Ο Άγιος Παΐσιος μιλά με την γλώσσα της Πεντηκοστής!

 Μεγαλύτερη αξία έχει ένας λόγος ταπεινού ανθρώπου με βιώματα, που βγαίνει με πόνο από τα βάθη της καρδιάς του, παρά ένας σωρός φιλολογίες εξωτερικού ανθρώπου, που βγαίνουν με ταχύτητα από την εκπαιδευμένη του γλώσσα, η οποία δεν πληροφορεί τις ψυχές, γιατί είναι σάρκα και όχι πύρινη γλώσσα της Αγίας Πεντηκοστής.


Κάποτε ένας φοιτητής της Θεολογικής Σχολής τον ρώτησε:

– Γέροντα, πως έγραψε ο Μωυσής την Πεντάτευχο;

– Ε, ευλογημένε, του τα έδειξε ο Θεός σαν τηλεόραση, και τα έγραψε, απάντησε με φυσικότητα ο Πατήρ Παΐσιος, αφού και ο ίδιος είχε πείρα της «πνευματικής τηλεοράσεως».


Μια παρέα αλλοδαπών, ένας Άγγλος, ένας Ιταλός και ένας Γάλλος, επισκέφθηκε το Γέροντα. Κάποιος Έλληνας γλωσσομαθής προσφέρθηκε να κάνει το διερμηνέα. Ό Γέροντας του είπε ότι δε χρειάζεται.

– Τους πήρε σε μια γωνιά έξω από την αυλή του και άρχισε να συνομιλεί μαζί τους. Μίλησε αρκετή ώρα. Επιστρέφοντας είπε στο «διερμηνέα».

– Τα είπαμε, τα είπαμε μ’ αυτούς! Εγώ τους μιλούσα στα Ελληνικά. Αυτοί καταλάβαιναν στη γλώσσα τους και έτσι συνεννοηθήκαμε!


Ανέστης Μαυροκέφαλος: Πάρα πολλοί αλλοδαποί ευεργετήθηκαν. Του μιλούσαν ιαπωνικά, ο γέροντας απαντούσε στα ελληνικά και ο Ιάπωνας καταλάβαινε!

«Είδα προσκυνητές να έρχονται από το Μεξικό, από την Αυστραλία, εκείνος τους μιλούσε ελληνικά και καταλάβαιναν όλοι! Απ’ όπου και αν προέρχονταν, τον καταλάβαιναν. Μέχρι και ο Δαλάι Λάμα τον επισκέφθηκε για να τον γνωρίσει, γιατί είχε ακούσει τόσα για εκείνον!»


Ο Άγιος Παΐσιος συνεννοείται με ετερογλώσσους με την γλώσσα της Πεντηκοστής!

Είναι γνωστό ότι ο Γέροντας, εκτός από τα ελληνικά, δεν γνώριζε άλλη γλώσσα. Όμως συνέβη επανειλημμένως –όταν υπήρχε λόγος- με την γλώσσα της Πεντηκοστής να συνομιλήσει και να συνεννοηθεί θαυμάσια με ετεροδόξους.


«Ήμουν παρών», διηγείται ο Ι.Ε.Κ., «κάποτε στο Κελλί του Γέροντα μαζί με άλλους τρεις επισκέπτες και ένα Γάλλο που δεν μιλούσε λέξη Ελληνικά. Όταν ήρθε η σειρά του να μιλήσει με τον Γέροντα , πήγαν πιο πέρα και για δεκαπέντε λεπτά συνομιλούσαν καθισμένοι στα κούτσουρα. Τους βλέπαμε που συζητούσαν με ενδιαφέρον. Πώς επικοινωνούσαν, αφού δεν υπήρχε κοινή γλώσσα επικοινωνίας; Ο ξένος έφυγε χαρούμενος. Η ικανοποίηση φαινόταν έκδηλη στο πρόσωπό του».


***


Γάλλος περιηγητής είχε συμφωνήσει με κάποιο μοναχό να πάνε μαζί να δούνε τον Γέροντα . Το βράδυ είχε αγρυπνία στο μοναστήρι που έμενε. Ο μοναχός μετά την αγρυπνία πήγε στο κελλί του να ξεκουραστεί. Αλλά ο αλλοδαπός από τον πόθο να δει τον Γέροντα κατέβηκε μόνος του στο Καλύβι. Συνομίλησαν θαυμάσια και από την συζήτηση σχημάτισε την εντύπωση ότι ο Γέροντας γνώριζε άπταιστα Γαλλικά.


***


Πνευματικό τέκνο του Γέροντα διηγείται: «Μια μέρα πήγα πρωί στην «Παναγούδα». Μόλις είχε φωτίσει. Χτύπησα το σιδεράκι και μου άνοιξε ο Γέροντας χαμογελώντας. Με ρώτησε:

– Τι λες εσύ, παπα-… όταν ο άγιος Εφραίμ ο Σύρος επισκέφτηκε τον Μέγα Βασίλειο ,χρειάσθηκαν διερμηνέα;

-Νομίζω όχι, Γέροντα, του είπα.


»Πέρασα στο Αρχονταρίκι και βρήκα έναν αλλοδαπό επισκέπτη. Μέχρι να ετοιμάσει ο Γέροντας το κέρασμα, με τα λίγα Αγγλικά που ήξερα πιάσαμε την συζήτηση και μου είπε ότι χθες βράδυ ήρθε αργά. Καθυστέρησε, γιατί έχασε τον δρόμο, πέρασε η ώρα και ο Γέροντας τον φιλοξένησε. Στην αρχή δεν μπορούσαν να συνεννοηθούν. Ο Γέροντας τον άφησε για δέκα λεπτά (φαίνεται έκανε προσευχή) και μετά συνεννοούνταν χωρίς καμιά δυσκολία. Ο Γέροντας μιλούσε Ελληνικά, ο αλλοδαπός Αγγλικά, αλλά καταλάβαινε ο ένας τον άλλο.


***


Μαρτυρία π. Π. Λ.: «Πήγα με τον Δανιήλ, έναν Ισπανό που έγινε Ορθόδοξος, στον γέροντα Παΐσιο. Ήθελε να μιλήση μαζί του και εγώ θα έκανα τον διερμηνέα. Έκανε μια ερώτηση ο Δανιήλ και πριν κάνω την μετάφραση ο Γέροντας απάντησε.

Ο Δανιήλ απόρησε και με ρώτησε δυο φορές: «Πώς γίνεται, δεν έκανες την μετάφραση». Του είπα: «Τι φταίω εγώ, σε απάντησε σωστά». Ο Γέροντας τον καθησύχασε λέγοντάς του: «Άστον αυτόν (εμένα τον μεταφραστή) και πες μου τι θέλεις».

Άρχισαν να μιλούν, εκείνος στα Ισπανικά και ο Γέροντας στα Ελληνικά. Θαύμαζα και χαμογελώντας είπα: «Τι χρειάζομαι εγώ, καλύτερα να φύγω». Ο Γέροντας με κράτησε το χέρι λέγοντας: «Κάθησε, αλλά να μη μάθη κανείς».

Σκεφτόμουν πόσο μεγάλος Άγιος είναι ο Γέροντας. Παρακολούθησα όλη την συζήτηση αλλά μετά δεν μπόρεσα να συγκρατήσω τίποτε παρά μόνο το τελευταίο: «Αυτή την αμαρτία πρέπει να την εξομολογηθής», του είπε ο Γέροντας».


***


Ο π. Βασίλειος Γρηγοριάτης μαρτυρεί: «Είχα πάει στο Κελλί του Γέροντα καταμεσήμερο. Η πόρτα ήταν κλειστή. Ένας νεαρός περίμενε ξαπλωμένος στο χώμα. Ήταν Ελληνοαμερικανός και ήξερε μόνο Αγγλικά.

«Πώς θα συνεννοηθείς με τον Γέροντα;», τον ρώτησα. «Κάποιον θα στείλει ο Θεός», απάντησε. «Να, εσένα», συμπλήρωσε. Τελικά βρέθηκα και εγώ μαζί τους τάχα για να κάνω τον δραγουμάνο με τα σπασμένα λιγοστά Αγγλικά, που και κείνα τα είχα ξεχάσει.

Παρατήρησα όμως, με μεγάλη μου έκπληξη, πως ο π. Παΐσιος καταλάβαινε όλα όσα του έλεγε το παιδί, καλύτερα από μένα, και του απαντούσε Ελληνικά βέβαια, που μετέφραζα εγώ, με πολλά απλά και σοφά παραδείγματα.

Εκείνο που θα μου μείνει αλησμόνητο είναι η λύση που έδωσε σ’ ένα πρόβλημα που του εξέθεσε ο νέος, στο οποίο φανερωνόταν η μεγάλη πίστη και εμπιστοσύνη του στην πρόνοια του Θεού.

«Η μητέρα μου», παραπονέθηκε ο νεαρός, «μου ζητά συνεχώς χρήματα, και όσα και αν της δώσω από τις λίγες οικονομίες μου, τα σπαταλά άσκοπα. Δεν ξέρω τι να κάνω». «Άκου, παιδί μου», του απαντά ο π. Παΐσιος.

«Τα χρήματα που θάδινες στην μητέρα σου να τα δίνης ελεημοσύνη σ’ ένα φτωχό και κείνη την ώρα να κάνης μια προσευχή. Να λες: Θεέ μου, αυτά τα δίνω για την μητέρα μου, εσύ φρόντισέ την. Τότε ο Θεός θα την αναλάβει από μόνος Του, θα βρει τρόπους»».


Από το βιβλίο: Βίος Γέροντος Παϊσίου του Αγιορείτου του ιερομονάχου Ισαάκ Από το Κεφάλαιο: «Συνεννόηση με ετερογλώσσους» σ. 618-621

- Άχραντε, αμίαντε, άναρχε, αόρατε, ακατάληπτε, ανεξιχνίαστε, αναλλοίωτε, ανυπέρβλητε, αμέτρητε, ανεξίκακε...

 - Άχραντε, αμίαντε, άναρχε, αόρατε, ακατάληπτε, ανεξιχνίαστε, αναλλοίωτε, ανυπέρβλητε, αμέτρητε, ανεξίκακε είναι οι λέξεις με τις οποίες αρχίζει σήμερα η πρώτη ευχή της γονυκλισίας της Πεντηκοστής.

- Επίσης το σημερινό Ευαγγέλιο αρχίζει με την κραυγή του Ιησού “Ἐάν τις διψᾷ, ἐρχέσθω πρός μέ καί πινέτω.”


Με βάση τα παραπάνω φτιάξαμε το πρόχειρο παραμιλητό που ακολουθεί ...

Άχραντε Κύριε, εσύ που παραμένεις ανέγγιχτος από τη φθορά, επίβλεψε σε εμένα τον μολυσμένο από τον εγωκεντρισμό, τις αποτυχίες και τις προκλήσεις του κόσμου, και δρόσισε την ξεραμένη μου καρδιά με το καθαρό νερό της συγχώρεσης και της λύτρωσης.


Αμίαντε Θεέ, μπροστά στην απόλυτη καθαρότητά σου στέκομαι εγώ που κουβαλώ τα στίγματα της προδοσίας και της εγκατάλειψης, ζητώντας να μεταγγίσεις μια σταγόνα από τη Χάρη σου στην πληγωμένη μου ζωή για να βρω τη δύναμη να συνεχίσω.


Άναρχε Δημιουργέ, Εσύ που δεν έχεις αρχή και τέλος, στρέψε το βλέμμα σου σε εμένα τον πεπερασμένο όταν καταρρέω, κάτω από το βάρος της πραγματικότητας, και δώσε μου το ποτήρι της ελπίδας που νικά την ανασφάλεια και τον φόβο.


Αόρατε Πατέρα, που κρύβεσαι από τα μάτια αλλά φανερώνεσαι στην Αγάπη, εισάκουσε την κραυγή της μοναξιάς μου καθώς βαδίζω στο σκοτάδι της κατάθλιψης, και γέμισε το κενό της ύπαρξής μου με τη ζωντανή σου παρουσία, η οποία αποτελεί το αιώνιο και αδιάλειπτο στήριγμά μου.


Ακατάληπτε Κύριε, εσύ που υπερβαίνεις κάθε ανθρώπινη λογική, δέξου τον πόνο μου για τις αδικίες που υπομένω και για τα αναπάντητα ερωτήματα της μοίρας μου, ξεδιψώντας τον κλονισμένο μου νου με την ειρήνη της σοφίας σου.


Ανεξιχνίαστε Θεέ, τα σχέδιά σου είναι απύθμενα για την πεπερασμένη μου σκέψη, ανάλαβε την οδύνη μου καθώς θαλασσοδέρνομαι στις τρικυμίες των καθημερινών αναγκών και του άγχους για την επιβίωση, και πρόσφερέ μου το ύδωρ της εμπιστοσύνης στην πρόνοια σου.


Αναλλοίωτε Σωτήρα, που παραμένεις αιώνια τέλειος, βοήθησέ με να διαχειριστώ την οδύνη των συνεχών απωλειών, του πένθους και των βίαιων αλλαγών στη ζωή μου, και στήριξε την κλονισμένη μου ψυχή πάνω στην ακλόνητη σταθερότητά σου.


Ανυπέρβλητε Άρχοντα του σύμπαντος κόσμου, που καμία επίγεια δύναμη δεν μπορεί να συγκριθεί μαζί αου, ελέησέ με τον αδύναμο την ώρα που λυγίζω κάτω από την εξουσία των ισχυρών και την αδιαφορία των πολλών, χαρίζοντάς μου το πνευματικό νερό της δικαιοσύνης σου.


Αμέτρητε Θεέ, που το μέγεθος του ελέους σου δεν έχει όρια, κοίταξε την εξαθλίωση και την πνευματική μου ένδεια, και ξεδίψασέ με, με τον απέραντο πλούτο της αγάπης σου.


Ανεξίκακε Κύριε, που υπομένεις τις αμαρτίες μου με απέραντη μακροθυμία, πρόσβλεψε στο πλάσμα σου καθώς ταλαιπωρούμαι καθημερινά από τις αδυναμίες και τα σφάλματά μου, και δώσε μου να πιω από την πηγή ανεξάντλητης υπομονής σου ώστε να υπομένω ευχαριστιακά τον προσωπικό μου σταυρό.

«Πεντηκοστήν ἑορτάζομεν…»

 Γεώργιος Δορμπαράκης


Δέκα ημέρες μετά την Ανάληψη του Κυρίου η Εκκλησία μας εορτάζει το γεγονός της Πεντηκοστής, τότε που το Πνεύμα το Άγιον κατήλθε και επιφοίτησε στις κεφαλές όλων των μαθητών του Χριστού, στα Ιεροσόλυμα. Με την επιφοίτηση αυτή αρχίζει η ιστορία της Εκκλησίας, γι’ αυτό και η Πεντηκοστή θεωρείται η γενέθλια ημέρα της. Η κάθοδος του Αγίου Πνεύματος αποτελεί την εκπλήρωση της υποσχέσεως του Κυρίου ότι θα έλθει άλλος Παράκλητος μετά τη δική Του Ανάληψη, ο Οποίος θα μείνει μαζί με τους μαθητές Του και θα τους διδάξει και οδηγήσει «εἰς πᾶσαν τὴν ἀλήθειαν» (Ιωάν. 16, 13).


Έτσι το Άγιον Πνεύμα ερχόμενο στον κόσμο «ὅλον συγκροτεῖ τὸν θεσμόν τῆς Ἐκκλησίας» και παραμένει σ’ αυτήν ως η ψυχή της Εκκλησίας, κατά συνέπεια η Εκκλησία με τη διηνεκή παρουσία του Αγίου Πνεύματος ζει μία διαρκή Πεντηκοστή. Ζωή λοιπόν στην Εκκλησία σημαίνει ζωή εν Αγίω Πνεύματι, κάτι που διαπιστώνεται και στη διδασκαλία της Εκκλησίας και στη λατρεία της και στην ασκητική της ζωή και που δεν έχει καμία σχέση με το νομικό-τυπικό πνεύμα του Ιουδαϊσμού ή με την καπηλεία του Πνεύματος από τις διάφορες προτεσταντικές ομάδες, αλλά είναι ελευθερία και αγάπη και παράκληση.


Από την άποψη αυτή η εμπειρία του Αγίου Πνεύματος και η μετοχή στις δωρεές Του (πρέπει να) αποτελούν στοιχεία ζωής όλων των μελών της Εκκλησίας, δηλαδή στην πραγματικότητα το κάθε μέλος της, αν ορθά είναι μέλος, πρέπει να βρίσκεται σε μία συνεχή κατάσταση εκπλήξεως, σε μία πορεία πνευματικής αυξήσεως, «ἀπὸ δόξης εἰς δόξαν». Διότι ακριβώς είναι μέτοχος του απείρου Θεού – Αγίου Πνεύματος. Με τον τρόπο αυτό, ο πιστός γίνεται ως μέλος της Εκκλησίας πνευματικός. Πνευματικός δεν είναι αυτός που θεωρείται έτσι από τον πολύ κόσμο: ο άνθρωπος των γραμμάτων και των τεχνών, ο επιστήμονας, ο ποιητής, ο ηθοποιός. Μάλλον μπορεί να θεωρηθεί κι αυτός πνευματικός, αλλά όχι με τη χριστιανική κατανόηση του όρου: ασχολείται με το ανθρώπινο πνεύμα και όχι με το Άγιον Πνεύμα. Για τους χριστιανούς λοιπόν ο πνευματικός είναι αυτός που έχει εμπειρία του Αγίου Πνεύματος, που το Πνεύμα του Θεού κατοικεί σε αυτόν. «Ὑμεῖς δὲ οὐκ ἐστέ ἐν σαρκί, ἀλλ᾽ ἐν Πνεύματι, εἴπερ Πνεῦμα Θεοῦ οἰκεῖ ἐν ὑμῖν» λέγει ο απόστολος Παύλος, για να συνεχίσει: «Εἰ δέ τις Πνεῦμα Χριστοῦ οὐκ ἔχει, οὗτος οὔκ ἐστιν αὐτοῦ» (Ρωμ. 8,9). Κι ο άγιος Χρυσόστομος παρατηρεί επ’ αυτού ότι ο άνθρωπος λέγεται πνευματικός «ἀπὸ τῆς τοῦ Πνεύματος ἐνεργείας».


Μιλώντας όμως για μετοχή στο Άγιον Πνεύμα στον χώρο της Εκκλησίας, μιλάμε για ένα γεγονός που παραπέμπει κατ’ ευθείαν στον ίδιο τον Χριστό. Η εν Αγίω Πνεύματι ζωή δηλαδή είναι η εν Χριστώ ζωή. Αυτό συμβαίνει διότι τον Χριστό Τον γνωρίζουμε, στο βαθμό που το Άγιον Πνεύμα μέσα στην Εκκλησία Τον φανερώνει στις καρδιές μας. Αν το Πνεύμα του Θεού δεν ενεργούσε μέσα μας, αν Εκείνο δεν μας φώτιζε, ο Χριστός μπορεί να είχε επιτελέσει το απολυτρωτικό Του έργο για τη σωτηρία του κόσμου, αλλά θα παρέμενε ένας ξένος για εμάς. Εκείνος που το γενικό έργο σωτηρίας του Χριστού το έκανε και το κάνει οικείο, δικό μας, είναι το τρίτο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος, το Παράκλητον Πνεύμα, το Οποίο ο Κύριος έστειλε στον κόσμο μετά την άνοδό Του στους Ουρανούς, ενεργοποιώντας έτσι την ίδρυση της Εκκλησίας ως ζωντανού σώματός Του από τον Ίδιο. Όπως το είπε, άλλωστε, παρηγορώντας τους μαθητές Του: «Ἐὰν ἐγὼ μὴ ἀπέλθω, ὁ Παράκλητος οὐκ ἐλεύσεται πρὸς ὑμᾶς» (Ιωάν. 16, 7).


Έτσι ο άνθρωπος εισέρχεται στην Εκκλησία, καλούμενος ουσιαστικά από τον Ίδιο τον Θεό -«οὐδεὶς δύναται ἐλθεῖν πρὸς με, ἐὰν μὴ ὁ πατήρ μου ὁ πέμψας με ἑλκύσῃ αὐτόν» (Ιωάν. 6, 44)- και εισερχόμενος διά του αγίου βαπτίσματος και του αγίου χρίσματος μετέχει των ακτίστων ενεργειών του Θεού, οι οποίες διακονούμενες από το Παράκλητον Πνεύμα μετά πια την Ανάληψη του Χριστού, Του αποκαλύπτουν Αυτόν στην καρδιά του, με την έννοια ότι τον ενσωματώνουν μέσα στον Ίδιο κάνοντάς τον μέλος Χριστού. Και γενόμενος ο άνθρωπος μέλος Χριστού, μετά την προσωπική αυτή Πεντηκοστή του, οδηγείται κατά φυσικό τρόπο ενώπιον του Θεού Πατέρα. Γι’ αυτό και ο απόστολος Παύλος σημειώνει ότι «οὐδεὶς δύναται εἰπεῖν Κύριον Ἰησοῦν, εἰ μὴ ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ» (Α΄ Κορ. 12, 3), όπως και ο Κύριος αποκάλυψε ότι «οὐδεὶς ἔρχεται πρὸς τὸν Πατέρα, εἰ μὴ δι᾽ ἐμοῦ» (Ιωάν. 14, 6). Από την άποψη αυτή κατανοούμε ότι ο Θεός μας είναι Θεός τάξεως και όχι ακαταστασίας, όπως κι ότι η σωτηρία του ανθρώπου έχει χαρακτήρα Τριαδικό κι αυτό σημαίνει ότι Θεολογία, Χριστολογία, Πνευματολογία, Εκκλησιολογία, Σωτηριολογία πάνε μαζί στην ορθόδοξη πίστη και οποιαδήποτε διάσπασή τους αποκαλύπτει την αίρεση ή οδηγεί σ’ αυτήν, άρα στην έκπτωση από τη ζωή και τη σωτηρία. Καταλαβαίνει λοιπόν κανείς εύκολα τώρα, γιατί ο άγιος Σεραφείμ του Σάρωφ τόνιζε ότι «σκοπός της πνευματικής ζωής είναι η απόκτηση του Αγίου Πνεύματος». Γιατί όποιος έχει το Άγιον Πνεύμα έχει τον Ίδιο τον Τριαδικό Θεό.


Το ερώτημα λοιπόν το οποίο τίθεται είναι: πως κανείς αποκτά το Άγιον Πνεύμα; Βεβαίως αμέσως η σκέψη μας, όπως υπονοήθηκε παραπάνω, πηγαίνει στα μυστήρια. Γιατί αυτά αποτελούν τους κρουνούς από τους οποίους προχέεται η χάρη του Θεού στους πιστούς. Αλλά τα μυστήρια δεν επενεργούν θετικά κατά τρόπο μαγικό στους ανθρώπους. Απαιτείται η προσωπική τους συμμετοχή και προσπάθεια. Κι εδώ εισέρχεται κανείς σ’ αυτό που ονομάζουμε ασκητική καθαρή πνευματική ζωή. Η ασκητική ζωή, ως προσωπικός αγώνας του ανθρώπου, αποτελεί την προϋπόθεση για να ενεργοποιούνται τα μυστήρια προς σωτηρία του ανθρώπου και να μην καταντούν «εἰς κρίμα ἢ εἰς κατάκριμα». Με την παρατήρηση βεβαίως ότι και ο αγώνας αυτός δεν γίνεται ερήμην του αγίου Πνεύματος. Η χάρη Αυτού δίνει τη δυνατότητα και της ασκητικής ζωής. «Οὐ τοῦ θέλοντος οὐδὲ τοῦ τρέχοντος, ἀλλὰ τοῦ ἐλεοῦντος Θεοῦ» (Ρωμ. 9, 16).


