Τετάρτη 2 Απριλίου 2025

4 Ψυχή μου, Ψυχή μου (Κοντάκιο Μ. Κανόνος)

ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ Ο ΚΑΤΑ ΧΡΙΣΤΟΝ ΣΑΛΟΣ

  Ο Γεράσιμος ὁ κατά Χριστός σαλός ἔζησε στήν Ρουμανία, ἔξω ἀπό τήν μονή Νεάμτς, στήν σκήτη (μονύδριον) Βοβιντένια. Ἔμενε σέ μία μισογκρεμισμένη καλύβα. Εἶχε πάντα τήν πόρτα κλειδωμένη καί ἔμπαινε κι ἔβγαινε ἀπό τό σπασμένο τζάμι τοῦ παραθύρου. Δέν ἦταν σοβατισμένο τό καλύβι του. Ἄναβε φωτιά στό μέσον τοῦ χωμάτινου δαπέδου, ἐνῶ τό καλοκαίρι ἔβγαζε τά ροῦχα του καί ἄφηνε νά τόν τσιμποῦν τά κουνούπια τοῦ δάσους, τά ὁποῖα ἦταν καί πολύ μεγάλα. Τό πρωΐ ἔμπαινε ἀπό τό τζάμι στό καλύβι του καί ἐδιάβαζε τό ψαλτήριο. Ὁ κόσμος τόν εἶχε ὀνομάσει: «Ὁ Γεράσιμος ὁ διά Χριστόν σαλός, πού ζῆ στήν ἄκρη τοῦ δάσους».


Περπατοῦσε μέ ἀσκέπαστο τό κεφάλι του, ξυπόλυτος καί μόνο μέ ἕνα χοντρό ζωστικό, γεμᾶτο ἀπό τρύπες. Τό μεσημέρι ἔπαιρνε ἕνα καλάθι ξύλα, πηδοῦσε από τό παράθυρο καί ἐρχόταν κάτω στό μοναστήρι. Ὅταν ἐπλησίαζε, ἄρχιζε νά λέγη διάφορα ἀκατανόητα λόγια: «στό ἀρχονταρίκι, στήν ἀποθήκη, στό τυροκομεῖο μέ τά καρύδια, τά λουλούδια, τά κοκκόρια....».


Ἐρχόταν μέ τόν κάδο τοῦ τυριοῦ στό χέρι μέσα στό μαγειρεῖο καί ἤθελε νά τοῦ βάλουν ἐκεῖ μέσα φαγητό γιά νά φάη. Καί ἤθελε νά τοῦ βάζουν ὅλα ἐκεῖ μέσα: ζυμάρι ἀπό καλαμποκάλευρο (μπαζίνα), ψωμί, σοῦπα, ἐλιές... Ὅταν ἔφευγε, τούς ἔλεγε καί πάλι διάφορα ἀκατανόητα λόγια καί οἱ ἄλλοι μοναχοί γελοῦσαν μαζί του.


Μία φορά εἶχε ἔλθει μία ἀντιπροσωπεία ἀρχιερέων ἀπό τήν Ἐλλάδα. Τό μοναστήρι Νεάμτσου εἶναι τό μεγαλύτερο στήν Ρουμανία καί κάθε ἀντιπροσωπεία περνᾶ πρῶτα ἀπ᾿ αὐτή τήν Μονή. Ἡγούμενος τῆς Μονῆς τότε ἦτο ὁ π. Μακάριος. Ὁ Γεράσιμος ἦλθε μέ τόν κάδο πού στραγγίζουν τό τυρί καί χωρίς νά ἔχη κάποια διακονία, ἄρχισε νά τούς λέγη διάφορα ἀσυνάρτητα λόγια.


-Τί ἔχει αὐτός ὁ μοναχός, εἶναι ἄρρωστος; Ἐρώτησαν οἱ ξένοι.

-Ναί, ἔχει κάποια βλάβη στό μυαλό του.


