκριθούμε στην κλήση του, ας γίνουμε αγαθοί άνθρωποι. Ούτε η νύχτα να μη διακόψει την ελεημοσύνη σου. «Μην πεις, «Φύγε τώρα κι έλα πάλι αύριο να σου δώσω βοήθεια».»(Παροιμ. 3, 28), γιατί μπορεί από σήμερα ως αύριο να συμβεί κάτι, που θα ματαιώσει την ευεργεσία. Η φιλανθρωπία είναι το μόνο πράγμα που δεν παίρνει αναβολή. «Μοίραζε το ψωμί σου σ’ εκείνους που πεινούν και βάλε στο σπίτι σου φτωχούς, που δεν έχουν στέγη» (Ης. 58, 7). Και αυτά να τα κάνεις με προθυμία. «Όποιος ελεεί», λέει ο απόστολος, «ας το κάνει με ευχαρίστηση και γλυκύτητα» (Ρωμ. 12,8). Με την προθυμία, το καλό σου λογαριάζεται σαν διπλό. Η ελεημοσύνη που γίνεται με στενοχώρια ή εξαναγκασμό, είναι άχαρη και άνοστη. Να πανηγυρίζουμε πρέπει, όχι να θρηνούμε, όταν κάνουμε καλοσύνες. [...]
Όσο είναι καιρός λοιπόν ας επισκεφθούμε το Χριστό, ας Τον περιποιηθούμε, ας Τον θρέψουμε, ας Τον ντύσουμε, ας Τον περιμαζέψουμε, ας Τον τιμήσουμε. Όχι μόνο με τραπέζι, όπως μερικοί, όχι μόνο με μύρα, όπως η Μαρία, όχι μόνο με τάφο, όπως ο Αριμαθαίος Ιωσήφ, όχι μόνο με ενταφιασμό, όπως ο φιλόχριστος Νικόδημος, όχι μόνο με χρυσάφι, λιβάνι και σμύρνα, όπως οι μάγοι πρωτύτερα. Μα επειδή ο Κύριος των όλων θέλει έλεος και όχι θυσία κι επειδή η ευσπλαχνία είναι καλύτερη από τη θυσία μυριάδων καλοθρεμμένων αρνιών, ας Του την προσφέρουμε μέσω εκείνων που έχουν ανάγκη, μέσω εκείνων που βρίσκονται σήμερα σε δεινή θέση, για να μας υποδεχθούν στην ουράνια βασιλεία, όταν φύγουμε από τον κόσμο τούτο και πάμε κοντά στον Κύριό μας, το Χριστό, στον οποίο ανήκει η δόξα στους αιώνες. Αμήν.
Γιά τό ὅτι ἡ πλάνη ὀφείλεται σέ ἀμέλεια
ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ ΠΕΝΤΑΠΟΛΕΩΣ
Αλλά γιατί να πλανηθεί ο πρώτος άνθρωπος; Γιατί με την πρώτη δοκιμασία που ήρθε ηττήθηκε αμέσως το ηθικό του αυτεξούσιο; Μήπως δεν ήταν αρκετά ισχυρός για να αντισταθεί και να υπομείνει την δοκιμασία; Όχι βέβαια! Διότι ο Θεός ουδέποτε παραχωρεί να πειρασθεί ο άνθρωπος παραπάνω από τη δύναμή του. Η δικαιοσύνη του Θεού δεν επιτρέπει τέτοια δοκιμασία. Η δοκιμασία είναι ανάλογη με τη δύναμη και την αντίσταση. Αλλά τότε, γιατί νικήθηκε; Ο λόγος της ήττας βρίσκεται μέσα στον άνθρωπο∙ διότι αν και υπήρχε μέσα του η δύναμη της αντίστασης , δεν έκανε χρήση αυτής. Και ποιο ήταν το αίτιο αυτής της παράλειψης; Η αμέλεια! Η αμέλεια προς το καθήκον. Ο άνθρωπος είχε καθήκον να ανυψώνεται προς τον Θεό ∙ να οδηγεί τον νου του μόνο προς Εκείνον και όχι να αναζητά την ευχαρίστηση στις απολαύσεις των δημιουργημάτων.Η προσήλωσή του στα γήινα επέφερε την αμέλεια του καθήκοντος προς τον Θεό και προς τον εαυτό του. Εξαιτίας της αμέλειας απομακρύνθηκε από τον Θεό , χάνοντας έτσι μεγάλο μέρος από τη θεία δύναμη που τον ενίσχυε∙ γι’ αυτό νικήθηκε και έπεσε στην αμαρτία. Αν ο Αδάμ δεν είχε ήδη απομακρυνθεί από τον Θεό, δεν θα τον νικούσε ο εχθρός καθότι θα τον ενίσχυε η θεία δύναμη. Η ενατένιση προς το απαγορευμένο ξύλο ήταν ένδειξη της προσήλωσής του στην ύλη. Τότε κοιτάζει κάποιος προς την ύλη, όταν έχει αποσύρει την ματιά του από τον Θεό. Το γεγονός ότι εξερευνούσαν την ωραιότητα των καρπών του απαγορευμένου δένδρου , ήταν σημάδι των γήινων φρονημάτων τους. Από τη στιγμή που