Σάββατο 31 Ιανουαρίου 2026

ΔΟΞΑΣΤΙΚΟ ΕΣΠΕΡΙΝΟΥ ΤΕΛΩΝΟΥ ΚΑΙ ΦΑΡΙΣΑΙΟΥ

Εὐαγγέλιον Κυριακὴς τοῦ Τελώνου καὶ τοῦ Φαρισαίου

 ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ ΙΗ´ 10 - 14



10 Ἄνθρωποι δύο ἀνέβησαν εἰς τὸ ἱερὸν προσεύξασθαι, ὁ εἷς Φαρισαῖος καὶ ὁ ἕτερος τελώνης. 11 ὁ Φαρισαῖος σταθεὶς πρὸς ἑαυτὸν ταῦτα προσηύχετο· ὁ Θεός, εὐχαριστῶ σοι ὅτι οὐκ εἰμὶ ὥσπερ οἱ λοιποὶ τῶν ἀνθρώπων, ἅρπαγες, ἄδικοι, μοιχοί, ἢ καὶ ὡς οὗτος ὁ τελώνης· 12 νηστεύω δὶς τοῦ σαββάτου, ἀποδεκατῶ πάντα ὅσα κτῶμαι. 13 καὶ ὁ τελώνης μακρόθεν ἑστὼς οὐκ ἤθελεν οὐδὲ τοὺς ὀφθαλμοὺς εἰς τὸν οὐρανόν ἐπᾶραι, ἀλλ’ ἔτυπτεν εἰς τὸ στῆθος αὐτοῦ λέγων· ὁ Θεός, ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ. 14 λέγω ὑμῖν, κατέβη οὗτος δεδικαιωμένος εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ ἢ γὰρ ἐκεῖνος· ὅτι πᾶς ὁ ὑψῶν ἑαυτὸν ταπεινωθήσεται, ὁ δὲ ταπεινῶν ἑαυτὸν ὑψωθήσεται.



Ερμηνευτική απόδοση


Δύο ἄνθρωποι ἀνέβησαν εἰς τὸ ἱερὸν διὰ νὰ προσευχηθον· ὁ ἕνας ἦτο Φαρισαῖος καὶ ὁ ἄλλος τελώνης. 11 Ὁ Φαρισαῖος ἐστάθη ὄρθιος, ὥστε νὰ φαίνεται καλά, καὶ προσηύχετο καθ’ ἑαυτὸν καὶ δι’ ἑαυτὸν ταῦτα· Σὲ εὐχαριστῶ, Θεέ μου, διότι δὲν εἶμαι σὰν τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους, ποὺ εἶναι ἅρπαγες, ἄδικοι, μοιχοί, ἢ καὶ σὰν αὐτὸν ἐκεῖ τὸν τελώνην. Εἰς καιρὸν δηλαδὴ ποὺ ὅλοι οἱ ἄλλοι εἶναι ἔνοχοι καὶ ἀξιοκατάκριτοι, ἐγὼ προβάλλω ὡς μόνος ἀνένοχος καὶ σὲ εὐχαριστῶ, διότι δὲν βλέπω εἰς τὸν ἑαυτόν μου τὰς τόσας κακίας, τὰς ὁποίας ἔχουν οἱ ἄλλοι. 12 Ἔχω ὅμως καὶ ἀρετάς. Νηστεύω δύο φορὰς τὴν ἑβδομάδα (Δευτέραν καὶ Πέμπτην)· δίδω τὸ δέκατον ἀπὸ ὅλα ἐκεῖνα, ποὺ ἀποκτῶ, ἀκόμη καὶ ἀπὸ τὰ πλέον μικρὰ καὶ εὐτελῆ, διὰ τὰ ὁποῖα δὲν ἐπιβάλλει ὁ νόμος τὴν δεκάτην. 13 Ὁ τελώνης ὅμως ἔστεκε μακρὰν ἀπὸ τὸ θυσιαστήριον, ποὺ ἐκαίοντο αἱ θυσίαι, καὶ δὲν εἶχε τὴν τόλμην ὄχι μόνον τὰς χεῖρας του, ἀλλὰ οὔτε τὰ μάτια του νὰ σηκώσῃ ἐπάνω πρὸς τὸν οὐρανόν. Ἀλλ’ ἐκτύπα συνεχῶς τὸ στῆθος του, ποὺ περιέκλειε τὴν ἁμαρτωλὴν καὶ ἀκάθαρτον καρδίαν του, καὶ ἔλεγεν· Ὦ Κύριε καὶ Θεέ, σπλαγχνίσου με καὶ συγχώρησέ με τὸν ἁμαρτωλόν. 14 Σᾶς βεβαιῶ, ὅτι αὐτὸς ὁ περιφρονημένος τελώνης κατέβη ἀπὸ τὸ ἱερὸν εἰς τὸ σπίτι του ἀθωωμένος καὶ δίκαιος ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καὶ ὄχι ὁ Φαρισαῖος ἐκεῖνος. Ἐδικαιώθη δὲ ὁ τελώνης καὶ κατεκρίθη ὁ Φαρισαῖος, διότι καθένας ποὺ ὑψώνει τὸν ἑαυτόν του, θὰ ταπεινωθῇ ἀπὸ τὸν Θεὸν καὶ θὰ κατακριθῇ· ἐκεῖνος δέ, ποὺ ταπεινώνει τὸν ἑαυτόν του, θὰ ὑψωθῇ καὶ θὰ τιμηθῇ ἀπὸ τὸν Θεόν.

Ἀπόστολος Κυριακής

 ΠΡΟΣ ΡΩΜΑΙΟΥΣ Η´ 28 - 39



28 Οἴδαμεν δὲ ὅτι τοῖς ἀγαπῶσι τὸν Θεὸν πάντα συνεργεῖ εἰς ἀγαθόν, τοῖς κατὰ πρόθεσιν κλητοῖς οὖσιν· 29 ὅτι οὓς προέγνω, καὶ προώρισε συμμόρφους τῆς εἰκόνος τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ, εἰς τὸ εἶναι αὐτὸν πρωτότοκον ἐν πολλοῖς ἀδελφοῖς· 30 οὓς δὲ προώρισε, τούτους καὶ ἐκάλεσε, καὶ οὓς ἐκάλεσε, τούτους καὶ ἐδικαίωσεν, οὓς δὲ ἐδικαίωσε, τούτους καὶ ἐδόξασε. 31 Τί οὖν ἐροῦμεν πρὸς ταῦτα; εἰ ὁ Θεὸς ὑπὲρ ἡμῶν, τίς καθ’ ἡμῶν; 32 ὅς γε τοῦ ἰδίου υἱοῦ οὐκ ἐφείσατο, ἀλλ’ ὑπὲρ ἡμῶν πάντων παρέδωκεν αὐτόν, πῶς οὐχὶ καὶ σὺν αὐτῷ τὰ πάντα ἡμῖν χαρίσεται; 33 τίς ἐγκαλέσει κατὰ ἐκλεκτῶν Θεοῦ; Θεὸς ὁ δικαιῶν· 34 τίς ὁ κατακρινῶν; Χριστὸς ὁ ἀποθανών, μᾶλλον δὲ καὶ ἐγερθείς, ὃς καὶ ἔστιν ἐν δεξιᾷ τοῦ Θεοῦ, ὃς καὶ ἐντυγχάνει ὑπὲρ ἡμῶν. 35 τίς ἡμᾶς χωρίσει ἀπὸ τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ; θλῖψις ἢ στενοχωρία ἢ διωγμὸς ἢ λιμὸς ἢ γυμνότης ἢ κίνδυνος ἢ μάχαιρα; 36 καθὼς γέγραπται ὅτι ἕνεκά σου θανατούμεθα ὅλην τὴν ἡμέραν· ἐλογίσθημεν ὡς πρόβατα σφαγῆς. 37 ἀλλ’ ἐν τούτοις πᾶσιν ὑπερνικῶμεν διὰ τοῦ ἀγαπήσαντος ἡμᾶς. 38 πέπεισμαι γὰρ ὅτι οὔτε θάνατος οὔτε ζωὴ οὔτε ἄγγελοι οὔτε ἀρχαὶ οὔτε δυνάμεις οὔτε ἐνεστῶτα οὔτε μέλλοντα, 39 οὔτε ὕψωμα οὔτε βάθος οὔτε τις κτίσις ἑτέρα δυνήσεται ἡμᾶς χωρίσαι ἀπὸ τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ τῆς ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ τῷ Κυρίῳ ἡμῶν.




Ερμηνευτική απόδοση



 Ναί· στενάζομεν, ἀλλὰ γνωρίζομεν, ὅτι εἰς ἐκείνους, ποὺ ἀγαποῦν τὸν Θεόν, ὅλα συνεργοῦν διὰ τὸ καλόν τους. Αὐτοὶ ἐκλήθησαν κατὰ τὴν πρὸ αἰώνων ἀπόφασιν τοῦ Θεοῦ καὶ ἐδέχθησαν τὴν σωτήριον κλῆσιν. Πῶς λοιπὸν νὰ μὴ συνεργοῦν ὅλα διὰ τὸ καλόν τους; 29 Αὐτοὶ δὲν εἶναι τυχαία πρόσωπα. Διότι ἐκείνους, ποὺ μὲ τὴν παγγνωσίαν του ἐπρογνώρισεν ὁ Θεὸς ὡς ἀξίους, αὐτοὺς καὶ προώρισε διὰ νὰ γίνουν ὅμοιοι καὶ ἀποκτήσουν τὴν αὐτὴν ἠθικὴν καὶ πνευματικὴν μορφὴν πρὸς τὴν ἁγίαν καὶ ἔνδοξον εἰκόνα τοῦ Υἱοῦ του. Νὰ ὁμοιάσουν δηλαδὴ αὐτοὶ πρὸς τὸν χαρακτῆρα, τὴν ἁγιότητα, ἀλλὰ καὶ τὴν ἔνδοξον κατάστασιν τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, διὰ νὰ εἶναι αὐτὸς πρωτότοκος μεταξὺ πολλῶν ἀδελφῶν. 30 Ὅσους δὲ ἐπρογνώρισεν ὁ Θεὸς ὡς ἀξίους καὶ ἔταξεν εἰς αὐτοὺς ἕνα τέτοιον προορισμόν, τούτους κατὰ φυσικὴν συνέπειαν καὶ ἐκάλεσε διὰ τοῦ κηρύγματος εἰς τὴν πίστιν· καὶ αὐτοὺς ποὺ ἐκάλεσε καὶ οἱ ὁποῖοι ἀπεδέχθησαν τὴν κλῆσιν, τοὺς κατέστησε καὶ δικαίους· ὅσους δὲ ἐδικαίωσεν, αὐτοὺς καὶ κατέστησε κληρονόμους τῆς αἰωνίου δόξης. 31 Τί λοιπὸν θὰ εἴπωμεν ὡς συμπέρασμα δι’ αὐτά, ποὺ μᾶς ἐχάρισεν ὁ Θεός; Ἐὰν ὁ Θεὸς εἶναι μὲ ἡμᾶς, προστάτης μας καὶ ὑπερασπιστής μας, ποῖος θὰ εἶναι ἐναντίον μας; Κανείς, ὁποιοσδήποτε καὶ ἂν θελήσῃ νὰ μᾶς βλάψῃ. 32 Αὐτός, ὁ ὁποῖος δὲν ἐλυπήθη αὐτὸν τὸν μονογενῆ Υἱόν του, ἀλλ’ ὑπὲρ ἡμῶν ὅλων παρέδωκεν αὐτὸν εἰς θάνατον, πῶς δὲν θὰ μᾶς χαρίσῃ μαζὶ μὲ αὐτὸν καὶ ὅλας τὰς χάριτας, ποὺ θὰ ἀπαιτήσῃ ἡ σωτηρία μας; Ἀφοῦ μᾶς ἐχάρισεν αὐτόν, δὲν θὰ μᾶς χαρίσῃ καὶ τὰ ἄλλα, ποὺ χρειάζονται διὰ νὰ σωθῶμεν; 33 Ποῖος θὰ εὑρεθῇ κατήγορος ἐναντίον ἐκείνων, τοὺς ὁποίους ὁ Θεὸς ἐξέλεξεν; Ἀπολύτως κανείς. Διότι αὐτὸς ὁ Θεὸς συγχωρεῖ τὰς ἁμαρτίας μας καὶ μᾶς δικαιώνει. 34 Ποῖος θὰ μᾶς κατακρίνῃ καὶ ποίου ἡ καταδικαστικὴ ἀπόφασις ἐναντίον μας θὰ ἠμπορέσῃ νὰ σταθῇ; Κανενός. Διότι ὁ Χριστὸς καὶ ὄχι κανένας ἄλλος ἀπέθανε γιὰ μᾶς. Μᾶλλον δὲ ὁ Χριστὸς καὶ ἀνεστήθη ἐκ νεκρῶν γιὰ μᾶς. Ὁ Χριστός, ὁ ὁποῖος καὶ εἶναι ἐνθρονισμένος εἰς τὰ δεξιὰ τοῦ Θεοῦ καὶ μεσιτεύει πρὸς τὸν Πατέρα του ὑπὲρ ἡμῶν. 35 Τέτοιαν ἀγάπην ἔδειξεν εἰς ἡμὰς ὁ Χριστός. Ποῖος λοιπὸν θὰ ἠμπορέσῃ νὰ μᾶς χωρίσῃ ἀπὸ τὴν ἀγάπην αὐτήν, ποὺ μᾶς ἔχει ὁ Χριστός; Μήπως θὰ μᾶς καταστήσῃ ὀλιγώτερον ἀγαπητοὺς εἰς τὸν Χριστὸν ἢ μήπως θὰ μᾶς χωρίσῃ ἀπ’ αὐτοῦ θλῖψις ἀπὸ ἐξωτερικὰς περιστάσεις ἢ στενοχωρία καὶ ἐσωτερικὴ πίεσις τῶν καρδιῶν μας ἢ διωγμὸς ἢ πεῖνα ἢ γύμνια καὶ ἔλλειψις ρούχων ἢ μάχαιρα ποὺ νὰ μᾶς φοβερίζῃ μὲ σφαγήν; 36 Ναί· καὶ μὲ σφαγὴν καὶ μὲ θάνατον θὰ μᾶς φοβερίσουν σύμφωνα μὲ ἐκεῖνο, ποὺ γράφεται εἰς τοὺς θεοπνεύστους ψαλμούς, ὅτι διὰ σέ, Κύριε, κινδυνεύομεν διαρκῶς ν’ ἀποθάνωμεν κάθε ἡμέραν τῆς ἐπιγείου ζωῆς μας. Ἐθεωρήθημεν ἀπὸ τοὺς διώκτας μας σὰν πρόβατα ξεχωρισμένα διὰ νὰ σφαγοῦν. 37 Ἀλλ’ εἰς ὅλα αὐτὰ νικῶμεν μὲ τὸ παραπάνω διὰ τῆς βοηθείας τοῦ Χριστοῦ, ὁ ὁποῖος μᾶς ἠγάπησε καὶ ἕνεκα τῆς ἀγάπης του δὲν μᾶς ἀφίνει ἀπροστατεύτους εἰς τοὺς κινδύνους καὶ τὰς δυσκόλους αὐτὰς περιστάσεις. 38 Ναί· τὰ ὑπερνικῶμεν ὅλα. Διότι εἶμαι πεπεισμένος, ὅτι οὔτε θάνατος μὲ τὸν ὁποῖον ἐνδεχομένως θὰ μᾶς φοβερίσουν, οὔτε ζωὴ μὲ τὴν ὁποίαν μᾶς ὑπόσχονται οἰανδήποτε εὐτυχίαν, οὔτε τὰ τάγματα τῶν οὐρανίων πνευμάτων, οὔτε οἱ ἄγγελοι δηλαδή, οὔτε αἱ ἀρχαί, οὔτε αἱ δυνάμεις, ἀλλ’ οὔτε αἱ περιστάσεις καὶ τὰ γεγονότα τοῦ παρόντος, οὔτε μέλλοντα γεγονότα, 39 οὔτε αἱ ἔνδοξοι ἐπιτυχίαι ποὺ ὑψώνουν τὸν ἄνθρωπον πολύ, οὔτε αἱ ἄδοξοι ταπεινώσεις ποὺ τὸν καταρρίπτουν εἰς μεγάλα βάθη, οὔτε ὁποιαδήποτε ἄλλη κτίσις διαφορετικὴ ἀπὸ αὐτὴν ποὺ βλέπομεν, θὰ ἠμπορέσῃ νὰ μᾶς χωρίσῃ καὶ νὰ μᾶς ἀπομακρύνῃ ἀπὸ τὴν ἀγάπην, τὴν ὁποίαν μᾶς ἔδειξεν ὁ Θεὸς διὰ μέσου τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ τοῦ Κυρίου μας καὶ ἡ ὁποία μᾶς κρατεῖ στενὰ συνδεδεμένους μαζί του καὶ ἰδιαιτέρως προστατευομένους του.

Άγιος Ιούλιος ο Πρεσβύτερος εξ Αιγίνης

 Όπως αναφέρεται στο Συναξάρι του, ο Άγιος Ιούλιος γεννήθηκε το 330 μ.Χ. στην Αίγινα από εύπορους και ευσεβείς γονείς που τον ανέθρεψαν με παιδεία και νουθεσία Κυρίου. Έμαθε τα εγκύκλια γράμματα στην Αίγινα και στην συνέχεια σπούδασε στην Αθήνα, μαζί με τους Αγίους Βασίλειο  και Γρηγόριο . Αφού επανέκαμψε στην Αίγινα, αποφάσισε μαζί με τον διάκονο Ιουλιανό, να μιμηθεί τον Απόστολο των εθνών Παύλο και να κηρύξει τον Χριστό. Έτσι οι δύο Άγιοι πήραν αποστολικές ράβδους και παρέδωσαν τον εαυτό τους στον Κύριο. Ο Επίσκοπος των Αθηνών χειροτόνησε τον Ιούλιο Πρεσβύτερο. Κοσμημένος με την χάρη της ιεροσύνης εξήλθε μαζί με τον διάκονο Ιουλιανό, για να κηρύξει το Ευαγγέλιο και να βαπτίσει πολλούς Εθνικούς.


Στα τέλη του βίου του αναχώρησε στο Κούσιον της λίμνης Όρτα, όπου μετά από άσκηση και προσευχή κοιμήθηκε με ειρήνη το έτος 401 μ.Χ., σε ηλικία 71 ετών.

Άγιος Aed από το Ferns

 Ο Άγιος Aed γεννήθηκε στο Inisbrefny (ένα νησί στη λίμνη Templeport) περί το 550 μ.Χ. Ο πατέρας του ονομαζόταν Setna και η μητέρα του Eithne.


Ο Άγιος Aed ήταν ένας από τους πρώτους επίσκοπους της πόλης Ferns στην Ιρλανδία και ίδρυσε μοναστήρια στο Drumlane, κοντά στο Milltown, στο Ferns, στο Disert-Nairbre και στο Rossinver.


Κοιμήθηκε στις 31 Ιανουαρίου 632 μ.Χ.

Σύναξη της Υπεραγίας Θεοτόκου Δακρυρροούσης

 Η εικόνα της Παναγίας της Δακρυροούσας ή Κορωνιώτισσας φυλάσσεται στην ομώνυμη μονή του Ληξουρίου της νήσου Κεφαλληνίας. Η Παναγία κατά την ημέρα αυτή διέσωσε τη μονή από τον ισχυρό σεισμό του έτους 1867 μ.Χ.

Άγιος Ηλίας ο Νέος Οσιομάρτυρας ο Αρδούνης

 Ο Άγιος Ηλίας γεννήθηκε στην Καλαμάτα από γονείς ευσεβείς. Έκανε το επάγγελμα του κουρέα και είχε μεγάλη υπόληψη από τους προεστούς της Καλαμάτας.


Μιλώντας κάποτε σ' αυτούς, τους προέτρεψε να ενεργήσουν για να ελαφρυνθούν οι φόροι που επιβάλλουν οι Τούρκοι στους χριστιανούς, διότι αλλιώς κινδυνεύουν να αρνηθούν την πίστη των πατέρων τους. Οι προεστοί διαφωνούσαν μαζί του λέγοντας ότι οι Χριστιανοί δεν κινδυνεύουν ν’ αρνηθούν την πίστη τους. Τότε εκείνος τους λέει, εμένα αν κάποιος μου δώσει ένα φέσι γυρίζω το φύλλο. Τότε ένας προεστός, για αστείο, έστειλε και του αγόρασε ένα φέσι. Εκείνος πήγε αμέσως στον δικαστή και έγινε μουσουλμάνος, γεγονός που λύπησε όλους τους Χριστιανούς.


Μετά από λίγο καιρό συναισθάνθηκε το σφάλμα του, έφυγε από την πατρίδα του και πήγε στο Άγιο Όρος. Εκεί εξωμολογήθηκε με μεγάλη συντριβή το λάθος του, έκανε τον κανόνα του και μυρώθηκε με το Άγιο Μύρο. Έγινε μάλιστα και μοναχός στο Άγιο Όρος, όπου παρέμεινε οκτώ χρόνια, ασκούμενος στην αρετή, την προσευχή και την προετοιμασία για το μαρτύριο.


Επανήλθε λοιπόν στην Καλαμάτα, παρουσιάστηκε στον κριτή και ομολόγησε μπροστά του τη χριστιανική πίστη. Παρά τις κολακείες και τα φρικτά βασανιστήρια, ο Ηλίας έμεινε ακλόνητος στην πίστη του. Ο δικαστής τότε διέταξε να τον κάψουν με χλωρά ξύλα. Τον άρπαξαν οι δήμιοι και τον οδηγούσαν στον τόπο της καταδίκης.


Στο δρόμο κάποιος του κατέβασε κυριολεκτικά την πλάτη με μια σπαθιά. Ο άγιος χωρίς να δειλιάσει, χαρούμενος, με περισσότερο θάρρος, προχωρούσε ψάλλοντας τους ψαλμούς του Δαυίδ. Όταν έφθασαν στον τόπο της καταδίκης, τον έριξαν στη φωτιά. Το θαυμαστό είναι ότι, ενώ παρέδωσε την αγία του ψυχή μέσα στην πυρά, όταν έσβησε η φωτιά το άγιο λείψανό του είχε μείνει άθικτο. Δεν είχαν καεί ούτε τα ράσα του ούτε τα γένια ούτε τα μαλλιά του. Τη νύχτα, οι φρουροί έβλεπαν το ουράνιο φως που κατέβαινε και περικύκλωνε το τίμιο λείψανο του μάρτυρος και έλεγαν επειδή δεν τον έκαψε η φωτιά, έστειλε ο Θεός φωτιά από τον ουρανό για να τον κάψει.


Οι Χριστιανοί πήραν το άγιο λείψανο του μάρτυρος και το έθαψαν δίνοντας πολλά χρήματα. Όταν, αργότερα, έκαναν την ανακομιδή μια καταπληκτική ευωδία γέμιζε τον τόπο.


Η τίμια κάρα του νεομάρτυρα αυτού, είναι θησαυρισμένη στην Ιερά Μονή Βουλκάνου της Μεσσηνίας.