Καί ἕνας ἀπό τούς Πατέρες τοῦ εἶπε:

-Σιώπα ἐπί τέλους, πάτερ, ν᾿ ἀκούσω τούς μητροπολίτες πού εἶναι ξένοι καί ἦλθαν σήμερα κοντά μας νά μᾶς τιμήσουν μέ τήν παρουσία τους.

Τότε σταμάτησε καί ἐπέστρεψε στό κελλί του ἐπαναλαμβάνοντας τά λόγια: 

Ἰδού σιωπῶ, ἰδού σιωπῶ! Ἰδού σιωπῶ, ἰδού σιωπῶ!


Ἔζησε περίπου 90 χρόνια. Ὅλοι τόν ἤξεραν «Γεράσιμος ὁ σαλός». Τήν νύκτα ἀναχωροῦσε γιά τό δάσος γυμνός γιά νά τόν τσιμπᾶνε τά κουνούπια καί οἱ σκνίπες, χωρίς νά κοιμᾶται καί τό πρωΐ ἐπέστρεφε μπαίνοντας ἀπό τό παράθυρο μέσα, ὅπου καί κοιμόταν λίγο καί μετά προσευχόταν.


Ὅταν ἀπέθανε, τόν εὑρῆκαν οἱ πατέρες μ᾿ ἕνα σταυρό στό χέρι καί μέ ἕνα χαρτί στό χέρι. Κι αὐτό τό χαρτί ἔγραφε: «Συγχωρέστε με, ἀγαπητοί πατέρες καί ἀδελφοί, γιά τά σκάνδαλα τά ὁποῖα σᾶς προξενοῦσα. Μή παύετε νά προσεύχεσθε γιά μένα, τόν ἁμαρτωλό, διότι δέν ἠμπόρεσα νά εὐαρεστήσω τόν Χριστό καί τούς ἀνθρώπους ἐσκανδάλισα. Γεράσιμος ὁ ἁμαρτωλός».


Αὐτός ἦταν ὁ ὅσιος Γεράσιμος ὁ διά Χριστόν σαλός. Ἀλλά πόσοι ἅγιοι ἦταν διά Χριστόν σαλοί; Δέν βλέπετε στούς Βίους τῶν Ἁγίων; Ὁ ἅγιος Ἀνδρέας, ὁ ἅγιος Συμεών...Αὐτοί ἐμφανίζοντο σάν τρελλοί γιά νά τούς περιγελᾶ καί κατακρίνει ὁ κόσμος. Μέ τόν τρόπο αὐτόν κατετρόπωσαν τήν ὑπερηφάνεια καί ἀπέκτησαν τήν ταπείνωσι, τήν ὁποίαν ἀγάπησε ὁ Χριστός.


Καί ὅταν ἔθαψαν τόν π. Γεράσιμο, ἀκοῦστε τί μέγα θαῦμα ἔγινε. Ὁ τάφος του μέ ὅλους πού ἦταν ἐκεῖ γύρω ἔτρεμε ἐπί τρεῖς φορές. Αὐτό ἔγινε μόνο ἐκεῖ στόν τάφο του καί ὄχι πιό μακριά. Μετά ἀπό 20 χρόνια, ὅταν ἔβγαλαν τά ὀστᾶ του ἦταν κίτρινα σάν τό κερί.


Πρέπει νά ξέρουμε ὅτι πολλοί μοναχοί ἁγίασαν στά μοναστήρια τους διά μέσου τῶν αἰώνων. Στήν μονή Νεάμτσου ἁγίασε καί ὁ ὅσιος ἡγούμενος Παΐσιος Βελιτσικόβσκυ, ὁ ὁποῖος ἐκοιμήθη τό 1770 καί εἶχε πάνω ἀπό 1000 ὑποτακτικούς του μοναχούς ἀπό διάφορα ἔθνη, ρουμάνους, ἕλληνες, ρώσσους, βουλγάρους κλπ.


ΜΑΚΑΡΙΣΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΚΛΕΟΠΑ ΗΛΙΕ, ΡΟΥΜΑΝΟΥ ΗΣΥΧΑΣΤΟΥ ΚΑΙ ΔΙΔΑΣΚΑΛΟΥ ΤΗΣ ΡΟΥΜΑΝΙΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ, (+1998) "ΕΚΛΕΚΤΕΣ ΔΙΗΓΗΣΕΙΣ ΚΑΙ ΠΡΟΣΕΥΧΕΣ ΓΙΑ ΜΙΚΡΑ ΠΑΙΔΙΑ", Μετάφρασις Μοναχός Δαμασκηνός Γρηγοριάτης (2010)

Μέ τήν εὐλογία τοῦ πατρός Δαμασκηνοῦ Γρηγοριάτου

Ὁ πατὴρ Κοσμᾶς, ἡγούμενος τῆς Μονῆς Στομίου Κονίτσης

 Τοῦ Ἰωάννου Τάτση, Θεολόγου



Ὁ ἡγούμενος τῆς ἱερᾶς Μονῆς Στομίου Κονίτσης, ὁ πατὴρ Κοσμᾶς, ὁ καλόγερος, ὅπως συνήθιζαν νὰ τὸν ἀποκαλοῦν κυρίως οἱ Κάτω Κονιτσιῶτες, ἐκοιμήθη στὶς 23 Φεβρουαρίου 2025 καὶ σὲ λίγες μέρες θὰ τελεστεῖ τὸ τεσσαρακονθήμερο μνημόσυνό του. Ὑπῆρξε ἄνθρωπος ἁπλός, φίλος τῆς ἡσυχίας, ὀλιγομίλητος, ἀνδρεῖος, διακριτικὸς σὲ ὅλα καὶ κυρίως σὲ ὅσα συμβούλευε τὰ πνευματικά του τέκνα, αὐτοδίδακτος ἡσυχαστής, ὀλιγαρκὴς καὶ πρᾶος. Ἂν καὶ ἀπέφευγε νὰ διδάσκει τοὺς ἄλλους, μερικὲς ἀπὸ τὶς ἀπαντήσεις του σὲ ἐρωτήματα πιστῶν ἔχουν μείνει ἀνεξίτηλες σὲ ὅσους εἴχαμε τὴ μεγάλη εὐλογία νὰ ζήσουμε κοντά του.


«Ποτέ μου δὲν μετάνιωσα ποὺ δὲν μίλησα» ἔλεγε, γιὰ νὰ διδάξει ὅτι ὅποιος κρατᾶ τὸ στόμα του κλειστὸ ἀποφεύγει τὴν κατάκριση, τὶς συγκρούσεις χωρὶς λόγο, τὶς διαφωνίες καὶ τὶς ἄσκοπες συνομιλίες. Στὴν τράπεζα τῆς Μονῆς Στομίου, ὅπου συνέτρωγαν μοναχοὶ καὶ λαϊκοὶ ἐπισκέπτες, τὶς περισσότερες φορὲς παρακολουθοῦσε σιωπηλὸς τὶς συζητήσεις μεταξὺ τῶν ἐπισκεπτῶν ἐνῷ σπανιότερα παρενέβαινε λέγοντας τὴ γνώμη του μὲ λίγες μόνο λέξεις, ἐὰν ἐπρόκειτο γιὰ θέμα ἄξιο λόγου, πνευματικό, ἐκκλησιαστικὸ ἢ ἐθνικό. Ὅταν τὸν ρωτοῦσαν τὴ γνώμη του γιὰ κάποιο ζήτημα ἄλλοτε τὴν ἔλεγε καὶ ἄλλοτε, ἐὰν τὸ θέμα δὲν ἦταν σημαντικὸ ἢ δὲν ἀφοροῦσε ἄμεσα τοὺς παρόντες συνομιλητές, ἄλλαζε τὴν συζήτηση. Ὅταν ἔβλεπε πὼς ἡ συζήτηση ξεστράτιζε σὲ θέματα τῆς ἐπικαιρότητας, πολιτικὰ ἢ ἄλλα ἀδιάφορα ἀπὸ πνευματικῆς ἄποψης, ἔβαζε τέλος στὴ συζήτηση καὶ σηκωνόταν γιὰ τὴν εὐχαριστήρια προσευχὴ μετὰ τὸ γεῦμα ἢ τὸ δεῖπνο.