Τι μας διδάσκει λοιπόν η βιβλικο-πατερική παράδοση της Εκκλησίας μας, πάνω στο θέμα της αποκτήσεως του Αγίου Πνεύματος και των μυστικών της ασκητικής ζωής; Ότι κανείς δεν μπορεί να αποκτήσει τη χάρη αυτή της παρουσίας Του, να έχει συνεπώς κανείς τον Θεό μέσα του, αν δεν αγωνιστεί νομίμως. Και νομίμως σημαίνει να αρχίσει με τη χάρη του θεού τον αγώνα καθάρσεως του εαυτού του από τα ψεκτά λεγόμενα πάθη, ιδίως κατά του κεντρικού πάθους του ανθρώπου, της φιλαυτίας (ή εγωισμού), με τα παρακλάδια της, της φιληδονίας, της φιλαργυρίας και της φιλοδοξίας. Έτσι ο πνευματικός ασκητικός αγώνας είναι στοχευμένος: ο πιστός καλείται να μεταστρέψει τη φιλαυτία σε φιλοθεΐα και φιλανθρωπία, σε αγάπη αληθινή δηλαδή, γι’ αυτό και στη θέση των τέκνων της φιλαυτίας θέτει την εγκράτεια, την ελεημοσύνη και προσφορά, την ταπείνωση. Στο βαθμό που ο εκκλησιαστικός πνευματικός αυτός αγώνας γίνεται με σωστό τρόπο, με την καθοδήγηση δηλαδή των αγίων μας και των εμπειροτέρων από εμάς χριστιανών, κυρίως δε του πνευματικού μας πατέρα, η φιλαυτία εξαλείφεται, καθαρίζεται δηλ. η καρδιά μας και τη θέση της παίρνει η χάρη της αγάπης του Θεού. Όπου αγάπη όμως, εκεί και ο Θεός, ο άνθρωπος δηλαδή φτάνει στο σημείο να είναι κατοικητήριον Εκείνου.


Την κατάσταση αυτή που ακολουθεί την κάθαρση της καρδιάς του ανθρώπου, όπου η χάρη του Θεού αρχίζει και κυριαρχεί μέσα του, οι άγιοί μας έχουν ονοματίσει φωτισμό και στη συνέχεια θέωση. Γι’ αυτό και συχνά ακούμε για τα στάδια της πνευματικής ζωής: την κάθαρση, το φωτισμό, τη θέωση. Είναι φανερό ότι από τα τρία αυτά στάδια μόνο το πρώτο σχετίζεται ιδιαιτέρως με την ασκητική προσωπική προσπάθεια, εκεί που ο πιστός φανερώνει την αγαθή του προαίρεση για προαγωγή της σχέσης του με τον Θεό. Μολονότι και το στάδιο αυτό πραγματοποιείται με την ενίσχυση του Θεού, το δεύτερο και το τρίτο θεωρούνται καθαρά δώρα του Θεού, για τα οποία ο πιστός δεν πρέπει να ανησυχεί καθόλου ούτε και να τα θέτει ως όραμα και προορισμό του. Ο πιστός ως όραμά του έχει τη σχέση με τον Θεό, αγωνίζεται στη βασική εντολή του Χριστού, την αγάπη, με την οποία καθαρίζει την καρδιά του, και αφήνει τον Θεό «ελεύθερο» να προσφέρει, όσο θέλει και όποτε θέλει, τα δώρα της παρουσίας Του, τον φωτισμό και τη θέωση.


Γι’ αυτό και το ουσιαστικότερο στοιχείο τελικώς της πνευματικής ζωής είναι η υπομονή. Άνθρωπος που ξεκινά την πνευματική ζωή και απαιτεί γρήγορα την απόκτηση των χαρισμάτων του Θεού, ήδη έχει βάλει «νάρκη» στην προσπάθειά του. Ο Θεός δεν είναι παιχνίδι ώστε εμείς να Τον «κανονίζουμε» στις ενέργειές Του, αλλά ο παντοδύναμος και πανάγαθος Θεός που έχει τον απόλυτο έλεγχο των πάντων, γνωρίζοντας τα πάντα στο απόλυτο βάθος τους. Έτσι η ανυπομονησία αποτελεί σημάδι τελικώς ταραγμένης ψυχής, άρα στην πραγματικότητα φανερώνει την απιστία του ανθρώπου και την παρουσία του πονηρού. Δεν είναι τυχαίο ότι ο μέγας Ισαάκ ο Σύρος, στα ασκητικά του έργα, μνημονεύει ένα σπουδαίο Γέροντα, ο οποίος καθοδηγώντας έναν άπειρο νεαρό μοναχό, που «βιαζόταν» ν’ αποκτήσει τα χαρίσματα του Θεού, του αποκάλυψε ότι ο ίδιος άρχισε να νιώθει τα χαρίσματα αυτά μετά τα τριάντα πρώτα χρόνια της έντονης ασκητικής του ζωής.


Η εορτή λοιπόν της Πεντηκοστής μας αποκαλύπτει για μία ακόμη φορά το μεγαλείο της πίστεώς μας, αφού είμαστε κλημένοι σε άπειρη αύξηση μετοχής στο Πνεύμα του Θεού, αλλά και συγχρόνως μας δείχνει τις δυσκολίες που υπάρχουν λόγω των δικών μας αμαρτιών και αδυναμιών. Είναι στη δική μας όμως την ευθύνη να ανταποκριθούμε στην κλήση αυτή, που συνιστά και την υψηλότερη κλήση που υπάρχει στον κόσμο: να είμαστε και να γίνουμε «συγκληρονόμοι Χριστοῦ» (Ρωμ. 8, 17).




Γεώργιος Δορμπαράκης, Του Πάθους και της Ανάστασης, 1η έκδ., Αθήνα, Αρχονταρίκι, 2014.

Η Πεντηκοστή

 π. Λεβ Ζιλέ


«Πεντηκοστὴν ἑορτάζομεν καὶ Πνεύματος ἐπιδημίαν καὶ προθεσμίαν ἐπαγγελίας καὶ ἐλπίδος συμπλήρωσιν…» Με αυτά τα λόγια η Εκκλησία, στον Εσπερινό της Πεντηκοστής, μας καλεί να εισέλθουμε στην ατμόσφαιρα αυτής της μεγάλης εορτής, που συμπίπτει με την έβδομη Κυριακή μετά την Ανάσταση και που δεν είναι καθόλου κατώτερη από αυτή.


Στον Όρθρο της εορτής διαβάζεται το ένατο Εωθινό Ευαγγέλιο το οποίο περιγράφει τις εμφανίσεις του Αναστημένου Ιησού. Στο κείμενο αυτό (Ιω. 20: 19-31) βλέπουμε μια πρώτη έλευση του Αγίου Πνεύματος επί των μαθητών: Ο Ιησούς «ἐνεφύσησε καὶ λέγει αὐτοῖς, λάβετε Πνεύμα Ἅγιον…». Αυτή η πρώτη έλευση του Πνεύματος δεν είναι λιγότερο πραγματική από εκείνη της Πεντηκοστής. Η διαφορά είναι ότι, κατά την ημέρα της Πεντηκοστής, το πνεύμα κατέβηκε στους μαθητές «ἐν δυνάμει». Είναι η ίδια διαφορά ανάμεσα στην έλευση του Αγίου Πνεύματος σε κάθε βαπτισμένο χριστιανό, από τη στιγμή που δέχεται το Μυστήριο του Χρίσματος, και σ’ εκείνο το βάπτισμα του Πνεύματος, για το οποίο θα μιλήσουμε πιο κάτω και το οποίο κάποιοι χριστιανοί επιτυγχάνουν σε προχωρημένα στάδια της πνευματικής τους ζωής.


Στη Λειτουργία της Κυριακής, αντί Επιστολής, διαβάζουμε την περιγραφή των γεγονότων της Πεντηκοστής, όπως αναφέρονται στο Βιβλίο των Πράξεων (2: 1-11). Κάποιες πτυχές της περιγραφής τραβούν την προσοχή μας.


«Ἐν τῷ συμπληροῦσθαι τὴν ἡμέραν τῆς Πεντηκοστῆς…» Η Πεντηκοστή είναι ταυτόχρονα ένα τέλος και μια αρχή. Μπροστά στους μαθητές ανοίγεται ένας καινούργιος δρόμος, τώρα όμως είναι προετοιμασμένοι. Δεν μπορούμε να εισχωρήσουμε στην Πεντηκοστή χωρίς προετοιμασία. Πρέπει πρώτα-πρώτα να έχουμε αφομοιώσει όλο το πνευματικό υλικό που μας προσφέρουν οι πενήντα μέρες που ακολούθησαν την Ανάσταση. Πρέπει να έχουμε γευθεί την εμπειρία του Αναστάντος. Πρέπει να έχουμε διανύσει τις μέρες του Πάθους. Με λίγα λόγια πρέπει να έχουμε ωριμάσει.


«Ἦσαν ἅπαντες οἱ ἀπόστολοι ὁμοθυμαδὸν ἐπὶ τῷ αὐτῷ…» Κάποιοι άλλοι στίχοι των Πράξεων μας περιγράφουν τους Ένδεκα, συναγμένους στο Υπερώον, μαζί με τη Μαρία -τη Μητέρα του Ιησού- και τις άλλες γυναίκες. Εκεί γεννήθηκε η Εκκλησία. Προσεύχονταν όλοι μαζί. Υπήρχαν οι απαραίτητες προϋποθέσεις για την υποδοχή του Αγίου Πνεύματος. Κι εμείς έχουμε ανάγκη, κάποιες στιγμές, να αποτραβιόμαστε από τον κόσμο και να κλεινόμαστε στο Υπερώο της ψυχής μας. Εκεί ας προσευχόμαστε και ας ενωνόμαστε με την προσευχή και την Πίστη όλης της Εκκλησίας. Πρέπει να είμαστε «μαζί» με τους αποστόλους και τη Θεοτόκο. Όποιος αγνοεί την αυθεντία των αποστόλων και μπορεί να προσπερνά τη μητρική παρουσία της Παναγίας, δεν μπορεί να λάβει το Άγιο Πνεύμα.


«Καὶ ἐγένετο ἄφνω ἐκ τοῦ οὐρανοῦ ἦχος, ὥσπερ φερομένης πνοῆς βιαίας…». Το Άγιο Πνεύμα είναι μια πνοή, ένας άνεμος. Αυτό που έχει σημασία για μας δεν είναι να γεμίζουμε κατάπληξη μπροστά στη δύναμη αυτής της πνοής, αλλά να αφηνόμαστε σ’ αυτή και να επιτρέπουμε στο Πνεύμα να μας πηγαίνει όπου Αυτό θέλει, όπως έκανε ο Ιησούς κατά την επίγεια ζωή Του. Ας μην ξεχνάμε ακόμη ότι και αυτή η πνοή «καθοδηγείται». Δεν είναι μια ανεξάρτητη και ασυνάρτητη δύναμη. Ο Ιησούς ενεφύσησε το Πνεύμα στους μαθητές Του. Αλλά αυτή η πνοή εκπορεύεται καταρχάς από το στόμα του Πατρός. Είναι μια υπακοή στον Θεό. Υπακούοντας στις εμπνεύσεις του Πνεύματος (ο βίαιος άνεμος δεν είναι παρά ένα εξωτερικό και σπάνιο σημείο, η εσωτερική νεύση Του είναι η πραγματικότητα), μετέχουμε στην υπακοή του Πνεύματος που εκπορεύεται από τον Πατέρα και αποστέλλεται διά του Υιού.


«Καὶ ὤφθησαν αὐτοῖς διαμεριζόμεναι γλῶσσαι ὡσεὶ πυρός, ἐκάθισέ τε ἐφ’ ἕνα ἕκαστον αὐτῶν». Το Άγιο Πνεύμα εμφανίζεται υπό τη μορφή γλωσσών πυρός. Η Πεντηκοστή θεραπεύει τη διάσπαση και τη σύγχυση των γλωσσών, οι οποίες ήταν το αποτέλεσμα της εγωιστικής προσπάθειας στη Βαβέλ. Αποκαθιστά την ενότητα του ανθρώπινοι; λόγου. Οι μαθητές θα γίνουν κατανοητοί από όλους τους ξένους που παρεπιδημούσαν στην Ιερουσαλήμ -Πάρθους, Μήδους και Καππαδόκες-, και αυτοί πάλι θα εκπλαγούν ακούγοντας τα λόγια των Γαλιλαίων στη δική τους γλώσσα. Η γλώσσα του Πνεύματος -τουλάχιστον το εσωτερικό της περιεχόμενο- είναι σήμερα ακόμη προσιτή σε όλους τους ανθρώπους, σε όλες τις φυλές, σε όλες τις εθνικότητες. Το ίδιο Πνεύμα εκπέμπει ένα πανανθρώπινο μήνυμα, το οποίο όμως κάθε ψυχή αναγνωρίζει ως κατάδικο της. Αφετέρου, ακόμη και στις ημέρες μας, εκείνος στον οποίο αναπαύεται το Άγιο Πνεύμα γίνεται ικανός, αν όχι να εκφραστεί σε ξένες γλώσσες, τουλάχιστον να βρίσκει την «ψυχολογική γλώσσα» που θα έχει απήχηση στον καθένα και θα ανοίξει την καρδιά του. Γίνεται έτσι εφικτός ο διάλογος. Γλώσσες πυρός φάνηκαν πάνω από κάθε μαθητή. Αυτές οι γλώσσες υπονοούν μια φλογερή αγάπη. Ο λόγος μοιάζει να ρυθμίζεται από τη φλόγα. Τέλος, οι γλώσσες μοιράζονται εξίσου. Δεν αποτελούν προνόμιο του Πέτρου ή της Μαρίας ή των Ένδεκα. Εμφανίζονται σε όλους όσοι ήταν παρόντες στο Υπερώο· και όμως, οι γλώσσες του πυρός ήταν ένα και μόνο πυρ. Έτσι, λύνεται μέσα στην Εκκλησία το πρόβλημα της ενότητας και των προσώπων, χωρίς να θυσιάζεται ούτε το ένα ούτε το άλλο.


«Καὶ ἐπλήσθησαν ἅπαντες Πνεύματος Ἁγίου…» Όταν ολόκληρη η καρδιά γεμίζει ξαφνικά από το Άγιο Πνεύμα, και μαζί από μια καινούργια εκπληκτική δύναμη, αυτό είναι το «βάπτισμα του Πνεύματος», διαφορετικό από το βάπτισμα του ύδατος και το χρίσμα διά του οποίου η Εκκλησία επιδαψιλεύει το Πνεύμα στους πιστούς. Υπάρχει εδώ μια πραγματικότητα που έχει σε πολύ μεγάλο βαθμό απομακρυνθεί από την οπτική μας, στην οποία όμως η Αγία Γραφή επιμένει και προς την οποία θα πρέπει να στραφεί η προσοχή μας.


«Καὶ ἤρξαντο λαλεῖν ἑτέραις γλώσσαις, καθὼς τὸ Πνεῦμα ἐδίδου αὐτοῖς ἀποφθέγγεσθαι…» Έχουμε ήδη αναφερθεί στη σημασία αυτού του λόγου που «δίδεται» από το Άγιο Πνεύμα. Αλλά τίθεται εδώ, γενικότερα, το ζήτημα των χαρισμάτων. Ο ένας κίνδυνος θα ήταν να τα επιθυμούμε κατά τρόπο άτακτο. Ο άλλος κίνδυνος θα ήταν να τα παραμελήσουμε, να τα ξεχάσουμε, να σκεφτούμε ότι αυτά είναι πράγματα του παρελθόντος που δόθηκαν στην Εκκλησία, ή μάλλον που δίδονται μια για πάντα.


Αμέσως μετά τη Λειτουργία αρχίζει ο Εσπερινός της Γονυκλισίας με την εντελώς ιδιαίτερη δομή του. Κατά τη διάρκεια αυτής της ακολουθίας, το εκκλησίασμα, γονατισμένο, ψάλλει επισήμως το τροπάριο «Βασιλεῦ Οὐράνιε, Παράκλητε, τὸ Πνεῦμα τῆς Ἀληθείας, ὁ πανταχοῦ παρών…». Γνωρίζουμε όλοι ότι αυτό το τροπάριο λέγεται στην αρχή κάθε λειτουργίας και στις περισσότερες ακολουθίες του βυζαντινού τυπικού· και φαίνεται ότι είναι η μόνη προσευχή του τυπικού αυτού που αναπέμπεται απευθείας στο Άγιο Πνεύμα. Η προσευχή αυτή, το πρωί της Κυριακής της Πεντηκοστής, έχει τεράστια σημασία: η στιγμή που την ψάλλουμε είναι η στιγμή που η Εκκλησία επικεντρώνει όλους τους πόθους της προς το Άγιο Πνεύμα και το ικετεύει να κατέλθει. Εκείνη την ώρα, κάθε πιστός, γονατισμένος, μπορεί, αν ζητήσει Εκείνον που είναι το κατ’ εξοχήν δώρο, να λάβει στην ψυχή του την ανανέωση της Χάρης της Πεντηκοστής, την κάθοδο της Περιστεράς.


Το εκκλησίασμα, γονατισμένο ακόμη, ακούει τον ιερέα να αναπέμπει εφτά μεγάλες ευχές: δύο από αυτές απευθύνονται στον Θεό -χωρίς να γίνεται διάκριση μεταξύ των τριών Προσώπων της Τριάδος- δύο απευθύνονται στον Πατέρα και τρεις στον Υιό. Μπορεί στην αρχή να φαίνονται λίγο ασαφείς, αν όμως τις αναλύσουμε προσεκτικά, θα αναγνωρίσουμε ότι αποτελούν επιτομή του ορθόδοξου δόγματος. Ανακεφαλαιώνουν όλη τη θεία οικονομία της σωτηρίας μας. Παρότι γίνονται αναφορές στο Άγιο Πνεύμα, παρατηρούμε ότι διολισθαίνουν από το Μυστήριο του Πνεύματος στο Μυστήριο της Αγίας Τριάδος. Μία φράση από την πέμπτη ευχή λέει: «Ὁ καὶ ἐν ταύτη τῇ ἐσχάτῃ καὶ μεγάλῃ καὶ σωτηρίῳ ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς τὸ μυστήριον τῆς Ἁγίας καὶ Ὁμοουσίου καὶ Ἀδιαιρέτου καὶ Ἀσυγχύτου Τριάδος ὑποδείξας ἡμῖν…». Αυτή η «Τριαδική» διάσταση της Εορτής της Πεντηκοστής εξηγεί γιατί αυτή η Κυριακή ονομάζεται συχνά από τους Ορθοδόξους Κυριακή της Αγίας Τριάδος. Εξηγεί επίσης γιατί οι Εκκλησίες που ακολουθούν το Βυζαντινό τυπικό έκριναν καλό να αφιερώσουν ιδιαιτέρως τη Δευτέρα της Πεντηκοστής στο Πρόσωπο του Αγίου Πνεύματος: η Λειτουργία και το μεγαλύτερο μέρος του Εσπερινού -πλην των Ευχών- επαναλαμβάνονται και την ημέρα αυτή.


Είναι αλήθεια ότι το να αφιερώνεται η Δευτέρα της Πεντηκοστής στο Άγιο Πνεύμα είναι κάπως παράξενο, αφού η αληθινή εορτή Του είναι η ημέρα της Πεντηκοστής, και θα ήταν ευχής έργο, αυτή την ίδια ημέρα, η ευλάβεια των πιστών να εστιάζεται στο τρίτο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος, του οποίου η ύπαρξη και η δράση παραμένουν για πολλούς από τους πιστούς τόσο λίγο γνωστές. Αφετέρου, είναι ωραίο το γεγονός ότι η Εκκλησία μάς υπενθυμίζει το Μυστήριο της Αγίας Τριάδος. Θα ήταν μεγάλο λάθος να θεωρούμε το Μυστήριο αυτό ως θεωρία απόμακρη, αόριστη, χωρίς καμιά σχέση με το πρακτικό κομμάτι της ζωής μας. Η ζώσα και αμοιβαία αγάπη των Τριών θείων Προσώπων είναι το αιώνιο γεγονός, το πιο μεγάλο, απείρως μεγαλύτερο και σημαντικότερο από όλα όσα μας αφορούν προσωπικά. Ο άνθρωπος δημιουργήθηκε ακριβώς επειδή τα Τρία θεία Πρόσωπα ήθελαν να τον κάνουν μέτοχο, μέχρις ενός βαθμού, της δικής Τους ζωής. Ήδη, από εδώ κάτω, η ζωή της χάριτος είναι μία μετοχή στη ζωή της Τριάδος. Η ψυχή τού εν Χριστώ αποθνήσκοντος καλείται να εισέλθει στην αέναη κίνηση της αγάπης των Τριών Προσώπων. Η αγαπητική αυτή σχέση τους συνιστά το υπέρτατο πρότυπο, αν και πάντοτε υπερβατικό, αυτού που θα έπρεπε να είναι οι σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων. Η Πεντηκοστή, καταληκτικό γεγονός του ιστορικού της σωτηρίας μας, μάς εισάγει στην καρδιά του μυστηρίου της Τριάδος, ενός ωκεανού από τον οποίο ξεκινά και στον οποίο καταλήγει ο ποταμός της θείας αγάπης που στρέφει τους ανθρώπους προς τον Θεό.




Lev Gillet (ενός Μοναχού της Ανατολικής Εκκλησίας), Πασχαλινή κατάνυξη, 1η έκδοση, εκδ. Ακρίτας, Αθήνα, 2009

Πεντηκοστή

 Ιωάννου Μ. Φουντούλη


«Πεντηκοστὴν εορτάζομεν


καὶ Πνεύματος επιδημίαν


καὶ προθεσμίαν επαγγελίας


καὶ ελπίδος συμπλήρωσιν·


καὶ τὸ μυστήριον όσον;


Ὡς μέγα τε καὶ σεβάσμιον.


Διὸ βοώμέν σοί·


Δημιουργὲ τοῦ παντός,


Κύριε, δόξα σοί».