Να σημειώσουμε τέλος ότι το έτος μαρτυρίου του Αγίου μάλλον δεν είναι το 1686 μ.Χ., όπως πρώτος αναφέρει ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης και επαναλαμβάνουν λανθασμένα όλοι οι Συναξαριστές. Η Καλαμάτα ελευθερώθηκε από τους Τούρκους στις 14 Σεπτεμβρίου 1685 μ.Χ. με την βοήθεια των Βενετών, οι οποίοι παρέμειναν στην πόλη μέχρι το 1715 μ.Χ. Συνεπώς, ο Άγιος Ηλίας μαρτύρησε πριν από τις 14 Σεπτεμβρίου 1685 μ.Χ. όταν ήταν οι Τούρκοι στην Καλαμάτα. Δηλαδή, το πιθανότερο, στις 31 Ιανουαρίου 1685 μ.Χ.



Ἀπολυτίκιον

Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.

Καλαμῶν θεῖος γόνος καὶ ἐγκαλλώπισμα, Ὁσιομάρτυς Ἠλία ἀξιοθαύμαστε, ἀνεδείχθης ἀληθῶς δόξῃ τῇ κρείττονι, ὡς ἀσκήσας ἱερῶς, καὶ ἀθλήσας ἀνδρικῶς, ὑπὲρ Χριστοῦ τοῦ Σωτῆρος· ὃν ἐκδυσώπει ἀπαύστως, ἐλεηθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.


Κοντάκιον

Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.

Ἐν ἀσκήσει πρότερον, θεοφιλεῖ διαπρέψας, ἐν ἀθλήσει ὕστερον, ὑπὲρ Χριστοῦ ἠγωνίσω· πᾶσαν γὰρ, ἐχθροῦ τὴν πλάνην καταπαλαίσας, ἤνεγκας, πυρὸς τὴν καῦσιν ἀνδρειοφρόνως, καὶ θεόθεν ἐδοξάσθης, Ὁσιομάρτυς Ἠλία ἔνδοξε.


Μεγαλυνάριον

Χαίροις Ἐκκλησίας νέος ἀστήρ, Ἠλία θεόφρον, Καλαμαίων ἡ καλλονή· χαίροις ὁ πηγάζων, ἐκ τῆς σεπτῆς σου κάρας, θαυμάτων θεῖα ῥεῖθρα, τοῖς σὲ γεραίρουσι.

Αγία Τρυφαίνη

 Η Αγία Τρυφαίνη καταγόταν από την Κύζικο και από ευσεβείς γονείς, τον συγκλητικό Αναστάσιο και την ενάρετη Σωκρατία που ήταν χριστιανή.


Η χριστιανική της ανατροφή και η γενναιότητά της φάνηκαν σ’ έναν διωγμό όπου για να ενδυναμώσει τους ασθενέστερους και λιπόψυχους ομολόγησε με παρρησία τη πίστη της στο Χριστό και το βέβαιο θρίαμβο της Ορθοδοξίας. Μόλις άκουσε αυτά ο ηγεμόνας Καισάριος, εξοργίσθηκε και διέταξε να συλλάβουν την Αγία. Η διαταγή εκτελέσθηκε και άρχισαν τα βασανιστήρια. Πρώτα την έριξαν σε πυρακτωμένο καμίνι, η Αγία όμως διασώθηκε κατά θαυμαστό τρόπο και στην συνέχεια την κρέμασαν ψηλά και την άφησαν να πέσει πάνω σε σιδερένια καρφιά. Κατόπιν την έριξαν σε πεινασμένα θηρία. Ένας άγριος ταύρος όρμησε και διαμέλισε το σώμα αυτής. Έτσι η Αγία έλαβε το ένδοξο στέφανο του μαρτυρίου.


Λένε ότι στον τόπο που χύθηκε το αίμα της, ανέβλυσε μία πηγή με καθαρό νερό. Από το νερό αυτό έπαιρναν και έπιναν οι γυναίκες που μετά τον τοκετό τους δεν είχαν γάλα. Έτσι, αμέσως, ο οργανισμός τους δημιουργούσε το γάλα που χρειάζονταν, για να θρέψουν τα νεογέννητα παιδιά τους.

Άγιοι Ουικτωρίνος, Ουίκτωρ, Νικηφόρος, Κλαύδιος, Διόδωρος, Σαραπίνος και Παπίας

 Οι Άγιοι Μάρτυρες κατάγονταν από την Κόρινθο και συνελήφθησαν κατά την περίοδο της βασιλείας του Δεκίου (249 - 251 μ.Χ.), γιατί ομολόγησαν με παρρησία την πίστη τους στον Χριστό. Οδηγήθηκαν ενώπιον του ανθύπατου Τερτίου, ο οποίος ήταν διοικητής της Ελλάδος. Ο ηγεμόνας υπέβαλλε σε φρικώδη βασανιστήρια τους αθλητές αυτούς της πίστεως και όλοι τους έλαβαν το στεφάνι του μαρτυρίου.


Ο Άγιος Ουικτωρίνος, ο Άγιος Ουίκτωρ και ο Άγιος Νικηφόρος ρίφθηκαν κάτω από μεγάλη κυλινδρική πέτρα που τους συνέτριψε. Οι δήμιοι απέκοψαν τα χέρια και τα πόδια του Αγίου Κλαυδίου, την κεφαλή του Αγίου Σαραπίνου και έριξαν τον Άγιο Διόδωρο σε πυρακτωμένο καμίνι. Τον Άγιο Παπία τον έπνιξαν στη θάλασσα.


Πιθανώς να είναι οι ίδιοι με αυτούς της 5ης Απριλίου.

Όσιος Αρσένιος ο Νέος εν Πάρω

 Ο Όσιος Αρσένιος γεννήθηκε στα Ιωάννινα στις 31 Ιανουαρίου του έτους 1800 μ.Χ. και ονομαζόταν Αθανάσιος. Από μικρή ηλικία έμεινε ορφανός και σε ηλικία εννέα ετών μετέβη στις Κυδωνίες της Μικράς Ασίας, όπου σπούδασε στην ονομαστική σχολή της πόλεως έχοντας ως σχολάρχη τον περίφημο διδάσκαλο ιερομόναχο Γρηγόριο Σαράφη. Κατά τα τελευταία έτη της φοιτήσεώς του συνδέθηκε με τον πνευματικό Γέροντα Δανιήλ από τη Ζαγορά του Πηλίου, έναν από τους ονομαστούς πνευματικούς της εποχής εκείνης και έγινε υποτακτικός του.


Το έτος 1815 μ.Χ. ο Άγιος αναχώρησε για το Άγιον Όρος με τον Γέροντα Δανιήλ και εκεί εκάρη μοναχός. Αργότερα χειροτονήθηκε Διάκονος παρά τις αντιδράσεις του, καθώς δεν θεωρούσε τον εαυτό του άξιο και μετά από εξαετή παραμονή στο Άγιον Όρος ήλθε και πάλι με τον Γέροντά του, στη μονή Πεντέλης στην Αθήνα. Στη συνέχεια μετέβησαν στις Κυκλάδες, όπου ο Όσιος χειροτονήθηκε το 1817 μ.Χ. Πρεσβύτερος.


Ο Όσιος Αρσένιος έδρασε κυρίως στην Πάρο και τη Φολέγανδρο, όπου δίδαξε από το 1829 μ.Χ. μέχρι το 1840 μ.Χ.


Μετά την κοίμηση του Γέροντά του Δανιήλ, ο Όσιος ασκήτεψε στη μονή Λογγοβάρδας της Πάρου. Κοιμόταν και έτρωγε ελάχιστα και συνεχώς αγρυπνούσε, προσευχόμενος για τα πνευματικά του τέκνα και τη σωτηρία του κόσμου. Βασική του τροφή ήταν η ανάγνωση των θείων Γραφών και των συγγραμμάτων των Αγίων Πατέρων. Γι’ αυτό και ο Όσιος θεωρούσε τη μικρή του βιβλιοθήκη ως κήπο τερπνότατο και ωραιότατο με αγλαόκαρπα δένδρα, πλήρη από εύχυμους καρπούς.


Ο Όσιος αγαπούσε τους πάντες χωρίς διακρίσεις. Περισσότερο όμως αγαπούσε τους ασθενείς, τους οποίους διακονούσε με μεγάλη προθυμία.


Όταν το 1861 μ.Χ., κοιμήθηκε ο ηγούμενος της μονής, ευσεβής ιερομόναχος Ηλίας, οι πατέρες εξέλεξαν ηγούμενο και προϊστάμενό τους τον Όσιο Αρσένιο, ο οποίος τους ποίμανε με θεοφιλή και θεάρεστο τρόπο. Λίγα χρόνια αργότερα παραιτήθηκε, για να ασχοληθεί απερίσπαστα με το έργο της ιεράς εξομολογήσεως.


Ο Όσιος κοιμήθηκε με ειρήνη στις 31 Ιανουαρίου του έτους 1877 μ.Χ. Η ανακομιδή των λειψάνων του έγινε το έτος 1938 μ.Χ. και εορτάζεται στις 18 Αυγούστου. Τα ιερά λείψανά του φυλάσσονται με ευλάβεια στη Μονή Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Πάρου.

Το Απολυτίκιο ψάλλει ο αρχ. π. Νικόδημος Καβαρνός

 


Άγιοι Κύρος και Ιωάννης οι Ανάργυροι και η Αγία Αθανασία με τις τρεις θυγατέρες της Θεοδότη, Θεοκτίστη και Ευδοξία

 Οι Άγιοι Μάρτυρες Κύρος και Ιωάννης άθλησαν κατά την εποχή του αυτοκράτορα Διοκλητιανού (284 - 305 μ.Χ.). Ο Άγιος Κύρος καταγόταν από την Αλεξάνδρεια, ενώ ο Άγιος Ιωάννης καταγόταν από την Έδεσσα της Μεσοποταμίας.


Όταν ξέσπασε ο διωγμός του Διοκλητιανού, ο Άγιος Κύρος πήγε σε ένα παραθαλάσσιο τόπο της Αραβίας και, αφού περιεβλήθηκε το μοναχικό σχήμα, κατοίκησε στον τόπο αυτό.


Ο Άγιος Ιωάννης πήγε στα Ιεροσόλυμα και εκεί άκουσε για τα θαύματα που επιτελούσε ο Άγιος Κύρος. Στην συνέχεια μετέβη στην Αλεξάνδρεια. Από εκεί, αφού από διάφορες φήμες έμαθε που διέμενε ο Άγιος Κύρος, πήγε και τον βρήκε και έμεινε μαζί του. Τα θαύματα των Αγίων Αναργύρων συνέγραψε ο Άγιος Σωφρόνιος, Πατριάρχης Ιεροσολύμων , διότι οι Άγιοι θεράπευσαν τα μάτια του.


Κατά την περίοδο του διωγμού συνελήφθη και η Αγία Αθανασία, που ήταν χήρα, καθώς επίσης και οι τρεις θυγατέρες της Θεοδότη, Θεοκτίστη και Ευδοξία. Η είδηση τάραξε τον Κύρο και τον Ιωάννη. Έτσι οι Άγιοι, επειδή φοβήθηκαν μήπως αυτές δειλιάσουν από την σκληρότητα των βασανιστηρίων, εξαιτίας της αδυναμίας της φύσεως της γυναίκας, έσπευσαν κοντά τους και έδιναν σε αυτές θάρρος, ενώ παράλληλα προετοιμάζονταν και οι ίδιοι για το μαρτύριο. Και πράγματι, συνελήφθησαν και αυτοί και οδηγήθηκαν στον ηγεμόνα. Εκεί διακήρυξαν με παρρησία και θάρρος την πίστη τους στον Θεό. Μάταια ο ηγεμόνας ζητούσε να κάμψει την ανδρεία της μητέρας, δείχνοντας σε αυτή τις θυγατέρες της και επιρρίπτοντάς της την ενοχή. Εκείνη, αφού στράφηκε προς τις θυγατέρες της, τις ενίσχυε λέγουσα ότι η σωματική ωραιότητα είναι πρόσκαιρη, ενώ στην αιωνιότητα διατηρείται η ομορφιά της ψυχής του ανθρώπου αθάνατη. Αυτές δε έλεγαν προς την μητέρα τους ότι αισθάνονταν μεγάλη χαρά, επειδή έμελλε να φύγουν από τον μάταιο αυτό κόσμο μαζί της για την αγάπη του Χριστού και να μην χωρισθούν ποτέ από κοντά της. Ο ηγεμόνας εξαγριώθηκε και διέταξε να τους υποβάλουν σε πολλά και σκληρά βασανιστήρια. Μετά από τα βασανιστήρια αποκεφάλισαν διά ξίφους τον Άγιο Κύρο και τον Άγιο Ιωάννη, το έτος 292 μ.Χ.. Έτσι μαρτύρησαν και η Αγία Αθανασία με τις τρεις θυγατέρες της. Τον βίο και το μαρτύριο αυτών έγραψε ο Σωφρόνιος ο Σοφιστής.


Η Σύναξη αυτών ετελείτο στο Μαρτύριο που είχε ανεγερθεί προς τιμήν τους και βρίσκεται στην περιοχή Φωρακίου.



Ἀπολυτίκιον

Ἦχος πλ. α’.

Τά θαύματα τῶν Ἁγίων σου Μαρτύρων, τεῖχος ἀκαταμάχητον ἡμῖν δωρησάμενος, Χριστέ ὁ Θεός, ταῖς αὐτῶν ἱκεσίαις, βουλάς ἐθνῶν διασκέδασον, τῆς Βασιλείας τά σκῆπτρα κραταίωσον, ὡς μόνος ἀγαθός καί φιλάνθρωπος.


Έτερον Ἀπολυτίκιον  

Ἦχος δ’. Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ.

Ὡς Ἀθλοφόροι εὐκλεεῖς τοῦ Σωτῆρος, καὶ ἰατῆρες τῶν ψυχῶν καὶ σωμάτων, Ἀνάργυροι ἐκλάμπετε ἐν πάσῃ τὴ γῆ, νόσων μὲν ἰώμενοι, ἀνωδύνως τὰ βάρη, χάριν δὲ πορίζαντες, τοὶς βοώαιν ἀπαύστως χαίρετε κρήναι θείων δωρεῶν, Κῦρε θεόφρον, καὶ Ἰωάννη ἔνδοξε.


Κοντάκιον

Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.

Ἐκ τῆς θείας χάριτος, τήν δωρεάν τῶν θαυμάτων, εἰληφότες Ἅγιοι, θαυματουργεῖτε ἀπαύστως, ἅπαντα ἡμῶν τά πάθη, τῇ χειρουργίᾳ, τέμνοντες, τῇ ἀοράτῳ, Κῦρε θεόφρον, σύν τῷ θείῳ Ἰωάννῃ· ὑμεῖς γάρ θείοι ἱατροί ὑπάρχετε.


Ὁ Οἶκος

Ἑαυτοὺς τῷ Θεῷ ἀναθέμενοι Ἅγιοι, πᾶσαν πεῖραν δεινῶν δι᾿ αὐτὸν ὑπεμείνατε, θανόντες προθύμως Μάρτυρες γενναῖοι, καὶ μετὰ τέλος, πᾶσι πηγάζετε τὰ θεῖα χαρίσματα, τοῖς ἐν ποικίλαις νόσοις ὑπάρχουσι, καὶ ὑπὸ πολλῶν ἐταζομένοις κακῶν, ὧν εἷς καὶ πρῶτος εἰμὶ ἐγὼ ὁ τάλας· τὸ σῶμα γὰρ καὶ τὴν ψυχὴν ὑπὸ τραυμάτων χαλεπῶν ὀδυνῶμαι, καὶ πίστει ὑμῖν βοῶ, ἰάσασθέ με· ὑμεῖς γὰρ θεῖοι ἰατροὶ ὑπάρχετε.


Κάθισμα

Ἦχος δ’. Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ.

Τὰς χαμαιζήλους ἡδονὰς συμπατοῦντες, πρὸς μαρτυρίου Ἀθληταὶ θεῖον ὕψος, περιφανῶς ἐπήρθητε ἐν χάριτι, Κῦρε Ἰωάννη τε, οἰκουμένης φωστῆρες· ὅθεν ἱκετεύομεν, σκοτασμοῦ ἁμαρτίας, καὶ νοσημάτων ῥύσασθαι ἡμᾶς, τὸν ἐπὶ πάντων Θεὸν ἱκετεύοντες.

Παρασκευή 30 Ιανουαρίου 2026

Παράκληση στους Τρεις Ιεράρχες

Η είδηση έτρεξε πιο γρήγορα από τον άνεμο: «Βρέθηκε!»

 Είναι 30 Ιανουαρίου του 1823. Το κρύο του Αιγαίου τρυπάει τα κόκαλα, αλλά στην Τήνο η νύχτα έχει γίνει μέρα. Η είδηση έτρεξε πιο γρήγορα από τον άνεμο: «Βρέθηκε!»


Οι άνθρωποι βγαίνουν από τα σπίτια τους με την ανάσα τους να αχνίζει στο σκοτάδι. Δεν περιμένουν το ξημέρωμα. Αρπάζουν ό,τι βρουν – ένα φανάρι, ένα κερί, μια δάδα – και αρχίζουν να περπατούν. Από τα ψηλά χωριά, από τα στενά σοκάκια, μια αργή, φωτεινή ποτάμια ροή κατηφορίζει προς τη Χώρα.


​Κάθε φανάρι που ανάβει εκείνη τη νύχτα δεν φωτίζει μόνο το μονοπάτι. Φωτίζει την ελπίδα ενός ολόκληρου έθνους που παλεύει να γεννηθεί. Είναι το φως που νικάει το σκοτάδι της σκλαβιάς, η πίστη που γίνεται ζεστασιά μέσα στο καταχείμωνο. Οι Τηνιακοί τρέχουν να δουν το «σημάδι», να ακουμπήσουν την εικόνα που έμεινε θαμμένη στη γη για αιώνες, περιμένοντας τη στιγμή της.




​Σήμερα, δύο αιώνες μετά, τα χέρια που κρατούν τα φανάρια είναι μικρά. Είναι τα χέρια των παιδιών της Τήνου. Όταν βλέπεις αυτά τα εκατοντάδες πολύχρωμα φώτα να τρεμοπαίζουν μες στη νύχτα, νιώθεις πως η ιστορία δεν είναι γραμμένη σε βιβλία, αλλά είναι ζωντανή, εκεί, στον δρόμο.


​Είναι μια στιγμή που ο χρόνος σταματά:Είναι η συγκίνηση στο βλέμμα των παππούδων που βλέπουν τα εγγόνια τους να κρατούν τη σκυτάλη.


​Είναι ο ήχος των βημάτων πάνω στο μάρμαρο, που αντηχεί σαν τον παλμό μιας καρδιάς που δεν ξέχασε. ​Είναι η υπόσχεση πως, όσα σκοτάδια κι αν έρθουν, πάντα θα υπάρχει ένα φανάρι αναμμένο, ένας άνθρωπος που θα ψάχνει το φως και μια πατρίδα που θα γιορτάζει τη δική της Ανάσταση.


​Στην Τήνο, τα «Φαναράκια» δεν είναι απλώς ένα έθιμο. Είναι η απόδειξη πως, όταν οι άνθρωποι περπατούν μαζί προς το φως, η νύχτα δεν έχει καμία δύναμη.

ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΙΕΡΑΡΧΕΣ ΣΤΟΥΣ ΝΕΟΥΣ ΤΟΥ ΣΗΜΕΡΑ

 Οι Τρεις Ιεράρχες υπήρξαν, εκτός των άλλων ιδιοτήτων τους, και παιδαγωγοί. Ασχολήθηκαν με τους νέους, έγραψαν έργα αφιερωμένα σ’ αυτούς, ήταν διδάσκαλοι, συζήτησαν μαζί τους, τους έδωσαν που να κάνουν τη ζωή τους όμορφη και κατά άνθρωπον και κατά Θεόν.

Κυρίαρχο στοιχείο στον λόγο και τη ζωή τους η αγάπη και με βάση αυτή φέρονταν στους ανθρώπους, ιδιαιτέρως όμως στη νέα γενιά.


Ο Μέγας Βασίλειος τόνιζε ότι η ψυχή του νέου είναι εύπλαστη και τρυφερή, δεν έχει σκληρότητα και είναι ειλικρινής η στάση τους απέναντι στη ζωή. Γι’ αυτό χρειάζεται να ασκούνται στο αγαθό, να μαθαίνουν την καλοσύνη, να επιβραβεύονται γι’ αυτήν, να τους δείχνουν οι μεγαλύτεροι πρότυπα που να τους εμπνέουν σε μια ζωή που το κέντρο δεν θα είναι το εγώ, αλλά το «εμείς».


Ο Γρηγόριος ο Θεολόγος προέτρεπε τους νέους να μη δαπανούνε τη νεότητά τους στα πάθη, αλλά να αγωνίζονται να χτίσουν ισχυρό χαρακτήρα, που να αντιστέκεται στο κακό.


Ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος ζητά από τους νέους να μάθουν να έχουν μέτρο στην διατροφή τους, να απέχουν από την πολυτέλεια, να είναι νοικοκύρηδες, να αγαπούνε, αλλά και να δέχονται να καθοδηγούνται και να εμπιστεύονται τους μεγαλύτερους.


Η διδαχή των Τριών Ιεραρχών έρχεται να συναντήσει σήμερα έναν πολιτισμό, στον οποίο τα όσα οι Πατέρες της Εκκλησίας έλεγαν και δίδασκαν μοιάζουν ακατανόητα. Οι νέοι εθίζονται στη βία, η καλοσύνη θεωρείται αδυναμία, η ευγένεια και η αγάπη δεν επιβραβεύονται, το «εγώ» θριαμβεύει. Παρόλα αυτά, εξακολουθούν να υπάρχουν οικογένειες και παιδιά που αντιστέκονται. Κι εδώ βρίσκεται το κλειδί της παιδείας.


Δεν αρκούν οι γνώσεις, αν δεν συνοδεύονται από ενθάρρυνση στο κέντρο της ζωής να είναι η καρδιά και όχι μόνο το μυαλό. Σε μια εποχή, όπου τα πάθη θεωρούνται δικαίωμα, η αντίσταση στο κακό είναι ελπίδα, διότι ο άνθρωπος κρίνεται από τον τρόπο με τον οποίο σχετίζεται με τους άλλους, υπερασπίζεται τη φιλία, την ανθρωπιά, την προσφορά, ακόμη και τη θυσία στη ζωή του. Και όταν έχουμε μάθει μόνο να ικανοποιούμε τις επιθυμίες μας, χωρίς να ζοριζόμαστε για να ξεπεράσουμε το κακό, όχι γιατί θα τιμωρηθούμε, αλλά γιατί πιστεύουμε ότι η ομορφιά της αγάπης κάνει την ψυχή φωτεινή, τότε αυτός ο κόσμος θα παραδίδεται σε τυράννους, σε εξουσιαστές, σε ψεύτικα πρότυπα, τα οποία θα τάζουν δύναμη, όχι όμως ζωή που δίνει νόημα.