προσέβλεψαν σ’ αυτό, η πτώση του Αδάμ ήταν γεγονός που επρόκειτο να συντελεσθεί. Ο Διάβολος προέτρεψε τον άνθρωπο, τη στιγμή που ήταν ήδη κάτω από το δέντρο και λαχταρούσε τους καρπούς του. Αν δεν έβλεπε προς το δέντρο, δεν θα νικιόταν από τον Διάβολο. Η ενατένιση επέφερε την πτώση. Παρατηρούμε λοιπόν ότι αιτία της πτώσης δεν ήταν η ηθική του αδυναμία ή κάποια άλλη ατέλεια, αλλά η αμέλεια στο υψηλό του καθήκον, στο καθήκον του να λατρεύει τον Θεό και να ατενίζει μόνο προς Αυτόν. Για τον λόγο αυτό και ο Κύριος παραγγέλει πολλές φορές προς τους μαθητές του: «μένετε άγρυπνοι και προσεύχεστε, για να μη σας νικήσει ο πειρασμός» ( Μτ. κστ΄41 ) ∙ διότι ενόσω γρηγορούν και προσεύχονται, ο νους τους προσηλώνεται στον Θεό κι έτσι τα εκτοξευόμενα βέλη του πονηρού δεν μπορούν να προσβάλλουν τους λογισμούς. Επιτυγχάνουν δε ξαφνικά, αιφνιδιαστικά, βαριά τραύματα, αμέσως μόλις βρουν τον νου και τη σκέψη διασκορπισμένα στη κτίση. Αληθινά, τότε πειραζόμαστε, όταν αισθανθούμε την προσβολή. Την αισθανόμαστε μάλιστα όταν η προσοχή μας στραφεί προς αυτή, όταν υπάρξει δηλαδή συγκατάθεση. Γι’ αυτό είπε ο Κύριος: «ἵνα μὴ εἰσέλθητε εἰς πειρασμόν». Δηλαδή να μη δεχθούμε τις προσβολές, αφού όσο τις αποκρούουμε δεν εισερχόμαστε στον πειρασμό. Άρα ο Αδάμ μπήκε σε πειρασμό γιατί δέχτηκε και συγκατάνευσε στις προσβολές. Αμαρτάνουμε λοιπόν γιατί έχουμε προδιάθεση στην αμαρτία η οποία γεννιέται από την αμέλειά μας στο να λατρεύουμε τον Θεό.
Για τα αμαρτήματα που γίνονται από αμέλεια, να τί γράφει ο θείος Χρυσόστομος: «Ενώ βρίσκετε αφύσικο και δεν ανέχεστε να είστε το βράδυ σπίτι σας δίχως λυχνάρι και φως για να βλέπετε, ωστόσο αφήνετε την ψυχή σας έρημη, δίχως να βλέπει, με το να μην ακούει καμιά διδασκαλία που θα τη διαφωτίσει. Εδώ συνίστανται τα πολλά μας αμαρτήματα∙ γιατί δεν ανάβουμε γρήγορα λυχνάρι, δίνοντας φως στην ψυχή. Έτσι καθημερινά πέφτουμε σε λάθη. Αλλά και ο νους μας βρίσκεται σε ακαταστασία, επειδή ενώ δεχόμαστε την ακρόαση των θείων λόγων μέσα στην Εκκλησία, πριν καλά-καλά βγούμε από την πόρτα της, αμέσως τους πετάμε∙ και κατασβήνοντας το φως που δεχθήκαμε, βαδίζουμε εκ νέου στο πυκνό σκοτάδι. Αλλά αν μέχρι τώρα γινόταν κάτι τέτοιο, από δω και πέρα ας μην ξαναγίνει. Ας έχουμε πλέον συνεχώς το λυχνάρι των θείων λόγων να καίγεται μέσα στο νου και τη σκέψη μας. Να έχουμε δε υπόψη μας ότι την ψυχή πρέπει να την καλλωπίζουμε περισσότερο από το σπίτι μας, γιατί αυτό θα μείνει εδώ, την ψυχή μας όμως θα την πάρουμε στον ουρανό. Γι’ αυτό και αξίζει περισσότερη φροντίδα. Τώρα βέβαια, είναι κάποιοι που φέρονται και ζουν τόσο άθλια, που μεν τα σπίτια τους τα διακοσμούν με χρυσούς ορόφους και διανθισμένα ψηφιδωτά, ζωγραφισμένα άνθη, λαμπρούς κίονες και γενικά στολίζουν επιμελώς τα πάντα, τη διάνοιά τους όμως την έχουν να στέκεται ευτελέστερη και από έρημο πανδοχείο, γεμάτο βόρβορο, καπνό και δυσωδία, γεμάτο από απερίγραπτη ερημιά. Ποια είναι η αιτία όλων αυτών; Το ότι δεν καίει συνεχώς μέσα μας το λυχνάρι της διδασκαλίας. Έτσι παραμελούνται τα αναγκαία και ,αντίθετα, δίνεται μεγάλη σημασία και προσοχή σε όσα δεν έχουν καμιά αξία. Αυτά δεν τα λέω μόνο για τους πλούσιους αλλά και για τους φτωχούς».