Αυτόν τον θαυμάσιο ύμνο θέτει η Εκκλησία μας σαν προπύλαιο στην εορτή της Πεντηκοστής. Και σ’ αυτόν ανακεφαλαιώνει το «μέγα και σεβάσμιον» μυστήριον, το οποίον πανηγυρίζει: Την συμπλήρωση της ελπίδος, την προθεσμία της επαγγελίας, την επιδημία του Πνεύματος του αγίου. Γιατί πράγματι το εορταζόμενο γεγονός, η επιφοίτησις του αγίου Πνεύματος στους αποστόλους του Χριστού, αποτελεί το τέλος και το επιστέγασμα όλου του έργου της σωτηρίας. Όλο το έργο του Χριστού, η έλευσις, η διδασκαλία, το πάθος, η ανάστασις, η ανάληψις απέβλεπαν σ’ αυτό· στην έλευση του αγίου Πνεύματος στον κόσμο, στην νέα δημιουργία. Ακριβώς για το λόγο αυτό στο τροπάριο που ακούσαμε και σε όλη την υμνογραφία της Πεντηκοστής ανυμνείται ο δημιουργός του παντός, ο Πατήρ, που δια του Λόγου, του Υιού της αγάπης Του, εν αγίω Πνεύματι δημιουργεί τον κόσμο, αναδημιουργεί, ξανακτίζει την κτίση και την μεταβάλλει σε νέα, την ανακαινίζει.


Έτσι η ημέρα αυτή συνδέει την ανάμνηση της γενεθλίου ημέρας του νέου κόσμου με την ανάμνηση της γενεθλίου ημέρας του παλαιού. Τις δύο γεννήσεις, την φυσική και την υπερφυσική. Στην πρώτη μας μεταφέρουν οι πρώτες γραμμές της Βίβλου: «Ἡ δὲ γῆ ἦν ἀόρατος καὶ ἀκατασκεύαστος καὶ σκότος ἐπάνω τῆς ἀβύσσου καὶ πνεῦμα Θεοῦ ἐπεφέρετο ἐπάνω τοῦ ὕδατος. Καὶ εἶπεν ὁ Θεός· Γενηθήτω φῶς. Καὶ ἐγένετο φῶς. Καὶ εἶδεν ὁ Θεός τό φῶς ὅτι καλόν»[1] Στην δευτέρα συμβαίνει το ίδιο. Επάνω στην άμορφο ύλη των εθνών και το σκότος της πλάνης εκχύνεται η βιαία πνοή του Πνεύματος του Θεού. Ο λόγος Του ανακαινίζει την παλαιωθείσα κτίσι. «Πάρθοι καὶ Μῆδοι καὶ Ἐλαμῖται καὶοἱ κατοικοῦντες τὴν Μεσοποταμίαν, Ἰουδαίαν τε καὶ Καππαδοκίαν, Πόντον καὶ τὴν Ἀσίαν, Φρυγίαν τε καὶ Παμφυλίαν, Αἴγυπτον καὶ τὰ μέρη τῆς Λυβίης τῆς κατὰ Κυρήνην… Ρωμαῖοι, Ἰουδαῖοι τε καὶ προσήλυτοι, Κρῆτες καὶ Ἄραβες»[2] είναι η νέα άβυσσος, το γέννημα της διασποράς, της κατατμήσεως και της αποσυνθέσεως του κόσμου. Επάνω από αυτούς τώρα επιφέρεται το Πνεύμα του Θεού και ο Λόγος Του καλεί όλους εις συμφωνίαν, εις ενότητα Πνεύματος αγίου, εις το φως. «Ὁ εἰπών ἐκ σκότους φῶς λάμψαι»[3] τους καλεί να επιστρέψουν «ἀπὸ σκότους εἰς φῶς»[4], να γίνουν «φῶς ἐν Κυρίῳ».[5] Και η αναχώνευσις γίνεται με τας πυριμόρφους γλώσσας του αγίου Πνεύματος, που διεμερίσθησαν στους αποστόλους. «Καὶ ὤφθησαν αὐτοῖς διαμεριζόμεναι γλῶσσαι ὡσεὶ πυρός».[6] Η γλώσσα, το σύμβολο, το αποτέλεσμα και το αίτιο του χωρισμού, γίνεται τώρα σύμβολο ενότητος, της εν αγίω Πνεύματι ενότητος του νέου λαού του Θεού. Ο εγκαινισμός του Πνεύματος συμβολίζεται με την καινουργία των γλωσσών. Διά του Χριστού εν αγίω Πνεύματι λαλείται τώρα το μυστήριο της αιωνίου σωτηρίας. Αυτό ακριβώς υπογραμμίζει το δεύτερο στιχηρό του εσπερινού της Πεντηκοστής του α΄ ήχου:


«Γλώσσαις ἀλλογενῶν


ἐκαινούργησας, Χριστέ, τοὺς σοὺς μαθητάς,


ἵνα δι᾿ αὐτῶν σε κηρύξωσι


τὸν ἀθάνατον Λόγον καὶ Θεόν,


τὸν παρέχοντα ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν τὸ μέγα ἔλεος».


Ο λαός λοιπόν του Θεού, η Εκκλησία εορτάζει κατά την Πεντηκοστή την γέννησή της. Την γενέθλιο ημέρα της, αλλά και αυτό το μυστήριο της ιδίας της ζωής της. Γιατί η Εκκλησία του Χριστού δεν έζησε το μυστήριο της Πεντηκοστής σε μία στιγμή χρόνου κατά το μακάριο εκείνο έτος και την ιστορική εκείνη ημέρα, που «ἐπλήσθησαν» οι μαθητές «Πνεύματος ἁγίου». Αλλά το ζει καθημερινώς, διαρκώς, σε κάθε στιγμή χρόνου, από την ημέρα εκείνη την γενέθλιο μέχρι της συντελείας του αιώνος. Γιατί το Πνεύμα το άγιον ήλθε τότε και έκτοτε μένει και θα μένει εις τον αιώνα στον κόσμο για να συγκροτεί την Εκκλησία. Πνεύμα και Εκκλησία είναι αδιασπάστως ενωμένα. Το άγιον Πνεύμα είναι η ψυχή, η ζωή, η ύπαρξις της Εκκλησίας, της εν αγίω Πνεύματι καινής ζωής. Σ’ αυτό οφείλεται η ενότης, η αγιότης, η καθολικότης της Εκκλησίας. Από αυτό πηγάζουν τα χαρίσματα, οι θεσμοί, η πίστις και η θεολογία της Εκκλησίας. Την βιαία Του πνοή και την πυρίμορφο δρόσο Του αισθάνεται σε κάθε βήμα, σε κάθε εκδήλωση, σε κάθε κίνησή της. Από αυτό πηγάζουν οι υπερφυσικές ενέργειες των μυστηρίων, που ζωογονούν, που τροφοδοτούν και αγιάζουν το σώμα της. Αυτό θεολογεί και ο ποιητής του τρίτου στιχηρού του εσπερινού:


«Πάντα χορηγεῖ τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον·


βρύει προφητείας,


ἱερέας τελειοῖ,


ἀγραμμάτους σοφίαν ἐδίδαξεν,


ἁλιεῖς θεολόγους ἀνέδειξεν,


ὅλον συγκροτεῖ τὸν θεσμὸν τῆς Ἐκκλησίας.


Ὁμοούσιε καὶ ὁμόθρονε


τῷ Πατρὶ καὶ τῷ Υἱῷ,


Παράκλητε, δόξα σοι».


Στην ιστορική λοιπόν Πεντηκοστή, αλλά και στην διαρκή Πεντηκοστή, στην οποία ζει η Εκκλησία, θα μας μεταφέρει κατά την επέτειο του γεγονότος αυτού. Θα μας καλέσει να κλίνουμε τα γόνατα στις αυλές του Κυρίου και να προσκυνήσουμε την αήττητο δύναμή Του, να δοξολογήσουμε την αγία Τριάδα, που φωτίζει και αγιάζει τις ψυχές μας. Και στην στάση αυτή της ταπεινώσεως, της κλίσεως των γονάτων και του αυχένος, να υποδεχθούμε την χάρη του Παρακλήτου. Να ανανεώσουμε και να αναρριπίσουμε την φλόγα του αγίου Πνεύματος. Να συνειδητοποιήσουμε την θέση μας και την υπόστασή μας σαν μελών της Εκκλησίας, σαν ναών του αγίου Πνεύματος. Ναών και σκευών καθαρών, δοχείων του Παρακλήτου, των οποίων κάθε σκέψις θα υπαγορεύεται από το Πνεύμα της σοφίας, κάθε ενέργεια από το Πνεύμα της συνέσεως, το αγαθόν, το ευθές, το νοερόν, το ηγεμονεύον, το καθαίρον τα πταίσματα. Το Πνεύμα το άγιον, το Κύριον και ζωοποιόν, το θείον που θεοποιεί τους ανθρώπους, που δια της χάριτός Του μας μεταβάλλει σε «Θεοὺς κατὰ μέθεξιν».


Αυτό το υπερφυές γεγονός της επιφοιτήσεως του Παρακλήτου περιγράφουν τα τρία θαυμάσια τροπάρια των αίνων και του εσπερινού του δ´ ήχου. Αυτό το Πνεύμα εγκωμιάζουν και αυτού την χάρη επικαλούνται μαζί με το δοξαστικό του πλ. β´ ήχου, με το οποίο κατακλείουμε την εκπομπή μας:


«Παράδοξα σήμερον


εἶδον τὰ ἔθνη πάντα ἐν πόλει Δαυΐδ,


ὅτε τὸ Πνεῦμα κατῆλθε τὸ ἅγιον


ἐν πυρίναις γλώσσαις,


καθὼς ὁ θεηγόρος Λουκᾶς ἀπεφθέγξατο.


Φησὶ γάρ· Συνηγμένων τῶν μαθητῶν τοῦ Χριστοῦ,


ἐγένετο ἦχος, καθάπερ φερομένης βιαίας πνοῆς,


καὶ ἐπλήρωσε τὸν οἶκον, οὗ ἦσαν καθήμενοι·


καὶ πάντες ἤρξαντο φθέγγεσθαι


ξένοις ῥήμασι, ξένοις δόγμασι,


ξένοις διδάγμασι, τῆς ἁγίας Τριάδος».




 «Τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον,


ἦν μὲν ἀεί, καὶ ἔστι, καὶ ἔσται


οὔτε ἀρξάμενον οὔτε παυσόμενον,


ἀλλ᾿ ἀεὶ Πατρὶ καὶ Υἱῷ συντεταγμένον


καὶ συναριθμούμενον.


Ζωή καὶ ζωοποιοῦν·


φῶς, καὶ φωτὸς χορηγόν·


αὐτάγαθον, καὶ πηγὴ ἀγαθότητος·


δι᾿ οὗ Πατὴρ γνωρίζεται


καὶ Υἱὸς δοξάζεται


καὶ παρὰ πάντων γινώσκεται,


μία δύναμις, μία σύνταξις,


μία προσκύνησις, τῆς ἁγίας Τριάδος».




Τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον,


φῶς καὶ ζωή καὶ ζῶσα πηγὴ νοερά,


Πνεῦμα σοφίας, Πνεῦμα συνέσεως·


ἀγαθόν, εὐθές, νοερόν,


ἡγεμονεῦον, καθαῖρον τὰ πταίσματα.


Θεός, καὶ θεοποιοῦν·


πῦρ, ἐκ πυρὸς προϊόν·


λαλοῦν, ἐνεργοῦν,


διαιροῦν τὰ χαρίσματα·


δι᾿ οὗ Προφῆται ἅπαντες


καὶ Θεοῦ ἀπόστολοι


μετὰ μαρτύρων ἐστέφθησαν.


Ξένον ἄκουσμα, ξένον θέαμα,


πῦρ διαιρούμενον, εἰς νομὰς χαρισμάτων».




«Βασιλεῦ οὐράνιε,


Παράκλητε, τὸ Πνεῦμα τῆς ἀληθείας,


ὁ πανταχοῦ παρών, καὶ τὰ πάντα πληρῶν,


ὁ θησαυρὸς τῶν ἀγαθῶν καὶ ζωῆς χορηγός·


ἐλθὲ καὶ σκήνωσον ἐν ἡμῖν


καὶ καθάρισον ἡμᾶς ἀπὸ πάσης κηλῖδος


καὶ σῶσον, ἀγαθὲ τὰς ψυχὰς ἡμῶν».




(13 Ιουνίου 1970)




Ιωάννου Μ. Φουντούλη, Λογική Λατρεία, Αποστολική Διακονία της Εκκλησίας της Ελλάδος, Αθήνα, 1997


Το γεγονός της Εκκλησίας

 π. Φιλόθεος Φάρος


Την Πεντηκοστή γιορτάζουμε το γεγονός της Εκκλησίας, αλλά η εποχή μας δεν μπορεί εύκολα να γιορτάσει το γεγονός της Εκκλησίας, γιατί είναι μια έντονα αντιεκκλησιαστική εποχή, όχι γιατί επικρίνονται, διαβάλλονται, διασύρονται ή συκοφαντούνται συχνά εκπρόσωποι της εκκλησιαστικής διοικήσεως, αλλά επειδή η φύση του πολιτισμού που κυριαρχεί σήμερα είναι αντιεκκλησιαστική. Η εποχή μας είναι μια εποχή ατομιστική και ανταγωνιστική, είναι μια εποχή που ενθαρρύνει τον ανθρώπινο ναρκισσισμό και σαν συνέπεια καλλιεργεί τις προϋποθέσεις για την αποκοπή του ανθρώπου από τους άλλους και την απομόνωσή του.


Η εκκλησιαστικότητα αντίθετα είναι αντανάκλαση της τριαδικότητας του Θεού, που σαν Θεός αγάπης δεν μπορούσε αν και είναι ένας να είναι μοναδικός, γιατί έπρεπε οπωσδήποτε να αγαπάει κάποιον άλλο. Έτσι ο Θεός ήταν απαραίτητο να είναι μια κοινότητα, μια κοινωνία που τα πρόσωπα που την αποτελούν να τα μοιράζονται όλα, να τα έχουν όλα κοινά εκτός από την ταυτότητά τους, την υποστατικότητά τους. Γιατί αν είχαν και την ταυτότητα ή την υποστατικότητά κοινή δεν θα ήταν κοινότητα, αλλά μοναδικότητα και επομένως ο Θεός δεν θα μπορούσε να είναι Θεός αγάπης.


Στον άνθρωπο ο Θεός που τον έπλασε κατ’ εικόνα και ομοίωση δική του, έδωσε την εκκλησιαστικότητα που είναι για τον άνθρωπο ότι είναι για τον Θεό η τριαδικότητα. Αλλά με την απομάκρυνσή του από τον Θεό ο άνθρωπος αλλοιώνει την θεία εικόνα και υποκαθιστά την εκκλησιαστικότητά του, δηλαδή το βασικό στοιχείο της φύσεώς του που απαιτεί την ένωσή του με τους άλλους ανθρώπους, με τον ατομικισμό και τον ναρκισσισμό που τον οδηγεί στον θάνατο.


Ο Χριστός με την ενσάρκωση του, την ενανθρώπισή του αποκαθιστά την ανθρώπινη φύση, στην παλιά της κατάσταση και έτσι ξαναζωντανεύει, την εκκλησιαστικότητα του ανθρώπου και την πραγματώνει με την σύσταση της Εκκλησίας.


Επομένως η Εκκλησία δεν είναι διοίκηση, δεν είναι οργάνωση, δεν είναι εξουσία, αλλά είναι κοινωνία, συνομιλία, συνύπαρξη, συμβίωση, συνοδοιπορία, συμμετοχή, συνεύρεση, σύνοδος. Ούτε είναι αναγκαστικά  Εκκλησία η χωρίς καμιά συνοχή συγκέντρωση ατόμων στο ναό. Η συγκέντρωση ατόμων στο ναό, μπορεί μάλιστα συχνά να είναι κάθε άλλο παρά Εκκλησία.


Στην Εκκλησία οι άνθρωποι μοιράζονται με τους άλλους τον εαυτό τους, το βιό τους, τον χρόνο τους, τις ανησυχίες τους, τη δημιουργικότητά τους, τη χαρά τους, την λύπη τους, την πίκρα τους, την απόγνωσή τους, την ελπίδα τους, την πίστη τους.


Στην Εκκλησία, ούτε υπακούουν πολλοί σε ένα ούτε δεν υπακούει κανένας σε κανένα, αλλά υπακούουν όλοι σε όλους.


Δεν υπάρχει  Εκκλησία εκεί που οι άνθρωποι φροντίζουν ο καθένας τον εαυτό του, εκεί που ο καθένας κρατάει τα αγαθά του, την χαρά του, την δύναμή του, την ελπίδα του, την πίστη του, την αρετή του για τον εαυτό του και δεν την μοιράζεται με τους άλλους.


Η Εκκλησία όμως πραγματώνεται διαρκώς πάνω στη γη, αποκαθιστά διαρκώς την εκκλησιαστικότητα της ανθρωπινής φύσεως, μεταβάλλει διαρκώς τον κόσμο σε βασιλεία του Θεού, δεν είναι στατική, δεν φτάνει ποτέ στο τέρμα, μπορεί πάντα να γίνεται όλο και περισσότερο η βασιλεία του Θεού. Επομένως η Εκκλησία δεν είναι μια κοινωνία καθαρών, που έχουν φθάσει στο τέρμα και που δεν μπορούν να προχωρήσουν πιο πέρα.


Μέσα στην Εκκλησία, τα μέλη της Εκκλησίας αγωνίζονται διαρκώς να μετακινηθούν από τον δαιμονικό ναρκισσισμό στην εκκλησιαστικότητα, που είναι η αντανάκλαση της τριαδικότητας του Θεού.


Αν στην εποχή μας πολλοί άνθρωποι πολεμούν την Εκκλησία σαν οργάνωση, είναι προ παντός και κυρίως επειδή ο σημερινός άνθρωπος κυριαρχημένος από τον δαιμονικό ναρκισσισμό τρέμει την εκκλησιαστικότητα και μπορεί να μιλάει συχνά για δίκαιη κατανομή των υλικών αγαθών, αλλά δεν κάνει ποτέ λόγο για αγάπη. Με την μάσκα της υλιστικής ισότητας, κρύβει τον τρόμο που αισθάνεται στο ενδεχόμενο να μοιραστεί τον εαυτό του με κάποιον άλλο. Γι’ αυτό προσπαθεί να μεταβάλει σε εμπορική συναλλαγή και τις πιο προσωπικές σχέσεις όπως ο γάμος, τον οποίο θέλει να απογυμνώσει από κάθε προσωπικό στοιχείο, από κάθε συναίσθημα και να τον κάνει συνδικαλισμό με ωράρια, με δικαιώματα, έντονα ανταγωνιστικό, μια σφοδρή μάχη ανάμεσα σε δύο στρατόπεδα, για να προστατευθεί έτσι από το ενδεχόμενο της προσωπικής προσφοράς


Την υλιστική ισότητα την θέλει υποχρεωτική, κυριαρχική, επιβεβλημένη από κάποια απρόσωπη εξουσία για να αποκλείεται το στοιχείο της προσωπικής προσφοράς, για την οποία αισθάνεται έντονα ο σημερινός άνθρωπος την τραγική του αναπηρία.


Αλλά δεν μπορούν οι άνθρωποι να έχουν μεταξύ τους κοινότητα, κοινωνία, ενότητα, χωρίς να είναι ενωμένοι με Εκείνον που είναι η Κοινότητα, η Κοινωνία, η Ενότητα. Δεν μπορεί να υπάρξει πραγματική κοινότητα χωρίς να είναι Εκκλησία και χωρίς να έχει αυτή η κοινότητα κι αυτή η κοινωνία σαν ψυχή της το πνεύμα του Θεού.


Χωρίς το πνεύμα του Θεού, δεν μπορεί να υπάρξει Εκκλησία. Το Πνεύμα του Θεού «ὅλον συγκροτεῖ τὸν θεσμὸν τῆς Ἐκκλησίας» (Στιχηρό Εσπερινού Κυριακής Πεντηκοστής) και δεν μπορεί κανείς να δεχθεί το πνεύμα του Θεού έξω από την Εκκλησία «οὐ γὰρ ἄλλως ἔνι κατελθεῖν ἐκεῖνο τὸ Πνεῦμα. Καθάπερ γάρ, εἰ τύχοι χεὶρ ἀποσπασθεῖσα τοῦ σώματος, τὸ πνεῦμα τὸ ἀπὸ τοῦ ἐγκεφάλου τὴν συνέχειαν ζητοῦν, καὶ μὴ εὑρόν, οὐκ ἐξάλλεται τοῦ σώματος, καὶ διατρῆσαν, πρὸς τὴν χεῖρα ἐξέρχεται, ἀλλ’ ἂν μὴ εὕρῃ κείμενον, οὒχ ἅπτεται οὕτω καὶ ἐνταῦθα ἐὰν μὴ ὦμεν τῇ ἀγάπῃ συνδεδεμένοι».[1] Έτσι εκτός της Εκκλησίας δεν υπάρχει σωτηρία. Δεν υπάρχει σωτηρία για τον άνθρωπο που δεν μετέχει στο μυστήριο της Εκκλησίας, που είναι η ενεργοποίηση στη ζωή του στοιχείου της εκκλησιαστικότητας. «Ἐν ὑψηλῷ κηρύγματι τῆς τοῦ Θεοῦ, Ἐκκλησίας, ἀκούσωμεν βοώσης ὁ διψῶν, ἐρχέσθω καὶ πινέτω ὁ κρατὴρ ὅν φέρω, κρατὴρ ἐστι σοφίας, τούτου τὸ πόμα ἀληθείας λόγω κεκέρακα, ὕδωρ οὐ προχέων ἀντιλογίας, ἀλλ’ ὁμολογίας ἥς πίνων ὁ νῦν Ἰσραήλ, Θεὸν ὁρᾷ φθεγγόμενον. Ἴδετε, ἴδετε, ὅτι αὐτὸς ἐγὼ εἰμί, καὶ οὐκ ἠλλοίωμαι, ἐγὼ Θεὸς πρῶτος, ἐγὼ καὶ μετὰ ταῦτα, καὶ πλὴν ἐμοῦ ἄλλος οὐκ ἔστιν ὅλως. Ἐντεῦθεν οἱ μετέχοντες πλησθήσονται, καὶ αἰνέσουσι, τῆς εὐσεβείας τὸ μέγα μυστήριον» (Οίκος Κυριακής Πατέρων).


Επειδή οι διάφορες ανθρώπινες ομάδες πολύ συχνά δεν είναι Εκκλησία και επομένως δεν έχουν το πνεύμα του Θεού, δεν υπάρχει επικοινωνία ανάμεσα στους ανθρώπους, και η έλλειψη εμπιστοσύνης αναγκάζει τον άνθρωπο να κρυπτογραφεί τα μηνύματα που στέλνει στον συνάνθρωπό του, για να είναι έτσι καλυμμένος και να μπορεί να υπαναχωρεί όταν διαπιστώνει ότι ο άλλος απορρίπτει αυτά τα μηνύματα.


Τέτοια είναι η επικοινωνία ακόμη και μεταξύ συζύγων και μελών μιας οικογένειας. Είναι πασίγνωστη η λαϊκιστική συμβουλή «μη λες στον άνδρα σου ότι τον αγαπάς γιατί μπορεί να το εκμεταλλευθεί», και πραγματικά και στα υγιέστερα ζευγάρια ένα μεγάλο μέρος της συζυγικής επικοινωνίας γίνεται με τέτοιες προφυλάξεις και κρυπτογραφήσεις.


Παρόμοια συμβαίνουν και στις σχέσεις παιδιών και γονέων. Οι γονείς πολύ συχνά κάτω από το επιφανειακό μήνυμα «μην απομακρυνθείς από μας δεν θα τα καταφέρεις χωρίς εμάς», κρύβουν το πραγματικό μήνυμα «μην απομακρυνθείς από μας δεν θα τα καταφέρουμε εμείς χωρίς εσένα». Ενώ τα παιδιά κάτω από μια επιφανειακή επαναστατικότητα κρύβουν μια πραγματική επιθυμία να συνεχίσουν την βολική εξάρτηση από τους γονείς.


Είναι τραγική η έλλειψη επικοινωνίας μεταξύ των νέων, που από τρομερή έλλειψη εμπιστοσύνης ακόμη και για τους συνομηλίκους τους καλύπτουν την έντονη ανάγκη που έχουν για την αποδοχή και την συμπαράσταση τους με την επίδειξη μιας αγέρωχης σκληρότητας.


Το γεγονός της Πεντηκοστής μεταξύ άλλων φανερώνει ότι ένα από τα πρώτα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος είναι η δυνατότητα της επικοινωνίας. Ο άνθρωπος, που έχει το πνεύμα του Θεού, μπορεί να μιλάει και να καταλαβαίνει τη γλώσσα του συνανθρώπου του ξεπερνώντας οποιοδήποτε σχετικό εμπόδιο.


Το περιστατικό του Πύργου της Βαβέλ είναι ως προς αυτό το σημείο το αντίθετο με την Πεντηκοστή στην θεία αποκάλυψη. Στο περιστατικό αυτό φαίνεται, πως ακριβώς ο άνθρωπος που ειδωλοποίησε τον εαυτό του και έτσι έχασε το πνεύμα του Θεού, έχασε ταυτόχρονα και την δυνατότητα να μιλάει και να καταλαβαίνει τη γλώσσα του συνανθρώπου του. «Γλῶσσαι ποτε συνεχύθησαν, διὰ τὴν τόλμην τῆς πυργοποιίας γλῶσσαι δὲ νῦν ἐσοφίσθησσν, διὰ τὴν δόξαν τῆς θεογνωσίας. Ἐκεῖ κατεδίκασε Θεὸς τοὺς ἀσεβεῖς τῷ πταίσματι ἐνταῦθα ἐφώτισε Χριστὸς τοὺς ἁλιεῖς τῷ πνεύματι. Τότε κατειργάσθη ἡ ἀφωνία, πρὸς τιμωρίαν ἄρτι καινουργεῖται ἡ συμφωνία, πρὸς σωτηρίαν τῶν ψυχῶν ἡμῶν». (Δοξαστικό Λιτής Εσπερινού Κυριακής Πεντηκοστής).


Η σύγχυση, που επικρατεί συχνά στην ανθρώπινη επικοινω­νία είναι αποτέλεσμα της ανθρώπινης αμαρτίας. Ο Θεός δεν έκανε τους ανθρώπους «αλλόγλωσσους». Αν ο άνθρωπος δεν είχε αμαρτήσει και δεν είχε στερηθεί της Χάριτος, τώρα «πᾶσα ἡ γῆ χεῖλος ἦν, καὶ φωνὴ μία πᾶσι».[2]


Η δυσκολία στην ανθρώπινη επικοινωνία είναι αποτέλεσμα του ανθρωπίνου εγωκεντρισμού, που κάνει τον άνθρωπο να βλέπει όλους τους συνανθρώπους του, ακόμη κι αυτούς που είναι πολύ κοντά του σαν εχθρούς ή σαν ανταγωνιστές, που έχουν αυτό που θέλει να έχει εκείνος ή που μπορούν να του πάρουν αυτό που εκείνος έχει. Αυτό το κλίμα του κρυφού πολέμου κάνει αδύνατη την ανάπτυξη εμπιστοσύνης.


Αυτή η τραγική ανθρώπινη πραγματικότητα είναι η αιτία της πιο βασανιστικής μοναξιάς, που τελικά είναι το πιο αφόρητο μαρτύριο του σύγχρονου ανθρώπου. Το πνεύμα του Θεού αποκαθιστά την εμπιστοσύνη και την επικοινωνία ανάμεσα στους ανθρώπους, γιατί δεν είναι πνεύμα ανταγωνισμού αλλά πνεύμα προσφοράς. Ο άνθρωπος που έχει το πνεύμα του Θεού δεν σκέπτεται τι θα πάρει από τον άλλο, αλλά τι θα του δώσει. Δεν βλέπει τον συνάνθρωπό του σαν ανταγωνιστή αλλά σαν συναγωνιστή, δεν προσπαθεί να εξασφαλίσει για τον εαυτό του την καλλίτερη θέση αλλά να βοηθήσει τον συνάνθρωπό του να την πάρει.


Ένα τέτοιο κλίμα, είναι κλίμα απόλυτης εμπιστοσύνης που δεν έχει ανάγκη από επιφυλάξεις και από κρυπτογραφημένα μηνύματα. Αυτό ήταν το κλίμα της Πεντηκοστής και γι’ αυτό έδωσε την δυνατότητα σε όλους να μιλούν και να καταλαβαίνουν όλων τις γλώσσες. «Ἡ τοῦ Θείου Πνεύματος ἐπιδημήσασα δύναμις, τὴν μερισθεῖσαν πάλαι φωνήν, κακῶς ὁμονοησάντων, εἰς μίαν ἁρμονίαν θείας συνῆψε, γνῶσιν συνετίζουσα πιστούς τῆς Τριάδος». (Ωδή γ΄ Κανόνος Πεντηκοστής).


Η δυνατότητα της επικοινωνίας είναι ένα χάρισμα του πνεύματος του Θεού που δεν μπορεί να την έχει όποιος δεν έχει αυτό το πνεύμα.


Ο Χριστός ετήρησε την υπόσχεση που έδωσε και την ημέρα της Πεντηκοστής έστειλε στους μαθητές το Πανάγιο Πνεύμα. Έτσι «Πεντηκοστὴν ἑορτάζομεν, καὶ Πνεύματος ἐπιδημίαν, καὶ προθεσμίαν ἐπαγγελίας, καὶ ἐλπίδος συμπλήρωσιν». (Στιχηρό Ιδιόμελο Εσπερινού Πεντηκοστής) «Ἡ τοῦ Πνεύματος πηγή, ἐπιδημοῦσα τοῖς ἐν γῇ εἰς πυρφόρους ποταμούς, μεριζομένη νοητῶς τοὺς Ἀποστόλους ἐδρόσιζε φωταγωγοῦσα καὶ γέγονεν αὐτοῖς, νέφος δροσῶδες τὸ πῦρ, φωτίζουσα αὐτούς, καὶ ὑετίζουσα φλόξ, δι’ ὧν ἡμεῖς ἐλάβομεν τὴν χάριν, διὰ πυρὸς τε καὶ ὕδατος. Τὸ φῶς ἐπέστη, τοῦ Παρακλήτου καὶ τὸν κόσμον ἐφώτισε». (Κάθισμα Κυριακής Πεντηκοστής) Το Άγιο Πνεύμα επεδήμησε στους Αποστόλους, στην Εκκλησία και δι’ αυτών σ’ όλους όσοι ανοίγουν σ’ αυτό την πόρτα της ψυχής τους. Δια του Αγίου Πνεύματος «πᾶσα ψυχὴ ζωοῦται» και «περικρατεῖται πάντα τὰ ὁρατὰ σὺν τοῖς ἀοράτοις». Δια του Αγίου Πνεύματος «πᾶσα ἡ κτίσις καινουργεῖται», δι’ αυτού «ὁ πᾶς πλοῦτος τῆς δόξης, ἐξ οὗ χάρις καὶ ζωὴ πάσῃ τῆ κτίσει» δι’ αυτού «πᾶσα ψυχὴ ζωοῦται», δι’ αυτού «τὰ σύμπαντα τὸ εἶναι ἔχει». Το Άγιον Πνεύμα «ἀναβλύζει τὰ τῆς χάριτος ρεῖθρα ἀρδεύοντα ἅπασαν τὴν κτίσιν, πρὸς ζωογονίαν». Το Άγιο Πνεύμα είναι «ζωαρχικὴ ἀξία ἐξ οὗ πᾶν ζῷον ἐμψυχοῦται» είναι «ἐνθέωσις τοῖς πᾶσιν, εὐδοκία, σύνεσις, εἰρήνη, καὶ ἡ εὐλογία» είναι «πηγὴ θείων θησαυρισμάτων» είναι «βυθὸς χαρισμάτων, πλοῦτος δόξης, κριμάτων βάθος μέγα» είναι «πανσωστικὴ αἰτία». (Αναβαθμοὶ Όρθρου) «Τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον φῶς, καὶ ζωή, καὶ ζῶσα πηγὴ νοερά. Πνεῦμα σοφίας. Πνεῦμα συνέσεως, ἀγαθόν, εὐθές, νοερόν, ἡγεμονεῦον, καθαῖρον τὰ πταίσματα. Θεὸς καὶ θεοποιοῦν, πῦρ ἐκ πυρὸς προϊόν, λαλοῦν ἐνεργοῦν, διαιροῦν τὸ χαρίσματα, δι᾿ οὗ προφῆται ἅπαντες, καὶ Θεοῦ Ἀπόστολοι, μετὰ Μαρτύρων ἐστέφθησαν». (Στιχηρό Ιδιόμελο Αίνων Πεντηκοστής).




π. Φιλόθεος Φάρος, Πριν και μετά το Πάσχα, Εκδ. Ακρίτας, Αθήνα, 1998


[1] Ιωάν. Χρυσ. Ομιλ. ΧΙ εις Εφεσίους, Migne 62, σελ. 84.


[2] Ιωάν. Χρυσ. Ομιλ. ΧΧΧΙV εις Α΄ Κορινθ., Migne 61, σελ. 291.

Η ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗ

 ΧΡΗΣΤΟΥ Γ. ΓΚΟΤΣΗ 


 Πενήντα ἡμέρες μετά τό Πάσχα ἡ Ἐκκλησία μας ἑορτάζει τήν Πεντηκοστή εἰς ἀνάμνησι τῆς ἐπιφοιτήσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἐπί τούς ἁγίους Μαθητάς τοῦ Κυρίου. Ἡ ἐπιφοίτησις αὐτή ἔγινε τήν ἡμέρα πού οἱ Ἰουδαῖοι ἑώρταζαν τήν ἑορτή τῆς Πεντηκοστῆς. Οἱ Ἰουδαῖοι μέ τήν ἑορτή αὐτή εὐχαριστοῦσαν τόν Θεό διά τή συγκομιδή τῶν σιτηρῶν. Διά τοῦτο ἡ Πεντηκοστή ἐλέγετο καί ἑορτή τοῦ θερισμοῦ ἤ τῶν πρώτων καρπῶν. Κατά τούς χρόνους ὅμως τοῦ Κυρίου εἶχε καί ἄλλη σημασία. Ἦταν ἑορτή ἀναμνηστική τῆς παραδόσεως ὑπό τοῦ Θεοῦ τοῦ Νόμου  στό Μωϋσῆ, πού ἔγινε τήν 50ήν ἡμέρα μετά τό Πάσχα.


Κατ᾿ αὐτήν τήν ἐπίσημο ἡμέρα ἡ ὑπόσχεσις τοῦ Κυρίου εἰς τούς Ἀποστόλους περί ἀποστολῆς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τῆς «δυνάμεως ἐξ ὕψους», ἔγινε πραγματικότητα. «Καί ὤφθησαν αὐτοῖς (=εἶδον μέ τά μάτια των) διαμεριζόμεναι γλῶσσαι ὡσεί πυρός, ἐκάθισέ τε ἐφ᾿ ἕνα ἕκαστον αὐτῶν, καί ἐπλήσθησαν ἅπαντες Πνεύματος Ἁγίου, καί ἤρξαντο λαλεῖν ἑτέραις γλώσσαις καθώς τό Πνεῦμα ἐδίδου αὐτοῖς ἀποφθέγγεσθαι» (Πράξ. 2, 3-4).


Ὁ Ἀπόστολος Πέτρος, ἐμπνευσμένος καί ἐνισχυμένος ἀπό τό Ἅγιον Πνεῦμα, μίλησε κατά τήν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς  στά συγκεντρωθέντα πρό τῆς οἰκίας τῶν Ἀποστόλων πλήθη. «Οἱ μέν οὖν ἀσμένως (=μέ χαράν) ἀποδεξάμενοι τόν λόγον αὐτοῦ ἐβαπτίσθησαν, καί προσετέθησαν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ ψυχαί ὡσεί τρισχίλιαι». (Πράξ. 2, 41).


Μέ τήν κάθοδο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος κατά τήν Πεντηκοστή ἐμφανίσθηκε ἐπισήμα  στόν κόσμο ἡ Ἐκκλησία, ἡ ὁποία συνεχίζει τό ἔργο τοῦ Κυρίου ἐπί τῆς γῆς. Ὅπως  στό ὄρος Σινᾶ ἡ παράδοση τοῦ Νόμου στόν Μωϋσῆ κατέστησε τούς Ἰσραηλίτας περιούσιο λαό τοῦ Θεοῦ, ἔτσι καί μέ τή δωρεάν ἔκχυση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἐπί τούς Ἀποστόλους ἐγεννήθη ὁ νέος περιούσιος λαός τοῦ Θεοῦ, ἡ Ἐκκλησία. Ἔκτοτε τό Ἅγιον Πνεῦμα διαμένει  στήν Ἐκκλησίαν καί εἶναι ἡ δύναμη καί ἡ ψυχή της.


Ὕστερα ἀπό τά λεχθέντα διά τό ἱστορικόν τῆς ἑορτῆς τῆς Πεντηκοστῆς ἐρχόμαστε στήν περιγραφή καί σημασία τῶν μορφῶν τῆς εἰκόνας.


1.-. Περιγραφή τῆς εἰκόνος.


Ἡ εἰκώνα τῆς Πεντηκοστῆς παρουσιάζει ὑπερῷον. Εἶναι τό ὑπερῷον «οὗ ἦσαν καταμένοντες» οἱ Ἀπόστολοι μετά τήν Ἀνάληψη τοῦ Κυρίου. Οἱ Ἀπόστολοι κάθονται ἡμικυκλικά. Στήν κορυφή τοῦ ἡμικυκλίου εἶναι οἱ Πρωτοκορυφαῖοι Ἀπόστολοι Πέτρος καί Παῦλος. Τρίτος δεξιά τοῦ Πέτρου εἶναι ὁ Ἀπόστολος καί Εὐαγγελιστής Λουκᾶς καί ἀπέναντί του ὁ Ἀπόστολος καί Εὐαγγελιστής Μᾶρκος, τρίτος παρά τόν Παῦλον. Ἀκολουθοῦν οἱ λοιποί Ἀπόστολοι κατά σειράν ἡλικίας. Ὅλοι εἶναι ἤρεμοι μέ γλυκεῖαν ἔκφραση καί στοχαστικό βλέμμα. Κρατοῦν εἰλητάρια ἐκτός τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, πού κρατεῖ βιβλίον. Εἶναι τά σύμβολα τοῦ διδακτικοῦ χαρίσματος, πού ἔλαβαν ἀπό τό Ἅγιον Πνεῦμα. Μεταξύ τῶν Πρωτοκορυφαίων διακρίνεται ἕνα κάθισμα κενόν. Εἶναι ἡ θέσις τοῦ Χριστοῦ, τῆς Θείας Κεφαλῆς τῆς Ἐκκλησίας, τήν ὁποίαν εἰκονίζει ἡ εἰκών τῆς Πεντηκοστῆς.


 Στό ἄνω μέρος τῆς εἰκόνας εἰκονίζεται ὁ οὐρανός διά τμήματος κύκλου. Ἐξ αὐτοῦ ἐκπέμπονται δώδεκα ἀκτῖνες φωτός, κατερχόμενες  στούς Ἀποστόλους. Στήν εἰκόνα μας, ἐκτός τῶν κατερχομένων ἀκτίνων, αἰωρεῖται ἐπάνω ἀπό τήν κεφαλή ἑκάστου Ἀποστόλου «γλῶσσα ὡσεί πυρός», πού σημαίνει ὅτι «ἐπλήσθησαν ἅπαντες Πνεύματος Ἁγίου» καί ἀπέκτησαν τό χάρισμα τῆς γλωσσολαλίας. Ὁ Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος εἶχε προφητεύσει τοῦτο, ὅταν ἔλεγε στούς ἀκροατάς του ὅτι ὁ «ὀπίσω του ἐρχόμενος», ὁ Χριστός, θά βαπτίσῃ τούς ὀπαδούς Του μέ Πνεῦμα Ἅγιον καί μέ πῦρ τῆς Θείας Χάριτος.


Κάτω ἀπό τό κάθισμα, ἐπάνω  στό ὁποῖον εἶναι καθισμένοι (οἱ Ἀπόστολοι), εἰκονίζεται μορφή γέροντος μέ στέμμα στήν κεφαλή του καί μέ ὀξύ στρογγύλον γένειον, κρατῶν μέ τά δύο χέρια του σινδόνι, μέσα εἰς τό ὁποῖον φαίνονται δώδεκα εἰλητάρια, δηλαδή χαρτιά τυλιγμένα. Ὁ γέροντας αὐτός παριστάνει τόν Κόσμο, τά δέ χαρτιά τούς δώδεκα κλήρους ὁπού ἐκληρώθη ἡ οἰκουμένη νά κηρυχθῇ ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ ἀπό τούς Ἀποστόλους.


«Στίς ἀρχαιοτέρας εἰκόνες τῆς Πεντηκοστῆς, ἀντί τοῦ Κόσμου, ζωγραφίζονται κάποιοι ἄνθρωποι ἀπό διάφορες φυλές, ντυμένοι μέ παράδοξα φορέματα καί γυρισμένοι κατ᾿ ἐπάνω, ὡσάν νά ἀκούουν ἐξεστηκότες τό κήρυγμα τῶν Ἀποστόλων, καί ἐπάνωθεν αὐτῶν ἡ ἐπιγραφή ΛΑΟΙ, ΦΥΛΑΙ ΚΑΙ ΓΛΩΣΣΑΙ. Παριστάνουν δέ αὐτοί τούς ἀνθρώπους ἀπό τά διάφορα ἔθνη, ὁπού εὑρέθησαν εἰς τά Ἱεροσόλυμα κατά τήν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς, τήν ὥρα ὅπου κατῆλθε τό Ἅγιον Πνεῦμα καί οἱ ὁποῖοι, ὅταν ἄκουσαν τήν βοή ὁπού ἔγινε ἀπό τήν ἐπιφοίτηση τοῦ Παναγίου Πνεύματος, ἐμαζεύθηκαν  στό οἶκο ὁπού εὑρίσκοντο οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι καί ἀποροῦσαν, διότι ἄκουγαν ὁ καθένας στή γλῶσσά του τό κήρυγμα ὅπου ἔβγαινε ἀπό τό στόμα τῶν μαθητῶν τοῦ Χριστοῦ, ὅπως διαλαμβάνουσιν αἱ Πράξεις τῶν Ἀποστόλων» (Φ. Κόντογλου).


2.-. Ἡ σημασία τῆς εἰκόνος.


Ὅπως πληροφορούμαστε ἀπό τίς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων, κατά τήν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς βρίσκονταν  στό ὑπερῷο περίπου ἑκατόν εἴκοσι πρόσωπα. Συνεπῶς τήν δωρεά τοῦ Ἁγίου Πνεύματος δέν ἔλαβαν μόνον οἱ Δώδεκα Ἀπόστολοι. Ὅλοι οἱ παρευρισκόμενοι «ἐπλήσθησαν Πνεύματος Ἁγίου». Ἐπί πλέον ὁ Ἀπόστολος Πέτρος στήν ὁμιλία του κατά τήν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς διεβεβαίωσε, ὅτι ὅλοι ὅσοι θά μετανοήσουν καί βαπτισθοῦν, θά λάβουν «τήν δωρεάν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος». Ὡς ἐκ τούτου οἱ ἑκατόν εἴκοσι μαθηταί ἐκπροσωποῦν τήν ὅλη Ἐκκλησία. Διά τόν βυζαντινόν ἁγιογράφον εἶναι ἀντιπρόσωποι τῆς Ἐκκλησίας ὅλων τῶν γενεῶν καί ὅλων τῶν αἰώνων. Αὐτός εἶναι ὁ λόγος, πού ἐνῷ τά καθήμενα πρόσωπα εἶναι δώδεκα, ὁ ἀριθμός αὐτός δέν ἀντιστοιχεῖ πρός τούς Δώδεκα Ἀποστόλους. Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος καί οἱ Εὐαγγελισταί Λουκᾶς καί Μᾶρκος, πού εἰκονίζονται στήν εἰκόνα, δέν ἀνῆκαν  στόν κύκλο τῶν ἀμέσων Μαθητῶν τοῦ Κυρίου.


Σέ ἀντίθεση πρός τίς ἅγιες μορφές τῶν Ἀποστόλων ἔρχεται ἡ συμβολική μορφή τοῦ Κόσμου. Δι᾿ αὐτή διαβάζομε σ’ ἕνα κείμενο τοῦ 17ου αἰῶνος: «Διατί κατά τήν κάθοδον τοῦ Ἁγίου Πνεύματος παρουσιάζεται ἕνας ἄνθρωπος καθήμενος εἰς σκοτεινόν μέρος, κυρτωμένος ἀπό τά χρόνια, ἐνδεδυμένος μέ κόκκινον ἔνδυμα, μέ βασιλικόν στέμμα ἐπί τῆς κεφαλῆς του καί μ᾿ ἕνα λευκόν ὕφασμα εἰς τάς χεῖράς του, πού περιέχει δώδεκα γραμμένους κυλίνδρους; Ὁ ἄνθρωπος κάθηται εἰς σκοτεινόν μέρος, ἐπειδή ἡ οἰκουμένη ἦτο προηγουμένως χωρίς πίστιν. Εἶναι κυρτωμένος ἀπό τά χρόνια, διότι εἶχε γηράσει ἀπό τήν ἁμαρτίαν τοῦ Ἀδάμ. Τό κόκκινόν του ἔνδυμα ὑποδηλώνει τάς αἱματηράς θυσίας τοῦ πονηροῦ. Τό βασιλικόν στέμμα ὑποδηλώνει τήν ἁμαρτίαν, πού ἐκυβέρνα τόν κόσμον. Τό λευκόν ὕφασμα εἰς τάς χεῖράς του μέ τούς δώδεκα κυλίνδρους σημαίνει τούς Δώδεκα Ἀποστόλους, πού ἔφεραν φῶς εἰς τήν οἰκουμένην μέ τήν διδασκαλίαν των».


Ὁ Χριστός ὁ Θεός ἡμῶν, «ὁ πανσόφους τούς ἁλιεῖς ἀναδείξας», εἶναι «χθές καί σήμερον ὁ αὐτός καί εἰς τούς αἰῶνας». Διά τοῦτο πρέπει στήν προσευχή μας νά Τόν παρακαλοῦμε νά μᾶς φωτίζει καί ἁγιάζῃ μέ τό Ἅγιον Πνεῦμα, πού εἶναι «ὁ φρουρός καί ἁγιοποιός τῆς Ἐκκλησίας, ὁ διοικητής τῶν ψυχῶν, ὁ κυβερνήτης τῶν χειμαζομένων, ὁ φωταγωγός τῶν πεπλανημένων καί ἀθλοθέτης τῶν ἀγωνιζομένων καί στεφανωτής τῶν νενικηκότων» (Κυρίλλου Ἱεροσολύμων, Κατήχησις 17, 3).