Όταν πάλι η εξωτερική εμφάνιση είναι η αγωνία μας, όταν θέλουμε να τα έχουμε όλα δικά μας, όταν ζητούμε υπηρέτες για να μην κουραστούμε εμείς, όταν δεν μας αρέσει η τάξη, το ωραίο, το μέτρο, η αρχοντιά, όταν δεν δεχόμαστε λόγο από κανέναν, διότι τους θεωρούμε όλους «χαλασμένους» και θεωρούμε ότι μόνο ο εαυτός μας κατέχει την αλήθεια, δεν θα σεβαστούμε κανέναν θεσμό και δεν θα έχουμε καμία κοινωνική ηθική. Όμως μόνο συγκρούσεις μας περιμένουν τότε και όχι συνύπαρξη. Και οι συγκρούσεις γεννούνε μίσος και κακία, ο ανταγωνισμός σβήνει το χαμόγελο και δεν θα μάθουμε ποτέ να σεβόμαστε τον άλλον, ούτε τελικά και τον εαυτό μας, διότι πάντα θα είμαστε ανικανοποίητοι.


Η παιδεία των Τριών Ιεραρχών, αν συναντήσει την παιδεία της εποχής, μπορεί να βάλει στη ζωή των νέων ελπίδα. Ότι η παράδοσή μας, που οι Τρεις Ιεράρχες συνέβαλαν στο να διαμορφωθεί, καθώς έφεραν την πίστη στον Χριστό σε διάλογο με τον κόσμο και τη ζωή, μπορεί να γίνει η βάση για να βγούνε νέοι ελεύθεροι στη σκέψη, με πρόκριμα την αγάπη και αποφασισμένοι με γενναιότητα, λεβεντιά, αρχοντιά να μιλήσουν και να δείξουν τις αξίες που σώζουν. Έτσι, θα είναι παιδιά φωτός που θα αγγίξουν και άλλους!

π.Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Δημοσιεύθηκε στην «Ορθόδοξη Αλήθεια»

στο φύλλο της Τετάρτης 28 Ιανουαρίου 2026

«Η θεωρία του Όντος: οι στόχοι της παιδείας»

 Μητροπολίτου Κωνσταντίας και Αμμοχώστου κ. Βασιλείου 


Ομιλία που εκφωνήθηκε κατά τον εορτασμό των Τριών Ιεραρχών στο Πολιτιστικό Ίδρυμα Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ’ την Πέμπτη 30 Ιανουαρίου 2020


ΘΕΩΡΙΑ ΤΟΥ ΟΝΤΟΣ: ΣΤΟΧΟΙ ΤΗΣ ΠΑΙΔΕΙΑΣ


Οὕτω γοῦν οἱ τῆς καθ’ ἡμᾶς θεοσοφίας ἀρχηγικοὶ καθηγεμόνες ὑπὲρ ἀληθείας ἀποθνῄσκουσι πᾶσαν ἡμέραν μαρτυροῦντες ὡς εἰκὸς καὶ λόγῳ παντὶ καὶ ἔργῳ τῇ ἑνιαίᾳ τῶν Χριστιανῶν ἀληθογνωσίᾳ τὸ πασῶν αὐτὴν εἶναι καὶ ἁπλουστέραν καὶ θειοτέραν, μᾶλλον δὲ τὸ αὐτὴν εἶναι τὴν μόνην ἀληθῆ καὶ μίαν καὶ ἁπλῆν θεογνωσίαν. (Περὶ θείων ὀνομάτων, VII, 4).


Ὁ Διονύσιος Ἀρεοπαγίτης γράφει ὅτι, “οἱ δικοί μας ἀρχηγοὶ καὶ ἡγεμονεύοντες ὡς πρὸς τὴ θεία σοφία, καθημερινῶς ἀποθνήσκουν γιὰ τὴν ἀλήθεια, ὅπως ἁρμόζει, μὲ λόγους καὶ μὲ ἔργα γιὰ τὴν ἑνιαία γνώση τῆς ἀλήθειας τῶν Χριστιανῶν. Ἡ ἀλήθεια αὐτὴ σὲ σύγκριση μὲ ἄλλες προτεινόμενες ἀλήθειες εἶναι καὶ ἡ ἁπλούστερη καὶ αὐτὴ ἔχει θεϊκὸ χαρακτήρα. Ἢ καλύτερα, αὐτὴ ἡ θεία σοφία εἶναι ἡ μόνη ἀληθινὴ καὶ ἡ μόνη πραγματικὴ θεογνωσία”. Ὁ Ἀρεοπαγίτης ποὺ ἔγραφε πιθανὸν τὸν πέμπτο αἰῶνα, δηλαδὴ ἕνα αἰῶνα μετὰ ἀπὸ τοὺς σήμερα τιμώμενους Τρεῖς Μεγάλους Ἱεράρχες, ἀπὸ τοὺς ὁποίους ἄλλωστε ἔχει ἀντλήσει τὸν πλοῦτο τῆς θεολογίας τους, ἔζησε ὅπως καὶ ἐκεῖνοι σὲ περίοδο ποὺ ἀκόμα ἡ Ἑλληνικὴ φιλοσοφία μὲ τὶς διάφορες σχολὲς τῶν Νεοπλατωνικῶν καὶ ἄλλων φιλοσοφικῶν συστημάτων, ἤθελε νὰ ὁρίσει τὴν περὶ τοῦ ὄντος ἀλήθεια. Αὐτὸ εἶναι ἐμφανὲς στὰ Ἀεροπαγιτικὰ συγγράμματα.


Θὰ χρησιμοποιήσουμε ὅμως στὴν κυριολεξία τὴ βεβαίωση τοῦ Ἀρεοπαγίτη ὅτι «οἱ δικοί μας ἀρχηγοὶ καὶ ἡγεμονεύοντες ὡς πρὸς τὴ θεία σοφία, καθημερινῶς ἀποθνήσκουν γιὰ τὴν ἀλήθεια, ὅπως ἁρμόζει, μὲ λόγους καὶ μὲ ἔργα γιὰ τὴν ἑνιαία γνώση τῆς ἀλήθειας τῶν Χριστιανῶν». Αὐτὴ τὴ διαπίστωση θὰ τὴν ἐφαρμόσω στοὺς Τρεῖς Ἱεράρχες, οἱ ὁποῖοι ἄφησαν ἀνεξίτηλη τὴ σφραγίδα τους στὴν ἱστορία ὄχι ἁπλῶς καὶ μόνο τῆς Ἑκκλησίας, ἀλλὰ τῆς ἀνθρωπότητας στὸ σύνολό της μὲ τὴ ζωὴ καὶ τοὺς ἀγῶνες τους, μὲ τὰ συγγράμματά τους καὶ μὲ τὴ θεολογία τους, ποὺ παραμένει ἀκόμα καὶ στὶς μέρες μας σὲ ἰσχύ, γι᾽ αὐτὸ καὶ συνεχίζουν νὰ παραμένουν οἰκουμενικοὶ διδάσκαλοι.


Γιὰ ποιὰ ἀλήθεια ὅμως διεξήγαγαν συνεχῆ ἀγῶνα ἔργῳ καὶ λόγῳ οἱ ἡγούμενοι τῆς θεογνωσίας καὶ τῆς ἀλήθειας Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας; Ποιὰ εἶναι αὐτὴ ἡ ἀλήθεια; Ὀρθόδοξος σύγχρονος θεολόγος, ἔχοντας κατὰ νοῦν τὶς γνωστὲς λεγόμενες ἀποδείξεις ὑπάρξεως τοῦ Θεοῦ τοῦ Δυτικοῦ σχολαστικοῦ Θεολόγου καὶ Φιλόσοφου Θωμᾶ τοῦ Ἀκινάτη, εἶχε σημειώσει τὸ χαρακτηριστικὸ ὅτι γιὰ τὴν Ὀρθόδοξη Ἀνατολὴ, ἡ ὕπαρξη τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀπόλυτα βέβαιη καὶ δὲν χρειάζεται ἀπόδειξη. Ἐκεῖνο ποῦ θέλουμε καὶ προσπαθοῦμε να ἀποδείξουμε εἶναι αὐτὴ αὕτη ἡ ὕπαρξη τοῦ ἀνθρώπου, δεδομένων τῶν ρευστῶν συνθηκῶν τῆς ἐπίγειας ζωῆς καὶ τοῦ θανάτου του. Αὐτὸ ποὺ ἐννοεῖται στὴ συγκεκριμένη περίπτωση εἶναι ἡ ἀπόλυτη καὶ ὑπαρξιακὴ σχέση τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν Θεό, γιατὶ ὁ ἄνθρωπος δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρξει χωρὶς τὴ σχέση του μὲ τὸν χορηγὸ τῆς ζωῆς. Μὲ αὐτὸ ἀντιλαμβανόμαστε ὅτι ἡ Χριστιανικὴ διδασκαλία δὲν εἶναι περιοριστικὴ τῆς γνώσης σὲ μόνα τὰ ὄντα ποὺ ὑποπίπτουν στὶς αἰσθήσεις, ἀλλὰ τὸ ὑπὲρ τὴν ὕλη ὑπαρκτὸ εἶναι περισσότερο  βέβαιο ἀπὸ τὸ αἰσθητό.


Ὁ τίτλος τῆς ἀποψινῆς πανυγηρικῆς ὁμιλίας μὲ τὴν εὐκαιρία τῆς ἑορτῆς τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν καὶ τῆς ἑρτῆς τῶν γραμμάτων, τῆς Ἑλληνικῆς Παιδείας, εἶναι ἐμπευσμένη ἀπὸ τὸν περίφημο Λόγο τοῦ Μεγάλου Βασιλείου: “Πρὸς τοὺς Νέους, ὅπως ἂν ἐξ Ἑλληνικῶν ὠφελοῖντο λόγων”. Χαρακτηριστικὰ μάλιστα, ἀπευθυνόμενος πρὸς τοὺς νέους, τοὺς ὑπενθυμίζει ὅτι ἔχουν ὡς παιδαγωγοὺς τοὺς γονεῖς τους, μετὰ ὅμως ἔχουν καὶ τὸν ἴδιο γιὰ νὰ τοὺς προσφέρει τὶς παιδευτικὲς κατευθύνσεις, δεδομένου ὅτι, ὅπως ὁ ἴδιος, οἱ ἄλλοι τιμώμενοι ἅγιοι Γρηγόριος ὁ Θεολόγος καὶ Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, ὅπως καὶ τὸ σύνολο τῶν Πατέρων τῆς ἐποχῆς αὐτῆς, φοιτοῦσαν σὲ σχολὲς ὅπου διδασκόταν ἡ Ἑλληνικὴ φιλοσοφία, ἡ Ἑλληνικὴ μυθολογία καὶ γενικότερα ἡ Ἑλληνικὴ παιδεία[1].


Στὶς μέρες μας γίνεται κατὰ κόρον λόγος γιὰ τὴν Παιδεία. Δίκαια, βέβαια, γιατὶ ἔχουμε εὐθύνη γιὰ τὴν παροχὴ τῆς γνώσης καὶ τὴ μόρφωση τοῦ χαρακτήρα, τῆς προσωπικότητας καὶ τῆς κοινωνικοποίησης τῶν νέων. Θὰ ἔλεγα, ὅμως, ὅτι τὰ ρεύματα ποὺ ἐπιθυμοῦν τὴν δική τους ἐπίδραση στὴν Παιδεία εἶναι ἄπειρα καὶ τὸ καθένα στοχεύει σὲ ἕνα ἢ περισσότερους σκοπούς. Γιὰ τὴν Πατρίδα μας τὰ πράγματα δὲν διαφοροποῦνται καὶ πολύ. Εἶναι κράτος μέλος τῆς Εὐρωπαϊκῆς Ἕνωσης καὶ δέχεται κατευθυντήριες γραμμὲς γιὰ ἐναρμόνηση τῆς Παιδείας μὲ τὰ εὐρωπαϊκὰ δεδομένα. Ἐπίσης ἡ παγκοσμιοποίηση ἐπηρεάζει τὴ στοχοθέτηση τῆς παιδείας, ὅπως βέβαια καὶ σὲ ὕψιστο βαθμό, ἡ ἀνάπτυξη τῆς τεχνολογίας. Θὰ ἔλεγα ὅμως μὲ τρόπο χαρακτηριστικό, ὅτι μελέτες, καὶ ὑπάρχει πλῆθος παρόμοιων μελετῶν, ποὺ χθὲς ἀσχολήθηκαν μὲ τὴν στοχοθέτηση τῆς παιδείας, οἱ προτάσεις τους δὲν ἰσχύουν πλέον για τὸ σήμερα. Οἱ ἀλλαγὲς ποὺ παρατηροῦνται στὸ κοινωνικό, τὸ πολιτικό, τὸ τεχνολογικὸ καὶ τὸ ἐκπαιδευτικὸ γίγνεσθαι εἶναι τόσο πολλὲς καὶ κυρίως ρευστές, ποὺ εἶναι σχεδὸν ἀδύνατο νὰ τὶς παρακολουθήσει κανείς.


Χωρὶς νὰ θέλω νὰ ἀσκήσω ὁποιαδήποτε κριτική, διεξερχόμενος κείμενο τοῦ Ὑπουργείου Παιδείας καὶ Πολιτισμοῦ σχετικὸ μὲ τὴν Παιδεία, γιὰ τὴ δική μου ἐνημέρωση, διαπίστωσα ὅτι κατὰ τὸ μέγιστο ἀσχολεῖται μὲ τὴν πρακτικὴ ὀργάνωση τῆς Παιδείας, πρᾶγμα ἀπόλυτα θεμιτό, κατανοητὸ καὶ ἀναγκαῖο, ἀλλὰ εἶναι ἑτεροβαρὲς ὡς πρὸς τοὺς ἐπιδιωκόμενους στόχους. Βεβαίως, διαπιστώνει κανεὶς στὸ κείμενο τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας καὶ Πολιτισμοῦ, τὴν ὕπαρξη συγκεκριμένων στόχων, παρόμοιων μὲ μελέτες γιὰ παράδειγμα τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν. Ἄρθρο μὲ τίτλο, “Ἡ πολιτιστικὴ εὐαισθησία γιὰ τὴν ἐφαρμογὴ τῶν ἀρχῶν συμπεριφορᾶς στὴν παιδεία”, εἰδικὰ γιὰ τὴν Πολιτεία τῆς Ἀτλάντας[2], σημειώνει ὅτι οἱ ὑπεύθυνοι συμπεριφεριολόγοι, ὅπως ἀποκαλοῦνται, γιὰ τὴν πολιτιστικὴ ταυτότητα καὶ συμπεριφορά τῶν παιδιῶν ποὺ μετέχουν στὸ ἐκπαιδευτικὸ ἀγαθό, πρέπει νὰ προσανατολίσουν τὴν προσπάθεια τῆς παιδείας σὲ τρεῖς τομεῖς: τὴν ἐθνικότητα, τὸ φύλο καὶ τὴ θρησκεία. Αὐτὲς οἱ ἀρχὲς βέβαια ἀναφέρονται σὲ μία πολυπολιτισμικὴ κοινωνία τῶν πολλῶν Ἐθνοτήτων καὶ τῶν πολλῶν θρησκειῶν τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν, μὲ στόχο τὴν ἀνάπτυξη τῆς προσωπικότητας τοῦ παιδιοῦ ὁποιασδήποτε ἡλικίας μέσα στὸ μακροκοινωνικὸ περιβάλλον ποὺ ζεῖ, ὅπως καὶ τὴ στήριξη τῆς συμπεριφορᾶς του ἀνάλογα μὲ τὴν πολιτιστικὴ καὶ θρησκευτική του προέλευση ἤ καὶ τοῦ φύλου του καὶ ἐντὸς τοῦ μικροκοινωνικοῦ του περιβάλλοντος, ὅπως εἶναι ἡ οἰκογένεια μὲ τὶς θρησκευτικὲς ἐπιλογές τους ἤ καὶ ἡ θρησκευτικὴ κοινότητα μέσα στὴν ὁποία ἀναπτύσσονται πνευματικά, γιὰ νὰ μὴ δημιουργοῦνται συγκρούσεις μεταξὺ τοῦ παιδιοῦ καὶ τοῦ περιβάλλοντός του ἤ καὶ συγχύσεις ὡς πρὸς τὶς ἐπιλογές τοῦ νέου.


Ἡ Κύπρος πιθανὸν νὰ ἀποτελεῖ μία μικρογραφία τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν ἤ καὶ τῶν χωρῶν τῆς Ἑνωμένης Εὐρώπης, στὴν ὁποία καὶ ἀνήκει, λόγω τῆς συνθέσεως τοῦ σχολικοῦ πληθυσμοῦ μὲ τὴν παρουσία πολλῶν παιδιῶν ἐργαζομένων ἤ καὶ μεταναστῶν γονέων. Βεβαίως, εἶναι ἀναγκαία ἡ φροντίδα γιὰ τὰ παιδιὰ αὐτά, ἀλλὰ ἐδῶ ὑπάρχει μία πρόκληση ἐθνικῆς καὶ πολιτιστικῆς εὐθύνης γιὰ τοὺς Κύπριους νέους. Ἡ Ἀτλάντα θέτει ὡς βάση τῆς παιδείας τὴν ἐθνικότητα, τὸ φύλο καὶ τὴ θρησκεία. Ἂν ἀναφέρουμε ἕνα ἄλλο παράδειγμα, τὸ ὁποῖο δὲν περιορίζεται γεωγραφικά, ἀλλὰ ἐφαρμόζεται κατὸπιν ἰδεολογικῆς ἐπιλογῆς, δηλαδὴ αὐτὸ τοῦ λεγόμενου ἀνθρωπισμοῦ, γνωστοῦ ὡς οὐμανισμοῦ (humanismus), ἕνα φιλοσοφικὸ κίνημα ποὺ θέλει νὰ ἐπηρέάζει τὰ τῆς Παιδείας μὲ τὰ διάφορα lobbys στὴν Εὐρωπαϊκὴ Ἕνωση ἢ καὶ ἀλλοῦ, διαγράφει τὰ ὅρια τοῦ ἀνθρώπου μόνο στὸ χῶρο τοῦ αἰσθητοῦ. Ἀπορρίπτει τὸ ὑπερβατὸ, δηλαδὴ τὸν Θεό. Στο υπαρξιακό ερώτημα “Ποιός/Τί εἶμαι;” ὁ ἀνθρωπιστής Dan Barker ἀπαντᾶ:


“Εἶσαι ἕνας ἔλλογος ἄνθρωπος. Ἡ ζωή σου ἔχει ἀξία από μόνη της. Δὲν εἶσαι δεύτερης τάξης κάτοικος τοῦ σύμπαντος, ὅπου ἀντλεῖς τὸ νόημα τῆς ζωῆς ἀπὸ κάποιον ἔξω ἀπό σένα. Δὲν εἶσαι ἐκ φύσεως κακός, εἶσαι ἐκ φύσεως ἄνθρωπος, ἔχοντας τὴ θετικὴ δυνατότητα νὰ βοηθήσεις νὰ γίνει ὁ κόσμος γύρω σου πιὸ ἠθικός, πιὸ εἰρηνικός, πιὸ εὐχάριστος. Ἐμπιστεύσου τὸν ἐαυτό σου”.


Ὁ ὁρισμὸς τοῦ ἀνθρώπου γιὰ τὸν ἀνθρωπισμὸ καὶ τὸν ἀθεϊσμὸ συνοψίζεται στὴ διακήρυξη ὅτι δὲν ὑπάρχει Θεός, ἡ ὕλη ἔχει ὀργανωθεῖ ἀφ᾽ ἑαυτῆς, ἀπορρίπτεται ἡ θρησκεία ὡς δεισιδαιμονία καὶ παραλογισμός, τὰ προβλήματα λύονται μὲ τὴ λογικὴ καὶ τὸ ἄτομο παύει νὰ ὑπάρχει μὲ τὸ θάνατο. Βεβαίως, πολλὲς ἀνθρωπιστικὲς ἀρχές, ὄχι αὐτὲς ποὺ ἀπαριθμήσαμε, εἶναι κατ᾽ ἐξοχὴν ἀρχὲς τοῦ Χριστιανισμοῦ[3], ὅπως ὁ λεγόμενος ῾χρυσὸς κανόνας᾽ τῶν ἱερῶν Εὐαγγελίων ποὺ τὸν υἱοθετεῖ καὶ ὁ ἀνθρωπισμὸς: “πάντα οὖν ὅσα ἐὰν θέλητε ἵνα ποιῶσιν ὑμῖν οἱ ἄνθρωποι, οὕτως καὶ ὑμεῖς ποιεῖτε αὐτοῖς ὁμοίως” (Ματθ. 7,12), ἀφαιρόντας τον ὅμως ἀπὸ τὸ πλαίσιο τῆς διδασκαλίας τῆς Ἁγίας Γραφῆς. Ὁ Ψαλμωδός, στὴ διακήρυξη αὐτὴ τοῦ ἀθεϊστικοῦ ἀνθρωπισμοῦ ἀπαντᾶ: “Εἶπεν ἄφρον ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτοῦ, οὐ ἔστι Θεός”. Ὁ Ἰησοῦς Χριστός, μὲ τὴν παραβολὴ τοῦ ἄφρονος πλουσίου, ὁ ὁποῖος, ἀφοῦ συγκέντρωσε τὴν πλούσια ἐσωδεία του σὲ μεγαλύτερες ἀποθῆκες καὶ σὰν σὲ μονόπρακτο στὴ σκηνή, μονολογώντας εἶπε τὸ περίφημο: “ψυχή, ἔχεις πολλὰ ἀγαθὰ κείμενα εἰς ἔτη πολλά· ἀναπαύου, φάγε, πίε, εὐφραίνου” (Λκ. 12,19), τὸν ἔθεσε ἐνώπιον τοῦ σκληροῦ διλήματος: “ἄφρον, ταύτῃ τῇ νυκτὶ τὴν ψυχήν σου ἀπαιτοῦσιν ἀπὸ σοῦ· ἃ δὲ ἡτοίμασας τίνι ἔσται;” (Λκ. 12,20).