Στὰ νέα παιδιὰ ἤθελε πολὺ νὰ ἐμφυσήσει τὴν ἀνδρεία καὶ τὴν ὄρεξη γιὰ πνευματικὸ ἀγῶνα. Πολεμοῦσε τὴ νωχελικότητα καὶ τὴν καλοπέραση καὶ ἔλεγε χαρακτηριστικὰ σὲ ὅλους: «Νὰ μὴν σᾶς βρίσκει ὁ ἥλιος στὸ κρεβάτι», ἐννοῶντας ὅτι θὰ πρέπει νὰ σηκώνονται ἀπὸ τὸν ὕπνο πρὶν ἀκόμη ἀνατείλει ὁ ἥλιος. Ὅταν μάλιστα ἕνας νέος τοῦ εἶπε χαριτολογῶντας ὅτι δὲν τὸν βρίσκει ὁ ἥλιος στὸ κρεβάτι γιατί κλείνει τίς γρίλιες στὰ παράθυρα, ἐκεῖνος δὲν φάνηκε νὰ συμμερίζεται τὸ ἀστεῖο καὶ ἐπέμεινε: 

«Ἄφησὲ τα αὐτά. Νὰ σηκώνεσαι πρωΐ. Νὰ ἔχεις τὴ μέρα μπροστά». 


Ὁ ἴδιος ἦταν πραγματικὸ νυχτοπούλι. Κοιμόταν λίγες ὧρες καὶ ἀγαποῦσε νὰ βλέπει τὴν ἀνατολὴ τοῦ ἥλιου. Ἤξερε μάλιστα στὸ μοναστήρι του τὸ ἀκριβὲς σημεῖο ποὺ ἐμφανίζεται ὁ ἥλιος κατὰ τὴν ἀνατολὴ σὲ κάθε ἐποχὴ καὶ μῆνα τοῦ χρόνου. Γιὰ τοὺς μοναχοὺς ἀκόμη περισσότερο ἔλεγε ὅτι ταιριάζουν τὰ λόγια τοῦ ἁγίου Παϊσίου ὅτι «ἡ νύχτα δὲν εἶναι ποτὲ μεγάλη γιὰ τὸν μοναχό», δηλαδὴ ὁ χρόνος δὲν φτάνει ποτὲ γιὰ τὴ βραδινὴ περισυλλογή, τὴν προσευχὴ μέσα στὴ νυχτερινὴ ἡσυχία γιὰ τὸν ἑαυτό μας καὶ τοὺς ἄλλους. Ὁ π. Κοσμᾶς ἔλεγε ἐπίσης συχνὰ ὅτι «τὸ ἡλιοβασίλεμα θαυμάζουν μόνο ὅσοι δὲν εἶναι ἄξιοι νὰ γευτοῦν τὴν ὀμορφιὰ τῆς ἀνατολῆς» ἐπειδὴ ὁ ὕπνος τούς κρατάει κοιμισμένους στὸ κρεβάτι.