Ἀπό τό βιβλίο: «Ο ΜΥΣΤΙΚΟΣ ΚΟΣΜΟΣ ΤΩΝ ΒΥΖΑΝΤΙΝΩΝ ΕΙΚΟΝΩΝ»


Μεταγλώτισση γιά τήν ἱστοσελίδα:Ἀδελφότης Ἱερᾶς Μονῆς Τιμίου Προδρόμου, Καρέα

Δίψα για το ζων ύδωρ της Πεντηκοστής

 Ἀρχιμανδρίτης Ζαχαρίας Ζάχαρου


Τό Ἅγιον Πνεῦμα ἐπισκέπτεται τόν ἄνθρωπο ὡς πύρινη γλώσσα. Μέ τό πέρασμα τοῦ χρόνου ἡ παρουσία Του στόν ἄνθρωπο αὐξάνεται φωτοβολώντας ὁλοένα καί πιό λαμπρά, ὡσότου καταυγάσει σέ θαυμάσια καί τέλεια ἡμέρα (Παροιμ. 4, 18). Τό Ἅγιο Πνεῦμα εἶναι τό ζῶν ὕδωρ πού ἀναβλύζει «ἀλλόμενον εἰς ζωήν αἰώνιον» (Ἰωάν. 4, 14). Ὅσοι διψοῦν γι’ αὐτό θά πιοῦν μέ εὐφροσύνη. Ἄν ὅμως δέν μᾶς συνέχει πνευματική δίψα, δέν ἔχουμε μερίδιο σέ Αὐτό. Ἀκριβῶς γιά τόν λόγο αὐτό ὁ χρόνος πού ἔχουμε στή διάθεσή μας, πρίν φθάσει ἡ δική μας Πεντηκοστή, ἀποτελεῖ ἐξαιρετική εὐκαιρία, ὥστε νά διεγείρουμε μέσα μας τήν εὐλογημένη αὐτή δίψα γιά τή δωρεά τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.


Πρίν ἀπό τό πάθος καί τή Σταύρωσή Του ὁ Κύριος ἀνήγγειλε ὅτι θά πήγαινε στόν Πατέρα, ἀλλά δέν θά ἄφηνε τούς μαθητές Του ὀρφανούς, δηλαδή ἀπαράκλητους. Ὑποσχέθηκε ὅτι θά προσευχόταν στόν Πατέρα νά τούς ἀποστείλει τό Πνεῦμα πού θά σκήνωνε μέσα τους γιά πάντα (Ἰωάν. 14, 16-18). Ὡστόσο ἀκόμη καί αὐτοί οἱ μεγάλοι καί ἅγιοι Ἀπόστολοι ἔμειναν ὀρφανοί ἐπί δέκα περίπου ἡμέρες, ἀπό τήν ἡμέρα τῆς Ἀναλήψεως τοῦ Διδασκάλου τους ὡς τήν Πεντηκοστή. Στή διάρκεια τῶν τριῶν ἐτῶν πού ἦταν μαζί τους ὁ Κύριος, καθώς καί μετά τήν Ἀνάσταση, εἶχαν δεχθεῖ τήν εὐγενῆ, τρυφερή καί γεμάτη χάρη περιποίησή Του. Εἶχαν κοσμηθεῖ μέ πολλά χαρίσματα: ἀνάσταση νεκρῶν, ἐκδίωξη δαιμονίων, θεραπεία ἀσθενούντων καί ἐξουθενημένων (Ματθ. 10, 8). Ἐντούτοις καί αὐτοί ἔμειναν ὀρφανοί γιά λίγο καιρό, ὥστε νά ἀποκτήσουν προσωπική ἐμπειρία τῶν λόγων τοῦ Κυρίου: «Χωρίς ἐμοῦ οὐ δύνασθε ποιεῖν οὐδέν» (Ἰωάν. 15, 5). Ὁ πρῶτος Παράκλητος ἦταν ὁ Ἴδιος ὁ Χριστός· τούς εἶχε παρηγορήσει πάντοτε μέ τόν λόγο Του. Ἀλλά ἡ ἐμπειρία τῆς ἐγκαταλείψεως, τῆς πτωχεύσεως καί τῆς μοναξιᾶς ἦταν ἀναγκαία, ὥστε νά φουντώσει στίς καρδιές τους ἡ δίψα γιά τό ζῶν ὕδωρ τῆς Πεντηκοστῆς.


Στήν Παλαιά Διαθήκη, τήν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς οἱ Ἑβραῖοι ἑόρταζαν τή μνήμη τῆς παραδόσεως τοῦ Νόμου στόν προφήτη Μωυσῆ, ἐγχαραγμένου σέ λίθο ἀπό τά χέρια τοῦ Θεοῦ. Ἀλλά ὁ νόμος ἐκεῖνος δέν θά τούς ὁδηγοῦσε ποτέ στήν ἐλευθερία τοῦ Πνεύματος (Β’ Κορ. 3, 3-7), ἀφοῦ κανείς δέν μποροῦσε νά τελειωθεῖ μέ αὐτόν (Ἑβρ. 7, 19). Σκοπός του ἦταν νά προετοιμάσει τούς ἀνθρώπους γιά τό πλήρωμα τοῦ χρόνου, ὁπότε ὁ νόμος τοῦ πνεύματος θά ἐγχαρασσόταν στίς πλάκες τῆς καρδιᾶς τους. Ἔτσι, ὅταν ἦλθε ἡ ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς, δέκα ἡμέρες μετά τήν Ἀνάληψη τοῦ Κυρίου, συντελέσθηκε ἕνα ἀληθινά κοσμοϊστορικό γεγονός. Καθώς οἱ μαθητές ἤσαν συγκεντρωμένοι ὅλοι μαζί ἀναμένοντας τόν Κύριο μέ πνευματική δίψα, προσευχόμενοι καί τελώντας τήν κλάση τοῦ Ἄρτου, ὅπως Ἐκεῖνος τούς εἶχε παραγγείλει, τούς ἐπισκίασε τό Πνεῦμα τό Ἅγιο, ὁ ἄλλος Παράκλητος. Εἶναι σημαντικό νά σημειώσουμε ὅτι τό Ἅγιο Πνεῦμα κατῆλθε κατά τήν κλάση τοῦ Ἄρτου, τήν ὥρα πού οἱ Ἀπόστολοι τελοῦσαν τήν Εὐχαριστία, σημεῖο ἀπό τά πολλά πού φανερώνουν ὅτι τή στιγμή ἐκείνη γεννιόταν στόν κόσμο ἡ ἀποστολική Ἐκκλησία.


Στήν Παλαιά, ὅπως καί στήν Καινή Διαθήκη, ἡ ἔλευση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος συνοδεύεται ἀπό ὁρατή καί αἰσθητή ἐκδήλωση. Τήν ἡμέρα ἐκείνη, ὅπως περιγράφει τό βιβλίο τῶν Πράξεων, τό Ἅγιο Πνεῦμα ἦλθε ὡς «πνοή βιαῖα». Μετά ἀπό τόν ἰσχυρό καί ὁρμητικό αὐτό ἄνεμο, «διαμεριζόμεναι γλῶσσαι ὡσεί πυρός» κάθισαν σέ κάθε ἕναν ἀπό τούς μαθητές, προδηλώνοντας τήν παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μέσα τους (Πράξ. 2, 2). Τά σημεῖα αὐτά εἶχαν προτυπωθεῖ στήν Παλαιά Διαθήκη. Ὁ προφήτης Ἠλίας, πληγωμένος ἀπό βαθειά λύπη γιά τήν ἀποστασία τοῦ Ἰσραήλ, εἶχε ἀποσυρθεῖ σέ σπήλαιο καί θρηνοῦσε πικρά ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. Ἀλλά ὁ Κύριος τοῦ ὑπέδειξε νά ἀνεβεῖ στήν κορυφή τοῦ ὅρους, ὅπου τοῦ ἀποκάλυψε τήν παρουσία Του. Πρῶτα φύσηξε ἰσχυρός ἄνεμος πού συνέτριβε τά βράχια, ἔπειτα ἀκολούθησε συσσεισμός καί στή συνέχεια πῦρ· ἀλλά ὁ Θεός δέν ἔκανε ἀκόμη τήν ἐμφάνισή Του. Τότε ἦλθε σάν λεπτή αὔρα, ἡ γαλήνια, ἁπαλή φωνή τοῦ Θεοῦ (Γ΄ Βασ. 19, 11-12).


Ὥστε τήν παρουσία τοῦ Ἴδιου τοῦ Θεοῦ προαναγγέλλει τό σημεῖο πού προηγεῖται αὐτῆς· ὁρμητικός ἄνεμος, ἰσχυρός σεισμός καί φωτιά. Μέ ἄλλα λόγια, ἡ ὁδός τοῦ Κυρίου πρέπει νά προετοιμασθεῖ καί νά διασαφηνισθεῖ, γιά νά μπορέσουμε ἐμεῖς πού εἴμαστε σάρκες νά ἀντιληφθοῦμε καί νά ἀναγνωρίσουμε τήν ταπεινή καί φωτεινή παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί μέ τήν ἔλευσή Του, νά μεταποιηθοῦμε σέ πνευματικές ὑπάρξεις.


Στό Εὐαγγέλιο ἡ ὁδός τοῦ Κυρίου προπαρασκευάζεται συχνά μέ «σκληρούς λόγους». Γιά παράδειγμα, ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Βαπτιστής ἀποκαλοῦσε τά τέκνα τῶν Ἑβραίων «γεννήματα ἐχιδνῶν» (Λουκ. 3, 7). Ἡ φράση αὐτή ἑρμηνευόταν ἀπό τόν Γέροντα Σωφρόνιο ὡς ἑξῆς: Μέ τόν βαρύ αὐτό χαρακτηρισμό ὁ Τίμιος Πρόδρομος παρηγοροῦσε (Λουκ. 3, 18) τόν λαό μέσα ἀπό τή συντριβή πού τοῦ προξενοῦσε. Ἡ συντριβή ταπεινώνει τήν καρδιά τοῦ ἀνθρώπου, καί ἡ ταπείνωση τήν διευρύνει, ὥστε νά μπορεῖ νά δεχθεῖ τό Πνεῦμα τό Ἅγιο, τή χάρη τοῦ Παρακλήτου, πού εἶναι καί ἡ μόνη ἀληθινή παρηγοριά.


Ὅλοι οἱ σκληροί λόγοι, τότε, μποροῦν νά ἐννοηθοῦν μέσω τῶν λόγων τοῦ ἀποστόλου Παύλου: «Τίς ἐστιν ὁ εὐφραίνων με, εἰ μή ὁ λυπούμενος ἐξ ἐμοῦ;» (Β’ Κορ. 2,2) Μέ τόν ἴδιο τρόπο, ὅπως ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Βαπτιστής, ὁ Ἀπόστολος φέρνει τά πνευματικά του τέκνα σέ συντριβή, προκαλώντας μέσα τους τή συναίσθηση ὅτι ἡ ζωή τους δέν εἶναι, ὅπως θά ὄφειλε. Τούς ὁδηγεῖ στήν ταπείνωση, καί, μέ τή βοήθειά της, στή χάρη. Γιατί ὁ Θεός «ὑπερηφάνοις ἀντιτάσσεται, ταπεινοῖς δέ δίδωσι χάριν» (Ἰακ. 4, 6· Α’ Πετρ. 5,΄5). Στή συνέχεια, ὄπως λέγεται στήν πρώτη εὐχή τῆς χειροτονίας πρεσβυτέρου, ἀκολουθεῖ «ἡ θεία χάρις, ἡ πάντοτε τά ἀσθενῆ θεραπεύουσα καί τά ἐλλείποντα ἀναπληροῦσα».


Στή ζωή τοῦ χριστιανοῦ ἕνας σκληρός λόγος ἰσοδυναμεῖ μέ τή «βιαῖα πνοή». Ἐκδιηγεῖται τά θαυμάσια τοῦ Θεοῦ καί προξενεῖ στήν καρδιά τοῦ ἀνθρώπου βαθειά μεταμέλεια. Ἡ συντριβή αὐτή εἶναι ὁ πρόδρομος τῆς δωρεᾶς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Διαλύει τόν ὄγκο τῆς ρυπαρότητας πού σκεπάζει τήν καρδιά. Συντρίβει τούς λίθους τῆς σκληρότητας τοῦ ἔσω ἀνθρώπου καί τόν βοηθᾶ νά ἀνακαλύψει τή «βαθειά καρδιά» του. Ὥστε ὁ ἄνθρωπος, ὅταν ὑποβάλλεται σέ τέτοιες δοκιμασίες, ὑφίσταται τόν ἀρχέγονο «συσσεισμό», πού εἶναι ὅμως ἀπαραίτητος, γιά νά τόν διδάξει ὅτι μόνο ἕνα πράγμα τοῦ χρειάζεται: ἡ ἀνακάλυψη τῆς καρδιᾶς του.


Ὁ Γέροντας Σωφρόνιος εἶχε ὁρισμένους δικούς του σκληρούς λόγους. Γιά παράδειγμα ἔλεγε: «Ἄν κάποιος δέν ἔχει φθάσει τό μέτρο τῆς ὑποστατικῆς προσευχῆς –δηλαδή νά φέρει μέσα του ὅλο τόν Ἀδάμ καί νά προσάγει ὅλο τό ἀνθρώπινο γένος ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ στήν προσευχή του ὑπέρ ὅλου τοῦ κόσμου– τότε ἄς μήν τολμᾶ νά ἀποκαλεῖ τόν ἑαυτό του χριστιανό χωρίς φόβο καί ντροπή».


Τέτοιοι λόγοι ἔχουν τή δύναμη νά μᾶς σώσουν. Στόχος τους εἶναι νά μᾶς συγκλονίσουν. Ἡ χριστιανική παράδοση τοῦ «συσσεισμοῦ» μᾶς βοηθεῖ νά ἀνακαλύψουμε τή βαθειά καρδιά, χωρίς τήν ὁποία εἶναι ἀδύνατον νά δεχθοῦμε ἀληθινά τό χάρισμα τῆς Πεντηκοστῆς, τήν ἔκχυση τοῦ Πνεύματος πάνω σέ κάθε σάρκα (Ἰωήλ 2, 28). Ἔχουμε ἀνάγκη ἀπό τήν ἁπαλή ἐκείνη καί τόσο πολυτελῆ ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καρδιά, στήν ὁποία ἀναπαύεται τό Πνεῦμα Του. Σέ αὐτήν ἀκριβῶς ἀναφέρεται τό τρίτο παλαιοδιαθηκικό ἀνάγνωσμα τῆς ἑορτῆς τῆς Πεντηκοστῆς (Ἰεζεκ. 36, 26). Ἀλλά καί ἡ ἐπίκληση τοῦ Ὀνόματος τοῦ Χριστοῦ μέσα στήν εὐαίσθητη αὐτή καρδιά ἀποβαίνει ἱκανή νά κατεργάζεται τή σωτηρία μας καί νά προσκομίζει καινή ζωή, σύμφωνα μέ τό θεῖο λόγιο, «πᾶς ὅς ἄν ἐπικαλέσηται τό Ὄνομα Κυρίου, σωθήσεται» (Ἰωήλ 3, 5). Στήν οὐσία προσπαθοῦμε νά ἐπωάσουμε τή «νέα ζωή» πού φέρουμε στό στέρνο μας, νά θραύσουμε τό κέλυφος πού περικλείει τήν καρδιά μας, ὥστε νά ἐκπηγάσει ἡ νέα αὐτή ζωή.


Ἄν μελετήσουμε προσεκτικά τά ἀναγνώσματα τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης στήν ἑορτή τῆς Πεντηκοστῆς, θά διαπιστώσουμε τρία κυρίως θέματα: τήν ἔκχυση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος πάνω σέ κάθε σάρκα, τήν ἁγιαστική ἐπίκληση τοῦ Ὀνόματος, μέ τό Ὁποῖο σωζόμαστε, καί τό χάρισμα τῆς καινῆς καρδιᾶς· τῆς εὐαίσθητης σάρκινης καρδιᾶς, ἀντί τῆς λίθινης, πού εἶναι ἀνίκανη νά συλλάβει ὁτιδήποτε τό πνευματικό.


Στό πρῶτο ἀνάγνωσμα, τό ὁποῖο ἐνέπνεε ἰδιαίτερα τόν Γέροντα, διαβάζουμε ὅτι ὁ προφήτης Μωυσῆς κατάρτισε κατάλογο ἑβδομήντα ἀνθρώπων, τούς ὁποίους ὁ Θεός ἐπρόκειτο νά χρίσει μέ τό Πνεῦμα τῆς προφητείας. Καί ὁ προφήτης Ἰεζεκιήλ λέει, «ἐκ τῶν τεσσάρων πνευμάτων ἐλθέ καί ἐμφύσησον εἰς τούς νεκρούς τούτους, καί ζησάτωσαν» (Ἰεζεκ. 37, 9). Τό ἴδιο ἀκριβῶς ἔκανε καί ὁ Κύριος, ὅταν ἀναστήθηκε ἐκ νεκρῶν. Ἐνεφύσησε στούς ἁγίους μαθητές Του καί εἶπε: «Λάβετε Πνεῦμα Ἅγιον» (Ἰωάν. 20, 22). Αὐτό ἦταν στήν πραγματικότητα τό προοίμιο τῆς Πεντηκοστῆς, ἡ προετοιμασία γιά τό πλήρωμα τῆς ἐλεύσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος πάνω στή γῆ, τή μεγάλη καί ἐπιφανῆ ἐκείνη ἡμέρα τῶν γενεθλίων της Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ. Ὁ προφήτης Ἰωήλ ἐπίσης περιγράφει τήν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς ὡς τήν ἔκχυση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος σέ ὅλη τήν ἀνθρωπότητα: «Καί ἔσται μετά ταῦτα καί ἐκχεῶ ἀπό τοῦ πνεύματός μου ἐπί πᾶσαν σάρκα» (Ἰωήλ 3, 1) καί «πᾶς, ὅς ἄν ἐπικαλέσηται τό Ὄνομα Κυρίου, σωθήσεται» (Ἰωήλ 3, 5).


Δέν εἶναι βέβαιο ὡστόσο ὅτι θά σωθοῦν ὅλοι ὅσοι ἁπλῶς ἐπικαλοῦνται τό Ὄνομα τοῦ Κυρίου. Σύμφωνα μέ ἄλλο σκληρό λόγο Του, «οὐ πᾶς ὁ λέγων μοι, Κύριε, Κύριε, εἰσελεύσεται εἰς τήν Βασιλείαν τῶν οὐρανῶν, ἀλλ’ ὁ ποιῶν τό θέλημα τοῦ Πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς» (Ματθ. 7, 21), δηλαδή αὐτός πού τηρεῖ τίς ἐντολές. Καί ὅταν τό Ἅγιο Πνεῦμα εἰσχωρήσει στήν καρδιά ὡς κραταιός καί ὁρμητικός ἄνεμος, συντρίβοντας τή σκληρότητά της, ἐκεῖ στή βαθειά καρδιά, θά ἀπεικονίσει τή μορφή τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ. Θά μετουσιώσει καί θά καθάρει τήν καρδιά μας, ὥστε νά μποροῦμε νά ἐπικαλούμαστε τό Ὄνομά Του ἀπό τά ἔγκατά της. Ὁ ἀπόστολος Παῦλος βεβαιώνει ὅτι ὅταν ἡ ἐπίκληση προέρχεται ἀπό καθαρή καρδιά εἶναι σωτηριώδης (Β’ Τιμ. 2, 22), γι’ αὐτό καί τό Ἅγιο Πνεῦμα προετοιμάζει τήν καρδιά τοῦ ἀνθρώπου μέ τά μέσα τῆς συντριβῆς καί τῆς ταπεινώσεως. Ὁ μεγάλος πόθος τοῦ Κυρίου εἶναι νά ἐπικαλούμαστε τό ἅγιο Ὄνομά Του μέ τρόπο εὐάρεστο σέ Ἐκεῖνον καί συγχρόνως σωτήριο γιά μᾶς.


Ἄς ἐξετάσουμε προσεκτικά τήν πρώτη ἐμφάνιση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στή γῆ. Στήν ἀρχή τῆς δημιουργίας τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ φερόταν πάνω ἀπό τά ὕδατα (Γεν. 1, 2), ὅπως ἡ κλώσσα πού ἁπλώνοντας τά φτερά σκεπάζει τά αὐγά της, γιά νά ἐπωάσει καί νά φέρει στόν κόσμο καινούργια ζωή. Τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ ἐπωάζει ὅλη τή δημιουργία, καί ἔτσι ἦλθε στήν ὕπαρξη ὁλόκληρος ὁ κόσμος. Ἀνάλογη διεργασία συντελεῖται καί στήν καρδιά μας, ὅταν ἐπικαλούμαστε ἄοκνα τό Ὄνομα τοῦ Κυρίου. Μέ τήν ἐργασία αὐτή ὁπλίζουμε τούς ἑαυτούς μας μέ τό χάρισμα τῆς Πεντηκοστῆς, καί τό Πνεῦμα τοῦ Κυρίου ἔρχεται νά ἐπισκιάσει τήν καρδιά, ὥστε νά ἐκπηγάσει καινή ζωή.


Πράγματι, αὐτή εἶναι ἡ νέα γέννηση πού μᾶς προσφέρεται, χωρίς τήν ὁποία, ὅπως λέει ὁ Κύριος, δέν μποροῦμε νά εἰσέλθουμε στή Βασιλεία Του (Ἰωάν. 3, 5). Ἔτσι, ὅταν εὐχόμαστε ἀδιάλειπτα: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱέ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησόν με», δέν κάνουμε τίποτε ἄλλο, παρά νά προσδοκοῦμε στό ὑπερῶο τῆς καρδιᾶς, ὅπως καί οἱ Ἀπόστολοι ἀπεκδέχονταν τήν ἔλευση τοῦ Παρακλήτου πού τούς εἶχε ὑποσχεθεῖ ὁ Κύριος. Προσκαρτερώντας στό ὑπερῶο τῆς καρδιᾶς μας, τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ ἐπισκιάζει κατ’ ἐπανάληψη τό στέρνο μας. Ἡ σκουριά τῆς συσσωρευμένης ἁμαρτίας ἀποκαθαίρεται, ὡσότου ἡ χάρη ἐπωάσει τήν καρδιά καί ἐκπηγάσει ἐκεῖ καινούργια ζωή.