Ἀπὸ τὴ μέχρι τώρα διαπραγμάτευση ἐντοπίζουμε δύο σημαντικὰ θέματα: α) τὴ συνεχὴ ροὴ τῶν πραγμάτων τοῦ κόσμου ποὺ δὲν προσφέρει κάτι πνευματικὰ σταθερό, στὸ ὁποῖο νὰ μπορεῖ νὰ στηριχθεῖ ἡ Παιδεία καὶ νὰ στηριχθεῖ ὁ νέος κατὰ τὴ διάρκεια τῆς σχολικῆς ἡλικίας του καὶ στὴν πορεία τῆς ζωῆς του καί, β) τὸν ἀνθρωπισμό, ποὺ μὲ τὴν πρόταση τῆς ἐκκοσμικευμένης παιδείας ἀπορρίπτει τὴν πίστη στὸν Θεό. Οἱ καταστάσεις αὐτὲς μᾶς ὁδηγοῦν στὸ ἀντίβαρο ἔναντι τῶν προτάσεων αὐτῶν, ποὺ εἶναι ἡ πρόταση τοῦ Μ. Βασιλείου, ὅτι ὁ στόχος τῆς παιδείας εἶναι ἡ Θεωρία τοῦ Ὄντος[4]. Αὐτὴ ἡ ἀρχὴ προσφέρει τὴ σταθερά, ἀναγκαία γιὰ νὰ στηρίξει ὁ παιδευόμενος ὅλο τὸ ἐσωτερικό του πνευματικὸ οἰκοδόμημα ποὺ οἰκοδομεῖται μὲ τὴ συνεχῆ γνωσιολογικὴ καὶ μορφωτική του προσπάθεια. Διευκρινίζουμε ὅτι τὸ ΟΝ στὸ ὁποῖο ἀναφέρεται ὁ Μεγάλος Καππαδόκης Πατέρας, δὲν εἶναι τὸ ἀφηρημένο ὂν τῆς φιλοσοφίας, ἀλλὰ ὁ προσωπικὸς Θεὸς τῆς Ἀποκαλύψεως, ὁ Πατέρας, ὁ Υἱὸς καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Ὅταν ὁ Μωυσῆς βρέθηκε ἐνώπιον τῆς φλεγόμενης καὶ μὴ καιόμενης βάτου στὸ Σινᾶ ὄρος, ὁ Θεὸς τοῦ ἀποκάλυψε τὸ ὄνομά του μὲ τὴν πρόταση, “ἐγὼ εἰμὶ ὁ ὢν”, εἶμαι αὐτὸς ποὺ ὑπάρχω. Γι᾽ αὐτὸ τὸ ὄν μιλᾶ ὁ Μ. Βασίλειος. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος παρομοιάζει τὴν ἀνάβαση τοῦ προφήτη Μωυσῆ στὸ Σινᾶ μὲ τὴν προσπάθεια ποὺ πρέπει νὰ καταβάλει ὁ κάθε θεολόγος, ὁ κάθε παιδεύων καὶ παιδευόμενος, ὁ κάθε ἄνθρωπος γιὰ νὰ γνωρίσει τὸν Θεό. Αὐτὸ ἀποτελεῖ καὶ τὴ βασικὴ Χριστιανικὴ ἀρχή τῆς ἀρχῆς τοῦ μέσου καὶ τοῦ τέλους, δεδομένου ὅτι ὁ Θεάνθρωπος Χριστὸς εἶναι “χθὲς καὶ σήμερον ὁ αὐτὸς καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας” (Ἑβρ. 13,8). Ὁ Θεὸς ἀποκαλύφθηκε στὸν Προφήτη τῆς Ἀποκαλύψεως εὐαγγελιστὴ Ἰωάννη λέγοντάς του: “Ἐγώ εἰμι τὸ ἄλφα καὶ τὸ ὦ, … ὁ ὢν καὶ ὁ ἢν καὶ ὁ ἐρχόμενος, ὁ παντοκράτωρ” (Ἀπ. 1,8).


Οἱ Τρεῖς Ἱεράρχες, κατ᾽ ἐξοχὴν ἔχουν καθιερώσει τὴν ὀρθόδοξη διδασκαλία, τὸ δόγμα καὶ τὴν πίστη τῆς Ἐκκλησίας στὸν Τριαδικὸ Θεὸ καὶ γιὰ τὴν ἐνανθρώπηση τοῦ Υἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ. Ἂν ὁ Χριστιανισμὸς καὶ οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας καὶ κατὰ συνέπεια, ἡ Ἐκκλησία δὲν ἔχουν ἀνθρωπιστικὸ χρακτήρα, διδασκαλία καὶ προοπτική, διερωτῶμαι τὶ μπορεῖ νὰ εἶναι ἀνθρωπισμὸς καὶ ποιὸς ἄλλος μπορεῖ νὰ καταθέσει τὶς ἀξίες τοῦ Χριστιανικοῦ ἀνθρωπισμοῦ; Ὁ ἄνθρωπος εἶναι δημιούργημα τοῦ Θεοῦ καὶ ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, λαμβάνοντας τὴν ἀνθρώπινη φύση μὲ τὴ συνεργία τοῦ ἁγίου Πνεύματος, τοῦ πρόσφερε τὴ σωτηρία, τὴ δυνατότητα νὰ ἀπαλλαγεῖ ἀπὸ ὅ,τι ταπεινώνει καὶ ἀποανθρωποιεῖ τὸν ἄνθρωπο γιὰ νὰ τὸν ὁδηγεῖ στὸν ἁγιασμό. Ἡ μεγαλύτερη τιμὴ ἀκόμα εἶναι τὸ γεγονὸς ὅτι ἔχει ἐγκαταστήσει αἰωνίως τὴν ἀνθρώπινη φύση ἑνωμένη στὴν ὑπόσταση τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ, στὰ “δεξιὰ” τοῦ Θεοῦ Πατέρα. Τὸ πλέον χαρακτηριστικὸ  δῶρο γιὰ τὸν ἄνθρωπο εἶναι ἡ ἐλευθερία καὶ τὸ αὐτεξούσιό του. Σὲ αὐτὴ τὴ σταθερὰ τῆς παιδείας καὶ τῆς πίστης γίνεται ἡ ἀναφορὰ τοῦ Μ. Βασιλείου μὲ τὴν πρόταση: “ἡ θεωρία τοῦ Ὄντος”. “῎Εσεσθε οὖν ὑμεῖς τέλειοι, ὥσπερ ὁ πατὴρ ὑμῶν ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς τέλειός ἐστιν” (Μτ. 5,48). Θέτουμε τὸν ἑαυτό μας ἐνώπιόν τοῦ Θεοῦ καὶ καταβάλλουμε προσπάθεια νὰ μιμηθοῦμε τὴν τελειότητα τοῦ παραδείγματος, γιατὶ ὁ Θεὸς εἶναι ὁ κατ᾽ ἐξοχὴν παδαγωγός.


Γιὰ νὰ μὴ θεωρηθεῖ ὅμως ὅτι ὁ Μ. Βασίλειος, μὲ μία τέτοια πρόταση ἀποκλείει τὴν ἄλλη γνώση, ἡ ὁποία ὀνομάσθηκε ῾θύραθεν᾽, κάνει μία σημαντικὴ σύνθεση μὲ τὴν περιγραφὴ μιᾶς εἰκόνας. Ἡ θεωρία τοῦ ὄντος, ποὺ δὲν εἶναι τίποτα ἄλλο ἀπὸ τὴν πίστη καὶ τὴ σχέση μας μὲ τὸν Θεό, παράγει καρποὺς ἁγιασμοῦ, δικαιοσύνης, ἀγάπης, εἰρήνης, σεβασμοῦ τοῦ συνανθρώπου μας, σεβασμοῦ τῆς δημιουργίας καὶ τοῦ περιβάλλοντος. Οἱ καρποὶ αὐτοὶ καὶ ἄλλοι πολλοὶ εἶναι οἱ καρποὶ τοῦ δένδρου, ποὺ ἀντιστοιχοῦν στὶς ἀρετὲς ποὺ πρέπει νὰ κοσμοῦν τὸν ἄνθρωπο. Κατὰ τὸν Μ. Βασίλειο, τὰ φύλλα προστασίας τῶν καρπῶν εἶναι ἡ θύραθεν παιδεία. Στὴ σκέψη τοῦ ἱεροῦ Πατέρα, ἐπιπρόσθετα, τὸ δένδρο μὲ τοὺς καρπούς, ποὺ αὐτὴ τὴ φορὰ προσφέρουν τὴ ζωή, συγκρίνεται μὲ τὸ δένδρο τοῦ Παραδείσου, τοῦ ὁποίου ὁ καρπὸς ὁδήγησε στὴν πτώση, γιατὶ θέλησαν οἱ ἄνθρωποι νὰ ἀποβάλουν τὸν Θεό ἀπὸ τὴ ζωή τους καὶ νὰ τὸν ἀντικαταστήσουν μὲ τὸν ἑαυτό τους. Οἱ καρποί, ἑπομένως, τῆς πίστεως καὶ τῆς παιδείας εἶναι αὐτοὶ ποὺ συνθέτουν τὴν πίστη καὶ τὴν ἠθική συμπεριφορὰ καὶ ἀποτελοῦν ἀναγκαῖο συνοδὸ γιὰ τὸν κάθε ἄνθρωπο και τὶς ἀνθρώπινες ἀξίες καὶ γι᾽ αὐτὸ πρέπει νὰ ἀποτελοῦν στόχους τῆς παιδείας. Ἐπειδὴ προσφάτως δημιουργήθηκε σάλος γιὰ κάποια περιστατικὰ ὅσον ἀφορᾶ τὴ διδασκαλία τῶν θρησκευτικῶν, θὰ πρέπει νὰ δηλώσουμε ἀπερίφραστα ὅτι αὐτὰ φανερώνουν ἀρρωστημένη θρησκευτικότητα ποὺ ἀντιτίθενται στὴ διδασκαλία τῶν Πατέρων και τῆς Ἐκκλησίας στὸ σύνολό της.


Ἡ ἱστορία τῆς συνθέσεως τοῦ Χριστιανισμοῦ μὲ τὸν Ἑλληνισμό, ποὺ δὲν εἶναι ἁπλῶς ἕνα σύνθημα, οὔτε ἕνα ἰδεολόγημα, ἔχει μετατραπεῖ σὲ μήτρα Χριστιανικοῦ καὶ Ἑλληνικοῦ πολιτισμοῦ. Ἀρκεῖ μία μικρὴ παρατήρηση γιὰ νὰ διαπιστώσουμε τὴν πραγματικότητα αὐτή. Γερμανὸς φιλόσοφος, συνειδητοποιώντας τὸ μέγεθος καὶ τὴν ἀξία τῆς Ἑλληνικῆς φιλοσοφίας, διατύπωσε μὲ χαρακτηριστικὸ τρόπο τὴν ἔκπληξή του λέγοντας, ῾μισῶ τοὺς Ἕλληνες φιλόσοφους γιατὶ εἶπαν τὰ πάντα καὶ δὲν ἄφησαν κάτι γιὰ ἐμᾶς᾽. Κατ᾽ ἀντίστοιχο τρόπο μὴ Ἕλληνας ὀρθόδοξος θεολόγος εἶπε ὅτι ἄν θέλουμε νὰ γίνουμε ἀληθινοὶ θεολόγοι καὶ γιατὶ ὄχι καὶ αὐθεντικοὶ Χριστιανοί, πρέπει νὰ γίνουμε Ἕλληνες, ἐννοῶντας ὅτι οἱ Ἕλληνες Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μᾶς ἔχουν διδάξει τὴν ἀληθινὴ θεολογία μὲ τὴ θεολογικὴ σκέψη καὶ τὰ συγγράμματά τους. Καὶ στὶς δύο περιπτώσεις ὅμως, τὸ ὄργανο τῆς φιλοσοφικῆς καὶ θεολογικῆς σκέψεως εἶναι ἡ Ἑλληνικὴ γλῶσσα. Ὁ προβληματισμός μου εἶναι κατὰ πόσο μποροῦμε σήμερα νὰ γίνουμε εἴτε Ἕλληνες φιλόσοφοι εἴτε ἀληθινοὶ θεολόγοι καὶ αὐθεντικοὶ Χριστιανοὶ μὲ τὴν χωρὶς ἐπίπεδο ἐκμάθυνση ἤ καὶ τὴν κακοποίηση τῆς Ἑλληνικῆς γλῶσσας καὶ τὴν παραθεώρηση παιδείας καὶ τῆς σχέσώς μας μὲ τὸν Θεό.


Θα έλεγα ὁλοκληρώνοντας, ναὶ στὴν ποιοτητικὴ παιδεία ἀπό τὸ κράτος καὶ τοὺς φορεῖς τῆς παιδείας, ἀλλὰ ἡ ἔκκλησή μου πρὸς τοὺς γονεῖς εἶναι νὰ μὴ θέτουν σὲ δεύτερη μοίρα τὴν πνευματικὴ καὶ γνωσιολογικὴ παιδεία τῶν παιδιῶν τους. Ὁ Χριστὸς εἶπε χαρακτηριστικά: “Τίς ἐστιν ἐξ ὑμῶν ἄνθρωπος, ὃν ἐὰν αἰτήσῃ ὁ υἱὸς αὐτοῦ ἄρτον, μὴ λίθον ἐπιδώσει αὐτῷ; καὶ ἐὰν ἰχθὺν αἰτήσῃ, μὴ ὄφιν ἐπιδώσει αὐτῷ;” (Μτ. 7,9-19). Γι᾽ αὐτὸ καὶ ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος συμβουλεύει τοὺς γονεῖς νὰ μὴ προσφέρουν ὡς κληρονομία μόνο τὰ ὑλικά, ποὺ εὔκολα σκορπίζονται, ἀλλὰ τὰ πνευματικὰ καὶ σταθερά (Ἐπιστ. 61). Ἡ σύγχρονη παιδεία μας καὶ βεβαίως δὲν θὰ ἀγνοήσει οὔτε θὰ ἀπορρίψει τὴν τεχνολογία καὶ τὴν ἐπιστήμη. Προφανέστατα ὅμως, πρέπει νὰ ἀποβάλει τὸν χρηστικό της χαρακτήρα, ποὺ ἔχει μοναδικὸ στόχο τὴν ἐπιτυχία τῶν ἐξετάσεων καὶ τὴν εἴσοδο στὰ Πανεπιστήμια, πνίγοντας καὶ μηδενίζοντας τὶς πραγματικὲς ἀξίες καὶ τοὺς πραγματικοὺς στόχους. Ἐν κατακλείδι, σύμφωνα μὲ τὸν Μ. Βασίλειο, ἡ σταθερὰ ἀξία ποὺ προσφέρει ἐγγύηση στὴν ὁλοκλήρωση τῆς προσωπικότητας, μετὰ τὴ συγκέντρωση τῶν ποικίλων γνώσεων, εἶναι ἡ θεωρία τοῦ ὄντος τῆς Ἑλληνικῆς κοσμοθεωρίας καὶ ἡ θεωρία τοῦ Θεοῦ τῆς Χριστιανικῆς Ἀποκαλύψεως.


Η αγωγή των παιδιών κατά τους 3 Ιεράρχες

 Πρωτ. Χριστοδούλου Χρ. Χριστοδούλου


Οἱ Τρεῖς Ἱεράρχες παρουσιάζουν ἕνα πλούσιο ποιμαντικό, φιλανθρωπικό, θεολογικὸ καὶ συγγραφικὸ ἔργο. Τὸ συγγραφικό τους ἔργο καλύπτει ὅλα τὰ θέματα ποὺ ἀπασχολοῦσαν τοὺς ἀνθρώπους τῆς ἐποχῆς τους. Ὡς ποιμένες μεριμνοῦν καὶ ἀγωνίζονται γιὰ τὸ ποίμνιό τους καὶ κάθε στιγμὴ βρίσκονται στὸ πλάι τῶν πιστῶν στηρίζοντάς τους στὰ προβλήματά τους. Γι’ αὐτὸ καὶ στὰ συγγράμματά τους οἱ πατέρες αὐτοί, δὲν καταπιάνονται μόνο μὲ θεολογικὰ θέματα, ἀλλὰ καὶ μὲ ζητήματα ποὺ ἀφοροῦν στὸν τρόπο λειτουργίας τῆς κοινωνίας, τὶς ἀνθρώπινες σχέσεις, τὴν οἰκογένεια, τὴν ἀνατροφὴ τῶν παιδιῶν, τὴν παιδεία, τὸν πολιτισμό, τὴν ἐργασία. Προβλήματα ὅπως ἡ δουλεία, ἡ ἀνισότητα εἰς βάρος τῶν γυναικῶν, τὰ ἐργατικὰ θέματα, οἱ δυσλειτουργίες στὸν γάμο καὶ στὴν οἰκογένεια ἀπασχολοῦν πολὺ συχνὰ τοὺς τρεῖς μεγάλους Πατέρες. Μελετώντας μὲ προσοχὴ τὰ ἔργα τους βλέπουμε ὅτι λόγω τῆς ἐμπειρίας τους καὶ τῆς ἀγάπης τους γιὰ τὸν ἄνθρωπο, ἀλλὰ πάνω ἀπ’ ὅλα χάρη στὸν θεῖο φωτισμὸ οἱ Τρεῖς Ἱεράρχες δίνουν στὰ προβλήματα αὐτὰ ἀπαντήσεις, ποὺ ἀνταποκρίνονται πλήρως στὶς ἀνάγκες τῶν ἀνθρώπων, ἀκόμα καὶ τῆς δικῆς μας ἐποχῆς.


Τὸ θέμα, τὸ ὁποῖο θα προσπαθήσω νὰ προσεγγίσω ἄπόψε εἶναι βέβαια πολὺ πλατὺ καὶ μὲ πολλὲς παραμέτρους καὶ γι’ αὐτὸ θὰ περιοριστῶ στὴν παρουσίαση ἁπλῶς κάποιων ἀπόψεων τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν γιὰ τὴν ἀγωγὴ καὶ τὴν ἀνατροφὴ τῶν παιδιῶν.


Μελετώντας τὰ συγγράμματα τῶν τριῶν αὐτῶν πατέρων διαπιστώνει κανεὶς πόσο ἐπίκαιροι καὶ διαχρονικοὶ εἶναι. Εἰδικότερα γιὰ τὸ θέμα τῆς ἀγωγῆς τῶν παιδιῶν ἐκπλήσσει τὸ ἀνοικτὸ πνεῦμα, μὲ τὸ ὁποῖο βλέπουν τὰ πράγματα καὶ πόσο μπροστὰ ἦταν γιὰ τὴν ἐποχή τους σὲ θέματα παιδαγωγικῆς καὶ ψυχολογίας. Οἱ Τρεῖς Ἱεράρχες, ὡς γνωστὸν εἶχαν πολὺ ψηλὴ ἐπιστημονικὴ κατάρτιση, καὶ γι’ αὐτὸ στὶς ὁμιλίες τους κάνουν χρήση τῶν γνώσεων καὶ τῶν ἐμπειριῶν τους. Ὅμως πάνω ἀπ’ ὅλα τὶς ὁμιλίες τους διέπουν ἡ ἀγάπη, τὸ ἐνδιαφέρον γιὰ τὸν ἄνθρωπο. Οἱ Τρεῖς Ἱεράρχες ὅταν μιλοῦν γιὰ ὁποιοδήποτε θέμα, δὲν μιλοῦν μόνο ὡς φιλόσοφοι καὶ πολυσπουδασμένοι ἐπιστήμονες, ἀλλὰ κυρίως μιλοῦν ὡς πατέρες. Τὸ ὁμολογεῖ ὁ ἴδιος ὁ Μέγας Βασίλειος ἀπευθυνόμενος πρὸς τοὺς νέους: «Πολλοὶ λόγοι, ἀγαπητά μου παιδιά, μὲ κάνουν νὰ σᾶς δώσω αὐτὲς τὶς συμβουλές. Πιστεύω ὅτι εἶναι οἱ καλύτερες καὶ θὰ σᾶς ὠφελήσουν, ἂν τὶς κάνετε κτῆμα σας. Ἔχω προχωρημένη ἡλικία. Ἀσκήθηκα στὴ ζωὴ μὲ πολλοὺς τρόπους. Ἔτσι, ἔχω κάμποση πείρα στὰ ἀνθρώπινα πράγματα. Μπορῶ, λοιπόν, σ᾿ αὐτοὺς ποὺ πρωτομπαίνουν στὸ στάδιο τῆς ζωῆς, νὰ δείξω τὸν ἀσφαλέστερο δρόμο. Νὰ ξέρετε ὅτι σᾶς ἀγαπῶ ὅπως οἱ  γονεῖς σας. Κι ἐσεῖς μὲ βλέπετε σὰν πατέρα σας, ἔτσι θαρρῶ». Μέσα ἀπὸ αὐτὴ τὴν προοπτικὴ λοιπὸν θὰ ἐπιχειρήσω νὰ προσεγγίσω τὴ διδασκαλία τους ποὺ ἀφορᾶ στὴν ἀγωγὴ τῶν παιδιῶν ἀπὸ γονεῖς καὶ δασκάλους.


Λέω πρῶτα ἀπὸ τοὺς γονεῖς καὶ μετὰ ἀπὸ τοὺς δασκάλους, γιατὶ δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι τὴν πρώτη καὶ κύρια εὐθύνη γιὰ τὴν ἀγωγὴ τῶν παιδιῶν ἔχουμε πρῶτα οἱ γονεῖς καὶ ὕστερα  τὸ σχολεῖο, τὸ εὑρύτερο οἰκογενειακὸ περιβάλλον (παπποῦδες, γιαγιάδες) καὶ οἱ ὑπόλοιποι φορεῖς (Ἐκκλησία, πολιτεία, πολιτιστικοὶ φορεῖς κ.λπ.). Ὅπως χαρακτηριστικὰ τονίζει ὁ ἅγιος Ἰωάννης Χρυσόστομος: «Πάνω ἀπ’ ὅλα, πρώτη φροντίδα μας πρέπει νὰ εἶναι ἡ οἰκογένεια, τὰ παιδιά μας. Γιατὶ γονιὸς δὲν εἶναι αὐτὸς ποὺ ἔφερε παιδιὰ στὸν κόσμο, ἀλλὰ ἐκεῖνος ποὺ κουράστηκε νὰ τὰ ἀναθρέψει. Τὸ κτίσιμο τοῦ χαρακτήρα τοῦ παιδιοῦ γίνεται ἀπὸ τοὺς γονεῖς».


Εἶπα πιὸ πάνω ὅτι οἱ Τρεῖς Ἱεράρχες εἶναι πάντα διαχρονικοὶ καὶ ἐπίκαιροι. Γι’ αὐτὸ μποροῦν νὰ δώσουν ἀπαντήσεις σὲ πολλὰ θέματα ποὺ ἀπασχολοῦν  τοὺς γονεῖς καὶ τοὺς δασκάλους στὴν ἐποχή μας. Θὰ φέρω ἕνα παράδειγμα. Πρὶν λίγες μέρες εἶχα μιὰ συζήτηση μὲ γονεῖς γιὰ τὴν ἀσφάλεια στὸ διαδίκτυο. Ὅλοι συμφωνούσαμε ὅτι τὸ ίντερνετ εἶναι ἕνα πολὺ σημαντικὸ μέσο ποὺ μᾶς προσφέρει πολλὲς εὐκολίες, ἀλλὰ καὶ χρήσιμες πληροφορίες. Ὅμως ταυτόχρονα ὑπάρχουν πολλοὶ κίνδυνοι, οἱ ὁποῖοι εἰσβάλλουν στὸ σπίτι μας χωρὶς νὰ μποροῦμε οἱ γονεῖς νὰ πάρουμε ἰδιαίτερα μέτρα γιὰ τὴν ἀσφάλεια τῶν παιδιῶν μας. Πόσο πράγματι ἐπίκαιρος εἶναι ὁ Μέγας Βασίλειος, ὅταν τονίζει ὅτι ὀφείλουμε νὰ μάθουμε τὰ παιδιά μας νὰ κάνουν σωστὲς ἐπιλογές, νὰ ξεχωρίζουν τί εἶναι ὠφέλιμο καὶ τί βλαβερό. Στὸ ἔργο του μὲ τίτλο Πρὸς τοὺς νέους, πῶς ἂν ἐξ ἑλληνικῶν ὠφελοῖντο λόγων,στὸ ὁποῖο διδάσκει τὴ χρησιμότητα τῶν ἀρχαίων ἑλληνικῶν κειμένων, τονίζει παράλληλα ὅμως ὅτι πρέπει οἱ νέοι ποὺ μελετοῦν τὰ κείμενα αὐτὰ νὰ εἶναι προσεκτικοὶ καὶ νὰ ἐπιλέγουν μόνο τὰ ὠφέλιμα νοήματα ἀπὸ τὴν ἀρχαία ἑλληνικὴ γραμματεία. Προτρέπει τοὺς νέους νὰ ἀκολουθοῦν τὸ παράδειγμα τῶν μελισσῶν: «Οἱ μέλισσες δὲν πετᾶνε σὲ ὅλα τὰ λουλούδια μὲ τὸν ἴδιο τρόπο. Κι ὅπου καθίσουν, δὲν κοιτᾶνε νὰ τὰ πάρουν ὅλα. Παίρνουν μονάχα ὅσο χρειάζεται στὴ δουλειά τους καὶ τὸ ὑπόλοιπο τὸ παρατοῦν καὶ φεύγουν. Ἔτσι κι ἐμεῖς ἂς παίρνουμε ὅ,τι εἶναι ὠφέλιμο καὶ τὰ ὑπόλοιπα νὰ τὰ ἀφήνουμε πίσω μας. Κι ὅπως, κόβοντας τὸ τριαντάφυλλο, ἀποφεύγουμε τ᾿ ἀγκάθια τῆς τριανταφυλλιᾶς, ἔτσι κι ἀπὸ τὰ κείμενα αὐτὰ θὰ πάρουμε ὅ,τι εἶναι χρήσιμο καὶ θὰ φυλάξουμε τὸν ἑαυτό μας ἀπ᾿ ὅ,τι εἶναι ἐπιζήμιο».