Εδώ λοιπόν εντοπίζονται η παράβαση του ηθικού νόμου , τα διάφορα αμαρτήματα, η απομάκρυνση από τον Θεό, το τείχος της έχθρας που ορθώνεται μεταξύ Θεού και ανθρώπου, τα πολλά βάσανα που μας καταθλίβουν και η πολλή μας κακοδαιμονία.
Για τα αμαρτήματα που γίνονται από αμέλεια, να τί γράφει ο θείος Χρυσόστομος: «Ενώ βρίσκετε αφύσικο και δεν ανέχεστε να είστε το βράδυ σπίτι σας δίχως λυχνάρι και φως για να βλέπετε, ωστόσο αφήνετε την ψυχή σας έρημη, δίχως να βλέπει, με το να μην ακούει καμιά διδασκαλία που θα τη διαφωτίσει. Εδώ συνίστανται τα πολλά μας αμαρτήματα∙ γιατί δεν ανάβουμε γρήγορα λυχνάρι, δίνοντας φως στην ψυχή. Έτσι καθημερινά πέφτουμε σε λάθη. Αλλά και ο νους μας βρίσκεται σε ακαταστασία, επειδή ενώ δεχόμαστε την ακρόαση των θείων λόγων μέσα στην Εκκλησία, πριν καλά-καλά βγούμε από την πόρτα της, αμέσως τους πετάμε∙ και κατασβήνοντας το φως που δεχθήκαμε, βαδίζουμε εκ νέου στο πυκνό σκοτάδι. Αλλά αν μέχρι τώρα γινόταν κάτι τέτοιο, από δω και πέρα ας μην ξαναγίνει. Ας έχουμε πλέον συνεχώς το λυχνάρι των θείων λόγων να καίγεται μέσα στο νου και τη σκέψη μας. Να έχουμε δε υπόψη μας ότι την ψυχή πρέπει να την καλλωπίζουμε περισσότερο από το σπίτι μας, γιατί αυτό θα μείνει εδώ, την ψυχή μας όμως θα την πάρουμε στον ουρανό. Γι’ αυτό και αξίζει περισσότερη φροντίδα. Τώρα βέβαια, είναι κάποιοι που φέρονται και ζουν τόσο άθλια, που μεν τα σπίτια τους τα διακοσμούν με χρυσούς ορόφους και διανθισμένα ψηφιδωτά, ζωγραφισμένα άνθη, λαμπρούς κίονες και γενικά στολίζουν επιμελώς τα πάντα, τη διάνοιά τους όμως την έχουν να στέκεται ευτελέστερη και από έρημο πανδοχείο, γεμάτο βόρβορο, καπνό και δυσωδία, γεμάτο από απερίγραπτη ερημιά. Ποια είναι η αιτία όλων αυτών; Το ότι δεν καίει συνεχώς μέσα μας το λυχνάρι της διδασκαλίας. Έτσι παραμελούνται τα αναγκαία και ,αντίθετα, δίνεται μεγάλη σημασία και προσοχή σε όσα δεν έχουν καμιά αξία. Αυτά δεν τα λέω μόνο για τους πλούσιους αλλά και για τους φτωχούς».
Εδώ λοιπόν εντοπίζονται η παράβαση του ηθικού νόμου , τα διάφορα αμαρτήματα, η απομάκρυνση από τον Θεό, το τείχος της έχθρας που ορθώνεται μεταξύ Θεού και ανθρώπου, τα πολλά βάσανα που μας καταθλίβουν και η πολλή μας κακοδαιμονία.
Πηγή: «Το γνώθι σαυτόν
ΚΕΙΜΕΝΑ ΑΥΤΟΓΝΩΣΙΑΣ»
ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ ΠΕΝΤΑΠΟΛΕΩΣ
Γ΄ΕΚΔΟΣΗ
ΚΕΙΜΕΝΑ ΑΥΤΟΓΝΩΣΙΑΣ»
ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ ΠΕΝΤΑΠΟΛΕΩΣ
Γ΄ΕΚΔΟΣΗ
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)