Ὁ μέγας προφήτης Ἠσαΐας ἐπισημαίνει ὅτι ὁ πόνος προηγεῖται τῆς ἐλεύσεως τοῦ Πνεύματος τῆς σωτηρίας· ὅτι τό Πνεῦμα συλλαμβάνεται πρῶτα μέσα στό φόβο καί στήν ὀδύνη τῆς καρδιᾶς (Ἤσ. 13, 8). Ἡ ἀλήθεια εἶναι ὅτι μᾶς χρειάζεται συντριβή, μᾶς χρειάζεται φόβος, ἔχουμε ἀνάγκη ἀπό πόνο. Ὅλα αὐτά μᾶς προετοιμάζουν γιά τή νέα ζωή, ὡσότου μία ἔκρηξη, μία βαθειά τομή διανοίξει τήν καρδιά. Τότε πραγματοποιεῖται νέα γέννηση, καί ὁ ἄνθρωπος, πού μεταρσιώνεται πνευματικά, παραδίδεται στά χέρια τοῦ ζῶντος Θεοῦ. Ὅπως ἰσχυριζόταν ὁ Γέροντας Σωφρόνιος, ἄν ἐγκαρτερήσουμε στόν πόνο καί τή συντριβή, ἡ καρδιά μας θά μεταμορφωθεῖ κάποια ἡμέρα σέ φωτεινό κέντρο πνευματικῆς εὐαισθησίας.


Ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἐπιβεβαιώνει ἐπίσης ὅτι ἡ συντριβή τῆς καρδιᾶς πού ἀληθινά μετανοεῖ θά ἀνοίξει στά βάθη της τήν ὁδό πρός τούς ἀλάλητους στεναγμούς τοῦ Πνεύματος, καθώς θά βοᾶ, «ἀββᾶ, ὁ Πατήρ» (Γαλ. 4, 6· Ρωμ. 8, 21-26). Ἐπιπλέον θά ἐπισφραγισθεῖ ἡ υἱοθεσία μας ὡς ἐλεύθερων τέκνων τοῦ Θεοῦ, κάτω ἀπό τή χάρη τοῦ νόμου τοῦ Πνεύματος. Ἄρα, εἶναι ἀναγκαῖο νά ὑποφέρουμε μέ καρτερία τόν πόνο, τήν «περιτομή τῆς καρδίας» (Ρωμ. 2, 29). Ἄλλωστε αὐτό σημαίνει νά βαστάσουμε τά στίγματα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ, ὅπως τό θέτει ἀλλοῦ ὁ ἀπόστολος Παῦλος (Γαλ. 6, 17). Ἄς τά ὑπομείνουμε ὅλα ἀδιαμαρτύρητα, ὥσπου νά γεννηθεῖ μέσα μας τό Πνεῦμα τῆς σωτηρίας, καί ἡ ὀδύνη μας νά μετουσιωθεῖ στήν ὁλοφώτεινη χάρη τῆς υἱοθεσίας τῶν τέκνων τοῦ Θεοῦ.


Ἡ περιτομή τῆς καρδιᾶς εἶναι μεγάλη εὐλογία. Ξεκινᾶ μέ τή βαθειά ἀλλοίωση πού ἐνεργεῖται στόν ἄνθρωπο κατά τό Βάπτισμα, ὅταν ἐνδυόμαστε τόν Χριστό καί τά στίγματά Του γίνονται δικά μας. Πρέπει ὅμως νά συνεχισθεῖ ἡ αὔξησή μας, ὡσότου νά μήν ὑπάρχει τίποτε μέσα μας πού νά ἀντιστέκεται στήν παρουσία Του. Τότε θά φέρουμε τή σφραγίδα τοῦ λαοῦ Του, θά ἀνήκουμε στόν νέο Ἰσραήλ, στήν καινή κτίση πού εἶναι τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ. Βαστάζοντας μέσα μας τόν ζωηφόρο θάνατό Του, μετέχουμε στόν πλοῦτο τῆς αἰώνιας ζωῆς πού ἀπορρέει ἀπό τήν Ἀνάστασή Του. Ὅπως ἔχει περιτμηθεῖ ἡ καρδιά μας, ἔτσι ἔχουμε περιτμηθεῖ καί ὡς πρός τή σκέψη, τόν λόγο καί ὅλα τά μέλη μας. Δέν διαλογιζόμαστε πιά οὔτε ἐκφραζόμαστε ἀρνητικά γιά κανέναν, ἀλλά ὅλα ὅσα πράττουμε ἤ λέμε φέρουν μία μερίδα ἀγάπης, μέχρι νά φθάσουμε στό πλήρωμα τῆς μεγάλης ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ, πού θά ἀποβεῖ ἡ αἰώνια κληρονομιά μας.


Ὅπως ἀκριβῶς ἡ συνεχής ἐπίκληση τοῦ ἁγίου Ὀνόματος τοῦ Ἰησοῦ «ἐπωάζει» τήν καινούργια ζωή τῆς καρδιᾶς καί ἀσφαλίζει τήν περιτομή της, τό ἴδιο ἐπιτυγχάνεται καί μέ τήν καθημερινή ἀνάγνωση τῶν Γραφῶν. Κάποιος στίχος ἀναζωπυρώνεται ξαφνικά μέσα στήν καρδιά τοῦ ἀνθρώπου, γιά νά τήν προπαρασκευάσει γιά τήν ἐπίσκεψη τοῦ Πνεύματος τοῦ Θεοῦ. Καί ἄν εἴμαστε ἐπιμελεῖς στή μελέτη μας, ὁ Κύριος μπορεῖ νά μᾶς δίνει συγκεκριμένο λόγο πού θά μετατρέπει τόν σπινθήρα σέ φλόγα, κάθε φορά πού θά προσερχόμαστε στήν προσευχή. Τόσο πιστός εἶναι ὁ Κύριος στή διαθήκη Του μαζί μας! Ἐμεῖς εἴμαστε οἱ ἄπιστοι. «Εἰ ἀπιστοῦμεν, Ἐκεῖνος πιστός μένει· ἀρνήσασθαι Ἑαυτόν οὐ δύναται» (Β’ Τίμ. 2, 13). Ἔχει ζωτική σημασία γιά μᾶς νά ἐμμένουμε προσηλωμένοι στόν λόγο Του.


Ὅπως σπεύδουμε στό τραπέζι τρεῖς φορές τήν ἡμέρα, γιά νά πάρουμε τή μερίδα τῆς τροφῆς μας, ἔτσι ἔχουμε χρέος νά ἀνταποκρινόμαστε στήν ἀκατάπαυστη πρόσκληση τοῦ Κυρίου γιά τή δική Του τράπεζα πού εἶναι πλούσια μέ τήν τροφή τῶν λόγων Του. Ἄν ἐπιθυμοῦμε νά ἀπολαύσουμε τά ἀγαθά τῆς πνευματικῆς αὐτῆς Τράπεζας καί νά κατανοήσουμε τόν λόγο τοῦ Κυρίου, ὥστε νά ἐνοικήσει μέσα μας μέ ζωηφόρο δύναμη, εἶναι ἀναγκαῖο νά Τοῦ ζητοῦμε τό χάρισμα πού δώρισε στόν Λουκᾶ καί τόν Κλεόπα στόν δρόμο πρός Ἐμμαούς. Ἡ δωρεά αὐτή μᾶς προσφέρεται ὅταν μελετοῦμε τίς Γραφές, γιατί αὐτές μᾶς διδάσκουν νά ἐντρυφοῦμε καθημερινά στόν λόγο Του. Ἔτσι, μέ τόν καιρό, σύμφωνα μέ τόν Γέροντα Σωφρόνιο, ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ γίνεται ἡ δική μας γλώσσα. Κάθε τόσο ἕνας ἀπό τούς στίχους πού ἔχουν ἑλκύσει τόν νοῦ καί τήν καρδιά μας θά ζωοποιεῖ τό πνεῦμα μας. Θά ἐνεργεῖ ὡς εἴσοδος πρός τόν ἀνεξάντλητο πλοῦτο τῆς ζωῆς πού ὁ Κύριος τόσο ἐπιποθεῖ γιά μᾶς (Ἰωάν. 10, 10), καί θά μάθουμε νά προσευχόμαστε ἀκριβῶς μέ ἐκείνους τούς λόγους τῆς Γραφῆς πού μᾶς ἐνέπνευσε τό Πνεῦμα τό Ἅγιο.


Σκιαγραφήσαμε διαδοχικά: τίς προπαρασκευαστικές δοκιμασίες πού ὑπομένουμε μέ καρτερία, τήν Πεντηκοστή του Ὀνόματος τοῦ Χριστοῦ καί τήν Πεντηκοστή τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ. Οἱ δύο τελευταῖες συνίστανται στήν ἀδιάλειπτη μελέτη τοῦ Ὀνόματός Του καί τοῦ λόγου Του μέσα στήν καρδιά μας. Ἀλλά ἐξίσου βιώνουμε τήν Πεντηκοστή ὅταν κοινωνοῦμε τό Σῶμα καί τό Αἷμα τοῦ Χριστοῦ, πού μᾶς διαφυλάσσουν μέσα στούς ὅρους τῆς διαθήκης, τήν ὁποία ἔχουμε συνάψει: Νά μή ζοῦμε πιά γιά τούς ἑαυτούς μας ἀλλά μόνο γιά τόν Λυτρωτή μας, ὅπως λέμε σέ κάποια ἀπό τίς εὐχαριστήριες εὐχές μετά τή Θεία Μετάληψη.


Ὁ Ἴδιος ὁ Κύριος ὑποσχέθηκε: «Ὁ τρώγων μου τήν σάρκα καί πίνων μου τό αἷμα ἐν ἐμοί μένει, καγώ ἐν αὐτῷ. Καθώς ἀπέστειλέ με ὁ ζῶν Πατήρ καγώ ζῶ διά τόν Πατέρα, καί ὁ τρώγων με κακεῖνος ζήσεται δι’ ἐμέ» (Ἰωάν. 6, 56-57). Σταδιακά συναισθανόμαστε ὅτι μέ τή μετάληψη τοῦ Σώματος καί τοῦ Αἵματος τοῦ Χριστοῦ μετέχουμε στήν καινοποιό ζωή τοῦ Ἴδιου τοῦ Θεοῦ. «Τό πνεῦμα ἐστι τό ζωοποιοῦν, ἡ σάρξ οὐκ ὠφελεῖ οὐδέν», λέει ὁ Κύριος (Ἰωάν. 6, 63), καί μέ τό ζωηφόρο αὐτό Πνεῦμα Του γεμίζει ὅλα ὅσα Τοῦ προσφέρουμε, γιά νά μᾶς τά ἐπιστρέψει ἀνακαινισμένα. Στή Λειτουργία ἀνταλλάσσεται ἡ δική μας πρόσκαιρη ζωή μέ τή δική Του τήν αἰώνια. Ἡ ἀνταλλαγή αὐτή εἶναι ἐπίσης ἡ Πεντηκοστή μας, στήν ὁποία λαμβάνουμε Πνεῦμα ἐπουράνιο.


Οἱ φανερώσεις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μᾶς διδάσκουν ἀκόμη τή στάση πού ὀφείλει νά τηρεῖ ἡ καρδιά γιά τήν περιφρούρηση τοῦ δώρου τῆς χάριτος. Ὅταν ὁ Κύριος ἀπονέμει στόν ἄνθρωπο τό πολυτελές καί εὔθραυστο χάρισμα τοῦ ταπεινοῦ Ἁγίου Πνεύματός Του, ἡ ὀρθή ἀνταπόκριση τοῦ εὐεργετημένου ἀνθρώπου εἶναι νά τό σφραγίσει καί νά τό ἀποθησαυρίζει μέσα στήν καρδιά του. Ἄν προβεῖ σέ ἐπίδειξη τοῦ δωρήματός του ὑποκινούμενος ἀπό ὑπερηφάνεια, ὄχι μόνο θά τό χάσει, ἀλλά θά προκαλέσει καί τόν ἀδελφό του. Ἡ προβολή τῶν χαρισμάτων μᾶς συνιστᾶ ἀθέτηση τῆς δεύτερης ἐντολῆς τοῦ Θεοῦ, γιατί μέ τήν ἐνέργειά μας αὐτή σφετεριζόμαστε τόν χῶρο πού ἀνήκει στόν ἀδελφό μας. Ὀφείλουμε πάντοτε νά παραχωροῦμε ὅλο τόν χῶρο στόν πλησίον μας καί νά κρατοῦμε μόνο ἐλάχιστο μέρος γιά τόν ἑαυτό μας.


Ὁ Γέροντας Σωφρόνιος ἔχει βαθειά ἐπίγνωση ὅτι ἡ πνευματική αὐτή ἀρχή διενεργεῖται τέλεια στούς κόλπους τῆς Ἁγίας Τριάδος. Ὅταν ὁ Χριστός ἦλθε στόν κόσμο, δέν εἶπε τίποτε γιά τόν Ἑαυτό Του, μαρτυρώντας μόνο ὅσα τοῦ εἶχαν δοθεῖ ἀπό τόν Πατέρα (Ἰωάν. 12, 49). Παρομοίως, ὁ ἄλλος Παράκλητος, τό Πνεῦμα τῆς ἀληθείας, δέν προφέρει τίποτε δικό Του, ἀλλά προσκομίζει διηνεκῆ μαρτυρία γιά τόν Χριστό, ἀφοῦ δική Του ἀγαλλίαση εἶναι ἡ ὑπόμνηση τῶν λόγων τοῦ Σωτήρα (Ἰωάν. 14, 26). Ἐδῶ ἀναγνωρίζουμε τήν ὁλοκληρωτική ἀλληλοπεριχώρηση τῶν Προσώπων τῆς Ἁγίας Τριάδος, τήν «κένωσή» τους σέ αἰώνιο ἐπίπεδο, ὅπως ὁ Γέροντας Σωφρόνιος τό ἐξέφραζε.


Κάθε Ὑπόσταση –Πατήρ, Υἱός καί Ἅγιο Πνεύμα– δέχεται τή μαρτυρία τῆς ἀλήθειάς Της ἀπό τίς δύο ἄλλες Ὑποστάσεις. Καμία δέν προτείνει τόν Ἑαυτό Της, ἀλλά προσφέρει ὅλο τόν χῶρο στίς ἄλλες δύο. Στό βιβλίο τοῦ Ο ΑΓΙΟΣ ΣΙΛΟΥΑΝΟΣ Ο ΑΘΩΝΙΤΗΣ, ὁ Γέροντας καταγράφει σέ ὑποσημείωση τό σπουδαῖο αὐτό ἦθος πού διασώζεται ἀκόμη σήμερα στό Ἅγιον Ὅρος. Οἱ μοναχοί ἀγωνίζονται νά κρύψουν στό βάθος τῆς ὑπάρξεώς τους ὁποιοδήποτε δώρημα τῆς χάριτος καί νά μή φανερώσουν τήν ἐσωτερική τους κατάσταση. Αὐτό δέν εἶναι μόνο θέμα προφυλάξεως τῶν ἰδίων ἀπό τήν κενοδοξία ἤ τήν αὐταρέσκεια, ἀλλά ἀποτελεῖ ἐπίσης ἱερό χρέος σεβασμοῦ πρός τόν πνευματικό χῶρο τῶν ἄλλων. Ἡ σημείωση εἶναι συνοπτική, ἀλλά ἐκφράζει τήν οὐσία τῆς παραδόσεως καί καταδεικνύει τή διάθεση τῆς καρδιᾶς, στήν ὁποία ἀναπαύεται περισσότερο τό Ἅγιο Πνεῦμα.


Ἄς ἐξετάσουμε τή μοναστική ὁδό. Εἶναι ἴσως ἡ συντομότερη ὁδός πρός τή βαθειά καρδιά, ἀπό τήν ἄποψη ὅτι ὁ «συσσεισμός», πού προετοιμάζει τόν ἄνθρωπο γιά τήν ὑποδοχή τῆς θείας χάριτος, βιώνεται μέ ἐντονότερο τρόπο στόν μοναχισμό, παρά σέ ὁποιοδήποτε ἄλλο πλαίσιο ζωῆς. Ὁ Γέροντας Σωφρόνιος ἀπηχεῖ ὅλη τήν παράδοση λέγοντας ὅτι πρῶτον καί κύριον ὁ συσσεισμός αὐτός συντελεῖται μέσα ἀπό τήν ὑπακοή. Ἀνθρωπίνως ἴσως νά φαίνεται παράλογη ἡ ἐξάρτησή μας ἀπό τή θέληση καί τήν καθοδήγηση κάποιου ἄλλου. Ἀλλά ἄν ὁ μοναχός ὑπακούει μέ τήν καρδιά του στόν πνευματικό του πατέρα, ἀπό ἀγάπη καί ἀπόλυτη ἐμπιστοσύνη στό πρόσωπό του καί ὄχι ἀπό κάποιου εἴδους μηχανική πειθαρχία, τότε ζεῖ σύμφωνα μέ τήν οὐσία τῆς μοναχικῆς ὁδοῦ, σύμφωνα μέ τόν Γέροντα.


Ὑπακοή εἶναι ἡ τελείωση τῆς ὁδοῦ τῆς ταπεινώσεως κατά τήν εἰκόνα τῆς ζωῆς τῆς Ἁγίας Τριάδος: θυσιάζουμε τήν ἀνεξαρτησία μας παραδίδοντας τήν ψυχή μας στά χέρια κάποιου, πού ἐπωμίζεται τήν εὐθύνη γιά τή σωτηρία μας. Τέτοια ταπείνωση δέν θά βραδύνει νά φέρει τή βαθειά καρδιά στήν ἐπιφάνεια. Ἄν ὅμως ὁ μοναχός δέν καταθέτει τήν ὑπακοή του καί ζεῖ αὐτόνομα –καί αὐτό εἶναι παγίδα, στήν ὁποία εὔκολα μπορεῖ νά πέσει, ἰδίως ὅταν δέν προκαλεῖ κανένα σκάνδαλο καί περνᾶ ἀπαρατήρητος– ἡ βαθειά καρδιά του δέν θά ἀναδυθεῖ ποτέ. Ὅταν ὅμως ἐξαρτοῦμε τή ζωή μας ὄχι ἀπό τή δική μας θέληση ἀλλά ἀπό τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, πού ἐκφράζει ἐκεῖνος στόν ὁποῖο ἔχουμε ἐμπιστευθεῖ τήν ὕπαρξή μας καί πού «ἀγρυπνᾶ γιά τήν ψυχή μας» (Ἑβρ. 13, 17), τότε γινόμαστε ὡς πρόβατα πού ὁδηγοῦνται στή σφαγή.


Παραδίδουμε τή ζωή μας, τό θέλημά μας, μιμούμενοι τό παράδειγμα Ἐκείνου πού ὡς ἀμνός ἄμωμος, ἄφωνος, χωρίς νά ἀνοίξει τό στόμα Του, ὁδηγήθηκε στή σφαγή (Ἤσ. 53, 7). Ἄν, ἀπό τήν ἄλλη πλευρά, ἐμμένουμε προσκολλημένοι στήν ἀνεξαρτησία μας, κάποια ὕπουλη ματαιοδοξία, κάποια κρυφή ὑπερηφάνεια ὑποκρύπτεται μέσα μας φράσσοντας τήν ὁδό πρός τήν ἀληθινή γνώση τῆς καρδιᾶς μας. Κανένας δέν θά μπορέσει ποτέ νά ἐντοπίσει τή βαθειά καρδιά του, ὅσο ἐμφωλεύει μέσα του ἡ αὐταρέσκεια. Μέ τόν ὄρο ἀνακάλυψη τῆς βαθειᾶς καρδιᾶς ἐννοοῦμε τή στιγμή πού ὁλόκληρη ἡ ὕπαρξη τοῦ ἀνθρώπου γίνεται καρδιά. Πρόκειται γιά ἕνα μεγάλο μυστήριο πού ἀνήκει στό χῶρο τοῦ Πνεύματος. Ἕνας ἄνθρωπος μπορεῖ ἐνδεχομένως νά κλαίει καθημερινά γιά πολλά χρόνια, χωρίς νά γνωρίζει τή βαθειά καρδιά του. Ἡ εὕρεσή της εἶναι δῶρο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Καί ὅταν χορηγεῖται τό χάρισμα αὐτό, ὅλα μετουσιώνονται· ὁ ἄνθρωπος ἀναγεννᾶται καί διαβαίνει ἀπό τόν θάνατο στή ζωή (Ἰωάν. 5, 24).


Ὑπάρχει ἕνα σημαντικό κεφάλαιο στό Εὐαγγέλιο συναφές μέ αὐτό τό τράνταγμα, τόν συσσεισμό πού προμηνύει τήν ἔλευση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ὁ Κύριος λέει: «Ἀλλά ἐγώ τήν ἀλήθειαν λέγω ὑμῖν· συμφέρει ὑμῖν ἴνα ἐγώ ἀπέλθω. Ἐάν γάρ ἐγώ μή ἀπέλθω, ὁ Παράκλητος οὐκ ἐλεύσεται πρός ὑμᾶς. Ἐάν δέ πορευθῶ, πέμψω Αὐτόν πρός ὑμᾶς· καί ἐλθών Ἐκεῖνος ἐλέγξει τόν κόσμον περί ἁμαρτίας καί περί δικαιοσύνης καί περί κρίσεως. Περί ἁμαρτίας μέν, ὅτι οὐ πιστεύουσιν εἰς ἐμέ· περί δικαιοσύνης δέ, ὅτι πρός τόν Πατέρα μου ὑπάγω καί οὐκέτι θεωρεῖτε με· περί δέ κρίσεως, ὅτι ὁ ἄρχων τοῦ κόσμου τούτου κέκριται» (Ἰωάν. 16, 7-11). Δηλαδή, ὅταν ἔλθει τό Πνεῦμα τό Ἅγιο θά ἐλέγξει τόν κόσμο γιά τήν ἁμαρτωλότητά του, τή δικαιοσύνη του καί τήν κρίση γιά τόν ἑαυτό του.


Ὁ Κύριος προειδοποίησε: «Ἐάν μή πιστεύσητε ὅτι ἐγώ εἰμι, ἀποθανεῖσθε ἐν ταῖς ἁμαρτίαις ὑμῶν» (Ἰωάν. 8, 24). Ἡ ἁμαρτωλότητα τοῦ κόσμου παρακωλύει τήν πεποίθηση στή θεότητα τοῦ Χριστοῦ, πίστη πού δωρίζεται στόν ἄνθρωπο μέ τόν φωτισμό τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Τό Πνεῦμα κατῆλθε μέ τή μορφή πυρίνων γλωσσῶν, καί ἡ πύρινη γλώσσα ἔχει δύο ἰδιότητες: φωτίζει καί θερμαίνει. Φωτίζει τόν νοῦ μέ τήν ἀληθινή γνώση τοῦ μυστηρίου τοῦ Θεοῦ καί μέ τήν πίστη πρός τό Πρόσωπό Του· καί θερμαίνει τήν καρδιά μέ τήν ἀληθινή ἀγάπη καί τή δύναμη τοῦ Θεοῦ. Κατακαίει τά ἀγκάθια τῆς ἁμαρτίας καί ἀναζωογονεῖ τήν καρδιά. Ἡ ἀπιστία, μέ τήν ἔννοια αὐτή, ἰσοδυναμεῖ μέ τόν θάνατο τῆς ἁμαρτίας.