Ὅμως αὐτὸ εἶναι εὔκολο νὰ τὸ πετύχουμε; Καταρχὰς ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος τονίζει ὅτι ἡ ἀγωγὴ τῶν παιδιῶν ξεκινᾶ ἀπὸ πολύ νωρίς. Ἀπὸ τὴν ἐμβρυακὴ ἀκόμα ἡλικία, ἀπὸ τὴν μήτρα τῆς μάνας του τὸ παιδὶ παίρνει μηνύματα γιὰ τὴ ζωή. Λέει ἐπίσης ὅτι ἂν δὲν μπορέσεις νὰ μεταδώσεις τὰ σωστὰ διδάγματα στὸ παιδί κατὰ τὴν περίοδο τῆς παιδικῆς ἡλικίας, ὅπου τὸ παιδὶ ἀποδέχεται πιὸ εὔκολα τὶς συμβουλὲς τῶν γονιῶν του, τότε μὴν περιμένεις νὰ πετύχεις πολλὰ πράγματα ὅταν θὰ μπεῖ στὴν ἐφηβία καὶ θὰ ἀρχίσει ἡ ἀμφισβήτηση. Ὅταν εἶναι ἀκόμα πολὺ μικρὰ τὰ  παιδιά σας, καταλήγει ὁ ἱερὸς πατήρ, σπείρετε στὶς ψυχές τους τὸν σπόρο τοῦ καλοῦ καὶ θὰ δεῖτε ὅτι αὐτὸς θὰ καρποφορήσει σὲ μεγαλύτερη ἡλικία. Γιατὶ καμιὰ συμβουλὴ καὶ παραίνεση δὲν πάει χαμένη.


Ὁ Μέγας Βασίλειος, ἀπὸ τὴν ἄλλη μιλᾶ μὲ πολὺ νοσταλγία γιὰ τὰ παιδικά του χρόνια καὶ τὰ ὅσα τοῦ πρόσφεραν οἱ γονεῖς του. Τὴν παρακαταθήκη τῶν γονιῶν τὴν χαρακτηρίζει ὡς σπόρο ποὺ ἐμφυτεύεται βαθιὰ στὴν ψυχὴ τῶν παιδιῶν, ὅπου αὐξάνεται καὶ καρποφορεῖ: «Τὴν πίστη ποὺ ἀπὸ παιδὶ διδάχθηκα ἀπὸ τὴ μακαρία μητέρα μου Ἐμμέλεια καὶ τὴ γιαγιὰ μου τὴ Μακρίνα, αὐτὴ τὴν πίστη τὴν ἐμφύτευσα βαθιὰ μέσα μου καὶ τὴν ἄφησα ν’ αὐξάνεται. Ὅπως ἕνας σπόρος, ὅταν φυτευτεῖ στὴ γῆ, μεγαλώνει καὶ βγάζει περισσότερους καρπούς, ἔτσι κι ἐγὼ τὶς ἀλήθειες ποὺ μοῦ παρέδωσαν οἱ γονεῖς μου τὶς αὔξησα μέσα μου, χωρὶς ὅμως νὰ ἀλλοιώσω τὸ παραμικρόν».


Ὅμως οἱ Τρεῖς Ἱεράρχες δὲν περιορίζουν τὴν ἀγωγὴ τῶν παιδιῶν στὴ δύναμη τοῦ λόγου. Δηλαδὴ δὲν πιστεύουν ὅτι τὰ παιδιὰ τὰ διδάσκουμε μόνο μὲ τὰ λόγια μας. Ἀντίθετατονίζουν μὲ ἔμφαση τὴ εὐεργετικὴ δύναμη ποὺ ἔχει τὸ καλὸ παράδειγμα γονιῶν καὶ δασκάλων καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη τὴν καταστροφικὴ ἐνέργεια ποὺ μπορεῖ νὰ ἔχει ἕνα κακὸ παράδειγμα. Ὁ θεολόγος καὶ ποιητὴς Γρηγόριος λέει σὲ ἕνα ποίημά του:


Πάντα νά διδάσκεις μέ τό παράδειγμά σου.


Ὄχι ὅσα κτίζεις μέ τά λόγια σου


νά τά γκρεμίζεις μέ τίς λανθασμένες ἐνέργειές σου.


Θά χρειασθεῖς λιγότερα λόγια, ἄν πράττεις ὅσα πρέπει.


Γιατί… ὁ ζωγράφος διδάσκει περισσότερο μέ τίς ζωγραφιές του.


Καὶ ἀφοῦ ἀναφερθήκαμε πιὸ πάνω στὸ θέμα τοῦ διαδικτύου, διερωτώμαστε: ἄραγε πῶς ἕνας γονιὸς μπορεῖ νὰ ἀποτρέψει τὰ παιδιὰ του ἀπὸ τὴν κακὴ χρήση τοῦ διαδικτύου, ἐὰν ὁ ἴδιος εἶναι προσκολλημένος στὸ κινητό του, τὸ τάμπλετ ἢ τὸν ὑπολογιστή του, χάνοντας τὴν προσωπική-ἄμεση ἐπαφὴ μὲ τὰ παιδιά του;


 Ἐκτὸς ἀπὸ τὴ διδασκαλία μέσω τοῦ παραδείγματος οἱ Τρεῖς Ἱεράρχες τονίζουν ἐπίσης τὴν ἀξία τῆς ἐξατομικευμένης ἀγωγῆς. Δηλαδὴ τόσο ἡ ἀνατροφὴ τῶν παιδιῶν ἀπὸ τοὺς γονεῖς, ὅσο καὶ ἡ ἀγωγὴ στὸ σχολεῖο πρέπει νὰ λαμβάνει ὑπόψη τὰ ἰδιαίτερα χαρακτηριστικὰ κάθε παιδιοῦ. Ὀφείλουμε νὰ ἀντιμετωπίζουμε τὰ παιδιὰ ὡς πρόσωπα μοναδικὰ μὲ ἰδιαίτερα χαρίσματα καὶ ὄχι ὡς μάζα.


 Ἐπίσης καὶ οἱ τρεῖς Πατέρες προβάλλουν συχνὰ τὴν ἔννοια τοῦ μέτρου στὴν ἐπικοινωνία μας μὲ τὰ παιδιά. Δηλαδὴ μὲ μέτρο πρέπει νὰ γίνεται ἡ ἐκδήλωση τῆς ἀγάπης μας, ὥστε νὰ μὴ φτάνουμε στὸ σημεῖο νὰ καλομαθαίνουμε τὰ παιδιὰ ἰκανοποιώντας ὅλες τὶς ἐπιθυμίες τους. Ἀπὸ τὴν ἄλλη μὲ μέτρο πάλι πρέπει νὰ γίνονται οἱ παρατηρήσεις, χωρὶς νὰ τα προσβάλλουμε καὶ νὰ τὰ μειώνουμε. Λέει ὁ Χρυσόστομος Ἰωάννης: «Καὶ οἱ ἔλεγχοι χρειάζονται καὶ οἱ παρατηρήσεις, ἀλλὰ μὲ μέτρο καὶ μὲ διάκριση. Πάνω ἀπ’ ὅλα νὰ εἶναι ἡ ἀγάπη. Ἀπὸ τὴν ἄλλη ὅμως, δὲν σημαίνει ὅτι θὰ ἰκανοποιοῦμε κάθε ἐπιθυμία τοῦ παιδιού, γιατὶ τότε τοῦ κάνουμε ζημιά. Τὸ κάνουμε ἐγωκεντρικὸ καὶ μὲ ἕνα τέτοιο χαρακτήρα θὰ δυστυχήσει μέσα στὸν κόσμο».


Ὁ Μέγας Βασίλειος καταδικάζει τὴν παιδαγωγία ποὺ γίνεται μὲ θυμὸ καὶ ὀργή· δὲν διαφωνεῖ ὅμως ὅτι χρειάζεται καὶ ὁ ἔλεγχος καὶ ἡ τιμωρία ἀκόμα. Λέει χαρακτηριστικά: «Εἶναι ἀποτελεσματικότερη ἡ παιδαγωγία ποὺ γίνεται μὲ λογικὸ καὶ ἤπιο τρόπο, παρὰ ἐκείνη ποὺ συνοδεύεται ἀπὸ τὸν θυμὸ καὶ τὴν ὀργή. Γι’ αὐτὸ τὰ σφάλματα τῶν νέων πρέπει νὰ τὰ διορθώνουμε μὲ πατρικὴ ἀγάπη καὶ εὐσπλαχνία καὶ μὲ μεθόδους παιδαγωγικές, χρησιμοποιώντας γιὰ κάθε σφάλμα τὴν κατάλληλη τακτική, τὴν κατάλληλη θεραπεία». Ἐνῶ γιὰ τὴν τιμωρία τονίζει ὅτι «ὅταν τιμωροῦμε ἢ γινόμαστε αὐστηροὶ μὲ τὰ παιδιά, ἀλλὰ παράλληλα ξέρουν ὅτι τὸ κάνουμε ἀπὸ ἀγάπη καὶ ὄχι ἀπὸ κακία, τότε δέχονται μὲ ταπείνωση τὴν τιμωρία». Πόσο μεγάλη δύναμη ἔχει πράγματι ἡ ἡρεμία καὶ ἡ πραότητα γονιῶν καὶ δασκάλων, ποὺ μιλᾶ κατευθείαν στὶς ψυχές τῶν παιδιῶν! Γιατί, ὅπως παρατηρεῖ ὁ Γρηγόριος Θεολόγος,  «Ἡ πραότητα τῶν γονέων στὰ ἀτίθασα παιδιά τους μπορεῖ νὰ ἔχει θετικό ἀποτέλεσμα. Πολλὲς φορὲς οἱ γονεῖς ἀντιμετωπίζουν μὲ ὑπομονὴ τὶς κακίες τοῦ παιδιοῦ τους καὶ συγκρατοῦν τὴν ὀργή τους ἀπὸ ἀγάπη γιὰ τὰ παιδιά τους. Αὐτό εἶναι ὠφέλιμο, γιατὶ ἡ πραότητα τοῦ πατέρα πάντοτε συγκρατεῖ τὰ παιδιά, ἐνῶ ἡ ἀλαζονία του γεννᾶ τὸ θράσος τῶν παιδιῶν».


 Ὅπως εἶπα στὴν ἀρχή, τὸ θέμα τῆς ἀγωγῆς τῶν παιδιῶν καὶ εἰδικότερα, ὅπως αὐτὸ παρουσιάζεται μέσα ἀπὸ τὰ θεόσοφα συγγράμματα τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν, εἶναι ἕνα θέμα τὸ ὁποῖο δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ τὸ καλύψουμε μέσα ἀπὸ μιὰ ὁμιλία.


Ὅπως ἐγὼ ὡς γονιός, ἔτσι κι ἐσεῖς, γονεῖς καὶ δάσκαλοι, παραδεχόμαστε ὅτι ὅλα ὅσα εἴπαμε πιὸ πάνω εἶναι οἱ ἰδανικὲς προϋποθέσεις καὶ μέθοδοι γιὰ τὴν ἀνατροφὴ καὶ ἀγωγὴ τῶν παιδιῶν μας. Ἀναγνωρίζουμε ὅμως ταυτόχρονα ὅτι δὲν εἶναι εὔκολο νὰ ἐφαρμοσθοῦν μὲ τελειότητα. Γιατὶ ἀκόμα καὶ ἄν ξέρουμε τὸ σωστό, δὲν εἶναι εὔκολο πάντα νὰ τὸ ἐφαρμόζουμε στὴν πράξη. Χρειάζεται κόπος πολύς, προσπάθεια, χρειάζεται νὰ ἔχουμε μετάνοια, νὰ ἀναγνωρίζουμε δηλαδή τὰ λάθη ποὺ κάνουμε ὡς γονεῖς καὶ νὰ προσπαθοῦμε νὰ τὰ διορθώνουμε. Χρειάζεται νὰ ἔχουμε πνεῦμα αὐτοθυσίας, νὰ ἀφήνουμε πίσω τὴν ξεκούρασή μας, νὰ εἴμαστε σὲ συνεχῆ ἐγρήγορση καὶ ἐπαγρύπνηση γιὰ τὰ παιδιά μας. Μὲ ἄλλα λόγια ὁ γονιὸς δὲν βρίσκει ποτὲ τὴν ἠσυχία του. Πάνω ἀπ’ ὅλα ὅμως αὐτὸ ποὺ χρειάζεται εἶναι ἡ θεία φώτιση, ἡ ἐνίσχυση ἀπὸ τὸν Θεό, ἡ προσευχὴ ποὺ καὶ ἐμᾶς καὶ τὰ παιδιά μας φωτίζει.


Προτρέπει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος: «Θέλεις νὰ διορθώσεις τὸ παιδί σου; Νὰ τὸ προστατεύσεις ἀπὸ τοὺς κινδύνους; Δάκρυσε, προσευχήσου στὸν Θεὸ καὶ ταυτόχρονα πιάσε τὸ παιδὶ κατ’ ἰδίαν καὶ συμβούλευσέ το, παρηγόρησέ το, στήριξέ το, δεῖξε ἀγάπη μαζὶ μὲ προσευχή». Ὁ Γρηγόριος Θεολόγος, μιλώντας γιὰ τοὺς ἅγιους γονεῖς του (ἅγιος Γρηγόριος ἐπίσκοπος Ναζιανζοῦ καὶ ἁγία Νόννα), συνδυάζει μέσα σὲ λίγες προτάσεις τὰ τρία βασικὰ στοιχεῖα τῆς ἀγωγῆς ποὺ ἀναλύσαμε πιὸ πάνω: ἀγάπη, παράδειγμα, προσευχή: «Οἱ γονεῖς μου ἦταν καὶ οἱ δύο φιλότεκνοι καὶ φιλόχριστοι, ἀγαποῦσαν τὰ παιδιά τους καὶ ἀγαποῦσαν τὸ Χριστό. Καὶ τὸ πιὸ παράξενο εἶναι ὅτι ἦταν περισσότερο φιλόχριστοι ἀπ’ ὅ,τι φιλότεκνοι, ἀφοῦ καὶ ἀπὸ τὰ παιδιά τους μία ἀπόλαυση περίμεναν· νὰ ἔχουν δυνατὴ πίστη καὶ ἀγάπη στὸν Χριστό. Σπλαχνικοί, συμπονετικοί, ἔσωζαν μὲ προσευχὲς καὶ συμβουλὲς τὰ παιδιά τους ἀπὸ τὸ κακό. Ἡ πολυτιμότερη κληρονομιὰ ποὺ μᾶς ἄφησαν ἦταν τὸ παράδειγμα τῆς ἁγιότητάς τους».


Ἐπειδὴ ξεκίνησα μὲ τὴν ἀγάπη, μὲ τὴν ἀγάπη θέλω καὶ νὰ κλείσω. Ὁ ἅγιος Ἰωάννης Χρυσόστομος, ὁ μεγάλος αὐτὸς ἑρμηνευτὴς τοῦ Εὐαγγελίου καὶ ὁλόκληρης τῆς Ἁγίας Γραφῆς, ὑποστηρίζει ὅτι ἂν συνέβαινε κάτι καὶ χάνονταν ὅλα τὰ κείμενα τῆς Ἁγίας Γραφῆς, ἀλλὰ σωζόταν μόνο ἡ παραβολὴ τοῦ Ἀσώτου, αὐτὴ θὰ ἦταν ἀρκετὴ γιὰ νὰ γνωρίζουμε ἡ Χριστιανοὶ ποιὸς εἶναι ὁ Θεός μας, ποὺ δὲν εἶναι ἄλλος ἀπὸ τὸν σπλαχνικὸ πατέρα τοῦ ἀσώτου, ποὺ γεμάτος ἀγάπη συγχωρεῖ τὰ πάντα. Ἡ ἀγάπη αὐτὴ τοῦ σπλαχνικοῦ Θεοῦ Πατέρα εἶναι τὸ πρότυπο κάθε γονιοῦ, κάθε δασκάλου. Γιατί, ὅπως παρατηρεῖ ὁ Ἰωάννης Χρυσόστομος, «οἱ ὡραιότερες μέρες τῆς ζωῆς ἑνὸς παιδιοῦ εἶναι οἱ ὧρες τῆς ἐκδηλώσεως τῆς  στοργῆς τῶν γονέων, καὶ  τῆς πατρικῆς ἀγάπης τοῦ δασκάλου, τῆς μητρικῆς ἀγάπης τῆς δασκάλας. Αὐτὲς  οἱ στιγμὲς μένουν ἀνεξήτιλες στὴ μνήμη τοῦ παιδιοῦ, τοῦ μαθητῆ,  καὶ εἶναι οἱ ἰσχυρότερες καὶ ἀποφασιστικότερες στιγμὲς ἀναμνήσεως  στὴ μετέπειτα ζωή. Ἔχουμε πολλὰ παράδειγμα παραστρατημένων παιδιῶν ποὺ ὅταν ἐνθυμήθηκαν αὐτὲς τὶς ὧρες τῆς ἄπειρης  ἀγάπης τῶν γονέων  καὶ τῶν  παιδαγωγῶν τους,  δασκάλων καὶ καθηγητῶν,   συγκλονίσθηκαν, ἦλθαν στὸν ἑαυτό τους σὰν τὸν ἄσωτο υἱὸ τῆς παραβολῆς καὶ   ἀποφάσισαν νὰ διορθωθοῦν γιὰ πάντα».




* Ὁμιλία ἡ ὁποία ἐκφωνήθηκε στὴν Παγκοινοτικὴ Ἐκδήλωση γιὰ τὴ Γιορτή τῶν Γραμμάτων (Αἴθουσα Δημοτικοῦ Σχολείου Ἁγίου Γεωργίου-Βρυσούλλων-Ἀχερίτου, 20 Φεβρουαρίου 2015).

Το μέτρο, η διάκριση και οι Τρεις Ιεράρχες (Πρωτοπρ. Βασιλείου Ι. Καλλιακμάνη)

 Πρωτ. Βασιλείου Ι. Καλλιακμάνη, Καθηγητή Θεολογικής Σχολής Α.Π.Θ.


α) Οι άνθρωποι του Πνεύματος αναζητούν, σε κάθε εποχή, το μέτρο. Όμως, το μέτρο δεν έχει σχέση με τη μετριότητα, αλλά με την άριστη ποιότητα. Χρησιμοποιείται στην αρχιτεκτονική, τη μουσική, τη φιλοσοφία, την τέχνη, αλλά και άλλες επιστήμες. Στην παρούσα συνάφεια ενδιαφέρει περισσότερο η φιλοσοφική και θεολογική διάσταση του θέματος, που μπορεί να επηρεάσει την πολιτική σκέψη και ευρύτερα την κοινωνία.


β) Ο Αριστοτέλης ορίζει την αρετή ως μεσότητα. Εννοεί τη μεσότητα, όχι με τη μαθηματική έννοια του όρου -δηλαδή, το μισό του 100 είναι το 50- αλλά την πρακτική φιλοσοφία. Μεσότητα είναι η ισορροπία, που βρίσκεται ανάμεσα στις ακρότητες της υπερβολής και της έλλειψης. Λ.χ. η αλαζονεία και η μικροπρέπεια -ως ακρότητες- είναι κακίες, ενώ η μετριοφροσύνη είναι μεσότητα, δηλαδή αρετή. Ανάμεσα στο θράσος και τη δειλία βρίσκεται το θάρρος και η ανδρεία. Ανάμεσα στην παρόρμηση και την αδράνεια βρίσκεται η σύνεση.


γ) Η μεσότητα υιοθετείται από την αγιοπατερική παράδοση της Εκκλησίας ως αρετή και τελειότητα. Γράφει ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος: Ανάμεσα στις κακίες βρίσκεται η αρετή, όπως το τριαντάφυλλο μεταξύ στυγερών και οξύτατων αγκαθιών.. Ενώ αλλού τονίζει: “Μεσότητα όταν είπω, αλήθειαν λέγω”. Ο Μ. Βασίλειος επίσης, ακολουθώντας την αριστοτελική σκέψη διδάσκει: “Η μεσότης και συμμετρία είναι αρετή, οι υπερβολές και ελλείψεις καταντούν αμετρία και αίσχος”. Ενώ ο ιερός Χρυσόστομος, που θεωρούταν “ακραίος”, υπολόγιζε πάντοτε χωρίς “ίδιον όφελος” και απέβλεπε στη σωτηρία ακόμη και των διωκτών του, διακρινόμενος από υπερβολή αγάπης και έλλειψη εκδικητικότητας!


δ) Συναφής όρος στη θεολογία και θεμελιώδης ποιμαντική αρχή είναι η “θεαυγεστάτη διάκρισις”, η οποία ως διαυγής οφθαλμός της ψυχής συνδυάζει άριστα προσωπική και κοινωνική ευθύνη. Το ότι χάθηκε το μέτρο σε παγκόσμιο επίπεδο, διαπιστώνεται εύκολα από τις ετήσιες εκθέσεις Ανθρώπινης Ανάπτυξης του ΟΗΕ, όπου περιγράφονται τα δεινά της ανθρωπότητας. Και μπορεί στη χώρα μας να βιώνουμε έντονα την κρίση,  αλλού όμως τα παιδιά πεθαίνουν από έλλειψη πόσιμου νερού, εμβολίων και γάλακτος!