Ὁ π. Κοσμᾶς ἦταν ἄνθρωπος μὲ μεγάλη σωματικὴ δύναμη καὶ πολλὴ ἀντοχή. Νεότερος κουβαλοῦσε πολλὰ ὑλικὰ γιὰ τὴν ἀνοικοδόμηση καὶ ἀνακαίνιση τῆς Μονῆς Στομίου μὲ τὰ χέρια του, φόρτωνε μὲ δεξιοτεχνία μουλάρια καὶ ἄλογα σηκώνοντας τσιμέντα, τσουβάλια μὲ ἄμμο, μάρμαρα, πλάκες, βαριὰ ξύλα καὶ ἄλλα ἀπαραίτητα. Τὰ τελευταῖα χρόνια τῆς ζωῆς του, ἡ ἀσθένεια τοῦ πάρκινσον μαζὶ μὲ τὰ φυσικὰ γεράματα κατέβαλαν τὴ σωματική του δύναμη καὶ αὐτὸ ἀποτελοῦσε μία μεγάλη ταπείνωση γιὰ ἐκεῖνον, κυρίως γιατί χρειαζόταν τὴ βοήθεια ἄλλων γιὰ πολλὲς ἀπὸ τὶς καθημερινές του ἀνάγκες. Δὲν τοῦ ἄρεσε νὰ τὸν ὑπηρετοῦν καὶ μὲ δυσκολία ζητοῦσε βοήθεια. Ὡστόσο μέχρι τὴν τελευταία ἡμέρα τῆς ἐπίγειας ζωῆς του σηκωνόταν ἀπὸ τὸ κρεβάτι καὶ ἡ Παναγία δὲν ἐπέτρεψε νὰ παραμείνει κατάκοιτος. Στὸ κελί του στὸ Στόμιο, ὅταν ἡ δυσκαμψία, ποὺ τοῦ προκαλοῦσε τὸ πάρκινσον, ἄρχισε νὰ αὐξάνει, τοποθέτησε χοντρὰ σχοινιά, κρεμασμένα ἀπὸ τὸ ταβάνι, τὰ ὁποῖα τραβοῦσε μὲ τὰ χέρια του γιὰ νὰ σηκωθεῖ ἀπὸ τὸ κρεβάτι.


 Κάποιος ἀδελφὸς τὸν ρώτησε ἂν τὰ σχοινιὰ αὐτὰ εἶναι γιὰ νὰ κρατιέται ὄρθιος σὲ προσευχὴ καὶ ἐκεῖνος αὐθόρμητα τοῦ ἀπάντησε ὅτι τὰ σχοινιὰ εἶναι ἁπλᾶ γιὰ νὰ σηκώνεται ὄρθιος. Δὲν μιλοῦσε σχεδὸν ποτὲ γιὰ τὸν προσωπικὸ του πνευματικὸ ἀγῶνα ἀλλὰ ὅταν εἶχε κάποιο πρόβλημα ἢ ὅταν κάποιος ἀσθενὴς ἢ συγγενὴς ἀσθενοῦς ἢ ἐμπερίστατου ἀδελφοῦ ζητοῦσε προσευχή, ἔλεγε σὲ κάποιους γνωστούς του ὅτι πρέπει νὰ κάνουμε προσευχὴ γιὰ τὸν τάδε.


 Ὅταν κάποτε τὸ πρωὶ μετὰ τὴν ἀγρυπνία γιὰ τὴν ἑορτὴ τοῦ Ἁγίου Παϊσίου, κάποιος πιστὸς ζήτησε ἀπὸ ἕναν ἱερέα, ποὺ βρισκόταν στὴ Μονή, νὰ γίνει μία Παράκληση γιὰ ἕνα παιδὶ ποὺ ἔπασχε ἀπὸ σοβαρὴ ἀσθένεια, ὁ π. Κοσμᾶς παρὰ τὴν προχωρημένη ἀσθένεια καὶ ἀδυναμία του καὶ τὸν κόπο τῆς ἀγρυπνίας εἶπε: «Θὰ ἔρθω κι ἐγώ». Τελικὰ ἀνέλαβε ὁ ἴδιος νὰ πεῖ τὰ λόγια τοῦ ἱερέα στὴν Παράκληση ποὺ ἔγινε, ἔμεινε σκυφτός, σκεπτικὸς καὶ προσευχόμενος ὅλη τὴν ὥρα καὶ μὲ πολὺ πόνο πρόφερε τὸ ὄνομα τοῦ ἀσθενῆ νέου παρακαλῶντας τὴν Παναγία γιὰ ἐκεῖνον.