Ἄν ὁ Παράκλητος δέν βρεῖ χῶρο μέσα μας, γιά νά ἐνεργήσει, δέν θά λάβουμε τόν ὀρθό φωτισμό τῆς πίστεως, γιατί Ἐκεῖνος δέν πρόκειται ποτέ διά τῆς βίας νά καταφλέξει τά ἁμαρτήματα πού ὀρθώνονται ἐναντίον τῆς ἀλήθειάς Του. Ὅταν δέν εἴμαστε ἑνωμένοι μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα διά τῆς πίστεως, Τοῦ ἀρνούμαστε τό «δικαίωμα» νά διαλύσει τό νέφος τοῦ σκότους καί τῆς αὐταπάτης, στό ὁποῖο εἴμαστε βυθισμένοι. Ὥστε, ὅταν ὁ Παράκλητος ἔλθει, θά ἐλέγξει τόν κόσμο περί ἁμαρτίας, δηλαδή θά βεβαιώσει ὅτι ἡ ἁμαρτία τῆς ἀπιστίας δέν συγχωρεῖται.


Ὅσο γιά τόν πιστό, αὐτός ἀξιώνεται τέτοιων δωρεῶν τῆς χάριτος ἀπό τό Ἅγιο Πνεῦμα, ὥστε νά ἐπιτελεῖ τά ἴδια τά ἔργα τοῦ Χριστοῦ. Ὅπως λέει ὁ Κύριος, ὅποιος ἀπορρίπτει τά ἔργα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος βλασφημεῖ ἐναντίον Του, καί γι’ αὐτό δέν θά συγχωρηθεῖ ἀπό τόν Θεό (Μάτθ. 12, 31). Πῶς μποροῦν νά ἀνήκουν στόν Θεό ὅσοι ἀποδίδουν τά ἔργα τοῦ Χριστοῦ στόν Βεελζεβούλ; Ἀκόμη καί ἄν κάποιοι ἀπό αὐτούς ὑπῆρξαν αὐτόπτες μάρτυρες τῶν θεϊκῶν ἔργων Του, χάθηκαν ὄχι μόνο μέσα στήν ἀπιστία ἀλλά σέ ἀπερίφραστη βλασφημία (Ματθ. 12,24-27).


Ὅσον ἀφορᾶ τή δικαιοσύνη, ἡ κατάσταση εἶναι παρόμοια. Ἡ τέλεια, θεόπνευστη δικαιοσύνη ἤ ἀρετή καταλύει τήν ἁμαρτία καί μᾶς καθιστᾶ ἱκανούς νά λάβουμε τό Ἅγιο Πνεῦμα. Τέτοια ἦταν ἡ δικαιοσύνη τοῦ Κυρίου καθ’ ὅλο τό πάθος Του πάνω στόν Σταυρό: «Πάτερ, ἅφες αὐτοῖς· οὐ γάρ οἴδασι τί ποιοῦσι» (Λουκ. 23, 34). Ἡ ἀληθινή δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ τέλεια ἀγάπη· ἀγάπη ἀκόμη καί γιά τούς ἐχθρούς. Πράγματι, ἡ στάση τοῦ Χριστοῦ ἀπέναντι στόν καθένα μας εἶναι αὐτή τῆς τέλειας ἀγάπης, ἀφοῦ ὅλοι εἴμαστε ἐχθροί Του. Ἀκόμη καί ὅταν συγκεντρωνόμαστε ὡς λαός Του, δέν εἴμαστε τίποτε ἄλλο παρά μία σύναξη ἐχθρῶν Του, ἀπό τήν ἄποψη ὅτι δέν Τόν ἀγαπᾶμε, ὅπως ἔχουμε χρέος, οὔτε ἀντικατοπτρίζουμε τή δόξα Του, ὅπως Ἐκεῖνος θά ἤθελε ἀπό μᾶς. Καί ὅμως, σέ αὐτή τή σύναξη προσφέρει τόν Ἑαυτό Του πρός βρῶσιν καί πόσιν, χορηγώντας μας τό Πνεῦμα τό Ἅγιο.


Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος διατείνεται ὅτι, ἄν ὁ Κύριος δέν εἶχε προφέρει τά λόγια αὐτά ἀπό τόν Σταυρό: «Πάτερ, ἅφες αὐτοῖς· οὐ γάρ οἴδασι τί ποιοῦσιν», κανένας μας δέν θά μποροῦσε νά λάβει τήν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν του. Οἱ λόγοι Του ἔχουν αἰώνια ἰσχύ, γιατί ἐπισφραγίσθηκαν ἀπό τόν θάνατο καί τήν Ἀνάστασή Του. Ἐνεργοῦν λυσιτελῶς ὡς τό τέλος τοῦ κόσμου αὐτοῦ καί στό ἐπέκεινα ἀκόμη. Μποροῦμε νά οἰκοδομήσουμε πάνω τους ὁλόκληρη τή ζωή μας δεόμενοι: «Ἀντιπαράθεσε τήν ἄβυσσο τῶν οἰκτιρμῶν Σου ἀπέναντι στό πλῆθος τῶν πλημμελημάτων μου», ὅπως διαβάζουμε στήν πρώτη εὐχή τῆς Πεντηκοστῆς. Πράγματι, οἱ ἁμαρτίες μας εἶναι μηδενικές συγκρινόμενες μέ τό πέλαγος τοῦ ἐλέους καί τῆς συμπάθειάς Του.


Συνεπῶς, θά ἐλέγξει τόν κόσμο ἀπό τήν ἄποψη τῆς δικαιοσύνης Του, τῆς ἀγάπης Του γιά τούς ἐχθρούς, τῆς ἀγάπης ἐκείνης πού ἐξαλείφει τήν ἁμαρτία. Κάποιος ἀπό τούς Πατέρες τῆς ἐρήμου ρωτήθηκε κάποτε ἀπό ἕναν εἰδωλολάτρη φιλόσοφο: «Πιστεύεις στόν Ἐσταυρωμένο;» Καί ἐκεῖνος ἀποκρίθηκε: «Ναί, πιστεύω σέ Ἐκεῖνον πού κατάργησε τήν ἁμαρτία πάνω στόν Σταυρό». Ἀλλά καί ὁ ἅγιος Σιλουανός βεβαιώνει ὅτι, ἄν δέν ἀποκτήσουμε τήν ἀγάπη πρός τούς ἐχθρούς, ἡ σωτηρία μας εἶναι ἀβέβαιη. Ὄντως, ἡ δικαιοσύνη πού διακηρύχθηκε πάνω στόν Σταυρό αἴρει τήν ἁμαρτία τοῦ κόσμου καί ὑπερνικᾶ τόν ἄρχοντα τοῦ αἰῶνος τούτου. Τό Ἅγιο Πνεῦμα θά ἐλέγξει ὅλη τήν ἀνθρωπότητα.


Τά τέκνα τοῦ παρόντος αἰῶνος, πού ἐφαρμόζουν τήν ἀνθρώπινη δικαιοσύνη, θά βρεθοῦν ἀναπολόγητα. Ἀλλά ὅσοι ἔλαβαν τό Πνεῦμα τό Ἅγιο θά διατρανώσουν τή νίκη τοῦ Χριστοῦ στήν ἴδια τή ζωή τους, ἀναδεικνύοντάς Τον Νικητή καί Κατακτητή τοῦ κόσμου αὐτοῦ. «Μικρόν καί οὐ θεωρεῖτε με», εἶπε ὁ Κύριος (Ἰωάν. 16, 16). Αὐτό σημαίνει ὅτι ὄχι πιά Ἐκεῖνος, ἀλλά τό Ἅγιο Πνεῦμα, ὁ Παράκλητος θά ἐπικυρώσει τήν αἰώνια νίκη μας μέ τή νέα πραγματικότητα τῆς θεϊκῆς Του δικαιοσύνης.


Τέλος, ὁ Λυτρωτής θά ἐλέγξει τόν κόσμο σύμφωνα μέ πῶς κρίνει ὁ ἴδιος (ὁ κόσμος) τόν ἑαυτό του. Ὁ Γέροντας Σωφρόνιος ἀναφέρει στά γραπτά του ὅτι ὅλοι ὅσοι ἄγονται ἀπό τό Ἅγιο Πνεῦμα δέν παύουν ποτέ νά μέμφονται τόν ἑαυτό τους καί νά πορεύονται πρός τά κάτω μέ τή χάρη τοῦ Πνεύματος. Παραθέτοντας τόν λόγο τοῦ πρώην ἡγουμένου του, ἀρχιμανδρίτου Μισαήλ, «ὁ Θεός δέν κρίνει δύο φορές», ὁ Γέροντας Σωφρόνιος διαβεβαιώνει ὅτι ἡ κρίση μας ἐναντίον τοῦ ἑαυτοῦ μας, ἡ αὐτομεμψία μας, προλαμβάνει καί ἐξαλείφει τή μέλλουσα κρίση γιά μᾶς. Μετά τόν Χριστό, ἄριστος διδάσκαλος τῆς ἀρχῆς αὐτῆς εἶναι ὁ καλός ληστής, πού ἀνέλαβε ἑκούσια κατάκριση γιά τόν ἑαυτό του, ἀποδεχόμενος ὡς δίκαιο τόν βασανισμό καί τόν θάνατό του καί ἀποδίδοντας δικαιοσύνη στόν συσταυρωμένο μαζί του δίκαιο Χριστό.


Γι’ αὐτό καί ἀμέσως ἀπαλλάχθηκε ἀπό τή μέλλουσα κρίση, ἀφοῦ εἰσῆλθε στόν Παράδεισο τήν ἴδια ἐκείνη ἡμέρα. Ὁ Θεός δέν ἐπρόκειτο νά τόν κρίνει γιά δεύτερη φορά. Ἀληθινή κρίση εἶναι ἡ ἀποδοχή τῆς ἀλήθειας γιά τόν ἑαυτό μας. Ὅταν ταπεινώνουμε κατά τό πνεῦμα τόν ἑαυτό μας ἐνώπιόν τοῦ Θεοῦ καί ὁμολογοῦμε τίς ἁμαρτίες μας, ἡ μέλλουσα κρίση ἀποδεικνύεται περιττή. Καί τότε ὁ Θεός μᾶς προσφέρει ἕνα ἐξαιρετικό δῶρο. Στό κατά Λουκᾶν εὐαγγέλιο διαβάζουμε: «Ἐπιβαλοῦσιν ἐφ’ ὑμᾶς τάς χείρας αὐτῶν καί διώξουσι, παραδιδόντες εἰς συναγωγάς καί φυλακάς, ἀγομένους ἐπί βασιλεῖς καί ἡγεμόνας ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός μου· ἀποβήσεται δέ ὑμῖν εἰς μαρτύριον· θέσθε οὖν εἰς τάς καρδίας ὑμῶν μή προμελετᾶν ἀπολογηθῆναι· ἐγώ γάρ δώσω ὑμῖν στόμα καί σοφίαν, ᾗ οὐ δυνήσονται ἀντειπεῖν οὐδέ ἀντιστῆναι πάντες οἱ ἀντικείμενοι ὑμῖν» (Λουκ. 21, 12-15).


Τό νόημα εἶναι προφανές, ἄν ἑρμηνεύσουμε τόν στίχο σέ σχέση μέ τή δίωξη ἀπό τίς δυνάμεις τοῦ κόσμου αὐτοῦ. Ἀλλά τό ἴδιο ἰσχύει, ὅταν ἑκούσια κρίνουμε τόν ἑαυτό μας στρέφοντας ὅλη τή μομφή ἐναντίον μας. Τότε μᾶς δίδεται σοφία ἐν Πνεύματι Ἁγίω, πού γεννᾶ μέσα μας προσευχή μετάνοιας, ἡ ὁποία θά μᾶς δικαιώσει προλαμβάνοντας τή μέλλουσα κρίση τοῦ Κυρίου.


Ὅπως καί οἱ ἄλλες μορφές τοῦ «συσσεισμοῦ» τοῦ Κυρίου στήν καρδιά μας, οἱ ἔλεγχοι αὐτοί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μᾶς προετοιμάζουν γιά τήν ὑποδοχή τῶν χαρισμάτων Του. Ὅταν ὁμολογοῦμε τήν ἁμαρτία μας, ὅταν μιμούμαστε τόν Κύριο στήν ἀγάπη Του γιά τούς ἐχθρούς Του, καί ὅταν ἐθελούσια διατυπώνουμε κρίση ἐναντίον τῆς ἐκπεσμένης φύσεώς μας, ὁ συσσεισμός πού προξενεῖται «ἔνδον» φέρνει στήν ἐπιφάνεια τή βαθειά καρδιά μας, εὐπρεπίζοντάς μας κατάλληλα, γιά νά ὑποδεχθοῦμε τό χάρισμα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τή δωρεά τῆς αἰώνιας Βασιλείας, μέ τήν ὁποία πλατύνεται ἡ καρδιά τόσο, ὥστε νά περιπτύσσεται καί τόν οὐρανό καί τή γῆ.




Ἀρχιμ. Ζαχαρία Ζάχαρου,


Πιστοί στή διαθήκη τῆς Ἀγάπης,


ἔκδ. Ι. Μ. Τιμίου Προδρόμου, Ἔσσεξ Ἀγγλίας 2012

ΤΟ ΔΩΡΟ ΤΗΣ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗΣ

 Κάλλιστος Ware, Ἐπίσκοπος Διοκλείας


Σχετικὰ μὲ τὸ δῶρο τοῦ Παρακλήτου τὴν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς τρία πράγματα εἶναι ἰδιαίτερα ἐντυπωσιακά:


Πρῶτο, εἶναι ἕνα δῶρο σ’ ὅλους τούς ἀνθρώπους τοῦ Θεοῦ: «καὶ ἐπλήσθησαν ἅπαντες Πνεύματος Ἁγίου» (Πράξ.2, 4). Τὸ δῶρο ἢ χάρισμα τοῦ Πνεύματος δὲν ἀπονέμεται μόνο στοὺς ἐπισκόπους καὶ τὸν κλῆρο, ἀλλὰ σὲ κάθε βαπτισμένο. Ὅλοι εἶναι Πνευματοφόροι, ὅλοι εἶναι -μὲ τὴν κατάλληλη ἔννοια τῆς λέξης -«χαρισματικοί».


Δεύτερο, εἶναι ἕνα δῶρο ἑνότητας: «ἦσαν ἅπαντες ὁμοθυμαδὸν ἐπὶ τῷ αὐτῷ» (Πράξ. 2, 1). Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα κάνει τοὺς πολλοὺς νὰ εἶναι ἕνα Σῶμα ἐν Χριστῷ. Ἡ κάθοδος τοῦ Πνεύματος τὴν Πεντηκοστὴ ἀντιστρέφει τὸ ἀποτέλεσμα τοῦ πύργου τῆς Βαβὲλ (Γέν. 11, 7). Ὅπως λέμε στὸ Κοντάκιο τῆς Γιορτῆς τῆς Πεντηκοστῆς:


Ὅτε καταβὰς τὰς γλώσσας συνέχεε, διεμέριζεν ἔθνη ὁ Ὕψιστος·


ὅτε τοῦ πυρὸς τὰς γλώσσας διένειμεν, εἰς ἑνότητα πάντας ἐκάλεσε·


καὶ συμφώνως δοξάζομεν τὸ πανάγιον Πνεῦμα.


Τὸ Πνεῦμα φέρνει ἑνότητα καὶ ἀμοιβαία κατανόηση, ἱκανώνοντάς μας νὰ μιλᾶμε «ἐν μιᾷ φωνῇ». Μεταμορφώνει τὰ ἄτομα σὲ πρόσωπα. Γιὰ τὴν πρώτη Χριστιανικὴ κοινότητα στὰ Ἱεροσόλυμα, στὴν περίοδο ἀμέσως μετὰ τὴν Πεντηκοστή, λέγεται ὅτι «εἶχον ἅπαντα κοινὰ» καὶ ὅτι «τοῦ πλήθους τῶν πιστευσάντων ἦν ἡ καρδία καὶ ἡ ψυχὴ μία» (Πράξ. 2, 44·4, 32)· κι αὐτὸ θάπρεπε νάναι τὸ σημάδι τῆς κοινότητας τοῦ Χριστοῦ τῆς Πεντηκοστῆς σὲ κάθε ἐποχή.


Τρίτο, τὸ δῶρο τοῦ Πνεύματος εἶναι ἕνα δῶρο διαφοροποίησης· οἱ γλῶσσες τῆς φωτιᾶς «διαμερίζονται» ἢ «χωρίζονται» (Πράξ. 2, 3) καὶ κατανέμονται ἄμεσα στὸν καθένα. Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα δὲν μᾶς κάνει μόνο ὅλους ἕνα, ἀλλά κάνει καὶ τὸν καθένα μας διαφορετικό. Στὴν Πεντηκοστὴ ἡ πολλαπλότητα τῶν γλωσσῶν δὲν καταργήθηκε ἀλλὰ ἔπαψε νὰ εἶναι ἡ αἰτία τοῦ χωρισμοῦ· ὅπως προηγουμένως, ὁ καθένας μιλοῦσε στὴ δική του γλώσσα, ἀλλὰ μὲ τὴ δύναμη τοῦ Πνεύματος ὁ καθένας μποροῦσε νὰ καταλάβει τοὺς ἄλλους. Γιὰ μένα τὸ νὰ εἶμαι Πνευματοφόρος σημαίνει ν’ ἀντιλαμβάνομαι ὅλα τὰ διακριτικὰ χαρακτηριστικά τῆς προσωπικότητάς μου· σημαίνει νὰ γίνω ἀληθινὰ ἐλεύθερος, ἀληθινὰ ὁ ἑαυτός μου μέσα στὴ μοναδικότητά μου. Ἡ ζωὴ μέσα στὸ Πνεῦμα ἔχει μια ἀνεξάντλητη ποικιλία· εἶναι σφάλμα καὶ ὄχι ἁγιότητα, ὅτι εἶναι ἀνιαρὴ καὶ μονότονη. Ὅπως συνήθιζε νὰ παρατηρεῖ μὲ ἀνία ἕνας φίλος μου ἱερέας, ποὺ ἀφιέρωνε πολλὲς ὧρες κάθε μέρα ἀκούγοντας ἐξομολογήσεις: «τί κρίμα ποὺ δὲν ὑπάρχουν καινουργια ἁμαρτήματα!» Ὑπάρχουν, ὅμως, πάντα νέες μορφὲς ἁγιότητας.


 


Ἀπὸ τὸ βιβλίο:Ὁ Ὀρθόδοξος Δρόμος

Εἰς τὴν Πεντηκοστήν

  Κάλλιστος Γουέαρ (Ἐπίσκοπος Διοκλείας)


Ὁ Ὀρθόδοξος ἔχει πλήρη συνείδηση πὼς ἀνήκει σὲ μία κοινότητα. «Γνωρίζουμε πὼς ὅποιος ἀπὸ μᾶς πέσει», ἔγραφε ὁ Χομιάκωφ, «πέφτει μόνος του, κανεὶς ὅμως δὲν σώζεται ἀπὸ μόνος του. Σώζεται ὡς μέλος τῆς Ἐκκλησίας, μαζὶ μὲ ὅλα τὰ ἄλλα μέλη της».


Εἶναι ὅμως σίγουρο πὼς ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησιολογία εἶναι πνευματικὴ καὶ μυστικὴ ὑπὸ τὴν ἔννοια πὼς ἡ Ὀρθόδοξη θεολογία ποτὲ δὲν ἀσχολεῖται μὲ τὴν ἐπίγεια πλευρὰ τῆς Ἐκκλησίας μεμονωμένα, ἀλλὰ θεωρεῖ πάντοτε τὴν Ἐκκλησία «ἐν Χριστῷ καὶ ἁγίῳ Πνεύματι». Ὁλόκληρη ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησιολογία ἔχει ὡς ἀφετηρία τὴν ἰδιαίτερη σχέση ποὺ ὑφίσταται μεταξὺ Ἐκκλησίας καὶ Θεοῦ. Τρεῖς φάσεις μποροῦν νὰ χρησιμοποιηθοῦν γιὰ ν᾿ ἀποδώσουν αὐτὴ τὴ σχέση: ἡ Ἐκκλησία εἶναι: α) εἰκόνα τῆς ἁγίας Τριάδας, β) Σῶμα Χριστοῦ καὶ γ) μιὰ συνεχὴς Πεντηκοστή. Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησιολογία εἶναι Τριαδική, Χριστολογικὴ καὶ «Πνευματολογική».


α) Εἰκόνα τῆς ἁγίας Τριάδας.


 Ὅπως ἀκριβῶς κάθε πρόσωπο ἔχει δημιουργηθεῖ κατ᾿ εἰκόνα τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ, ἔτσι καὶ ἡ Ἐκκλησία ὡς ὅλον εἶναι εἰκόνα τοῦ ἐν Τριάδι Θεοῦ, ἀναπαράγοντας πάνω στὴ γῆ τὸ μυστήριο τῆς ἑνότητας καὶ τῆς ποικιλίας. Στὴν ἁγία Τριάδα τὰ τρία πρόσωπα εἶναι ἕνας Θεός, χωρὶς ὅμως νὰ παύουν νὰ εἶναι τέλεια πρόσωπα.


Στὴν Ἐκκλησία ἕνα πλῆθος διαφορετικῶν ἀνθρώπων ἑνώνεται σ᾿ ἕνα σῶμα, στὸ ὁποῖο ὅμως ὁ καθένας καὶ ἡ καθεμιὰ διατηρεῖ ἀτόφια τὴν προσωπικότητά του. Τὸ κάθε πρόσωπο τῆς ἁγίας Τριάδας κατοικεῖ στὸ ἄλλο καὶ αὐτὸ ἐξεικονίζεται στὴν ἀλληλοπεριχώρηση τῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας.


Στὴν Ἐκκλησία ὑπάρχει διάσταση μεταξὺ ἐλευθερίας καὶ αὐθεντίας. Στὴν Ἐκκλησία ὑπάρχει ἑνότητα καὶ ὄχι ὁλοκληρωτισμός. Ὅταν οἱ Ὀρθόδοξοι ἀποδίδουν στὴν Ἐκκλησία τὸν ὅρο «Καθολική», ἔχουν κατὰ νοῦ (μεταξὺ ἄλλων) καὶ αὐτὸ τὸ ζωντανὸ θαῦμα τῆς ἑνότητας τῶν πολλῶν προσώπων σὲ ἕνα.


Αὐτὴ ἡ σύλληψη τῆς Ἐκκλησίας ὡς εἰκόνας τῆς ἁγίας Τριάδας, μᾶς βοηθᾶ ἐπίσης νὰ κατανοήσουμε γιατὶ οἱ Ὀρθόδοξοι δίνουν τεράστια σημασία στὶς Συνόδους. Ἡ Σύνοδος ἀποτελεῖ ἔκφραση τοῦ Τριαδικοῦ χαρακτῆρα τῆς Ἐκκλησίας. Μποροῦμε νὰ δοῦμε τὸ μυστήριό της ἑνότητος ἐν τῇ ποικιλίᾳ, σύμφωνα μὲ τὴν εἰκόνα τῆς ἁγίας Τριάδας, νὰ ἐφαρμόζεται στὴν πράξη, ὅταν οἱ πολλοὶ ἐπίσκοποι, οἱ συναγμένοι στὴ σύνοδο, φτάνουν ἐλεύθερα σὲ κοινὴ ἀπόφαση ὑπὸ τὸν φωτισμὸ τοῦ ἁγίου Πνεύματος.


β) Σῶμα Χριστοῦ.