ε) Είναι επίσης εμφανέστατο, ότι το μέτρο χάθηκε και σε εθνικό επίπεδο. Με τις ακρότητες που παρατηρούνται στο δημόσιο βίο και την εύκολη αναπαραγωγή τους από τα λεγόμενα Μέσα Ενημέρωσης, είναι δύσκολο να επικρατήσει η νηφαλιότητα, η κοινή λογική και το μέτρο. Αμετρία και ακρότητες παντού. Ακόμη και στον εκκλησιαστικό χώρο. Κι αυτό συμβαίνει, διότι ο ακραίος λόγος διεγείρει το θυμικό του ανθρώπου και θέλει να εντυπωσιάσει. Προκαλεί πρόσκαιρο ενδιαφέρον και δημιουργεί οπαδούς. Δεν έχει ουσία και δεν λειτουργεί παιδευτικά, αλλά ωφελιμιστικά και καταχρηστικά.


στ) Όταν το 1842 η Σύγκλητος του Πανεπιστημίου Αθηνών όριζε την τριακοστή Ιανουαρίου ως εορτή των γραμμάτων και της παιδείας, ήθελε προφανώς να αποτρέψει τις ακρότητες των νεότερων χρόνων. Διότι, στη συνέχεια και κάτω από δυσχερείς ιστορικές συγκυρίες, ο ελληνικός λαός βίωνε έναν ιδιότυπο πολιτιστικό διχασμό και αιωρούταν ανάμεσα στην αρχαία Ελλάδα και τη βυζαντινή Ελλάδα.


ζ) Κι επειδή -κατά κανόνα- η άρχουσα τάξη, αλλά και μεγάλο μέρος της ελληνικής διανόησης θέλησαν, αν όχι να διαγράψουν, αλλά να υποβαθμίσουν τη βαθιά ριζωμένη στο λαό μας χριστιανική παράδοση από την παιδεία και να θεωρήσουν τους Νεοέλληνες ως κατευθείαν απόγονους των αρχαίων Ελλήνων, οδηγηθήκαμε σε πολλά από τα σημερινά αδιέξοδα. Άραγε, σε ποια σχολεία μαθήτευσαν όσοι επαγγέλλονται σήμερα τον νεοπαγανισμό, το δωδεκαθεϊσμό και την τυφλή βία; Σε ποια σχολεία διδάχτηκαν ιστορία, όσοι πρεσβεύουν το νεο-μηδενισμό και απαξιώνουν τη χριστιανική παράδοση, που είναι συνυφασμένη με τη ζωή του λαού μας; Μήπως, τελικά, χρειάζεται να αναστοχασθούμε το μήνυμα της εορτής των Τριών Ιεραρχών, για να βρούμε το μέτρο;


(Δημοσιεύτηκε Στη “Μακεδονία Της Κυριακής” στις 27 Ιανουαρίου 2013)

Η κοινωνική προσφορά των Τριών Ιεραρχών μέσα στον κόσμο

 Δημητρίου Καραμάτσκου


Φιλανθρωπία


Εάν κάνουμε μια γενική θεώρηση της εποχής των Τριών Ιεραρχών, θα διαπιστώσουμε ότι, τα κύρια χαρακτηριστικά της εποχής αυτής ήταν η αλλαγή της πολιτικής νοοτροπίας, που προήλθε απ’ την κατάρρευση της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας και την ανάπτυξη της Ανατολής. Με την συνεχή μετακίνηση και τους πολέμους των διάφορων βάρβαρων φύλων έχουμε μια κοινωνική ανησυχία και αστάθεια που έφερε και την οικονομική αταξία. Η άνιση κατανομή των αγαθών, η εκμετάλλευση των φτωχών απ’ τους ισχυρούς -κύρια θέματα στα έργα του Χρυσοστόμου, αλλά και του Βασιλείου- η δουλεία, η μετακίνηση πληθυσμών στα μεγάλα αστικά κέντρα, είχαν ως αποτέλεσμα τη φτώχεια, τη δυστυχία και την κοινωνική ακαταστασία.


Μια εικόνα της κατάστασης αυτής μας δίνουν οι ίδιοι οι τρεις Ιεράρχες. Ο Μ. Βασίλειος μιλάει για «λιμό αγάπης». «Χάθηκε, λέγει, η δικαιοσύνη και ο καθένας κάνει ό,τι θέλει, και πνίγεται στη μονότητα και την ατομικότητά του».


Το κοινωνικό «πιστεύω» τους είναι κήρυγμα ισότητας και δικαιοσύνης. Είναι αδιανόητο για τη χριστιανική σκέψη των τριών Πατέρων να υπάρχουν πλούσιοι που χαίρονται τα αγαθά της γης, την ώρα που κάποιοι φτωχοί στερούνται τα πιο απαραίτητα αγαθά για τη συντήρησή τους. Ο Μ. Βασίλειος διδάσκει «να μην επιδιώκουμε την υπεροχή, να γνωρίσουμε την ισοτιμία της φύσεως και να αγαπήσουμε την ισοτιμία προς αυτούς που νομίζουν ότι υστερούν σε κάποια πράγματα» (P. G. 31, 1225).


Η ηθική διδασκαλία του Βασιλείου είναι εξόχως κοινωνική. Πιστεύει ότι αν δεν υπήρχε το έτερον, ο άνθρωπος δε θα μπορούσε να γνωρίσει τον εαυτό του. Τα υλικά αγαθά του ανθρώπου, ο πλούτος, δεν έχουν απόλυτη αξία. Ο σκοπός του πλούτου είναι κοινωνικός και πρέπει να κατανέμεται σ’ εκείνους που έχουν ανάγκη. Η εργασία είναι ευλογημένη, αλλά η εκμετάλλευση του κόπου του άλλου είναι ανεπίτρεπτη. «Κανένας δεν είναι δούλος εκ φύσεως. Διότι ή αφού καταδυναστεύθηκαν, οδηγήθηκαν στον ζυγό της δουλείας όπως συμβαίνει κατά την αιχμαλωσία ή έγιναν δούλοι εξαιτίας της φτώχειας». (Περί Αγ. Πνεύματος P.G. 32, 161-162)


Γράφει ο Μ. Βασίλειος (P. G. 31, 277). «Το ψωμί που κρατάς κρυμμένο ανήκει σ’ εκείνον που πεινά. Τα ρούχα που φυλάς στην αποθήκη σου είναι του γυμνού. Τα υποδήματα που έχεις και σαπίζουν είναι του ξυπόλυτου. Τα λεφτά που τα καταχωνιάζεις είναι εκείνου που δεν έχει».


Σε άλλο σημείο λέει: «Μη φανούμε οι λογικοί άνθρωποι σκληρότεροι από τα ζώα. Γιατί εκείνα χρησιμοποιούν αυτά που από τη φύση της βλαστάνει η γη, από κοινού… Εμείς όμως παίρνουμε για δικά μας αυτά που ανήκουν σε όλους, κρατάμε μόνο για μας αυτά που ανήκουν στους πολλούς… Ας μιμηθούμε την πρώτη ζωή των χριστιανών, που τα είχαν όλα κοινά, τη ζωή, την ψυχή, τη συμφωνία, το τραπέζι κοινό και ήταν αδιαίρετη αδελφότητα, αγάπη ανυπόκριτη, που έκανε τα πολλά σώματα ένα» (P. G. 31, 324/5).


Στο έργο του Ομιλία προς τους πλουτούντας γράφει: «Γνωρίζω ότι πολλοί νηστεύουν, προσεύχονται, στε­νάζουν, φανερώνουν όλη την ανέξοδη ευλάβεια, δεν α­φήνουν όμως ένα οβολό σ’ αυτούς που θλίβονται. Ποιο το όφελος τους από την λοιπήν αρετή; Διότι δεν τους δέ­χεται η βασιλεία των ουρανών, καθώς είναι ευκολότερο, να περάσει μία καμήλα από την τρύπα μιας βελόνας παρά να εισέλθει ένας πλούσιος στην βασιλεία των ουρα­νών». (P.G. 31, 288A)


Για τον Γρηγόριο το Θεολόγο η ισότητα και η δίκαιη κατανομή των αγαθών ξεκινάει από τη μίμηση της δικαιοσύνης και ισότητας του Τριαδικού Θεού. Γράφει: «Να ντραπείτε σεις που κρατάτε όσα ανήκουν στους άλλους και να μιμηθείτε την ισότητα του Θεού και δε θα μείνει κανένας φτωχός. Ας μη καταβάλλουμε κόπους για να θησαυρίζουμε, ενώ άλλοι καταβάλλονται από τη φτώχεια» (P. G. 35, 889).


Μπροστά στη γέννηση και το θάνατο βλέπει ο Γρηγόριος την εξίσωση των ανθρώπων: «Μίαν καί τήν αύτήν γῆν μητέρα ἔχομεν καί τόπον… μηδέν πλέον ἀλλήλων ἔχοντες» (P. G. 36, 225)


Η φιλοπτωχία αποτέλεσε το αντικείμενο μιας ομιλίας του Γρηγορίου, στην οποία γράφει: «Σε όλους τους πτωχούς πρέπει να ανοίξουμε τα σπλάχνα μας και σε όσους κακοπαθούν για οποιαδήποτε αιτία, σύμφωνα με την εντολή «χαίρειν μετὰ χαιρόντων, καὶ κλαίειν μετὰ κλαιόντων» και να προσφέρουμε τον έρανο της χρηστότητάς μας είτε τη χρειάζονται εξαιτίας της χηρείας, είτε εξαιτίας της ορφάνιας, είτε εξαιτίας της αποξένωσης από την πατρίδα τους, είτε εξαιτίας της ωμότητας των δεσποτών και το θράσος των αρχόντων είτε εξαιτίας της απανθρωπίας των εφοριακών είτε εξαιτίας των ληστών και την απληστία των κλεπτών, είτε τη δήμευση είτε το ναυάγιο». (P.G. 35, 864, 1-865, 2).


Το παράδειγμα της φιλανθρωπίας του Χριστού, που μας αγάπησε και έδωσε τη ζωή του για μας είναι αυτό που προβάλλει ο Γρηγόριος, για να παροτρύνει τους πιστούς να μην βδελύσσονται τους λεπρούς, που ήταν αποκρουστικοί και φόβητρο για τους ανθρώπους. Γράφει στο ίδιο έργο «Περί φιλοπτωχείας»: «Εμείς λοιπόν που έχουμε λάβει τέτοιο υπόδειγμα ευσπλαχνίας και συμπαθείας τι μπορούμε να κάνουμε γι’ αυτούς; Θα τους παραβλέψουμε; Θα τους προσπεράσουμε; Θα τους εγκαταλείψουμε σαν νεκρούς, σαν βδελυγμένους, σαν τα ερπετά και τα θηρία; Καθόλου αδελφοί μου. Δεν είναι αυτή η συμπεριφορά για μας, που είμαστε θρέμματα του Χριστού, του αγαθού ποιμένος».


Ο Χρυσόστομος θεωρώντας ότι όλα τα επίγεια αγαθά είναι του Θεού αρνείται ουσιαστικά την ιδιοκτησία και φέρνει στο προσκήνιο την έννοια της χρήσης του πλούτου. Γράφει: «Το δικό μου και το δικό σου είναι απλά λόγια. Στην πραγματικότητα δεν υπάρχουν, γιατί δεν έχουμε τίποτε δικό μας, όλα είναι του Θεού» (P. G. 61, 85).


«Γι’ αυτό κλαίω και πονώ – λέγει ο Χρυσόστομος – βλέποντας να σπανίζει τόσο η αρετή ανάμεσά μας, κάθε μέρα να αυξάνει η κακία και η φιλαυτία εκείνων που δεν έχουν φόβο Θεού. Κλαίμε για την ορφάνια και για το ότι οι φτωχοί είναι απροστάτευτοι (από την εκμετάλλευση των πλουσίων)».


Πιστεύει ακόμη ο Χρυσόστομος ότι για ν’ αποκτήσει κάποιος πλούτη θα περάσει αναγκαστικά απ’ το δρόμο της αδικίας. Γράφει λοιπόν: «Πες μου από πού έχεις τον πλούτο σου; από πού τον πήρες; και ο άλλος από πού; από τον παππού του, λέει, από τον πατέρα του. Θα μπορέσεις άραγε, ανεβαίνοντας πολύ πίσω στη γενιά σου, ν’ αποδείξεις ότι η απόκτηση του πλούτου είναι δίκαιη; Δε θα μπορέσεις όμως, αλλά αναγκαστικά η αρχή και η ρίζα της θα ξεκινούν από κάποια αδικία. Από πού το συμπεραίνω; Γιατί ο Θεός από την αρχή δεν έκανε τον ένα πλούσιο και τον άλλο φτωχό… αλλά έδωσε σ’ όλους την ίδια γη» (P. G. 62, 562/3).


Μια γνώμη του Χρυσοστόμου δείχνει πόσο προωθημένος ήταν ο κοινωνικός προβληματισμός των Πατέρων της Εκκλησίας. Ελέγχει με δριμύτητα την ασπλαχνία των πλουσίων και δικαιολογεί τη χρήση βίας από εκείνον που πεινά και θεωρεί αυτή τη βία σαν πράξη άμυνας εναντίον του καταπιεστή. Γράφει: «Δε φρίττεις, άνθρωπε, δεν κοκκινίζεις από ντροπή, όταν χαρακτηρίζεις επιτιθέμενον αυτόν που παλεύει για το ψωμί του; Αυτός αν και φέρεται επιθετικά, ωστόσο δικαιούται τη συμπάθειά μας, γιατί τόσο πολύ πιέζεται από την πείνα, ώστε αναγκάζεται να φορέσει το προσωπείο της επιθετικότητας… Και πρέπει να σου πω ακόμα πως αυτός που επιτίθεται στην πραγματικότητα είσαι συ, γιατί αν και έρχεσαι τακτικά στην Εκκλησία και ακούς τα κηρύγματά μου, στην αγορά εν τούτοις προτιμάς και το χρυσάφι και τις επιθυμίες και τις ανθρώπινες φιλίες σου, παρά τις δικές μου προτροπές». (Ερμηνεία στην προς Ρωμαίους Επιστολή, P. G. 60, 535-538).


Το κήρυγμά του δεν περιείχε αφηρημένες έννοιες ευσέβειας, αλλά σαφή και συγκεκριμένα χριστιανικά παραγγέλματα: «Ποιος μπορεί να είναι περισσότερο άδικος από τους γαιοκτήμονες και από αυτούς που καρπώνονται τον πλούτο της γης; Αν εξετάσει κάποιος πώς συμπεριφέρονται προς τους άθλιους και ταλαίπωρους γεωργούς, θα διαπιστώσει ότι είναι περισσότερο άγριοι και από τους βαρβάρους… Τους χρησιμοποιούν σαν όνους και ημιόνους, μάλλον δε σαν λίθους χρησιμοποιούν τα σώματά τους, μη επιτρέποντας ούτε να αναπνεύσουν για λίγο και όταν η γη προσφέρει και όταν δεν προσφέρει το ίδιο τους καταπιέζουν και δεν τους συγχωρούν τίποτε. Τι χειρότερο υπάρχει από αυτό, όταν ενώ κοπιάζουν ολόκληρο χειμώνα και εξαντλούνται στο κρύο και τη βροχή, αναχωρούν με άδεια χέρια και επιπλέον είναι και οφειλέτες… Με ποια λόγια μπορεί να αφηγηθεί κανείς τον τρόπον με τον οποίον μεταχειρίζονται τους ανθρώπους προς ίδιον όφελος, αυτούς που με κόπους και ιδρώτες γεμίζουν τους ληνούς (πατητήρια κρασιού) και τα ελαιοτριβεία και δεν τους επιτρέπουν να πάρουν για το σπίτι τους ούτε ένα μικρό μέρος, αλλά τοποθετούν ολόκληρο τον καρπό στα πιθάρια της παρανομίας τους και γι’ αυτό τον κόπο τους δίνουν λίγα αργύρια;»[2]. (Εδώ έχουμε ήδη την αναφορά στην έννοια της υπεραξίας, που αποτέλεσε τον πυρήνα της Μαρξιστικής φιλοσοφίας. Όπως βλέπουμε οι μεγάλοι πατέρες προηγήθηκαν του Μαρξισμού στην ανάλυση της κοινωνικής αδικίας).


Δεν ήταν κατά του πλούτου, αλλά κατά της εκμετάλλευσης και της κακής χρήσης του πλούτου, ο οποίος μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για την άσκηση της αρετής. Γράφει ο ιερός Χρυσόστομος: «Ο πλούτος θεωρείται μεν από πολλούς ότι είναι καλό πράγμα, αλλά δεν είναι καλό απλώς, αν δεν τον χρησιμοποιήσει κάποιος όπως πρέπει. Γιατί αν ο πλούτος ήταν απλώς καλός, θα έπρεπε και αυτοί που τον κατέχουν να είναι καλοί. Αν όμως όλοι οι πλούσιο δεν είναι ενάρετοι αλλά μόνο αυτοί που τον χρησιμοποιούν καλά, ο πλούτος δεν είναι καλός αυτός καθ’ αυτόν αλλά είναι ένα υλικό που βρίσκεται μπροστά μας για την άσκηση της αρετής».[3]


Ενώπιον Θεού οι ενάρετοι είναι οι πραγματικά πλούσιοι, διότι οι άνθρωποι στην επόμενη ζωή το μόνο που μπορούν να πάρουν μαζί τους είναι οι καλές πράξεις και όχι τα υλικά αγαθά. Οι πλούσιοι στη ζωή αυτή, θα κριθούν από το Θεό με αυστηρότερα κριτήρια από ό,τι οι φτωχοί.


Με μια τέτοια θεώρηση της ζωής σαν αφετηρία οι τρεις αυτοί μεγάλοι Πατέρες της Εκκλησίας μας γίνονται οι πραγματικοί κοινωνικοί εργάτες, χωριστά απ’ το θεολογικό τους έργο και την προσφορά τους στα Γράμματα. Και αυτή η θεώρηση δεν έμεινε μια απλή θεωρία σε φιλοσοφικό επίπεδο, αλλά έγινε πράξη και ζωή, αγώνας για μια κοινωνία ανθρώπινη, δίκαιη, χριστιανική.


Ο Μ. Βασίλειος άρχισε την ιερατική του σταδιοδρομία με μια θεαματική, όπως θα λέγαμε σήμερα, χειρονομία. Μόλις χειροτονήθηκε διάκονος μοίρασε το μεγαλύτερο μέρος της πατρικής του περιουσίας στους φτωχούς και κατόπιν αποσύρθηκε στον Πόντο μαζί με τον φίλο του Γρηγόριο για μια βαθιά προετοιμασία για το έργο που τον καλούσε ο Θεός κι ο λαός του Θεού ν’ αναλάβει.


Όταν επέστρεψε στην πατρίδα του την Καισάρεια χειροτονήθηκε πρεσβύτερος και άρχισε αμέσως ένα ευρύ κοινωνικό έργο, που είχε ως αποτέλεσμα αφενός την αντιζηλία του επισκόπου της Καισαρείας Ευσεβίου και αφετέρου τη βαθιά εκτίμηση κι αγάπη του λαού. Γι’ αυτό όταν πέθανε ο Ευσέβιος, όλος ο λαός της Καππαδοκίας στράφηκε μ’ εμπιστοσύνη στον Βασίλειο.


Την περιουσία που του είχε απομείνει τη διέθεσε στα έργα της αγάπης. Ένα τεράστιο κοινωνικό έργο ορθώνεται με τις προσπάθειες του Βασιλείου. Ιδρύει ένα ολόκληρο συγκρότημα φιλανθρωπικών ιδρυμάτων, που περιλάμβανε πτωχοκομείο, ορφανοτροφείο, γηροκομείο, ξενώνες και νοσοκομείο.


Μέχρι τότε κανένας κρατικός φορέας δεν είχε ενδιαφερθεί για τον πόνο και τις ανάγκες των μαζών, για το φτωχό λαό. Τώρα αρχίζει η κοινωνική μέριμνα και συστηματοποιείται. Ολόκληρη πόλη αποτελούσαν τα ιδρύματα αυτά, που ονομάστηκαν «Βασιλειάδα». Ο ίδιος συχνά υπηρετούσε στα ιδρύματα δίνοντας το παράδειγμα σ’ όσους είχαν επιφορτισθεί με τη λειτουργία τους.


Στα κηρύγματά του κήρυσσε πάντα την κοινωνική ισότητα, που επιτυγχάνεται μόνο με την αγάπη, την έμπρακτη αγάπη, που ο ίδιος εφάρμοσε.


Ο Βασίλειος ευεργετούσε τους πάντες χωρίς διακρίσεις θρησκεύματος και εθνικότητας, ενώ σε δογματικά θέματα στάθηκε ακέραιος. Έτσι σ’ ένα λιμό, που το 368 μ.Χ. ξέσπασε στην Καισάρεια, ο Βασίλειος ευεργέτησε με τη Βασιλειάδα τους πάντες, Ορθοδόξους και Αρειανούς, Εθνικούς και Ιουδαίους.


Οι βαριές κοινωνικές και εκκλησιαστικές φροντίδες ήταν δυσβάστακτες για τον ασθενικό Ιεράρχη κι έτσι σε ηλικία μόλις 49 ετών πέθανε αφήνοντας πίσω ένα τεράστιο κοινωνικό και ηθικό έργο. Στην κηδεία του τόση ήταν η συρροή του κόσμου και ο συνωστισμός, ώστε πέθαναν μερικοί και μακαρίστηκαν απ’ τους συγχρόνους τους, γιατί συναπέθαναν με τέτοιον άνδρα. Ο Βασίλειος ίσως είναι ο μοναδικός στην ιστορία του κόσμου που ονομάστηκε, όταν ζούσε, απ’ τους συγχρόνους του «Μέγας».


Ένας απ’ τους ευγενέστερους χαρακτήρες του χριστιανικού Ελληνισμού, όπως πολύ εύστοχα ονομάστηκε, είναι ο Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός. Εκ φύσεως ήταν χαρακτήρας ευαίσθητος, επιεικής και φιλήσυχος. Όπως όλοι οι Μεγάλοι Πατέρες προσπάθειά του μόνιμη ήταν να συνδυάσει τη διδασκαλία με την πράξη, τη θεωρία με τη ζωή. Επιστρέφοντας από τον Πόντο, όπου ασκήτεψε με τον φίλο του Βασίλειο, βοήθησε τον πατέρα του Γρηγόριο, που ήταν επίσκοπος Ναζιανζού, στο κοινωνικό του έργο. Επίσης, σ’ όλη του την ιερατική σταδιοδρομία, και ως διάκονος, ως πρεσβύτερος και ως επίσκοπος, ενδιαφέρεται άμεσα για το λαό του Θεού σαν πραγματικός ποιμένας και αφιερώνεται πέρα απ’ το διδακτικό έργο σε μια κοινωνική μάχη για τα δίκαια του λαού, βοηθώντας το ποίμνιό του και τους φτωχούς γενικότερα σε κάθε ανάγκη ως πραγματικός ποιμένας.


Στην πατρίδα του τη Ναζιανζό υπερασπίζει το λαό απ’ τις καταπιέσεις και αυθαιρεσίες των πολιτικών αρχών. Η παντοδυναμία των αυτοκρατόρων και των επιτρόπων στις επαρχίες ήταν ανεξέλεγκτη. Σαν πραγματικός ποιμένας ύψωσε το ανάστημά του υπέρ των φτωχών και αδικουμένων, ζητώντας επιείκεια και δικαιοσύνη. Η επέμβαση του Γρηγορίου ήταν απαραίτητη, γιατί η κοινωνία ήταν παραδομένη στη διάθεση της απόλυτης μοναρχίας και των οργάνων της.