Αὐτὰ τὰ λίγα γράφτηκαν γιὰ τὸν μακαριστὸ πλέον πατέρα Κοσμᾶ, τὸν ἡγούμενο τῆς Μονῆς Στομίου καὶ τὸν πνευματικό τῆς Κόνιτσας μὲ ἀφορμή τό τεσσαρακονθήμερο μνημόσυνό του. Ὑπάρχουν καὶ ἄλλα πολλὰ ποὺ θὰ μποροῦσαν νὰ γραφοῦν ἀπὸ ὅσα ἀκούσαμε καὶ ζήσαμε κοντά του. Δὲν εἶναι ὅμως ἀκόμη ἡ κατάλληλη στιγμὴ οὔτε ἀρκεῖ ἕνα ἄρθρο γιὰ νὰ γραφοῦν ὅλα αὐτά.


Γιὰ πολλοὺς ἀπὸ ὅσους γνωρίσαμε τὸν π. Κοσμᾶ ἡ ἀναχώρησή του ἀπὸ τὸν πρόσκαιρο τοῦτο κόσμο μᾶς γέμισε λύπη πολλή, κυρίως γιατί χάσαμε τὸν πνευματικό μας πατέρα κι ὁδηγό, τὸ πνευματικό μας στήριγμα. Ἡ κοίμησή του ὅμως ἦρθε ὅταν ἔφτασε γιὰ ἐκεῖνον τὸ πλήρωμα τοῦ χρόνου, ἡ κατάλληλη στιγμή, ἀφοῦ τὸν τελευταῖο καιρὸ δοκιμάστηκε πολὺ ἀπὸ τὴν ἀσθένειά του, ὑπέμεινε καρτερικὰ καὶ τελικὰ ἥσυχα καὶ ἁπλᾶ, ὅπως ἔζησε ὅλη του τὴ ζωή, ἀναχώρησε γιὰ τὴ μόνιμη οὐράνια πατρίδα μας.


Τὴν εὐχή του νὰ ἔχουμε.

Ὀρθόδοξος Τύπος, 28/03/2025

Άγιος Σάββας Αρχιεπίσκοπος Σουρώζ

 Ο Άγιος Σάββας έζησε κατά τον 12ο αιώνα μ.Χ. στην Κριμαία και εξελέγη Επίσκοπος της πόλεως Σουρώζ, το σημερινό Σουδάκ. Ότι γνωρίζουμε γι' αυτόν έχει σωθεί σε υποσημειώσεις σε ένα ελληνικό Μηναίο του 12ου αιώνος μ.Χ.


Πέντε χιλιόμετρα από την πόλη του Σουρώζ υπάρχει ένα όρος, το οποίο καλείται Άγιος Σάββας, όπου διατηρούνται τα υπολείμματα μιας εκκλησίας και μιας σπηλιάς. Εκεί προφανώς ο Άγιος πέθανε και ενταφιάσθηκε και το έτος 1872 μ.Χ. βρέθηκε μία εικόνα του.

Αγία Ebba η Οσιοπαρθενομάρτυρας η Νέα

 Η Αγία Οσιοπαρθενομάρτυς Ebba έζησε κατά τον 9ο αιώνα μ.Χ. και ήταν ηγούμενη της μονής Κόλτινγκχαμ, της μεγαλύτερης μονής της Σκωτίας. Η μονή αυτή είχε ιδρυθεί υπό της Οσίας Ebba της Πρεσβυτερας , αδελφής των βασιλέων του Νορθάμπερλαντ, Οσβάλδου και Όσγουι.