 «Οὕτως οἱ πολλοὶ ἓν σῶμα ἐσμὲν ἐν Χριστῷ» (Ρωμ. 12, 5). Ὁ στενότερος δυνατὸς δεσμὸς ὑπάρχει μεταξὺ τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς Ἐκκλησίας: κατὰ τὴν περίφημη φράση τοῦ Ἰγνατίου, «ὅπου ὁ Χριστός, ἐκεῖ καὶ ἡ Καθολικὴ Ἐκκλησία». Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἡ ἐπέκταση τῆς Σάρκωσης, τὸ πεδίο ὅπου συνεχίζεται ἡ Σάρκωση. Ἡ Ἐκκλησία, σύμφωνα μὲ τὸν Ἕλληνα θεολόγο Χρῆστο Ἀνδροῦτσο, εἶναι τὸ «κέντρο καὶ τὸ ὄργανο τοῦ λυτρωτικοῦ ἔργου τοῦ Χριστοῦ… δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο ἀπὸ μία συνέχιση καὶ μία ἐπέκταση τοῦ προφητικοῦ, τοῦ ἱερατικοῦ καὶ βασιλικοῦ Του ἀξιώματος… Ἡ Ἐκκλησία καὶ ὁ Ἱδρυτής της εἶναι ἀδιάρρηκτα ἑνωμένοι… Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ὁ Χριστὸς «μεθ᾿ ἡμῶν».


Ὁ Χριστὸς δὲν ἐγκατέλειψε τὴν Ἐκκλησία ὅταν ἀνελήφθη στοὺς οὐρανούς: «Καὶ ἰδοὺ ἐγὼ μεθ᾿ ὑμῶν εἰμὶ πάσας τὰς ἡμέρας ἕως τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος», ὑποσχέθηκε (Ματθ. 28, 20), ἐπειδὴ «οὗ γὰρ εἰσὶ δύο ἢ τρεῖς συνηγμένοι εἰς τὸ ἐμὸν ὄνομα, ἐκεῖ εἰμι ἐν μέσῳ αὐτῶν» (Ματθ. 18, 20).


Ἡ ἑνότητα μεταξὺ τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς Ἐκκλησίας Του πραγματώνεται, πάνω ἀπ᾿ ὅλα, μέσῳ τῶν μυστηρίων. Στὸ Βάπτισμα ὁ νέος χριστιανὸς θάπτεται καὶ ἀνίσταται μὲ τὸν Χριστό. Στὴν Εὐχαριστία τὰ μέλη τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ λαμβάνουν τὸ Σῶμα Του μέσῳ τῶν μυστηρίων. Ἡ Εὐχαριστία, ἑνώνοντας τὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας μὲ τὸν Χριστό, τὰ ἑνώνει ταυτόχρονα μεταξύ τους: «ὅτι εἷς ἄρτος, ἓν σῶμα οἱ πολλοὶ ἐσμὲν· οἱ γὰρ πάντες ἐκ τοῦ ἑνὸς ἄρτου μετέχομεν» (Α´ Κορ. 10, 17). Ἡ Εὐχαριστία δημιουργεῖ τὴν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ Ἐκκλησία (ὅπως τὴν εἶδε ὁ ἅγ. Ἰγνάτιος) εἶναι μία Εὐχαριστιακὴ κοινωνία, ἕνας μυστηριακὸς ὀργανισμὸς ποὺ σαρκώνεται ὅπου τελεῖται ἡ Εὐχαριστία. Δὲν εἶναι συμπτωματικὸ ὅτι ὁ ὅρος «Σῶμα Χριστοῦ» σημαίνει τὴν Ἐκκλησία καὶ τὸ μυστήριο. Καὶ πὼς ἡ φράση sommunio sanctrorum στὸ Ἀποστολικὸ Σύμβολο σημαίνει οὐσιαστικὰ «κοινωνία τῶν ἁγίων» καὶ «κοινωνία τῶν μυστηρίων». Πρέπει νὰ θεωροῦμε πρωταρχικὰ τὴν Ἐκκλησία ὡς μυστήριο. Ἡ ἐξωτερική της ὀργάνωση, ὅσο σημαντικὴ κι ἂν εἶναι, ἔρχεται μετὰ τὴ μυστηριακή της ζωή.


γ) Μιὰ συνεχὴς Πεντηκοστή.


Εἶναι εὔκολο νὰ ὑπερτονίσουμε τὸν χαρακτῆρα τῆς Ἐκκλησίας ὡς Σώματος Χριστοῦ καὶ νὰ ξεχαστεῖ ὁ ρόλος τοῦ ἁγίου Πνεύματος. Ἀλλὰ ὅπως εἴπαμε, στὸ ἔργο τους μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων, ὁ Υἱὸς καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ἀλληλοσυμπληρώνονται, καὶ αὐτὸ ἰσχύει τόσο στὴν Ἐκκλησιολογία ὅσο καὶ σὲ ἄλλους τομεῖς τῆς θεολογίας. Ἐνῷ ὁ ἅγ. Ἰγνάτιος λέγει πὼς «ὅπου Χριστός, ἐκεῖ καὶ ἡ Καθολικὴ Ἐκκλησία», ὁ ἅγ. Εἰρηναῖος γράφει τὸ ἐξίσου ἀληθὲς πὼς «ὅπου ἡ Ἐκκλησία, ἐκεῖ καὶ τὸ ἅγιο Πνεῦμα, καὶ ὅπου τὸ ἅγιο Πνεῦμα ἐκεῖ καὶ ἡ Ἐκκλησία». Ἡ Ἐκκλησία, ἐπειδὴ ἀκριβῶς εἶναι τὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, εἶναι ἐπίσης ναὸς καὶ κατοικία τοῦ ἁγίου Πνεύματος. Τὸ ἅγιο Πνεῦμα εἶναι Πνεῦμα ἐλευθερίας. Τὸ ἅγιο Πνεῦμα ὄχι μόνο μᾶς ἑνώνει, ἀλλ᾿ ἐγγυᾶται καὶ τὴν ἄπειρη ποικιλία τῶν προσώπων μέσα στὴν Ἐκκλησία: κατὰ τὴν Πεντηκοστὴ οἱ γλῶσσες πυρὸς «διαμοιράστηκαν» καὶ ἐκάθησαν «ἐφ᾿ ἕνα ἕκαστον» τῶν παρόντων. Τὸ δῶρο τοῦ Πνεύματος εἶναι δῶρο στὴν Ἐκκλησία, ταυτόχρονα ὅμως εἶναι καὶ προσωπικὸ δῶρο, προσαρμοσμένο στὸν χαρακτῆρα τοῦ καθενὸς καὶ τῆς καθεμιᾶς. «Διαιρέσεις δὲ χαρισμάτων εἰσί, τὸ δὲ αὐτὸ Πνεῦμα» (Α´ Κορ. 12, 4). Ζωὴ στὴν Ἐκκλησία δὲν σημαίνει ἰσοπέδωση τῆς ποικιλίας τῶν ἀνθρώπων, οὔτε ἐπιβολὴ ἐνὸς ἄκαμπτου καὶ ὁμοιόμορφου προτύπου πάνω σ᾿ ὅλους, ἀλλὰ τὸ ἀκριβῶς ἀντίθετο. Οἱ ἅγιοι, ὄχι μόνο δὲν παρουσιάζουν κάποια ἀνιαρὴ μονοτονία, ἀλλ᾿ ἔχουν ἀναπτύξει τὴν πιὸ ἔντονη καὶ διακεκριμένη προσωπικότητα. Πληκτικὸ εἶναι τὸ κακὸ κι ὄχι ἡ ἁγιότητα.


Αὐτὴ ἐν συντομίᾳ εἶναι ἡ σχέση Ἐκκλησίας καὶ Θεοῦ. Αὐτὴ ἡ Ἐκκλησία – εἰκόνα τῆς ἁγίας Τριάδας, σῶμα Χριστοῦ, πληρότητα τοῦ ἁγίου Πνεύματος- εἶναι ταυτόχρονα ὁρατὴ καὶ ἀόρατη, θεία καὶ ἀνθρώπινη. Εἶναι ὁρατή, ἐπειδὴ ἀποτελεῖται ἀπὸ συγκεκριμένες κοινότητες, ποὺ λειτουργοῦν πάνω στὴ γῆ. Εἶναι ἀόρατη, ἐπειδὴ περιλαμβάνει τοὺς ἁγίους καὶ τοὺς ἀγγέλους. Εἶναι ἀνθρώπινη, ἐπειδὴ ἁμαρτωλοὶ ἀποτελοῦν τὰ ἐπίγεια μέλῃ της, εἶναι θεία, ἐπειδὴ εἶναι τὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ. Δὲν ὑπάρχει χωρισμὸς μεταξὺ ὁρατοῦ καὶ ἀοράτου, μεταξὺ στρατευμένης Ἐκκλησίας καὶ θριαμβευούσας (σύμφωνα μὲ τὴ δυτικὴ ὁρολογία), ἐπειδὴ καὶ οἱ δυὸ συνιστοῦν μία μοναδικὴ καὶ συνεχῆ πραγματικότητα. «Ἡ ὁρατὴ Ἐκκλησία, ἡ ἐπίγεια Ἐκκλησία, ζεῖ σὲ πλήρη κοινωνία καὶ ἑνότητα μὲ ὁλόκληρο τὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, τῆς ὁποίας Κεφαλὴ εἶναι ὁ Χριστός». Βρίσκεται στὸ σημεῖο συνάντησης τοῦ Παρόντος αἰῶνος καὶ τοῦ Μέλλοντος, καὶ ζεῖ ταυτόχρονα στοὺς δυὸ Αἰῶνες.




Ἀπό τό βιβλίο:Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία,


 Ἐκδ. Ἀκρίτας

Πεντηκοστή τοῦ 379

 Στυλιανός Παπαδόπουλος


…Σὰ νὰ μὴ φτάνανε οἱ σκληροὶ ἀρειανοὶ τὰ τελευταῖα χρόνια ἐμφανιστήκανε στὴν πρωτεύουσα καὶ οἱ πνευματομάχοι. Καταφέρανε γρήγορα ν’ ἀποκτήσουνε ὀπαδοὺς πολλούς. Οἱ ἐπικεφαλῆς ἤτανε μοναχοί. Καὶ μοναχοὶ ἀπὸ τοὺς αὐστηρούς. Δηλαδὴ ἀσκητικοί, ἐγκρατεῖς καὶ ἀκτήμονες. Δὲν εἶχαν ἀκόμη ὀργανωμένα κοινοβιακὰ μοναστήρια. Ζούσανε ὅμως σὲ ὁμάδες καὶ ἤτανε ὑπόδειγμα στοὺς πολλοὺς χριστιανούς. Κι αὐτὸ φοβότανε περισσότερο ὁ Γρηγόριος. Ὁ κόσμος τοὺς πρόσεχε γιὰ τὴν ἀσκητικὴ ζωή τους καὶ συγχρόνως τοὺς ἐμπιστευότανε σὲ ὅ,τι δίδασκαν.


Ἀλλὰ δίδασκαν ὄχι ὀρθόδοξα. Ἡ θεολογία, βέβαια, τοῦ Ἀθανασίου καὶ τῶν Καππαδοκῶν τοὺς εἴχανε πείσει νὰ ὁμολογοῦν τὸν Υἱὸ (Χριστὸ) τέλειο Θεὸ καὶ ὁμοούσιο πρὸς τὸν πατέρα. Δὲν θέλανε ὅμως νὰ ὁμολογήσουν τὸ ἴδιο καὶ γιὰ τὸ ἅγιο Πνεῦμα. Κακόδοξοι, λοιπόν, καὶ τοῦτοι. Καὶ τοὺς ὀνομάσανε Πνευματομάχους. Ὄχι ὅμως τόσο κακόδοξοι, ὅσο οἱ ἀκραῖοι ἀρειανοί. Φέρονταν πιὸ ἤπια πρὸς τοὺς Ὀρθοδόξους. Πολλοὶ ἀπὸ αὐτοὺς μάλιστα πηγαίνανε κι ἀκούγανε τὸ Γρηγόριο στὴν Ἀναστασία.


Δὲν ἤτανε λίγοι καὶ οἱ ὀρθόδοξοι ποὺ σκέφτονταν:


− Εἶναι δυνατό, τέτοιοι ἄνθρωποι, τόσο σεμνοὶ καὶ ἀσκητικοὶ νὰ τιμωρηθοῦνε ἀπὸ τὸ Θεό; Ἡ δυσκολία τοῦ Γρηγορίου δὲν ἤτανε μικρή. Πῶς νὰ ἐξηγήσει πειστικά, ὅτι ἀληθινὴ εὐσέβεια καὶ ἄσκηση θέλει καὶ ὀρθὴ πίστη. Γνήσια καὶ ἀποτελεσματικὴ ἄσκηση γίνεται ἀπὸ τὸν χριστιανό, ποὺ ἔχει καὶ ὀρθὴ πίστη. Τὸ ἅγιο Πνεῦμα τότε μόνο χαριτώνει τὸν ἀσκητή, τότε μόνο δίνει τὸν στέφανο τῆς θείας δόξας.


Δὲν ἦταν ἀκόμη καιρὸς γιὰ τοὺς Κωνσταντινουπολίτες ν’ ἀκούσουνε βαθιὰ θεολογία περὶ ἁγίου Πνεύματος. Ἔτσι τὴ στιγμὴ αὐτὴ νόμιζε ὁ Γρηγόριος. Ἤθελε πρῶτα νὰ καταλάβουνε καλύτερα τὴν ἑνότητα τῆς ἁγίας Τριάδας, νὰ συνηθίσουνε τὴν παράδοση τῆς Ἐκκλησίας. Ἔπειτα νὰ τοὺς μιλήσει μὲ ἀκρίβεια γιὰ τὸ ἅγιο Πνεῦμα. Κι ἐφάρμοσε τὸ πρόγραμμα αὐτό, ἀλλὰ μόνο μερικά.


Ἔφτασε ἡ Πεντηκοστή τοῦ 379. Ἔπεφτε στὶς 9 Ἰουνίου τὴ χρονιὰ ἐκείνη. Γέμισε ἀσφυκτικὰ ὁ ναὸς τῆς Ἀναστασίας. Λαμπρὴ γιορτή. Προχωροῦσε ἡ Θεία Λειτουργία καὶ ὁ Γρηγόριος ἔνιωθε ὅλο καὶ πιὸ ἀλλιώτικα. Εἶχε κατακλυστεῖ ἀπὸ τὴ χάρη τοῦ Πνεύματος καὶ ζοῦσε μὲ αὐτὴ καὶ γι’ αὐτό.


Ἦρθε ἡ ὥρα τοῦ κηρύγματος. Στάθηκε στὴν Ὡραία πύλη. Εἶχε σχεδιάσει νὰ τοὺς μιλήσει γιὰ τὴν σημασία τοῦ ἀριθμοῦ ἑπτά. Νὰ ἑρμηνεύσει τὰ σχετικὰ βιβλικὰ κείμενα καὶ τὰ ἱστορικά τῆς Πεντηκοστῆς. Καὶ τὸ ‘κανε φυσικά. Μὰ χωρὶς νὰ τὸ καταλάβει, κύλησε ὁ λόγος του γρήγορα στὸ ἅγιο Πνεῦμα.


Ἤτανε καὶ ἡ ἐποχὴ ποὺ εἶχε κληθεῖ στὴν Ἀντιόχεια σύνοδος, κυρίως γιὰ τὸ ἅγιο Πνεῦμα. Κορυφαῖο πρόσωπό της ὁ Μελέτιος Ἀντιοχείας. Ὀρθόδοξος ἄνδρας, γενναῖος ὁμολογητής. Ἐκεῖ, λοιπόν, ὁμολογήθηκε ὀρθὰ ἡ πίστη στὴν θεότητα καὶ τὴν ὁμοουσιότητα τοῦ Πνεύματος καὶ καταδικάσθηκαν οἱ πνευματομάχοι. Ὁ Γρηγόριος παραταῦτα δὲν μπόρεσε νὰ εἶναι αὐστηρὸς καὶ σκληρὸς μὲ τοὺς πνευματομάχους. Ἔβλεπε μερικοὺς μπροστά του, ὅταν στάθηκε στὴν Ὡραία πύλη.


Γι’ αὐτό, ἀφήνοντας πολλὰ ἀπ’ ὅσα εἶχε σχεδιάσει, μίλησε πατρικά, μὲ ἄπειρη ἀγάπη. Ἤλπιζε ὅτι θὰ μετανοήσουν. Μίλησε ἡ χάρη ποὺ εἶχε μέσα του ὡς θεόπτης. Δὲν μπόρεσε νὰ τὴν κρύψει. Μίλησε καὶ ποιητικά. Ὑπέκυψε στὸ ταλέντο του. Τόσο, ποὺ κομμάτια τοῦ λόγου τούτου, χρησιμοποιηθήκανε κατὰ λέξη ἀπὸ ὑμνογράφους τῆς Ἐκκλησίας μας.


− Ὅ,τι σᾶς λέω, ἀδελφοί μου, εἶναι ἀπὸ τὸ ἅγιο Πνεῦμα. Ἐκεῖνο μὲ ὁδηγεῖ αὐτὸ μ’ ἐμπνέει νὰ μιλάω ἔτσι ὅπως μιλάω.


Ἂν δὲν τὸν ξέρανε οἱ ἐκκλησιαζόμενοι τὸ Γρηγόριο θὰ τὸν παρεξηγούσανε. Θὰ τὸν κατηγορούσανε ἀκόμη καὶ γιὰ βλασφημία. Βρεθήκανε ὅμως καὶ οἱ κακόβουλοι, ποὺ μέσα τους ἀνακατώθηκαν:


− Ἀκοῦς ἐκεῖ, ἔμπνευση ἀπὸ τὸ ἅγιο Πνεῦμα· ὅ,τι μᾶς λέει ἀποκάλυψη τοῦ Πνεύματος!


Ὅσο τὸν κοίταζαν ὅμως καταπρόσωπο, κάτι τοὺς ἠρεμοῦσε. Ἡσυχάσανε καὶ οἱ κακόβουλοι. Ἡ ὁμιλία συνεχίστηκε. Τοὺς εἶπε ὁ Γρηγόριος γιὰ τὴν πανίερη «ἐπιδημία», τὴν παρουσία δηλαδὴ τοῦ ἁγίου Πνεύματος στὴν Ἐκκλησία. Ἤτανε ἀνάγκη γιὰ τὸν ἄνθρωπο νὰ ἔρθει τὸ Πνεῦμα, ὅταν τελείωσε τὸ ἔργο του στὴ γῆ ὁ Χριστός. Ἀπὸ τότε πιά, θὰ ἐργάζεται στὴ γῆ, στὴν Ἐκκλησία δηλαδή, τὸ Πνεῦμα. Ὄχι πὼς πρὶν δὲν ἐνεργοῦσε, δὲν ἦταν παρὸν σὲ ὅ,τι ἔκανε ὁ Θεὸς Πατέρας καὶ ὁ Υἱός. Παντοῦ καὶ πάντα ἤτανε. Καὶ στοὺς προφῆτες καὶ στοὺς ἀποστόλους. Τὸ ἴδιο Πνεῦμα ἐνεργοῦσε. Μὰ τώρα τὸ ἔργο του ἔχει ἄλλη μορφὴ καὶ ἄλλη ἔκταση.


Στὸ σημεῖο αὐτὸ δυσκολεύτηκε ὁ Γρηγόριος. Δὲν μποροῦσε νὰ τοὺς ἐξηγήσει μὲ ἀκρίβεια τὴ διαφορὰ καὶ βρῆκε λέξεις πρόχειρες, ὄχι πολὺ πετυχημένες. Τοὺς εἶπε ὅτι μέχρι τὴν Πεντηκοστὴ τὸ Πνεῦμα δροῦσε καὶ ἦταν παρὸν «ἐνεργεία», μὲ τὴν ἐνέργειά του. Ἀπὸ τὴν Πεντηκοστὴ ὅμως καὶ μετὰ ἐνεργεῖ «τελεώτερον» καὶ «οὐσιωδῶς». Ἤθελε νὰ πεῖ ὅτι τώρα, στὴν Ἐκκλησία, τὸ θεῖο πρόσωπο ποὺ ἔχει τὴν κύρια δράση εἶναι τὸ Πνεῦμα. Αὐτὸ τώρα δρᾶ κυρίως, ὅπως στὰ χρόνια τῆς Καινῆς Διαθήκης δροῦσε κυρίως ὁ Υἱὸς καὶ στὴν Παλαιὰ Διαθήκη δροῦσε κυρίως ὁ Πατέρας. Τότε, στὰ διαθηκικὰ χρόνια, ὁ Υἱὸς συναναστρεφότανε μὲ τοὺς ἀνθρώπους καὶ τοὺς δίδασκε. Τώρα, τὸ Πνεῦμα «συγγίνεται καὶ συμπολιτεύεται» μ’ ἐμᾶς τοὺς ἀνθρώπους. Μόνο ποὺ γιὰ νὰ γίνει αὐτὸ στὸν καθένα πραγματικότητα, πρέπει νὰ ‘χει πραγματικὴ σχέση μὲ τὸ Πνεῦμα. Νὰ πιστεύει ὀρθὰ ὅτι τὸ Πνεῦμα ἔχει τὴν ἴδια φύση μὲ τὸν Πατέρα καὶ τὸν Υἱό.


Τὸ μάτι τοῦ Γρηγορίου ἔπεσε στοὺς πνευματομάχους καὶ πρόσθεσε:


− Ἂν μερικοὶ φοβοῦνται νὰ χρησιμοποιήσουνε τὴ λέξη φύση γιὰ τὸ Πνεῦμα, ἂς ὁμολογήσουνε γενικὰ ὅτι μία εἶναι ἡ θεότητα τοῦ πατέρα, τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Πνεύματος. Δὲν ἐπιμένουμε πολὺ στὶς λέξεις. Ἀρκεῖ, ἀδελφοί, νὰ ὁμολογεῖτε τὸ ἴδιο πράγμα, τὴν ἴδια δηλαδὴ ἀλήθεια, ὅτι τὸ Πνεῦμα εἶναι κυρίως καὶ πραγματικὰ Θεός. Κάμετε αὐτὸ καὶ τότε ἡ ἑορτὴ τῆς Πεντηκοστῆς θὰ γίνει μέσα σας πανηγύρι περίλαμπρο, θὰ νιώσετε ἄφατη χαρά!


Ἀκούγανε μὲ προσοχὴ οἱ παρόντες πνευματομάχοι. Ἄκουγε μὲ θαυμασμὸ καὶ ὁ παράξενος «φιλόσοφος», ὁ Μάξιμος. Ἀρκετοὶ ἀπὸ αὐτοὺς τώρα καὶ ἄλλοι τὸ ἑπόμενο ἔτος, τὸ 380, ἑνωθήκανε στὴν Ἐκκλησία, ὅταν ἀκούσανε καὶ τὸν πέμπτο θεολογικὸ Λόγο τοῦ Γρηγορίου Περὶ ἁγίου Πνεύματος.




Ἀπό τό βιβλίο: Ὁ Πληγωμένος Ἀετός  (Γρηγόριος ὁ Θεολόγος)


ἔκδ. Ἀποστολικῆς Διακονίας