Η ζωή του ήταν απλή και φτωχή και κατά την περίοδο που ήταν επίσκοπος. Αυτό δυσαρέστησε τους αυλικούς και τους πλούσιους, γιατί ήλεγχε τη δική τους πολυτέλεια και την κενοδοξία, καθώς και τους ψευδοζηλωτές ιερωμένους και λαϊκούς, γιατί έδειχνε επιείκεια και συμπάθεια στους αδύνατους και σε όσους έσφαλλαν.


Όσον καιρό ήταν Αρχιεπίσκοπος, αλλά και αργότερα, οργάνωσε το κοινωνικό έργο της Εκκλησίας φροντίζοντας πέρα απ’ τις πνευματικές και για τις υλικές ανάγκες του λαού. Με διαθήκη του άφηνε όλη την περιουσία του στους φτωχούς της Εκκλησίας. Σίγουρα ήταν ένα πνεύμα περισσότερο θεωρητικό, με θεολογικό και ποιητικό έργο τεράστιο, χωρίς όμως να παραμελεί και το κοινωνικό έργο, όπως είπαμε.


Τέλος ο Ιωάννης, που ονομάστηκε Χρυσόστομος για τη ρητορική του δεινότητα, εργάστηκε ένα τεράστιο κοινωνικό έργο και άφησε κληρονομιά σε μας ένα παράδειγμα έξοχου διδασκάλου, πραγματικού Επισκόπου και ποιμένα. Ήταν ο αγαθότερος, ο πραότερος, ο επιεικέστερος των ανθρώπων, όταν επρόκειτο να σωφρονίσει, να συμβουλεύσει, συγκαταβατικός προς τους αδύνατους, αλλά αδυσώπητος προς την κακία και ασυνθηκολόγητος. Ως Αρχιεπίσκοπος περιόδευσε τη Λυκία και τη Φρυγία και πραγματοποίησε ένα πραγματικό ξεκαθάρισμα στις τάξεις του κλήρου. Καθαίρεσε δεκατρείς (13) Επισκόπους λέγοντας απροκάλυπτα, ότι το δηλητήριο της ακολασίας και της Σιμωνίας, της εξαγοράς δηλαδή με χρήματα των εκκλησιαστικών αξιωμάτων, είχε εισχωρήσει στις τάξεις του κλήρου. 


Κεραυνοβόλησε τη μαλθακότητα και την ακόλαστη ζωή των μεγιστάνων και των διεφθαρμένων κληρικών. Δεν κατονόμαζε τους διεφθαρμένους, για να μην κηλιδώνονται ονόματα, αλλά στηλίτευε τις ακόλαστες πράξεις τους. Είχε όλο το λαό με το μέρος του, έγινε το ίνδαλμα για τους κατατρεγμένους αλλά ήταν αδύνατο, αργά ή γρήγορα, να μην έρθει σε ρήξη με τις ανώτερες κοινωνικές τάξεις, το μεγαλύτερο μέρος τους κλήρου, που τα κηρύγματά του τους ήταν αφόρητα, και την ίδια την κυβέρνηση. Η Κωνσταντινούπολη έγινε δυο στρατόπεδα. Ο λαός με το μέρος του και οι ανώτερες κοινωνικές τάξεις εναντίον του. Εναντίον του στράφηκαν και ορισμένες κυρίες της βασιλικής αυλής, των οποίων τις αδυναμίες και την έκλυτη ζωή σατίριζε ο Χρυσόστομος. Επίσης η αυτοκράτειρα Ευδοξία στράφηκε εναντίον του και τον απομάκρυνε από την Κωνσταντινούπολη σαν ενοχλητικό ελεγκτή.


Όπως και οι άλλοι μεγάλοι Πατέρες της Εκκλησίας και ο Χρυσόστομος έστρεψε την προσοχή του στην άσκηση της φιλανθρωπίας περιθάλποντας στους κόλπους της Εκκλησίας όσους είχαν ανάγκη. Όταν ήταν στην Αντιόχεια, υπήρχε πλήθος ζητιάνων και τα 8/10 των κατοίκων της Αντιόχειας πεινούσε. Έτσι ίδρυσε ευαγή ιδρύματα, όπως πτωχοκομεία και γηροκομεία και καθιέρωσε το συσσίτιο για τους φτωχούς. Η Εκκλησία υπό την καθοδήγηση και φροντίδα του είχε αναλάβει τη διατροφή των φτωχών, των αρρώστων, των ξένων και των φυλακισμένων. Διέτρεφε τρεις χιλιάδες (3.000) χήρες και ορφανά και κοπέλες που ήταν άπορες. Στην Κωνσταντινούπολη ίδρυσε μια πλειάδα ευαγών ιδρυμάτων με σκοπό την ανακούφιση των φτωχών, ορφανών, ξένων και αρρώστων. Οργάνωσε και εκεί, όπως στην πατρίδα του το ημερήσιο συσσίτιο με το οποίο έτρεφε τους απόρους της Πόλης. Εφτά χιλιάδες (7.000) χήρες και ορφανά βρήκαν προστασία κοντά του. Όχι μόνο με το ζωντανό παράδειγμα, αλλά και με τα κηρύγματά του χτυπούσε τη πλουτομανία και τη φοβερή επίδειξη πλούτου. Κατήργησε κάθε πολυτέλεια στην εκκλησία, ενώ περιόρισε στο ελάχιστο τα έξοδα διατροφής του κλήρου, συγκέντρωσε και πούλησε διάφορα πολύτιμα σκεύη και τιμαλφή των ναών, που δεν ήταν απαραίτητα και τα χρήματα αυτά τα αξιοποίησε για έργα αγάπης.


Μεγάλο υπήρξε το ενδιαφέρον του Χρυσοστόμου για την Ιεραποστολή και τον εκπολιτισμό διάφορων βάρβαρων φυλών. Οργάνωσε ιεραποστολές στους Σκύθες, τους Γότθους, τους Πέρσες και τους Αρμενίους, τους Σύρους, τους Φοίνικες και τους Άραβες. Ακόμα και εξόριστος παρακολουθούσε το ιεραποστολικό έργο με ενδιαφέρον και βοηθούσε οικονομικά προσφέροντας όσα δώρα και χρήματα του χάριζαν οι φίλοι του από την Αντιόχεια και την Κωνσταντινούπολη. Με τα χρήματα αυτά έτρεφε τους φτωχούς της περιοχής, όπου ήταν εξόριστος και εξαγόραζε αιχμαλώτους και δούλους ολοκληρώνοντας το κοινωνικό και φιλανθρωπικό του έργο. Φρόντισε ακόμη οι Γότθοι του Βυζαντίου ν’ αποκτήσουν λατρεία στη δική του γλώσσα, τη γοτθική, ενώ ως τότε χρησιμοποιούσαν την ελληνική που τους ήταν ακατανόητη.


Αυτούς τους πραγματικά μεγάλους Πατέρες τιμά κάθε χρόνο στις 30 Ιανουαρίου η Εκκλησία μας, αλλά και η Παιδεία, γιατί και στα ελληνικά γράμματα και την εν γένει Παιδεία η συμβολή τους ήταν πρωτοποριακή. Δόξασαν το Θεό και λάμπρυναν την Εκκλησία με λόγια και έργα. Στάθηκαν κοντά στον άνθρωπο, τον πονεμένο και καταφρονεμένο από την εξουσία και τους δυνατούς.


Αυτούς, όπως λέγει ένα τροπάριο του Εσπερινού, αφού συγκεντρωθήκαμε, ας τους ευφημήσουμε. Οι φιλόσοφοι τους σοφούς, οι ιερείς τους ποιμένες, οι αμαρτωλοί τους προστάτες, τους συνοδοιπόρους οι οδοιπόροι, όσοι ταξιδεύουν στη θάλασσα τους κυβερνήτες, οι πάντες ας εγκωμιάσουμε τους θείους Ιεράρχες, «Βασίλειον τόν Μέγαν καί τόν θεολόγον Γρηγόριον σύν τῷ κλεινῷ Ἰωάννῃ τῷ τήν γλῶτταν χρυσορρήμονι».

Η ΙΕΡΩΣΥΝΗ ΟΠΩΣ ΤΗΝ ΑΝΤΙΛΑΜΒΑΝΕΤΑΙ ΕΝΑΣ ΕΚ ΤΩΝ ΤΡΙΩΝ ΙΕΡΑΡΧΩΝ Ο ΙΕΡΟΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ

 Διάκονος  Χαρίτων Θεοδώρου


Η ιερωσύνη  έχει ως βασική αποστολή της και σκοπό της, να αγιάσει και να και να οδηγήσει τον κόσμο εις την σωτηρία, την αγιότητα, την κατά χάριν θέωση, λαμβάνει την ύψιστη θέση των ενεργειών εν τω κόσμω και καθίσταται το μυστήριο των μυστηρίων της Εκκλησίας.


Πρόκειται για ένα εκ των μυστηρίων της Εκκλησίας κατά το οποίο ο χειροτονών επίσκοπος επιθέτει τα χέρια του στην κεφαλή του υποψηφίου ιερέως μεταδίδοντάς του έτσι την θεία χάρη και εξουσιοδοτώντας τον κατ’ αυτόν τον τρόπο να τελεί το κατ’ εξοχήν μυστήριο, την Θεία Ευχαριστία αλλά και τις υπόλοιπες ιερουργίες μέσω των οποίων αγιάζεται το πλήρωμα της Εκκλησίας. Συνεπώς στη συνείδηση της Εκκλησίας η ιερωσύνη είναι η συνέχιση της παρουσίας και του απολυτρωτικού έργου του Κυρίου μας Ιησού Χριστού στο εκκλησιαστικό σώμα και κατά προέκτασιν σε όλον τον κόσμο.


Η αρχή της Ιερωσύνης ανάγεται στον ίδιο τον Κύριό μας όπως εντοπίζουμε στο κατα Ιωάννην Ευαγγέλιο. “οὐχ ὑμεῖς με ἐξελέξασθε, ἀλλ’ ἐγὼ ἐξελεξάμην ὑμᾶς, καὶ ἔθηκα ὑμᾶς ἵνα ὑμεῖς ὑπάγητε καὶ καρπὸν φέρητε, καὶ ὁ καρπὸς ὑμῶν μένῃ, ἵνα ὅ,τι ἂν αἰτήσητε τὸν πατέρα ἐν τῷ ὀνόματί μου, δῷ ὑμῖν.”(15,16) και “εἶπεν οὖν αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς πάλιν· Εἰρήνη ὑμῖν. καθὼς ἀπέσταλκέ με ὁ πατήρ, κἀγὼ πέμπω ὑμᾶς. καὶ τοῦτο εἰπὼν ἐνεφύσησε καὶ λέγει αὐτοῖς· Λάβετε Πνεῦμα ἅγιον· ἄν τινων ἀφῆτε τὰς ἁμαρτίας, ἀφίενται αὐτοῖς, ἄν τινων κρατῆτε, κεκράτηνται.” (20,21-22).


Αρχικά έλαβαν την ιερωσύνη οι άγιοι απόστολοι κατά την ημέρα της Πεντηκοστής, όταν εν είδη πυρός το Πανάγιο Πνεύμα τους επεσκίασε μεταδίδοντάς τους τα μυριάριθμα χαρίσματά του, μεταξύ των οποίων και την ιερωσύνη. Στη συνέχεια οι απόστολοι “διά προσευχής και επιθέσεως των χειρών” μετέδιδαν το χάρισμα της ιερωσύνης σε πιστούς εγνωσμένης αρετής και πίστεως προκειμένου να εξασφαλίσουν την διαδοχή τους στη διαποίμανση της Εκκλησίας. Η επίθεση των χειρών του επισκόπου στην κεφαλή του εισερχομένου εις τα ενδότερα του καταπετάσματος (πρακτική από την οποία έλαβε το όνομά της και η ιερολογία του μυστηρίου) προκειμένου να του χορηγήσει το Άγιο Πνεύμα είναι δηλωτική της καθαρά μυστηριακής και υπερφυσικής θέσεως του υπουργήματος της ιερωσύνης καθώς και της ανυπέρβλητης πνευματικής εξουσίας της. “τελείται επί της γης, τάξη έχει επουρανίων πραγμάτων” μας βεβαιώνει ο ιερός Χρυσόστομος.


Τονίζεται δε ότι ο Ιερέας πρέπει να συνειδητοποιεί στο κάθε δευτερόλεπτο της επίγειας ζωής του την ύψιστη αποστολή του. Έχει δηλαδή την πνευματική ευθύνη του ποιμνίου το οποίο του έχει εμπιστευθεί η Εκκλησία. Αυτός είναι ο διδάσκαλος της αληθείας ως κήρυκας που διασαφινίζει στα ευήκοα ότα των Χριστιανών του τα υψιπετή νοήματα του Ευαγγελίου και των λογίων των αγίων πατέρων. Επίσης είναι αυτός που έχει το γενικό πρόσταγμα σε όποια άλλη εξωλατρευτική δραστηριότητα της ενορίας του, π. χ. Το φιλανθρωπικό και κοινωνικό έργο. Ο ιερέας είναι αυτός που δια του μυστηρίου της Μετανοίας παραδίδει τα αμαρτήματά μας στον αρχιποίμενα Χριστό ,και κάνοντας χρήση ενώς μεγάλου προνομίου, αυτού της αφέσεως των αμαρτιών, αν διακρίνει ειλικρινή μετάνοια, μας αποδίδει ακιλήδοτους στην κοινωνία των αγίων. Το κυριώτερο όμως, ο ιερέας είναι αυτός που ίσταται κατενώπιον του ιερού θυσιαστηρίου, και εκ μέρους του λαού τον οποίο και εκπροσωπεί προσφέρει την αναίμακτη θυσία, με τα ίδια του τα χέρια μελίζει και διαμερίζει τον αμνό του Θεού προκειμένου κάθε μέλος της εκκλησίας να γεύεται σώμα και αίμα Χριστού εις άφεσιν αμαρτιών και ζωήν την αιώνιον.


Μελετώντας κανείς τους «περί Ιερωσύνης» λόγους του ιερού Χρυσοστόμου θα διαβάσει πως η ιερωσύνη είναι μεγίστη απόδειξη της αγάπης στο Χριστό. Οι κληρικοί είναι διάκονοι μεγίστων δωρεών του Θεού. ο Απόστολος Παύλος, προσβλέποντας στο μέγεθος της αρχής του μυστηρίου, αισθάνεται περιδεής. Η ψυχή του κληρικού πρέπει να φωτίζει την οικουμένη με προβολή θείου φωτός. Γι αυτό πρέπει να είναι καθαρότερη και από αυτές τις ηλιακές ακτίνες. Πρέπει να απαστράπτει, για να ευχαριστεί και να φωτί­ζει τις ψυχές εκείνες που μπορούν να δουν. «Ω πόσον φρικτόν είναι το μυστήριον της Ιερωσύνης! Φάρος λαμπρός και πύργος ασάλευτος είναι ο κληρικός, είναι αμετακίνητο θεμέλιο, πού, από τη γη αγγίζει τον ουρανό. Και τι λέγω; Καθάπτεται τα υψηλότατα μέρη τον ουρανού, αφού ανεμπόδιστα έρχεται στους ουρανούς των ουρανών και «ιχνοβατεί» λαμπρά και εύκολα, εν μέσω των αγγελικών δυνάμεων. Η δωρεά του βαθμού της Ιερωσύνης ξε­περνά και λόγο και έννοια. Η Ίερωσύνη υψηλοπατεί στον ουρανό, όπου και μεταφέρει τα δάκρυα και τους στεναγμούς των ανθρώπων και τα προσφέρει στο Δεσπότη Χριστό. Επίσης παρακαλεί για συγχώρηση και έλεος και ευσπλαχνία από το Βα­σιλέα Κύριο. Είδες βαθμόν ιερόν πώς ευκόλως καθαιρεί τας κηλίδας των ψυχών; Ω τί μέγα βαθμόν έχει η φρικτή Ιερωσύνη. Το αξίωμα των κληρικών είναι μεγάλο, είναι μέγιστο. Το αξίωμα του ιερέως είναι μέγα και θαυμαστόν. Τό έργο τους είναι η θεραπεία της ψυχής. Ο πνευματικός ιατρός διορθώνει και θεραπεύει τον πληγωμένον. Το έργο τους είναι ο σταυ­ρός».


 Ο ιερός Χρυσόστομος αναφέρει, χωρίς τη σεμνή Ιερωσύνη δεν δίνεται στους ανθρώπους συγχώρηση αμαρ­τιών. Ο Σωτήρας έδωκε τους Αποστόλους και εκείνοι στους Επισκόπους την εξουσία και ποινής και συγχωρήσεως, αλλά και για τον κληρικό γράφει, Ο κληρικός πρέπει να είναι α­διάβλητος, σεμνός, φιλόξενος», να είναι ταπεινός, προση­νής, κοινωνικός, δίκαιος, θεραπευτικός, αδούλωτος, ήμερος, να είναι ζηλωτής, σαν τον Ηλία, κηδεμόνας, σαν τον Ιερεμία, σώφρων, σαν τον Ιωσήφ, άγιος, σαν τον Ιησού του Ναυή, φιλό­ξενος, σαν τον Αβραάμ, φιλόστοργος, σαν τον Δαυίδ, πράος, σαν τον Μωυσή. Για όλα αυτά, ας αγαπάμε τους Ιερείς είναι φίλοι του Θεού. Και πάντοτε πρεσβεύουσιν υπέρ ημών. Εάν κάποιος είναι ανάξιος, μη τον παραβλέψεις. Ο χρυσός δεν βλά­πτεται, όταν με τον πηλό συνυπάρχει. Έτσι ούτε η ιερωσύνη αμαυρώνεται, εκ τίνος καν ανάξιος. Εμείς οι ιερείς είμαστε ζυμωμένοι με αμαρ­τίες, ο Θεός δεν εμπιστεύεται ιερατικά καθήκοντα σε άγγελο, ούτε σε αρχάγγελο, γιατί αυτοί είναι αναμάρτητοι. Ο άνθρωπος παίρνει το ιερατικό αξίωμα από άλλο άνθρωπο, ώστε, όταν δει κάποιο να αμαρτάνει, να είναι περισσότερο φιλάνθρωπος προς τον αμαρτωλό άνθρωπο.

Η ελληνική και η κατά Χριστόν μόρφωσις, κατά τους τρεις Ιεράρχας

 † Αρχ. Γεώργιος Καψάνης


Ομιλία εκφωνηθείσα εις την εν Αγίω Όρει Αθωνιάδα Σχολήν τη 30η Ιανουαρίου 2001, εορτή των Τριών Ιεραρχών.


Εορτάζουμε σήμερα την μνήμη των τριών μεγάλων Ιεραρχών και οικουμενικών διδασκάλων της Εκκλησίας, Βασιλείου του Μεγάλου, Γρηγορίου του Θεολόγου και Ιωάννου του Χρυσοστόμου. Των τριών μεγίστων φωστήρων της Τρισηλίου Θεότητος.


Οι άμβωνες της Κωνσταντινουπόλεως, της Αντιοχείας, της Καισαρείας της Καππαδοκίας, της Ναζιανζού έγιναν αιώνιοι άμβωνες της Εκκλησίας, από τους οποίους οι τρεις Ιεράρχαι κηρύττουν την Ορθόδοξο Θεολογία και πίστι μας και μας υποδεικνύουν την γνησία Χριστιανική ζωή.


Γι’ αυτό και σε κάθε ακολουθία και Θεία Λειτουργία τους μνημονεύουμε. Ο μακαρισμός και έπαινός τους στην Εκκλησία του Θεού είναι πολύς, αδιάκοπος και αιώνιος.


Τιμώνται ιδιαίτερα ο καθένας την ημέρα της μνήμης του και όλοι μαζί σήμερα, ώστε οι Χριστιανοί να τους θεωρούν ισαξίους και ισοτίμους.


Μετά την απελευθέρωσι του Γένους από την φοβερή τουρκική σκλαβιά, η νεοελληνική πολιτεία καθιέρωσε η σημερινή εορτή τους να εορτάζεται και ως εορτή της Παιδείας.


Η καθιέρωσις της εορτής αυτής ως εορτής των Γραμμάτων και της Παιδείας ήταν επιβεβλημένη. Είναι αλήθεια ότι μετά την απελευθέρωσι οι ηγεσίες του Ελληνικού Κράτους, επηρεασμένες από τα δυτικά ρεύματα και πρότυπα και μάλιστα κατά την περίοδο της Αντιβασιλείας των Βαυαρών, δεν ετίμησαν και δεν αξιοποίησαν δεόντως την Παράδοσι του Γένους και κάποτε ασέβησαν απέναντι της, εκτός εξαιρέσεων.


Όμως η ανακήρυξις των Τριών Ιεραρχών ως προστατών της Ελληνορθοδόξου Παιδείας ήταν πράξις αξία της Παραδόσεως του Γένους, αφού οι Τρείς Ιεράρχαι συνδυάζουν την Χριστιανική διδασκαλία με την θύραθεν και μάλιστα την Ελληνική μόρφωσι.


Τον 4ον αιώνα που έζησαν οι τρεις Ιεράρχαι, υπήρχε διαμάχη μεταξύ Χριστιανισμού και Ελληνισμού. Υπήρχαν δύο αντίθετα άκρα. Το ένα εκ μέρους Χριστιανών που απέρριπταν τελείως την Ελληνική σοφία, λόγω του φόβου της ειδωλολατρείας. Το άλλο εκ μέρους των φανατικών ελληνολατρών-ειδωλολατρών, που οχι μόνο απέρριπταν την Χριστιανική πίστι αλλά και θεωρούσαν τους Χριστιανούς αναξίους να σπουδάζουν τα Ελληνικά Γράμματα. Κύριος εκπρόσωπός των ήταν ο ειδωλολάτρης Ιουλιανός ο Παραβάτης, συμμαθητής του Μεγάλου Βασιλείου και του αγίου Γρηγορίου στην Αθήνα, που όταν έγινε αυτοκράτωρ εξέδωκε διάταγμα κατά των Χριστιανών διδασκάλων, να μη διδάσκουν την Ελληνική φιλοσοφία.


Οι Τρεις Ιεράρχαι δεν παρασύρθηκαν από αυτά τα άκρα, αλλά προχώρησαν σε ένα μεγαλειώδη συνδυασμό – σύζευξι Χριστιανισμού και Ελληνικής σοφίας.


Γράφει σχετικώς ο άγιος Γρηγόριος: «Νομίζω ότι όλοι οι φρόνιμοι έχουν ομολογήσει, οτι η μόρφωσις είναι το πρώτον αγαθόν που έχομεν. Όχι μόνον αυτή η ευγενεστέρα και ιδική μας που περιφρονούσα κάθε κομψότητα και κάθε φιλοδοξίαν των λόγων κρατά μόνον την σωτηρίαν και το κάλλος των νοητών, αλλά και η εξωτερική μόρφωσις την οποίαν πολλοί Χριστιανοί από κακήν εκτίμησιν απορρίπτουν, διότι τάχα είναι ύπουλη και απατηλή και απομακρύνει από τον Θεόν». (Αγίου Γρηγορίου Θεολόγου, Επιτάφιος εις τον Μέγαν Βασίλειον, 11, Ε.Π.Ε. τ.6, σελ. 145).