Το έτος 870 μ.Χ., κατά την διάρκεια εισβολής Δανών πειρατών στις ακτές της μονής, η Οσία ανήσυχη όχι για την σωτηρία της ζωής της αλλά για την διατήρηση της αγνότητάς της καθώς και των άλλων μοναζουσών, μόλις οι επιδρομείς εισέβαλαν στον περίβολο της μονής, συγκέντρωσε τις μοναχές στο ηγουμενείο και μετά από συγκινητικές συμβουλές απέκοψε με λεπίδα την μύτη και το άνω χείλος της. Την πράξη αυτή μιμήθηκαν όλες οι αδελφές. Οι εισβολείς, όταν εισήλθαν στο χώρο όπου οι μοναχές ήταν συναγμένες, βρέθηκαν μπροστά σε ένα φρικιαστικό θέαμα. Αυτό όμως δεν τους εμπόδισε να πυρπολήσουν την μονή και να κάψουν ζωντανή την Οσία Ebba μαζί με όλες τις μοναχές.

Αγία Θεοδώρα η Παρθενομάρτυρας

 Η Αγία Θεοδώρα καταγόταν από την Τύρο της Φοινίκης και δεκαεπτά χρονών παρουσιάστηκε στον άρχοντα της Παλαιστίνης Ουρβανό, ο όποιος τη ρώτησε αν πράγματι πιστεύει στον Χριστό. Η Θεοδώρα με εκπληκτικό θάρρος ομολόγησε ότι πράγματι πιστεύει. Τότε την έδειραν σκληρά στα πλευρά και τους μαστούς. Κατόπιν την έριξαν στη θάλασσα, όπου παρέδωσε την ψυχή της στα χέρια του Θεού και έλαβε το στεφάνι του μαρτυρίου.


Όπως αναφέρει και ο Άγιος Νικόδημος, είναι πολύ πιθανό η Αγία αυτή να είναι η ίδια, με την Αγία Θεοδοσία της 29ης Μαΐου, διότι τα βιογραφικά τους στοιχεία είναι, σχεδόν, όμοια.

Όσιος Γρηγόριος ο εν Νικομήδεια ασκήσας

 Ο Όσιος Γρηγόριος γεννήθηκε το 1190 μ.Χ. και καταγόταν από τα μέρη Βιθυνίας.


Ο Γρηγόριος, από παιδί έζησε ζωή σύμφωνα με τα παραγγέλματα του Ευαγγελίου. Στις σπουδές του αναδείχτηκε ευφυέστατος και επιμελέστατος. Τη μάθηση του αυτή χρησιμοποίησε για την Εκκλησία και για την πνευματική οικοδομή του πλησίον.


Μετά από καιρό ο Γρηγόριος αποσύρθηκε σ' ένα από τα πιο φημισμένα μοναστήρια της εποχής του. Εκεί έλαμψε με την αρετή του. Αλλά μερικοί φθονεροί μοναχοί τον συκοφάντησαν, ότι δήθεν έκλεψε ιερά σκεύη της Μονής. Η αθωότητα του αποδείχτηκε, αλλά ο Γρηγόριος έφυγε από το μοναστήρι εκείνο και πήγε σ' άλλο, οπού μόναζε και ο αδελφός του.


Εκεί ο Γρηγόριος ανέπτυξε ακόμα περισσότερο τις γνώσεις και τις αρετές του, με αποτέλεσμα να τον κάνουν Ιερέα. Κατόπιν πήγε σ' ένα διπλανό χωριό, όπου με τις γνώσεις και την μεγάλη του πνευματικότητα, βοηθούσε τους συνανθρώπους του. Ο σατανάς, μέσω των οργάνων του, του έστησε πολλές παγίδες. Αλλά ο Γρηγόριος, με τη χάρη του Θεού, τις ξεπέρασε άθικτος.


Πέθανε σε ηλικία 50 χρονών την 2α Απριλίου 1240 μ.Χ., αφού αγωνίστηκε με τις γνώσεις του για τον πλησίον μέχρι τελευταίας του πνοής.