Με τον φωτισμό του Αγίου Πνεύματος κατενόησαν δύο βασικές αλήθειες της Ορθοδόξου Πίστεως.


Πρώτον, ότι η Εκκλησία δεν ημπορεί να αδιαφορήση για τον κόσμο και εν προκειμένω για τον προχριστιανικό Ελληνισμό. Πρέπει να τον προσλάβη στο Σώμα Της, δηλαδή το Σώμα του Χριστού, για να τον θεραπεύση, γιατί όπως είχε διδάξει ο Μ. Αθανάσιος (τον οποίο ο Μ. Βασίλειος είχε προσωπικά γνωρίσει) «το γαρ απρόσληπτον και αθεράπευτον».


Και δεύτερον, ότι αυτή η πρόσληψις έπρεπε να γίνη με διάκρισι, σύμφωνα με το αποστολικόν τα «πάντα δοκιμάζετε το καλόν κατέχετε» (Α’ Θεσ. 5, 21). Θα έπρεπε λοιπόν να γίνη δεκτόν ό,τι καλόν είχε η αρχαία σοφία και να απορριφθή ως άχρηστο και επικίνδυνο για την ψυχή ό,τι αντίθετο προς την χριστιανική πίστι και ηθική υπήρχε σ’ αυτήν. Αν και από τα αρνητικά θα μπορούσαν να διδαχθούν οι Χριστιανοί, αφού από την σύγκρισί τους με τα καθ’ ημάς θα φανερωνόταν η αλήθεια και ανωτερότης της πίστεώς μας, όπως π.χ. από τις διηγήσεις περί των ερώτων και των αντιζηλιών των θεών.


Δεν θα μπορούσαν οι Τρείς Ιεράρχαι να κάνουν αυτή την κάθαρσι και πρόσληψι της Ελληνικής σοφίας, εάν οι ίδιοι δεν την είχαν σπουδάσει ή δεν είχαν αντιμετωπίσει κατά τρόπον όχι μόνο διανοητικό αλλά και υπαρξιακό το πρόβλημα. Οι δύο κόσμοι αντιπάλαιαν και αυτή η αντιπαλότης ζητούσε να λάβουν οι ίδιοι μία υπεύθυνη στάσι.


Είναι γνωστό ότι οι Τρεις Ιεράρχαι έλαβαν ανωτέρα πανεπιστημιακή μόρφωσι. Ο Μ. Βασίλειος και ο Άγιος Γρηγόριος σε διάφορα μορφωτικά κέντρα της εποχής των και τελικά εις τας “χρυσάς Αθήνας”, όπου υπήρχαν οι ανώτερες πανεπιστημιακές σπουδές.


Ήσαν ακόμη κατηχούμενοι. Αλλά διεκρίνοντο για το ήθος τους. Δεν συμμετείχαν σε διασκεδάσεις και άλλες εκδηλώσεις των συμφοιτητών τους. Δύο δρόμους εγνώριζαν: τον ένα προς την χριστιανική Εκκλησία και τον άλλο προς την Σχολή.


Έδειξαν έτσι από τότε ότι, ενώ ήσαν πιστοί Χριστιανοί νέοι, εκτιμούσαν και την Ελληνική σοφία. Πόσο καλά την έμαθαν, φαίνεται και από τα συγγράμματα που κατόπιν έγραψαν. Μάλιστα τον άγιο Γρηγόριο, όταν τελείωσε τις σπουδές του, δεν τον άφησαν να αναχωρήση από την Αθήνα μαζί με τον Μ. Βασίλειο, όπως είχαν συμφωνήσει, αλλά οι φοιτητικοί σύλλογοι τον κράτησαν και τον ανεβίβασαν στο καθηγητικό αξίωμα, όπου μόλις μετά δύο χρόνια ημπόρεσε να αναχωρήση.


Είναι γνωστό ακόμη οτι ο άγιος Χρυσόστομος εμαθήτευσε και στον περίφημο Λιβάνιο στην Αντιόχεια, ο οποίος, όταν ρωτήθηκε ποιόν θα άφηνε διάδοχό του, απήντησε: τον Ιωάννη, εάν δεν τον είχαν συλήσει οι Χριστιανοί.


Ο άγιος Γρηγόριος ήταν άριστος φιλόλογος. Εχειρίζετο θαυμάσια προφορικά και γραπτά την αττική διάλεκτο και έγραφε ποιήματα στο γλωσσικό ιδίωμα και στα μέτρα των αρχαίων ποιητών. Συνολικά έγραψε 19.000 στίχους.


Ο Μ. Βασίλειος εσπούδασε και εγνώριζε όχι μόνο την φιλοσοφία και ρητορική αλλά και την αστρονομία και την ιατρική και φυσική. Αυτή η γνώσις του φαίνεται και στην γνωστή Εξαήμερο, δηλαδή την ερμηνεία των εξ ημερών της Δημιουργίας του πρώτου κεφαλαίου της Γενέσεως.


Ομιλών ο άγιος Γρηγόριος για την μόρφωσι του Μεγ. Βασιλείου γράφει:


«Ποιος ήτο τόσο ικανός εις την ρητορικήν που πνέει φλόγα, αν και ο τρόπος του δεν είναι ρητορικός; Ποιος ήτο τόσο ικανός εις την γραμματικήν ή εξελλήνιζε την γλώσσαν; Ποίος συνεκέντρωνε τόσας γνώσεις, ήτο κάτοχος της στιχουργικής και έθετε νόμους εις την ποίησιν; Ποίος ήτο τόσον ικανός εις την φιλοσοφίαν αυτήν, που είναι υψηλή πράγματι και τείνει εις τα άνω, ειτε αναφέρεται εις πρακτικά και επιστημονικά θέματα είτε ασχολείται με λογικάς αποδείξεις και αντιθέσεις και αμφισβητήσεις και έχει ως γνωστόν το όνομα διαλεκτική; Έτσι είναι ευκολώτερον να περάσης μέσα από λαβυρίνθους παρά να διαφύγης εάν εχρειάζετο, από τα δίκτυα των λόγων εκείνου. Από την Αστρονομίαν, την γεωμετρίαν και τας σχέσεις της αριθμητικής επήρε τόσην μόρφωσιν, ώστε να μη κλονίζεται από τα παράδοξα των Επιστημών αυτών. Περιεφρόνησε το περισσόν ως άχρηστον δι’ όσους επιδιώκουν την ευσέβειαν.


Ωστε ημπορεί να θαυμάση κάποιος αυτό που επροτιμήθη περισσότερον από εκείνο που επεριφρονήθη και εκείνο που επεριφρονήθη περισσότερον από αυτό που επροτιμήθη. Την ιατρικήν που είναι καρπός της φιλοσοφίας και της φιλοπονίας του, την έκαμαν απαραίτητον και η ασθένεια του σώματός του και η περιποίησις των ασθενών. Από αυτά ήρχισε και επέτυχε την κατοχήν της τέχνης, κατοχήν που δεν περιορίζεται εις την επιφάνειαν και το χαμηλότερον επίπεδον, αλλά υψώνεται εις τας αρχάς και την επιστήμην. Τι σημασίαν όμως έχουν όλα αυτά, και ας είναι τόσον αξιόλογα, διά την διάπλασιν του χαρακτήρος του;» (Γρηγορίου του Θεολόγου, Επιτάφιος εις τον Μ. Βασίλειον, 23, Ε.Π.Ε. τ. 6, σελ. 169-171).


Τις απόψεις του Μ. Βασιλείου για την Ελληνική σοφία βρίσκουμε στον λόγο του «Προς τους νέους, Οπως αν εξ ελληνικών ωφελοίντο λόγων». Τον λόγο αυτό έγραψε σαν απάντησι στην απαγόρευσι που επέβαλε ο Ιουλιανός ο Παραβάτης στους Χριστιανούς νέους, να μη σπουδάζουν τα Ελληνικά γράμματα, αλλά και για καθοδήγησι των Χριστιανών νέων πως να σπουδάζουν αυτά.


Δεν είναι υπερβολή να ειπούμε, ότι οι Τρεις Ιεράρχαι ήσαν όσο ολίγοι άνθρωποι της εποχής των μορφωμένοι. Παρ’ όλα αυτά στην θύραθεν, την κοσμική, μόρφωσι έδιναν σχετική μόνο σημασία και αξία.


Κατά τον άγιο Γρηγόριο, η σοφία του Θεού είναι «κυρία», ενώ η σοφία του κόσμου «θεραπαινίς» (Γ. Σωτηρίου, Οι άγιοι Τρεις Ιεράρχαι, Μυτιλήνη 1993, σελ. 48).


Κατά δε τον Μέγα Βασίλειο, η Χριστιανική παιδεία είναι «ο καρπός», ενώ η Ελληνική παιδεία είναι «τα φύλλα», που όμως και αυτά χρειάζονται γιατί προσδίδουν ωραιότητα στον καρπό (Μ. Βασιλείου, Λόγος προς τους νέους, Ε.Π.Ε. τ. 7, σελ. 323).


Εγνώριζαν οι Τρεις Ιεράρχαι ότι ο άνθρωπος επλάσθη κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν του Δημιουργού και ότι με την αμαρτία των πρωτοπλάστων και όλων των ανθρώπων το κατ «εικόνα αρρώστησε, εφθάρη, έχασε την αρχική του ωραιότητα και λαμπρότητα και έτσι δεν ημπορεί να επιτύχη τον τελικό του σκοπό, που είναι το καθ’ ομοίωσιν, δηλαδή να ομοιάση με τον Θεό και έτσι να γίνη Θεός κατά Χάριν.


Τώρα ο άνθρωπος δεν εχει την ευμορφίαν του κατ’ εικόνα. Είναι παραμορφωμένος από τα πάθη. Όσο και αν μορφωθή με ανθρωπίνη σοφία, η παραμόρφωσις δεν θεραπεύεται. Πρέπει να ξαναβρή την αληθινή εικόνα του Θεού που είναι ο Χριστός, ώστε παίρνοντας την μορφή του Χριστού να θεραπευθή από τις παραμορφώσεις των παθών και της αμαρτίας, να επιτύχη τον ύψιστο προορισμό του, το καθ’ όμοίωσιν, την θέωσι.


Πράγματι τα πάθη, ο εγωισμός, η αμαρτία, η απιστία, παραμορφώνουν και ασχημίζουν τον άνθρωπο.


Αυτό είχαν πάθει και οι Γαλάται, που αν και είχαν πιστεύσει με το κήρυγμα του Αποστόλου Παύλου, εξέπεσαν και γι’ αυτό ο Απόστολος πονούσε μέχρις ότου με την μετάνοια λάβουν πάλι την μορφή του Χριστού: «Τεκνία μου, ους πάλιν ωδίνω, άχρις ου μορφωθή Χριστός εν υμίν» (Γαλ. 4,19). Γράφει σχετικώς ο ιερός Χρυσόστομος: «Διεφθείρατε… την εικόνα, απωλέσατε την συγγένειαν, την μορφήν ηλλοιώσατε˙ αναγεννήσεως ετέρας υμίν δει και αναπλάσεως» (Ομιλία εις την προς Γαλατάς, κεφ. δ’, Ε.Π.Ε. τ. 20, σελ. 332).


Αυτή την μόρφωσι ποθούσαν οι Τρεις Ιεράρχαι. Να λάβουν την μόρφωσι του Χριστού. Να γίνουν Χριστοειδείς. Αυτή, κατά τους Τρείς Ιεράρχας, είναι η ανωτέρα μόρφωσις, η αληθινή φιλοσοφία, η σώζουσα μόρφωσις.


Αυτή την μόρφωσι αποκτά ο Χριστιανός μέσα στην Εκκλησία.


Η Εκκλησία, μας λέγει ο άγιος Χρυσόστομος, είναι ιατρείον, όπου μπαίνουμε οι παραμορφωμένοι και άρρωστοι άνθρωποι για να ιαθούμε.


Στην Εκκλησία τα άγρια θηρία ημερώνονται. Οι λύκοι γίνονται αμνοί (βλ. Ομιλία εις το ρητόν «Ουδέποτε άφ’ εαυτού ποιεί ο Υιός ουδέν…», Ε.Π.Ε. τ. 27, σελ. 590).


Η Εκκλησία μας θεραπεύει από την παραμόρφωσι με την διδασκαλία Της, το κήρυγμα του Ευαγγελίου, την άσκησι, τα ιερά Της Μυστήρια, με το ποιμαντικό έργο των ποιμένων Της.


Στο άγιο Βάπτισμα εγκεντριζόμεθα στον Χριστό, στο άγιο Χρίσμα λαμβάνουμε την δωρεά του Αγίου Πνεύματος. Στην Θ. Ευχαριστία ενωνόμαστε με τον Χριστό. Με την μετάνοια όλο και περισσότερο πάσχουμε την καλήν αλλοίωσιν και ομοιάζουμε με τον Χριστό.


Κατά τον άγιο Χρυσόστομο, είναι δυνατόν και μετά την αμαρτία μας να μορφωθή ο Χριστός εν ημίν, εφ’ όσον «μόνον αφώμεθα της μετανοίας» (Ομιλία θ’ εις την προς Εβραίους Επιστολήν, Ε.Π.Ε. τ. 24, σελ. 438).


Οι Τρεις Ιεράρχαι τονίζουν ότι πολύ μας βοηθεί η προσευχή και η μελέτη των θείων Γραφών. Με όλα αυτά τα μέσα της αγάπης του Θεού οι ταπεινές και δεκτικές ψυχές μορφώνονται, λαμβάνουν την μορφή του Χριστού. Αυτή κατά τον άγιο Γρηγόριο είναι και η λαμπρότης του γένους, «η της εικόνος τήρησις και η προς το αρχέτυπον εξομοίωσις, όσον εφικτόν της σαρκός δεσμίοις» (Εις τον άγιον Κυπριανόν, Ε.Π.Ε. τ. 6, σελ. 118).


Αυτή η εν Χριστώ μόρφωσις του Χριστιανού δεν γίνεται από την μία ώρα στην άλλη. Χρειάζεται ισόβιος αγώνας. Στον αγώνα αυτό βοηθεί και η μίμησις του Χριστού. Γράφει ο Μ. Βασίλειος: «Διά τούτο η μετά σαρκός επιδημία Χριστού, αι των ευαγγελικών πολιτευμάτων υποτυπώσεις, τα πάθη, ο σταυρός, η ανάστασις˙ ώστε τον σωζόμενον άνθρωπον διά μιμήσεως Χριστού την αρχαίαν εκείνην υιοθεσίαν απολαβείν.


Αναγκαία τοίνυν εστί προς τελείωσιν η Χριστού μίμησις» (Περί του Αγιου Πνεύματος, κεφ. ιε’, Ε.Π.Ε. τ. 10 σελ. 366).


Η μίμησις του Χριστού, που δεν γίνεται με πνεύμα ηθικιστικό αλλά με φρόνημα ταπεινό, βοηθεί τον αγωνιζόμενο Χριστιανό να αποκτά τις αρετές του Χριστού. Την αγάπη, την ταπείνωσι, την πραότητα, την συγχωρητικότητα, την αγνότητα, ώστε να μορφώνη στον εαυτό του τον Χριστό. Έτσι γίνεται αυτό που λέγει ο θείος Παύλος: «Ζω δε ουκέτι εγώ, ζη δε εν εμοί Χριστός» (Γαλ. 2, 20).


Ο Χριστιανός αλλάζει τον παραμορφωμένο νουν με νουν Χριστού, την παραμορφωμένη καρδιά του με καρδίαν και ευσπλαγχνίαν Χριστού, το παραμορφωμένο ήθος του με ήθος Χριστού.


Ο πιστός ενδύεται τον Χριστόν και γίνεται άλλος Χριστός. Γράφει ο Μ. Βασίλειος: «Διότι, αν δι’ ημάς η ζωή είναι ο Χριστός, κατά συνέπειαν και ο λόγος μας πρέπει να είναι περί Χριστού και η σκέψις μας και κάθε πράξις μας να έχουν άμεσον σχέσιν με τας εντολάς Του, καθώς και η ψυχή μας να έχη λάβει μορφήν ανάλογον προς Αυτόν» (Έπιστ. 309, Προς Ευπατέριον και την θυγατέρα αυτού, Ε.Π.Ε. τ. 3, σελ. 507).


Όμως αυτή η διά του Χριστού αποκατάστασις της εικόνος του Θεού στον παραμορφωμένο άνθρωπο δεν θα εγίνετο, εάν ο Χριστός δεν ελάμβανε δούλου μορφήν, όπως θεολογεί ο Μ. Βασίλειος στην αγία Αναφορά της Θ. Λειτουργίας του, ακολουθών τον θείον Παύλον, και δεν εγίνετο «σύμμορφος τω σώματι της ταπεινώσεως ημών, ίνα ημάς συμμόρφους ποιήση της εικόνος της δόξης αυτού».


Είναι φανερό από όσα ελέχθησαν, ότι η εν Χριστώ μόρφωσις προϋποθέτει ένωσι και κοινωνία με τον Χριστό. Σ’ αυτή την κοινωνία καλεί ο Χριστός τον πιστό, όπως γράφει ο ιερός Χρυσόστομος: «Εγώ πατήρ, εγώ αδελφός, εγώ νυμφίος, εγώ οικία, εγώ τροφή, εγώ ιμάτιον, εγώ ρίζα, εγώ θεμέλιος, παν όπερ αν θέλης εγώ˙ μηδενός εν χρεία καταστής. Εγώ και δουλεύσω˙ ήλθον γάρ διακονήσαι, ου διακονηθήναι. Εγώ και φίλος, και μέλος, και κεφαλή, και αδελφός, και αδελφή, και μήτηρ, πάντα εγώ˙ μόνον οικείως έχε προς εμέ. Εγώ πένης διά σε˙ και αλήτης διά σε’ επί σταυρού διά σε’ επί τάφου διά σε• άνω υπέρ σου εντυγχάνω τω Πατρί, κάτω υπέρ σου πρεσβευτής γέγονα παρά του Πατρός. Πάντα μοι συ, και αδελφός, και συγκληρονόμος, και φίλος, και μέλος. Τί πλέον θέλεις;» (Ομιλία οστ’, Ε.Π.Ε τ. 12, σελ. 34).


***


Η σύζευξις Ελληνισμού και Χριστιανισμού που επραγματοποίησαν οι Τρεις Ιεράρχαι όχι μόνο δεν έβλαψε τα δύο αυτά μεγέθη, αλλά αντιθέτως και τα ωφέλησε.


Τον μέν Ελληνισμό, όπως δέχεται ο εθνικός μας ιστορικός Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος, διότι, ενώ τον βρήκε ο Χριστιανισμός ημιθανή, τον εζωοποίησε και ανέστησε.


Την δε Εκκλησία, διότι η Ελληνική γλώσσα και φιλοσοφία της έδωσε την δυνατότητα να εκθέση κατά τρόπο αριστοτεχνικό την πίστι και θεολογία της, χωρίς να αρνηθή τίποτε από την ευαγγελική διδασκαλία.


Η άποψις του μεγάλου Ρώσσου θεολόγου, π. Γεωργίου Φλωρόφσκυ, οτι ο Ελληνισμός κατέστη μόνιμος κατηγορία του Χριστιανισμού, είναι τολμηρή αλλά αληθινή. Μπορεί κανείς να φαντασθή την Ορθοδοξία χωρίς την Ελληνική της έκφρασι;


Αυτός είναι ο λόγος που και τα άλλα Ορθόδοξα έθνη, που παρέλαβαν την Ορθοδοξία από το Βυζάντιο, εθεώρησαν οτι καθόλου δεν μειώνονται από την συνεργασία Ορθοδοξίας και Ελληνισμού, αλλά αντιθέτως και εμπλουτίζονται. Οι Τρείς Ιεράρχαι έθεσαν τα θεμέλια της Ελληνορθοδοξίας. Έγιναν οι πρωτεργάται της ιστορικής πορείας του Ελληνορθόδοξου πολιτισμού μας.


Αυτός ο πολιτισμός δοκιμάσθηκε έκτοτε μέσα στους αιώνας και άντεξε. Και είναι ζωντανός και δημιουργικός μέχρι σήμερα.


Παρ’ όλα αυτά υπάρχουν και αυτοί που τον επιβουλεύονται και θέλουν να χωρίσουν τον Ελληνισμό από την Ορθοδοξία, γιατί θέλουν να διώξουν τον Χριστό από την Πατρίδα μας. Και το ακόμη χειρότερο, να επαναφέρουν την αθεΐα ή την αρχαία ειδωλολατρική θρησκεία με τους ψευδείς Ολυμπίους θεούς, τις θυσίες και τις τελετές της.


Θέλουν δηλαδή να επαναφέρουν αυτά, από τα οποία ο Χριστός μας ελύτρωσε και αυτά που με αγώνες πολλούς οι Τρεις Ιεράρχαι και το μέγα νέφος των Χριστιανών Μαρτύρων με το αίμα τους εκαθάρισε.


Η Εκκλησία προσέλαβε τον Έλληνα άνθρωπο, τον εβάπτισε, τον εκαθάρισε, τον εφώτισε και τον έκανε Χριστιανό Έλληνα. Τώρα θέλουν τον φωτισμένο Έλληνα να τον ξεβαπτίσουν και να τον υποτάξουν και πάλι στο σκοτάδι της ειδωλολατρείας και της αθεΐας.


Απορεί κανείς για το τόλμημα.


Ο σοφός Blaise Pascal γράφει κάπου ότι ο άνθρωπος (προφανώς ο άπιστος) είναι πρόθυμος να πιστεύση την οιανδήποτε ανοησία εκτός από την προφανή αλήθεια του Ευαγγελίου.


Σε όλους αυτούς που διά των αιώνων προσπάθησαν να γκρεμίσουν την Εκκλησία και τον έξ αυτής πηγάσαντα Ελληνορθόδοξο πολιτισμό της λέγει ο άγιος Χρυσότομος: «Η Εκκλησία πολεμουμένη νικά˙ επιβουλευομένη περιγίνεται˙ υβριζομένη λαμπροτέρα καθίσταται˙ δέχεται τραύματα, και ου καταπίπτει υπό των ελκών κλυδωνίζεται, άλλ’ ου καταποντίζεται˙ χειμάζεται, αλλά ναυάγιον ουχ υπομένεί˙ παλαίει, άλλ’ ουχ ηττάται˙ πυκτεύει, άλλ’ ου νικάται» (Ομιλία Β’ προς Ευτρόπιον, Ε.Π.Ε. τ. 33, σελ 110).


Ευχαριστούμε τους Τρεις Ιεράρχας για το πολύτιμο δώρο που μας παρέδωσαν, την αγία Ελληνορθόδοξο Παράδοσί μας. Ζητούμε την ευλογία τους, να μη φάνουμε αχάριστοι στην προσφορά τους, αλλά να την κρατήσουμε, να την αξιοποιήσουμε και να την παραδώσουμε στους μεταγενεστέρους ως πολύτιμο κληρονομιά.




(Περιοδικόν «Ο Όσιος Γρηγόριος», περίοδος β΄, Τεύχος 27ο, Έκδοσις Ιεράς Μονής Οσίου Γρηγορίου Αγίου Όρους, Άγιον Όρος 2002)